8.6.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 190/20
Αγωγή της 27ης Μαρτίου 2015 — EFB κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-151/15)
(2015/C 190/23)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Ενάγουσα: European Federation of Biotechnology (EFB) (Λιέγη, Βέλγιο) (εκπρόσωποι: M. Troncoso Ferrer και S. Moya Izquierdo, δικηγόροι)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την αγωγή παραδεκτή και βάσιμη·
—
να κρίνει ότι η ενάγουσα οφείλει μόνο το ποσό των 5 638,22 ευρώ·
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Με την αγωγή της η ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέβη τις συμβατικές υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της συμβάσεως της 20ής Δεκεμβρίου 2005 για το πρόγραμμα European Action for Global Life science — Food Forum με αριθμό LSSP-CT-2005-512135 (στο εξής: η σύμβαση) και ότι οφείλει μόνο το ποσό των 5 638,22 ευρώ από τα 86 676,42 ευρώ που ζήτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Προς στήριξη της αγωγής η ενάγουσα προβάλλει έξι λόγους.
1.
Ο πρώτος λόγος στηρίζεται σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως σχετικά με επιλέξιμες δαπάνες, η οποία αποτελεί πλάνη κατά την εκτίμηση αποδείξεων αντίθετη με το άρθρο 1315 του βελγικού αστικού κώδικα.
—
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το χρεωστικό σημείωμα που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στηρίζεται στα συμπεράσματα της τελικής εκθέσεως ελέγχου, η εκτίμηση, όμως, στην οποία προέβησαν οι ελεγκτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη σύνταξη της εν λόγω εκθέσεως ήταν εσφαλμένη σε σχέση με διάφορες δαπάνες, ιδίως δαπάνες προσωπικού και δαπάνες για ορισμένες εκδηλώσεις. Επομένως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ένα χρεωστικό σημείωμα βασιζόμενη σε εσφαλμένες παραδοχές και δεν απέδειξε πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να στηρίξουν τα επιχειρήματά της, παραβιάζοντας το άρθρο 1315 του βελγικού αστικού κώδικα και τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
2.
Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται σε παράβαση των άρθρων II.20 και II.6 των γενικών όρων της συμβάσεως καθώς και του άρθρου 1347 του βελγικού αστικού κώδικα, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κακώς έκρινε ότι δαπάνες που αφορούσαν την εργασία ορισμένων μελών του προσωπικού δεν ήταν επιλέξιμες επειδή τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν έγκυρη σύμβαση εργασίας με την ενάγουσα.
3.
Ο τρίτος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 1134 του βελγικού αστικού κώδικα και της αρχής της καλόπιστης εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων.
—
Η ενάγουσα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να αμυνθεί παρέχοντας εξηγήσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τυχόν παρανοήσεις ή σφάλματα ήσσονος σημασίας κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, ότι η τεράστια οικονομική απόκλιση μεταξύ του πρώτου σχεδίου της εκθέσεως ελέγχου και της τελικής εκθέσεως ελέγχου καταδεικνύει σαφή έλλειψη ακρίβειας και επιμέλειας και ότι οι λανθασμένοι υπολογισμοί και οι ανακρίβειες αριθμών σε όλο το κείμενο της τελικής εκθέσεως ελέγχου δυσχέραναν την προσπάθεια της ενάγουσας να κατανοήσει όσα της προσάπτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
4.
Ο τέταρτος λόγος στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογίας της αρνήσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιστρέψει ορισμένες δαπάνες.
5.
Ο πέμπτος λόγος στηρίζεται σε παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
—
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι την ενάγουσα επικουρούσε ένα άλλο νομικό πρόσωπο και είχε, έτσι, δημιουργήσει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι οι δαπάνες που σχετίζονταν με την ανωτέρω σχέση ήταν επιλέξιμες.
6.
Ο έκτος λόγος στηρίζεται σε έλλειψη σαφήνειας των κανόνων που διέπουν το έκτο πρόγραμμα πλαίσιο έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης (ΠΠ6).
—
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι κατά το άρθρο 1162 του βελγικού αστικού κώδικα εν αμφιβολία η σύμβαση ερμηνεύεται σε βάρος του συντάκτη της και υπέρ αυτού που έχει αναλάβει ορισμένη υποχρέωση. Οι συμβατικοί κανόνες που εφαρμόζονται στο ΠΠ6 απορρέουν από «τυποποιημένες» ρήτρες που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η μόνη επιλογή που είχε η ενάγουσα ήταν να προσχωρήσει στις ρήτρες αυτές, συνεπώς η ενάγουσα είναι εν προκειμένω ο συμβαλλόμενος που έχει αναλάβει υποχρέωση. Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός οι εν λόγω ρήτρες θέτουν προφανή προβλήματα ερμηνείας, όπως προκύπτει από το μεγάλο αριθμό σχετικών προσφυγών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, υπαγορεύει η αμφιβολία αυτή να λειτουργήσει υπέρ της ενάγουσας. Ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 1162 του βελγικού αστικού κώδικα δίνει στο δικαστή τη δυνατότητα, σε περίπτωση διατάξεων που δεν έχουν διατυπωθεί σωστά είναι διφορούμενες, να τις ερμηνεύσει σε βάρος του συντάκτη τους, ο οποίος εν προκειμένω είναι η Επιτροπή.
Full & Egal Universal Law Academy