21.9.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 311/51
Αναίρεση που άσκησε στις 9 Ιουλίου 2015 ο CJ κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στις 29 Απριλίου 2015 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-159/12 και F-161/12, CJ κατά ECDC
(Υπόθεση T-370/15 P)
(2015/C 311/56)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: CJ (Άγιος Στέφανος, Ελλάδα) (εκπρόσωπος: Β. Κόλιας, δικηγόρος)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC)
Αιτήματα
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 29ης Απριλίου 2015, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-159/12 και F-161/12, CJ κατά ECDC, καθόσον
—
απέρριψε εν μέρει την προσφυγή-αγωγή στην υπόθεση F-159/12 και τον υποχρέωσε να φέρει τα δικαστικά του έξοδα·
—
απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή στην υπόθεση F-161/12, τον υποχρέωσε να φέρει τα δικαστικά έξοδά του και τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα του ECDC·
—
τον καταδίκασε να καταβάλει στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ποσό 2 000 ευρώ προς κάλυψη μέρους των δαπανών στις οποίες αυτό υποβλήθηκε και οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί·
—
κατά συνέπεια, εφόσον κρίνει την αναίρεση βάσιμη:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2012·
—
να υποχρεώσει το ECDC να του καταβάλει ποσό, εκτιμώμενο κατά δίκαιη κρίση στα 80 000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη και προέβαλε με το πρώτο αίτημά του στην υπόθεση F-161/12·
—
να υποχρεώσει το ECDC να του καταβάλει ποσό, εκτιμώμενο κατά δίκαιη κρίση στα 56 800 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη και προέβαλε με τα παρεμπίπτοντα αιτήματά του πρωτοδίκως·
—
να καταδικάσει το ECDC στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της κατ’ αναίρεση δίκης.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει επτά λόγους.
1.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το ΔΔΔ παραβίασε την αρχή audi et alteram partem, καθόσον απέρριψε το υπόμνημα απαντήσεως του νυν αναιρεσείοντος ως απαράδεκτο κρίνοντας ότι τόσο το κείμενο όσο και τα παραρτήματά του δεν είχαν άμεση σχέση με συγκεκριμένα παραρτήματα της αντικρούσεως του ECDC·
2.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το ΔΔΔ δεν αποφάνθηκε επί παρεμπιπτόντων αιτημάτων τα οποία διατυπώθηκαν το πρώτον κατά τη διάρκεια της δίκης και αφορούσαν την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης λόγω ορισμένων δηλώσεων που περιείχε η αντίκρουση του ECDC·
3.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το ΔΔΔ παρέβη το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, επειδή έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει κατά πόσον αιτιάσεις για οικονομική κακοδιαχείριση στο ECDC ήταν αληθείς, εφόσον αυτές είχαν ήδη εξεταστεί από την OLAF·
4.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το ΔΔΔ ερμήνευσε εσφαλμένα:
—
το άρθρο 47, στοιχείο β', περίπτωση ii, σε συνδυασμό με το άρθρο 86 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ), επειδή έκρινε ότι ήταν δυνατή η με συνοπτικές διαδικασίες απόλυση του αναιρεσείοντος λόγω ανυπακοής χωρίς την τήρηση πειθαρχικής διαδικασίας·
—
το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α', του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τον χρόνο που δόθηκε στον αναιρεσείοντα προκειμένου να διατυπώσει τις απόψεις του προτού απολυθεί·
—
το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή δέχθηκε ως αποδεδειγμένες κατηγορίες ότι ο αναιρεσείων είχε επιδείξει ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά, μολονότι ουδέποτε διατυπώθηκαν εις βάρος του κατηγορίες ούτε έχει καταδικαστεί για τέτοια συμπεριφορά από ποινικό δικαστήριο·
—
την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη, επειδή έκρινε ότι το ECDC δεν υποχρεούνταν να αναγνωρίσει στον αναιρεσείοντα ορισμένα δικαιώματα άμυνας κατά τη διάρκεια διοικητικής έρευνας βάσει του παραρτήματος IX του ΚΥΚ·
5.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το ΔΔΔ ερμήνευσε εσφαλμένα τον πρώτο, τον πέμπτο, τον όγδοο λόγο ακυρώσεως και το αίτημα·
6.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το ΔΔΔ προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων πραγματικών περιστατικών·
7.
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το ΔΔΔ παραμόρφωσε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία.
Full & Egal Universal Law Academy