27.7.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 245/30
Προσφυγή της 14ης Απριλίου 2015 — Icap κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-180/15)
(2015/C 245/37)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Icap plc (Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο), Icap Management Services Ltd (Λονδίνο) και Icap New Zealand Ltd (Ουέλιγκτον, Νέα Ζηλανδία) (εκπρόσωποι: C. Riis-Madsen και S. Frank, δικηγόροι)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 2015, στην υπόθεση AT.39861 — Παράγωγα επιτοκίου γιέν — C(2015) 432 τελικό·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μειώσει το ύψος του επιβληθέντος προστίμου·
—
σε κάθε περίπτωση, να υποχρεώσει την καθής να φέρει τα δικαστικά και άλλα έξοδα των προσφευγουσών·
—
να λάβει όποιο μέτρο κρίνει πρόσφορο.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν έξι λόγους.
1.
Πρώτος λόγος, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πραγματική και νομική πλάνη, καθώς διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά των τραπεζών είχε «εξ αντικειμένου» ως συνέπεια τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού
2.
Δεύτερος λόγος, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται ότι η καθής υπέπεσε σε πραγματική και νομική πλάνη, καθώς διαπίστωσε ότι η διευκόλυνση της συμπεριφοράς των τραπεζών από τις προσφεύγουσες συνιστά παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
—
Κατά τις προσφεύγουσες, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ δεν καλύπτει τη συμπεριφορά συνεργού ο οποίος δεν μετέχει σε συμφωνία η οποία περιορίζει/νοθεύει τον ανταγωνισμό. Σε κάθε περίπτωση η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένο κριτήριο, το οποίο καλύπτει ευρύ φάσμα συμπεριφορών, οι οποίες δεν έχουν άμεση σχέση με την παραβατική συμπεριφορά. Η συμπεριφορά των προσφευγουσών δεν καλύπτεται από το κριτήριο της διευκολύνσεως, το οποίο χρησιμοποιεί η καθής. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η διαπίστωση σύμφωνα με την οποία διευκόλυναν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των τραπεζών είναι παντελώς αβάσιμη και ότι η καθής δεν αναφέρει κανένα περιστατικό διευκολύνσεως τέτοιων ανταλλαγών. Κατά τις προσφεύγουσες, το ίδιο ισχύει και για τη διερεύνηση των εναρμονισμένων συναλλαγών. Όσον αφορά τα περί χειραγωγήσεως Yen LIBPR, η Επιτροπή έχει παραδεχθεί ότι μόνο δύο τράπεζες γνώριζαν για την εμπλοκή της ICAP. Κατά τις προσφεύγουσες, η ίδια η ICAP δεν παρέσχε καμία διευκόλυνση σε σχέση με τη συμπεριφορά των τραπεζών. Επιπλέον, ως προς τις συγκεκριμένες παραβάσεις, η παραβατική συμπεριφορά άρχισε πολύ πριν ICAP αρχίσει τη διευκόλυνση.
3.
Τρίτος λόγος, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται πραγματική και νομική πλάνη στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον προσδιορισμό της διάρκειας της συμμετοχής των προσφευγουσών στην παράβαση.
—
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι οι τράπεζες πραγματοποιούσαν συναλλαγές σε παράγωγα επιτοκίου γιεν και, συνεπώς, εκάστη εξ αυτών γνώριζε για τις κινήσεις και τα συμφέροντα των υπολοίπων. Επομένως, οι αποδείξεις που παραθέτει η Επιτροπή προς στήριξη της θέσεως ότι η ICAP γνώριζε για τη διμερούς χαρακτήρα παράβαση είναι μη συγκλίνουσες, αόριστες και παραπλανητικές. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή θεωρεί ως δεδομένο ότι οι προσφεύγουσες γνώριζαν και ακολούθησαν την παράνομη συμπεριφορά έως το τέλος της διμερούς παραβάσεως στην οποία είχαν υποπέσει οι τράπεζες, χωρίς να παραθέτει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι προσφεύγουσες γνώριζαν για τις παραβάσεις των τραπεζών.
4.
Τέταρτος λόγος, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται παραβίαση από την Επιτροπή της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας και της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
—
Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή ακολούθησε μια καινοφανή διαδικασία συμβιβασμού, στο πλαίσιο της οποίας εξέδωσε τον Δεκέμβριο του 2013 απόφαση συμβιβασμού, δεχόμενη την εμπλοκή της ICAP, απόφαση με την οποία περιέγραφε αναλυτικά υποβοηθητικό ρόλο της. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι έκτοτε εξετάζει την υπόθεση της ICAP με αμεροληψία.
5.
Πέμπτος λόγος, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται παραβίαση, εκ μέρους τη Επιτροπής, των κατευθυντήριων γραμμών για την επιβολή προστίμων, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
—
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, επιβάλλοντας πρόστιμα πέραν των προβλεπομένων. Τούτο συνιστά επίσης απόκλιση από την προγενέστερη πρακτική της. Επιπλέον, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή παραβίασε τις κατευθυντήριες γραμμές για την επιβολή των προστίμων, αρνούμενη να λάβει υπόψη της τις πωλήσεις των προσφευγουσών ως βάση επιβολής του προστίμου, μη προσδιορίζοντας τη μέθοδο υπολογισμού του προστίμου και μη δικαιολογώντας τις αποκλίσεις από τις προγενέστερες αποφάσεις της. Επιπροσθέτως, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς επιφύλαξε στις προσφεύγουσες διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με άλλον μεσολαβητή ο οποίος κατηγορείται για διευκόλυνση υπό ανάλογες περιστάσεις στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως και, επιπλέον, αντιμετώπισε τις προσφεύγουσες με τον ίδιο τρόπο όπως τις τράπεζες που διέπραξαν την παράβαση, παρά το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες κατηγορούνται μόνο για διευκόλυνση. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, ως εκ τούτου, τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν είναι παντελώς δυσανάλογα και ότι η Επιτροπή παραβίασε έτση την αρχή της αναλογικότητας.
6.
Έκτος λόγος, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται παραβίαση της αρχής «ne bis in idem» από την Επιτροπή.
Full & Egal Universal Law Academy