ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 16ης Ιουλίου 2015 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα — Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν με σκοπό την παρεμπόδιση της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων — Δέσμευση κεφαλαίων — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Fumus boni juris — Στάθμιση των συμφερόντων — Έλλειψη επείγοντος»
Στην υπόθεση T‑207/15 R,
National Iranian Tanker Company, με έδρα την Τεχεράνη (Ιράν), εκπροσωπούμενη από τους T. de la Mare, QC, M. Lester, J. Pobjoy, barristers, R. Chandrasekera, S. Ashley και C. Murphy, solicitors,
αιτούσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπουμένου από την N. Rouam και τον M. Bishop,
καθού,
με αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2015/236 του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2015, για την τροποποίηση της απόφασης 2010/413/ΚΕΠΠΑ για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 39, σ. 18), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/230 του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2015, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 267/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 39, σ. 3), καθόσον οι πράξεις αυτές αφορούν την αιτούσα,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη ( 1 )
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων για την άσκηση πιέσεως στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, προκειμένου να παύσει τις πυρηνικές δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και αναπτύξεως συστημάτων εκτοξεύσεως πυρηνικών όπλων.
[παραλειπόμενα]
7
Η αιτούσα, National Iranian Tanker Company, ιρανική εταιρία ειδικευμένη στη μεταφορά φορτίων αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου και η οποία εκμεταλλεύεται μεγάλο στόλο πετρελαιοφόρων, απευθύνθηκε στην Ένωση και εξέφρασε, με διάφορες επιστολές, τις ανησυχίες της όσον αφορά τις επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν για τον στόλο της. Στο πλαίσιο αυτό, αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και διευκρίνισε ότι είχε ιδιωτικοποιηθεί ήδη από το 2000.
8
Ωστόσο, στις 15 Οκτωβρίου 2012, το Συμβούλιο περιέλαβε το όνομα της αιτούσας στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων που αποτελούν αντικείμενο περιοριστικών μέτρων.
9
Συγκεκριμένα, αφενός, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2012/635/ΚΕΠΠΑ της 15ης Οκτωβρίου 2012, για την τροποποίηση της απόφασης 2010/413 (ΕΕ L 282, σ. 58). Κατά την αιτιολογική σκέψη 16 της αποφάσεως 2012/635, έπρεπε να υπαχθούν σε περιοριστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, οι οντότητες ιδιοκτησίας του ιρανικού κράτους οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα του πετρελαίου και αερίου, δεδομένου ότι αποτελούν ουσιαστική πηγή εισοδήματος για την Ιρανική Κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, παράγραφος 8, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως 2012/635 τροποποίησε το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413 ούτως ώστε να υπαχθούν σε περιοριστικά μέτρα «άλλ[α] πρ[όσωπα] και οντ[ότητες] που δεν καλύπτονται από το Παράρτημα Ι [και] που παρέχουν υποστήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν και οντ[ότητες] που ανήκουν ή ελέγχονται από αυτά ή πρ[όσωπα] και οντ[ότητες] που συνδέονται με αυτά, όπως αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙ». Το άρθρο 2 της αποφάσεως 2012/635 προσέθεσε το όνομα της αιτούσας στο παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως 2010/413 που περιλαμβάνει τον κατάλογο με τα «[π]ρόσωπα και οντότητες που εμπλέκονται σε πυρηνικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες βαλλιστικών πυραύλων και πρόσωπα και οντότητες που στηρίζουν την κυβέρνηση του Ιράν».
10
Αφετέρου, το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 945/2012, της 15ης Οκτωβρίου 2012, για την εφαρμογή του κανονισμού 267/2012 (ΕΕ L 282, σ. 16). Το άρθρο 1 του κανονισμού 945/2012 προσέθεσε το όνομα της αιτούσας στο παράρτημα IX του κανονισμού 267/2012 που περιλαμβάνει τον κατάλογο με τα «[π]ρόσωπα και οντότητες που ενέχονται σε δραστηριότητες πυρηνικών ή βαλλιστικών πυραύλων και πρόσωπα και οντότητες που παρέχουν στήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν».
11
Το όνομα της αιτούσας περιελήφθη στους προμνησθέντες καταλόγους με το ακόλουθο —ταυτόσημο σε αμφότερες τις περιπτώσεις— αιτιολογικό: «Ελέγχεται ουσιαστικά από την κυβέρνηση του Ιράν. Παρέχει οικονομικούς πόρους στην κυβέρνηση του Ιράν μέσω των μετόχων της που διατηρούν δεσμούς με την κυβέρνηση».
12
Η απόφαση 2012/635 και ο κανονισμός 945/2012 κοινοποιήθηκαν στην αιτούσα με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2012.
13
Στις 27 Δεκεμβρίου 2012, η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των δύο αυτών πράξεων στο μέτρο που την αφορούσαν.
14
Με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, National Iranian Tanker Company κατά Συμβουλίου (T‑565/12, Συλλογή, στο εξής: απόφαση NITC, EU:T:2014:608), το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον λόγο ακυρώσεως που αντλείτο από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως του Συμβουλίου όσον αφορά την εγγραφή του ονόματος της προσφεύγουσας στους προμνησθέντες καταλόγους. Κατά συνέπεια, δεχόμενο την προσφυγή, ακύρωσε την απόφαση 2012/635 και τον κανονισμό 945/2012, στο μέτρο που οι πράξεις αυτές αφορούσαν την προσφεύγουσα.
15
Όσον αφορά τα διαχρονικά αποτελέσματα της προμνησθείσας στη σκέψη 14 αποφάσεως NITC (EU:T:2014:608), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ακύρωση με άμεση ισχύ των προσβαλλομένων πράξεων θα μπορούσε να παράσχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να μεταφέρει το σύνολο ή μέρος του ενεργητικού της εκτός της Ένωσης, χωρίς το Συμβούλιο να μπορέσει ενδεχομένως να διορθώσει εγκαίρως τις διαπιστωθείσες παρατυπίες, οπότε θα θιγόταν κατά τρόπο σοβαρό και μη αναστρέψιμο η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε δεσμεύσεως κεφαλαίων που ενδεχομένως θα μπορούσε να αποφασίσει στο μέλλον το Συμβούλιο έναντι της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, κατά το Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί νέα εγγραφή του ονόματος της προσφεύγουσας, καθόσον το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο νέας εξετάσεως, να συμπεριλάβει εκ νέου το όνομα της προσφεύγουσας βάσει επαρκώς κατά νόμο αιτιολογημένων λόγων.
16
Κατά συνέπεια, η προμνησθείσα στη σκέψη 14 απόφαση NITC (EU:T:2014:608) διατήρησε σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2012/635 και του κανονισμού 945/2012 έναντι της προσφεύγουσας μέχρι την ημερομηνία λήξεως της κατά το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως ή, σε περίπτωση που ασκείτο αναίρεση εντός της προθεσμίας αυτής, μέχρι την απόρριψη της αναιρέσεως.
17
Το Συμβούλιο δεν άσκησε αναίρεση κατά της προμνησθείσας στη σκέψη 14 αποφάσεως NITC (EU:T:2014:608).
18
Αντιθέτως, αφού ενημέρωσε την προσφεύγουσα, με έγγραφο της 23ης Οκτωβρίου 2014, ότι σχεδίαζε να επανεγγράψει το όνομά της στους προμνησθέντες καταλόγους και κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ των μερών, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 12 Φεβρουαρίου 2015, την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/236, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2010/413 (ΕΕ L 39, σ. 18), και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/230, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 267/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ L 39, σ. 3), πράξεις με τις οποίες το όνομα της νυν αιτούσας ενεγράφη εκ νέου στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων που αποτελούν αντικείμενο περιοριστικών μέτρων (στο εξής: προσβαλλόμενες πράξεις).
19
Η επανεγγραφή αυτή της αιτούσας στηρίχθηκε στους εξής —ταυτόσημους σε αμφότερες τις περιπτώσεις— λόγους:
«Η [αιτούσα] παρέχει χρηματοδοτική στήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν μέσω των μετόχων της, του Iranian State Retirement Fund (Κρατικού Συνταξιοδοτικού Ταμείου του Ιράν), του Iranian Social Security Organization (Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης του Ιράν) και του Oil Industry Employees Retirement and Savings Fund (Συνταξιοδοτικού και Αποταμιευτικού Ταμείου Υπαλλήλων Πετρελαιοβιομηχανίας), οντ[οτήτων] που ελέγχονται από την κυβέρνηση του Ιράν. Επίσης, η [αιτούσα] είναι ένας από τους μεγαλύτερους φορείς εκμετάλλευσης πετρελαιοφόρων παγκοσμίως και ένας από τους βασικούς μεταφορείς ιρανικού αργού πετρελαίου. Κατά συνέπεια, η [αιτούσα] παρέχει υλικοτεχνική υποστήριξη στην κυβέρνηση του Ιράν με τη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου.»
20
Με έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2015, το Συμβούλιο διαβίβασε στην αιτούσα αντίγραφο των προσβαλλομένων πράξεων.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
21
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Απριλίου 2015, η νυν αιτούσα άσκησε προσφυγή με αίτημα να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις καθόσον την αφορούν και, επικουρικώς, να κηρυχθούν το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως 2010/413, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, και το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 267/2012, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, ανεφάρμοστα έναντι αυτής βάσει ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας στηριζόμενης στο άρθρο 277 ΣΛΕΕ. Προς στήριξη της προσφυγής της, η αιτούσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Συμβούλιο, εγγράφοντάς την εκ νέου στον κατάλογο βάσει των ίδιων πραγματικών ισχυρισμών που απορρίφθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο με την προμνησθείσα στη σκέψη 14 απόφαση NITC (EU:T:2014:608), της στέρησε το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ συγχρόνως παραβίασε την αρχή του δεδικασμένου και την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Επιπλέον, κατά την αιτούσα, το Συμβούλιο υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη εκτιμήσεως και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της αιτούσας καθώς και το θεμελιώδες δικαίωμά της στην ιδιοκτησία.
22
Με χωριστό έγγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η αιτούσα υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να αναστείλει την εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων, καθόσον την αφορούν, έως ότου το Γενικό Δικαστήριο κρίνει επί της κύριας προσφυγής·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
[παραλειπόμενα]
Σκεπτικό
[παραλειπόμενα]
Επί του fumus boni juris
[παραλειπόμενα]
39
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία την οποία υπενθύμισε το Συμβούλιο, όταν πράξη οργάνου της Ένωσης ακυρώνεται για τυπικά ή ουσιαστικά ελαττώματα, το όργανο αυτό έχει το δικαίωμα να εκδώσει νέα ταυτόσημη πράξη, εφόσον τηρεί τους τυπικούς κανόνες και μεριμνά ώστε η νέα αυτή πράξη να μην πάσχει από το ίδιο ουσιαστικό ελάττωμα (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2008, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, T‑256/07, Συλλογή, EU:T:2008:461, σκέψεις 65 και 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑588/10, EU:T:2012:688, σκέψεις 476 και 478).
40
Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα την υπό κρίση περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι οι λόγοι της αρχικής εγγραφής του ονόματος της νυν αιτούσας στους επίμαχους καταλόγους δεν τεκμηριώνονταν με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, επισήμανε, με τη σκέψη 77 της προμνησθείσας στη σκέψη 14 αποφάσεως NITC (EU:T:2014:608), ότι το Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να επανεγγράψει το όνομα της αιτούσας βάσει επαρκώς κατά νόμο αιτιολογημένων λόγων.
41
Εξ αυτού, το Συμβούλιο συνάγει, κατ’ ουσίαν, ότι είχε δικαίωμα να στηριχθεί, εν προκειμένω, σε έγγραφα χρονολογούμενα από τον προ της αρχικής εγγραφής της αιτούσας χρόνο έστω και αν δεν είχε παρουσιάσει τα έγγραφα αυτά προκειμένου να δικαιολογήσει την αρχική εγγραφή, και να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω «παλαιά» έγγραφα προς τεκμηρίωση νέων λόγων εγγραφής, όπως η «υλικοτεχνική υποστήριξη» προς την Ιρανική Κυβέρνηση, ιδίως καθόσον ακριβώς με τον τρόπο αυτόν προσπάθησε να απαντήσει στις επικρίσεις που διατυπώνονται στην προμνησθείσα στη σκέψη 14 απόφαση NITC (EU:T:2014:608), προσκόμιζε δε νέες αποδείξεις περί του ότι η αιτούσα όντως παρείχε «υλικοτεχνική υποστήριξη» προς την κυβέρνηση αυτή.
42
Η αιτούσα εκτιμά, αντιθέτως, ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε, εν προκειμένω, ούτε να προβάλει λόγους εγγραφής τους οποίους θα μπορούσε ήδη να έχει επικαλεστεί κατά την αρχική εγγραφή της τον Οκτώβριο του 2012 ούτε να προσκομίσει αποδείξεις τις οποίες είχε ήδη στη διάθεσή της κατά την ημερομηνία της εγγραφής αυτής, άλλως προσβάλλει το θεμελιώδες δικαίωμά της σε πραγματική προσφυγή, τούτο δε κατά μείζονα λόγο καθόσον, κατ’ αυτήν, οι πραγματικοί ισχυρισμοί επί των οποίων στηρίζονται οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ταυτόσημοι, κατ’ ουσίαν, με εκείνους στους οποίους είχε στηρίξει την αρχική εγγραφή της στους καταλόγους και οι οποίοι επικρίθηκαν με την προμνησθείσα στη σκέψη 14 απόφαση NITC (EU:T:2014:608).
43
Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι η συζήτηση μεταξύ των διαδίκων αποκαλύπτει την ύπαρξη νομικής διαμάχης όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και του άρθρου 13 της Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, υπογραφείσας στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, αμφότερα τα οποία καθιερώνουν το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή, δηλαδή σε αποτελεσματική δικαστική προστασία «τόσο στην πράξη όσο και στο δίκαιο» (ΕΔΔΑ, απόφαση Ramadhi κ.λπ. κατά Αλβανίας της 13ης Νοεμβρίου 2007, § 48). Πρόκειται για τον καθορισμό του κατά πόσον το Συμβούλιο έχει το δικαίωμα, λαμβανομένου υπόψη αυτού του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή, να επικαλεστεί τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω στις σκέψεις 39 και 40 προκειμένου να θεραπεύσει τις περί παρανόμου διαπιστώσεις που αιτιολόγησαν την ακύρωση περιοριστικού μέτρου, θεσπίζοντας νέο μέτρο που έχει το ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα με το προηγούμενο, και τούτο εντός πραγματικού πλαισίου το οποίο δεν έχει ουσιαστικά μεταβληθεί.
44
Ο ευαίσθητος χαρακτήρας του ζητήματος αυτού έγκειται κυρίως στο ότι τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίζει το Συμβούλιο υπό μορφή κανονισμού απολαύουν της προστασίας που παρέχει το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι η ακύρωση ενός τέτοιου κανονισμού τίθεται σε ισχύ από την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως ή, αν ασκηθεί αναίρεση εντός της προθεσμίας αυτής, από τον χρόνο της απορρίψεως της αναιρέσεως από το Δικαστήριο (βλ. κατωτέρω σκέψεις 55 έως 57). Επομένως, αν μπορούσε πράγματι να ενεργεί κατά τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω στη σκέψη 43, το Συμβούλιο θα ήταν σε θέση —παρά την ακύρωση, λόγω του παράνομου χαρακτήρα των προβαλλομένων λόγων εγγραφής ή λόγω ελλείψεως επαρκών αποδείξεων, καθενός από τους διαδοχικούς κανονισμούς του που θεσπίζουν περιοριστικά μέτρα κατά της ίδιας επιχειρήσεως— να διατηρεί σε ισχύ, με τη συστηματική άσκηση αναιρέσεως, μια αδιάκοπη σειρά τέτοιων μέτρων, και τούτο χωρίς το πραγματικό πλαίσιο αυτών των μέτρων και των ακυρώσεων να έχει ουσιαστικά μεταβληθεί.
45
Πρέπει, συνεπώς, να τεθεί το ερώτημα μήπως ο σεβασμός του θεμελιώδους δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή προϋποθέτει την εισαγωγή ενός στοιχείου παραγραφής στη διαδοχή των ένδικων διαδικασιών που μπορούν να κινηθούν από μία και την αυτή επιχείρηση, πράγμα που θα υποχρέωνε το Συμβούλιο να παρουσιάζει με τον πρώτο φάκελο περιοριστικών μέτρων το σύνολο των λόγων εγγραφής και των επιβαρυντικών αποδεικτικών στοιχείων που μπορούσε ευχερώς να συγκεντρώσει κατά την ημερομηνία καταρτίσεως του φακέλου και θα το εμπόδιζε, σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο επικρίνει αυτούς τους λόγους και αυτές τις αποδείξεις, να κάνει εκ νέου χρήση τους προκειμένου να δικαιολογήσει την επανεγγραφή της επιχειρήσεως στους καταλόγους. Αυτό θα είχε ως συνέπεια να είναι μια τέτοια επανεγγραφή δυνατή μόνο σε περίπτωση εμφανίσεως νέων και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών ή αποδεικτικών στοιχείων, ενώ θα απαγορευόταν στο Συμβούλιο να χρησιμοποιήσει, για μελλοντικές επανεγγραφές, στοιχεία τα οποία δεν είχε μεν επικαλεστεί, ήταν όμως έτοιμα για να τα επικαλεστεί κατά τον χρόνο της πρώτης εγγραφής.
46
Η υπό κρίση περίπτωση φαίνεται να καταδεικνύει την ανάγκη καθιερώσεως ενός τέτοιου στοιχείου παραγραφής: η οικονομική δραστηριότητα της αιτούσας, που συνίσταται στη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου, δεν μεταβλήθηκε μεταξύ του Οκτωβρίου 2012, χρόνου της αρχικής εγγραφής της, και του χρόνου εκδόσεως των προσβαλλομένων εν προκειμένω πράξεων. Κατά συνέπεια, είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για υλικοτεχνική υπηρεσία που παρασχέθηκε στους πελάτες οι οποίοι παρήγγειλαν αυτή τη μεταφορά. Όμως, δεν προκύπτει από τον φάκελο ότι το Συμβούλιο εμποδίστηκε να στηρίξει ήδη την αρχική εγγραφή στον λόγο της «υλικοτεχνικής υποστηρίξεως». Το αυτό ισχύει και για τους μετόχους της αιτούσας, η σύνθεση των οποίων δεν φαίνεται να μεταβλήθηκε μεταξύ του 2012 και του 2015. Το Συμβούλιο, που είχε περιγράψει την ακριβή δομή της κατά τη διάρκεια της δίκης που κατέληξε στην έκθεση της προμνησθείσας στη σκέψη 14 αποφάσεως NITC (EU:T:2014:608, σκέψη 51), δεν υποστήριξε ότι ο λόγος της «χρηματοδοτικής στηρίξεως», λαμβανομένων υπόψη των μετόχων αυτών, δεν μπορούσε να προβληθεί κατά τον χρόνο της αρχικής εγγραφής της αιτούσας τον Οκτώβριο του 2012. Όσον αφορά τις αποδείξεις που τεκμηριώνουν τις προσβαλλόμενες πράξεις, το Συμβούλιο μνημόνευσε συγκεκριμένα μόνο πέντε έγγραφα στις παρατηρήσεις του (υποσημείωση 28). Όμως, τέσσερα από τα έγγραφα αυτά είναι προγενέστερα του Οκτωβρίου 2012, ενώ το μόνο που είναι μεταγενέστερο (του Φεβρουαρίου 2014) δεν φαίνεται να συνιστά κρίσιμο νέο στοιχείο καθόσον συνίσταται σε αναφορά στον ρόλο της αιτούσας ως μεταφορέα ιρανικού πετρελαίου και στη σημασία του ρόλου αυτού για την ιρανική οικονομία, πράγμα το οποίο ουδείς αμφισβητεί.
47
Πρέπει να προστεθεί ότι η προμνησθείσα στη σκέψη 14 απόφαση NITC (EU:T:2014:608), που ακύρωσε την αρχική εγγραφή της αιτούσας, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Όμως, είναι αληθές ότι το δεδικασμένο αφορά μόνον τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που πράγματι και αναγκαστικά επιλύθηκαν με τη συναφή δικαστική απόφαση και δεν μπορεί να γίνει επίκλησή του παρά μόνον αν η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή είχε τους ίδιους διαδίκους, αφορούσε το ίδιο αντικείμενο και στηριζόταν στους ίδιους λόγους (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2015, Walton κατά Επιτροπής, T‑261/14 P, Συλλογή Υπ.Υπ., EU:T:2015:110, σκέψεις 35 και 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η αιτούσα δεν μπορεί, συνεπώς, να επικαλεστεί, έναντι των προσβαλλομένων πράξεων, το δεδικασμένο της αποφάσεως NITC, υπό τη στενή έννοια του όρου, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές αφορούν άλλη περίοδο της οικονομικής δραστηριότητας της αιτούσας από αυτή που αποτελεί αντικείμενο των πράξεων που ακυρώθηκαν με την απόφαση αυτή. Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η δραστηριότητα αυτή της αιτούσας, που συνίσταται στη μεταφορά του ιρανικού πετρελαίου, παρέμεινε κατ’ ουσίαν αμετάβλητη και ότι η διαφορά των συναφών περιόδων δραστηριότητας είναι το αποτέλεσμα της επανεγγραφής της, στην οποία προέβη το Συμβούλιο στηριχθέν σε επίσης κατ’ ουσίαν αμετάβλητη πραγματική βάση. Συνεπώς, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, εν προκειμένω, η εφαρμογή της έννοιας του δεδικασμένου αποκλείεται μόνον χάρη στην ενέργεια του Συμβουλίου που συνίσταται στο να παρατείνει τεχνητώς την ισχύ των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν στην αιτούσα, προβάλλοντας επί του παρόντος στοιχεία τα οποία θα μπορούσε να είχε επικαλεστεί κατά την αρχική εγγραφή της. Όμως, μια τέτοια προσέγγιση, έστω και αν δεν θεωρείται ασυμβίβαστη με την έννοια του δεδικασμένου, θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να συμβάλει σε προσβολή του δικαιώματος της αιτούσας σε πραγματική προσφυγή.
48
Επομένως, η παρατιθέμενη ανωτέρω στις σκέψεις 39 και 40 νομολογία χρήζει ενδεχομένως, από πλευράς του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή, στενής ερμηνείας σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη σκέψη 45.
49
Θα μπορούσε, ωστόσο, να αντιταχθεί σε μια τέτοια στενή ερμηνεία ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή, το οποίο αναγνωρίζεται σε επιχείρηση έναντι της οποίας έχουν ληφθεί περιοριστικά μέτρα, δεν πρέπει αδικαιολόγητα να περιορίζεται στη μόνη προσφυγή ακυρώσεως συνοδευόμενη από αίτηση αναστολής εκτελέσεως, ενώ η επιχείρηση αυτή έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τον παράνομο χαρακτήρα των επιβληθέντων μέτρων στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως με αίτημα την εκ μέρους του Συμβουλίου αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη εξαιτίας της παρανομίας αυτής. Πράγματι, σε άλλο πλαίσιο, εκείνο των διαφορών των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις, ο δικαστής της Ένωσης έχει κρίνει ότι το δικαίωμα του αποκλεισθέντος διαγωνιζομένου σε πραγματική προσφυγή πρέπει να θεωρείται ότι έγινε σεβαστό, έστω και αν αυτός δεν ήταν σε θέση να εναντιωθεί αποτελεσματικά στην απώλεια της συμβάσεως με την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως συνοδευόμενης από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον είχε τη δυνατότητα να επιτύχει την επιδίκαση αποζημιώσεως με την άσκηση αγωγής [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), Συλλογή, EU:C:2015:275, σκέψεις 34, 35 και 38]. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι στο δικαστήριο της ουσίας εναπόκειται να εξετάσει, ενδεχομένως, κατά πόσον υφίστανται δεσμευτικοί λόγοι που αποκλείουν την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της νομολογίας αυτής στις σχετικές με περιοριστικά μέτρα διαφορές.
50
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι υφίσταται σοβαρή νομική διαμάχη της οποίας η λύση δεν είναι εκ προοιμίου προφανής και απαιτεί, συνεπώς, ενδελεχή εξέταση, η οποία πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο διαδικασίας επί της ουσίας, οπότε, εκ πρώτης όψεως, η προσφυγή δεν φαίνεται να στερείται σοβαρού ερείσματος (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη Επιτροπή κατά Pilkington Group, EU:C:2013:558, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
[παραλειπόμενα]
52
Όσον αφορά τις σχετικές με περιοριστικά μέτρα διαφορές, έχει επανειλημμένως κριθεί ότι η αναστολή της εκτελέσεως περιοριστικών μέτρων είναι δυνατόν να εμποδίσει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας προσφυγής και, ως εκ τούτου, να καταστήσει μη αναστρέψιμη την κατάσταση. Πράγματι, μια τέτοια αναστολή θα επέτρεπε στην οντότητα έναντι της οποίας έχουν ληφθεί τα μέτρα αυτά να προβεί αμέσως στην ανάληψη των κεφαλαίων που διατηρεί στις τράπεζες που υποχρεούνται να εφαρμόσουν τη δέσμευσή τους και να εκκενώσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς της πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας. Έτσι, θα είχε τη δυνατότητα να καταστρατηγήσει τον σκοπό των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν έναντί της με στόχο την άσκηση πιέσεως προς την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, προκειμένου η τελευταία να θέσει τέρμα στις πυρηνικές δραστηριότητές της, ενώ τα ζητούμενα από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων προσωρινά μέτρα δεν πρέπει να εξουδετερώνουν εκ των προτέρων τις συνέπειες της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί σε μεταγενέστερο χρόνο στο πλαίσιο της κύριας δίκης [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις της 14ης Ιουνίου 2012, Qualitest FZE κατά Συμβουλίου, C‑644/11 P(R), EU:C:2012:354, σκέψεις 73 έως 77, και Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου, EU:T:2013:118, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
53
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λόγω του ότι δεν άσκησε αναίρεση κατά της προμνησθείσας στη σκέψη 14 αποφάσεως NITC (EU:T:2014:608), το ίδιο το Συμβούλιο επέτρεψε στην αιτούσα να επωφεληθεί πλήρως από τα αποτελέσματα της ακυρώσεως, με την εν λόγω απόφαση, των περιοριστικών μέτρων που της είχαν επιβληθεί στις 15 Οκτωβρίου 2012 (βλ. ανωτέρω σκέψεις 9 και 10), διαθέτοντας ελεύθερα, από τα μέσα Σεπτεμβρίου 2014 έως τα μέσα Φεβρουαρίου 2015, την περιουσία της κατόπιν της άρσεως της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών της. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη αυτής της πραγματικής καταστάσεως, το Συμβούλιο ουδόλως μπορεί να επικαλεστεί τον κίνδυνο καταστρατηγήσεως του σκοπού των ληφθέντων περιοριστικών μέτρων.
54
Ωστόσο, η συλλογιστική αυτή ισχύει μόνο για τα παλαιά περιοριστικά μέτρα τα οποία είχε θεσπίσει το Συμβούλιο στις 15 Οκτωβρίου 2012. Αντιθέτως, όσον αφορά τα νέα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν στην αιτούσα με τις προσβαλλόμενες πράξεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου το ενδεχόμενο ο δικαστής της ουσίας, αρνούμενος να προβεί στην κατά την ανωτέρω σκέψη 48 στενή ερμηνεία, να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η αιτούσα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θα πρέπει να ληφθεί εκ νέου υπόψη ο σκοπός των μέτρων αυτών και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να μπορέσει η αιτούσα να προβεί στην άμεση ανάληψη των κεφαλαίων που έχει ενδεχομένως συσσωρεύσει στους τραπεζικούς λογαριασμούς της κατά τη διάρκεια των πέντε μηνών κατά τους οποίους δεν ίσχυαν περιοριστικά μέτρα.
55
Εν πάση περιπτώσει, κατά πάγια νομολογία, οι κανονισμοί που θεσπίζουν περιοριστικά μέτρα, όπως ο κανονισμός 2015/230 (βλ. ανωτέρω σκέψη 18), προσιδιάζουν ταυτοχρόνως σε πράξεις γενικής ισχύος, στο μέτρο που απαγορεύουν σε μια κατηγορία αποδεκτών καθοριζομένων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο να θέτουν κεφάλαια και οικονομικούς πόρους στη διάθεση των προσώπων και οντοτήτων που περιλαμβάνονται στους καταλόγους των παραρτημάτων τους, και σε δέσμη ατομικών αποφάσεων οι οποίες αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑402/05 P και C‑415/05 P, Συλλογή, EU:C:2008:461, σκέψεις 241 έως 243· της 16ης Νοεμβρίου 2011, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, C‑548/09 P, Συλλογή, EU:C:2011:735, σκέψη 45, και της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑478/11 P έως C‑482/11 P, Συλλογή, EU:C:2013:258, σκέψη 56). Αυτή η απαγόρευση διαθέσεως απευθύνεται, πράγματι, σε οποιονδήποτε ενδεχομένως κατέχει υλικώς τα εν λόγω κεφάλαια (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2015, Bank Tejarat κατά Συμβουλίου, T‑176/12, EU:T:2015:43, σκέψη 68). Το ότι η επίμαχη πράξη πρέπει να κοινοποιηθεί ατομικώς στα πρόσωπα των οποίων τα κεφάλαια πρόκειται να δεσμευθούν ουδόλως αναιρεί τον χαρακτήρα της ως πράξεως γενικής ισχύος έναντι όλων εκείνων που ενδέχεται να κατέχουν τέτοια κεφάλαια (βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στις υποθέσεις Συμβούλιο κατά Bank Mellat, C‑176/13 P, Συλλογή, EU:C:2015:130, και Συμβούλιο κατά Bank Saderat Iran, C‑200/13 P, Συλλογή, EU:C:2015:134, σημείο 177).
56
Όμως, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω στη σκέψη 44, προκειμένου για τα διαχρονικά αποτελέσματα της ακυρώσεως ενός κανονισμού θεσπίζοντος περιοριστικά μέτρα, το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου που ακυρώνουν μια τέτοια πράξη δεν παράγουν αποτελέσματα παρά από τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως ή, αν ασκηθεί αναίρεση εντός της προθεσμίας αυτής, από την ημερομηνία της απορρίψεώς της από το Δικαστήριο. Αυτή η διατήρηση της ισχύος των μέτρων, που δικαιολογείται από την ανάγκη να παρέχεται στο Συμβούλιο η ευκαιρία να θεραπεύσει τη διαπιστωθείσα παρανομία θεσπίζοντας νέα μέτρα, έχει επεκταθεί συστηματικά και στις αποφάσεις που επιβάλλουν περιοριστικά μέτρα, τούτο δε δυνάμει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο επιτρέπει στο Γενικό Δικαστήριο να υποδεικνύει ποια αποτελέσματα της πράξεως που ακυρώνει πρέπει να θεωρούνται οριστικά, καθόσον η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της η ακύρωση κανονισμού επιβάλλοντος ένα ορισμένο περιοριστικό μέτρο και της ημερομηνίας κατά την οποία αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της η ακύρωση αποφάσεως η οποία επιβάλλει ταυτόσημο μέτρο δύναται να συνεπάγεται σοβαρή προσβολή της ασφάλειας δικαίου (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα στη σκέψη 51 διάταξη Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου, EU:T:2013:118, σκέψεις 37 και 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
57
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο, κατά το πέρας της κύριας δίκης, ακυρώσει τον κανονισμό 2015/230 με το ανασταλτικό αποτέλεσμα που προβλέπεται από το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, θα ακυρώσει επίσης και την απόφαση 2015/236 (βλ. ανωτέρω σκέψη 18), ευθυγραμμίζοντας, κατά πάσα πιθανότητα, την έναρξη των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως αυτής, δυνάμει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, με εκείνη της ακυρώσεως του κανονισμού 2015/230. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν τα διαχρονικά αποτελέσματα μιας ακυρώσεως της αποφάσεως 2015/236 δεν ευθυγραμμιστούν με τα αποτελέσματα τυχόν ακυρώσεως του κανονισμού 2015/230, τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίστηκαν έναντι της αιτούσας δυνάμει του εν λόγω κανονισμού θα διατηρηθούν οπωσδήποτε σε ισχύ, δυνάμει του άρθρου 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, πέραν της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, οπότε το όνομα της αιτούσας σε καμία περίπτωση δεν θα διαγραφεί αμέσως δυνάμει της δικαστικής αυτής αποφάσεως.
58
Κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων έχει καθαρώς παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς την κύρια δίκη προς την οποία συναρτάται και αποσκοπεί αποκλειστικά στην εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μέλλουσας να εκδοθεί αποφάσεως επί της ουσίας (βλ. διατάξεις της 16ης Νοεμβρίου 2012, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑345/12 R, Συλλογή, EU:T:2012:605, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 16ης Ιουνίου 2015, Alcogroup και Alcodis κατά Επιτροπής, T‑274/15 R, EU:T:2015:389, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), κάθε δε προσωρινό μέτρο που διατάσσεται από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων παύει αυτομάτως να παράγει αποτελέσματα, δυνάμει του άρθρου 158, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως που τερματίζει τη δίκη. Επομένως, το συμφέρον της αιτούσας να διαταχθεί προσωρινή άρση της δεσμεύσεως των κεφαλαίων της αποσκοπεί στην παροχή πλεονεκτήματος το οποίο δεν θα μπορούσε να επιτύχει ούτε με ακυρωτική απόφαση. Πράγματι, μια τέτοια απόφαση θα παρήγε τα πρακτικά αποτελέσματα που επιθυμεί η αιτούσα, ήτοι τη διαγραφή του ονόματός της από τον κατάλογο των οντοτήτων των οποίων δεσμεύονται τα κεφάλαια, μόνον σε ημερομηνία μεταγενέστερη από εκείνη της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, ενώ, κατά την ημερομηνία αυτή, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν θα έχει πλέον καμία αρμοδιότητα ratione temporis και ενώ, εν πάση περιπτώσει, το όνομα της αιτούσας θα είναι δυνατό να διατηρηθεί στον εν λόγω κατάλογο χάρη σε νέο περιοριστικό μέτρο το οποίο, εντός της προθεσμίας του άρθρου 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, θα έχει αντικαταστήσει τα ακυρωθέντα μέτρα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το συμφέρον της αιτούσας να επιτύχει, μέσω της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, την προσωρινή άρση της δεσμεύσεως των κεφαλαίων της δεν μπορεί να προστατευθεί από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα στη σκέψη 51 διάταξη Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου, EU:T:2013:118, σκέψη 40).
59
Επομένως, η στάθμιση των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων δεν κλίνει υπέρ της αιτούσας.
Επί του επείγοντος
[παραλειπόμενα]
63
Εν προκειμένω, πρέπει να διαπιστωθεί ευθύς εξαρχής ότι, όπως προκύπτει από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η αιτούσα με το από 4 Ιουνίου 2015 υπόμνημά της, η προβαλλόμενη ζημία είναι οικονομικής φύσεως. Ωστόσο, η αιτούσα παρέσχε μεν, με το υπόμνημα αυτό, αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την οικονομική δραστηριότητά της, πλην όμως δεν προσκόμισε το παραμικρό έγγραφο τεκμήριο προς στήριξη αυτών των στοιχείων.
[παραλειπόμενα]
66
Όσον αφορά τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας αυτής, κατά πάγια νομολογία, ζημία οικονομικής φύσεως δεν μπορεί, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον, κατά κανόνα, είναι δυνατόν να καταβληθεί μεταγενεστέρως χρηματικό αντιστάθμισμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, το ζητούμενο προσωρινό μέτρο δικαιολογείται μόνον εφόσον προκύπτει ότι, σε περίπτωση μη χορηγήσεώς του, ο αιτούμενος το μέτρο διάδικος θα περιέλθει σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική του βιωσιμότητα πριν από την έκδοση της αποφάσεως που θα περατώσει την κύρια δίκη ή ότι τα μερίδια που κατέχει στην αγορά θα μεταβληθούν ανεπανόρθωτα και σημαντικά, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη του μεγέθους της επιχειρήσεώς του (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα στη σκέψη 51 διάταξη Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου, EU:T:2013:118, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
67
Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, διαπιστώθηκε ανωτέρω ότι η αιτούσα είχε απολέσει, κατόπιν των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν έναντί της, το σύνολο των μεριδίων της αγοράς στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών εντός της Ένωσης. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η απώλεια αποτελεί έναν από τους στόχους που επιδιώκουν τα εν λόγω μέτρα και μαρτυρά μάλλον την αποτελεσματικότητά τους. Από την οπτική αυτή γωνία, μια τέτοια απώλεια είναι κρίσιμη, στο πλαίσιο της διαφοράς σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα, μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι είναι ανεπανόρθωτη. Όμως, επί του ζητήματος αυτού, η αιτούσα σιώπησε. Ειδικότερα, δεν απέδειξε ότι εμπόδια διαρθρωτικής ή νομικής φύσεως την εμπόδιζαν να ανακτήσει ένα σημαντικό μέρος των απολεσθέντων μεριδίων αγοράς. Η προβαλλόμενη συναφώς ζημία δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 24ης Μαρτίου 2009, Cheminova κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑60/08 P(R), EU:C:2009:181, σκέψη 64].
68
Πρέπει να προστεθεί ότι η αιτούσα δεν επικαλείται κίνδυνο για την οικονομική βιωσιμότητά της. Αντιθέτως, με το από 4 Ιουνίου 2015 υπόμνημά της, αναφέρει ότι ασκεί επί του παρόντος εμπορικές δραστηριότητες συνιστάμενες στη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα, την Ινδία, τη Νότια Κορέα, την Ταϊβάν και την Τουρκία, ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών της ήταν περίπου 895 εκατομμύρια USD το 2013 και ότι, κατά τις εκτιμήσεις της, θα πραγματοποιήσει παρεμφερή κύκλο εργασιών κατά το τρέχον έτος.
69
Η αιτούσα υποστηρίζει ακόμα ότι θα της ήταν δύσκολο να αποδείξει εκ των προτέρων τη ζημία που μπορεί να καταλογιστεί ευθέως στις προσβαλλόμενες πράξεις, δεδομένου ότι υφίστανται τεχνικές δυσχέρειες για τη διάκριση μεταξύ της ζημίας που προξένησαν οι παλαιές πράξεις ή τα ευρύτερα διεθνή καθεστώτα κυρώσεων και της ζημίας που προξενούν οι προσβαλλόμενες πράξεις. Κατά την αιτούσα, προς τούτο θα απαιτούνταν λεπτομερείς τεχνικές πραγματογνωμοσύνες που δεν θα μπορούσαν να διενεργηθούν εκ των προτέρων βάσει προβλέψεων. Η απαίτηση προσκομίσεως αυτών των αποδείξεων κατά το στάδιο αυτό συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη χορήγηση προσωρινών μέτρων. Η ζημία που προξενείται στην αιτούσα από τις προσβαλλόμενες πράξεις είναι, τουλάχιστον εν μέρει, ανεπανόρθωτη, εφόσον δεν μπορεί να αποτιμηθεί προσηκόντως. Κατά συνέπεια, μια αγωγή αποζημιώσεως δεν θα προσέφερε στην αιτούσα αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
70
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μια οικονομικής φύσεως ζημία θεωρείται ως ανεπανόρθωτη αν, ακόμα και όταν επέλθει, δεν μπορεί να αποτιμηθεί (προμνησθείσα στη σκέψη 30 διάταξη Επιτροπή κατά Pilkington Group, EU:C:2013:558, σκέψη 52, και διάταξη EDF κατά Επιτροπής, EU:C:2013:157, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
71
Ασφαλώς, η αβεβαιότητα που συνδέεται με την αποκατάσταση χρηματικής ζημίας στο πλαίσιο ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί, αυτή καθαυτήν, ως περίσταση ικανή να αποδείξει τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας αυτής. Πράγματι, στο στάδιο των ασφαλιστικών μέτρων, η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να επιτύχει αργότερα την αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας στο πλαίσιο ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως, η οποία θα μπορούσε να ασκηθεί κατόπιν της ακυρώσεως των προσβαλλομένων πράξεων, είναι οπωσδήποτε αβέβαιη. Η διαδικασία, όμως, των ασφαλιστικών μέτρων δεν έχει ως σκοπό να υποκαταστήσει μια τέτοια αγωγή αποζημιώσεως προς εξάλειψη της αβεβαιότητας αυτής, δεδομένου ότι μοναδικός σκοπός της είναι η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως στην επί της ουσίας δίκη, προς την οποία συναρτάται η διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, ήτοι, εν προκειμένω, της προσφυγής ακυρώσεως [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα στη σκέψη 30 διάταξη Επιτροπή κατά Pilkington Group, EU:C:2013:558, σκέψη 53, και διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Alcoa Trasformazioni κατά Επιτροπής, C‑446/10 P(R), EU:C:2011:829, σκέψεις 55 έως 57].
72
Αντιθέτως, τα πράγματα είναι διαφορετικά όταν, ήδη κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει στην εκτίμησή του, καθίσταται σαφές ότι η προβαλλόμενη ζημία, λαμβανομένων υπόψη της φύσεώς της και του προβλέψιμου τρόπου επελεύσεώς της, δεν θα μπορέσει να προσδιοριστεί και να αποτιμηθεί προσηκόντως, αν επέλθει, και ότι, κατά συνέπεια, μια αγωγή αποζημιώσεως δεν θα επέτρεπε, στην πράξη, την αποκατάστασή της (προμνησθείσα στη σκέψη 30 διάταξη Επιτροπή κατά Pilkington Group, EU:C:2013:558, σκέψη 54).
73
Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η αιτούσα εμποδίζεται να επιτύχει, σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων πράξεων, χρηματικό αντιστάθμισμα για την οικονομική ζημία που θα της έχουν προξενήσει οι πράξεις αυτές, ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως κατά του Συμβουλίου δυνάμει των άρθρων 268 ΣΛΕΕ και 340 ΣΛΕΕ, εξυπακουομένου ότι η δυνατότητα απλώς και μόνον της ασκήσεως τέτοιας αγωγής αρκεί προς απόδειξη του καταρχήν επανορθώσιμου χαρακτήρα της επίμαχης οικονομικής ζημίας [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Euroalliages κ.λπ., C‑404/01 P(R), Συλλογή, EU:C:2001:710, σκέψεις 70 έως 75].
74
Πράγματι, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν αντιλαμβάνεται τον λόγο για τον οποίο η αιτούσα θα εμποδιζόταν να αποτιμήσει δεόντως την οικονομική ζημία που θα της είχαν προξενήσει οι προσβαλλόμενες πράξεις, προσδιορίζοντας αριθμητικώς τα έσοδα που αντλούσε από τις οικονομικές δραστηριότητες που άσκησε εντός της Ένωσης κατά τη διάρκεια ενός αντιπροσωπευτικού έτους, προγενέστερου της επιβολής των πρώτων περιοριστικών μέτρων, και συσχετίζοντας τα έσοδα αυτά με εκείνα που πραγματοποίησε μετά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων, διευκρινιζομένου ότι, στην περίπτωση που τα έσοδα αυτά είχαν ήδη μηδενιστεί κατά τα προ της θεσπίσεως των πράξεων αυτών έτη, η ζημία που προξένησαν οι πράξεις αυτές θα συνίστατο στη διατήρηση αυτής της καταστάσεως και θα μπορούσε, συνεπώς, να υπολογιστεί αριθμητικώς βάσει μέσης ετήσιας αναφοράς.
75
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ίδια η αιτούσα παρέσχε τέτοια αριθμητικά στοιχεία με το από 4 Ιουνίου 2015 υπόμνημά της. Στο υπόμνημα αυτό, ανέφερε τα ακαθάριστα έσοδά της από τις δραστηριότητες εντός της Ένωσης, ήτοι τις επιχειρηματικές σχέσεις της με τις μεγαλύτερες εταιρίες παραγωγής και εμπορίας πετρελαίου της Ένωσης, για τα έτη 2009 έως 2013. Εξ αυτών συνάγεται ότι τα εν λόγω έσοδα παρουσίασαν σταθερή μειωτική τάση από 500 εκατομμύρια USD (2009) σε 160 εκατομμύρια USD (2010), σε 100 εκατομμύρια USD (2011), σε 40 εκατομμύρια USD (2012) και σε 0 USD (2013).
76
Στο πλαίσιο μεταγενέστερης αγωγής αποζημιώσεως, το Γενικό Δικαστήριο θα έχει τη δυνατότητα να υπολογίσει, με αφηρημένη εκτίμηση, τη ζημία την οποία προξένησαν στην αιτούσα οι προσβαλλόμενες πράξεις, στηριζόμενο στην πιθανή εξέλιξη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, των μεριδίων της στην αγορά και των κερδών της αν δεν είχαν διαπραχθεί οι παρανομίες που προσάπτονται στο Συμβούλιο (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 5ης Ιουνίου 2013, Rubinum κατά Επιτροπής, T‑201/13 R, EU:T:2013:296, σκέψη 50). Πράγματι, όσον αφορά τον ποσοτικό προσδιορισμό της ζημίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει κατά κυριαρχική κρίση τα πραγματικά περιστατικά και διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την προκριτέα μέθοδο προς καθορισμό της εκτάσεως της αποζημιώσεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Girardot, C‑348/06 P, Συλλογή, EU:C:2008:107, σκέψεις 72, 74 και 76). Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο θα μπορούσε ακόμα και να αρκεστεί σε εκτιμήσεις βάσει μέσων στατιστικών μεγεθών, εξυπακουομένου ότι η αιτούσα θα όφειλε να αποδείξει τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζει τις εκτιμήσεις της (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 28ης Απριλίου 2010, BST κατά Επιτροπής, T‑452/05, Συλλογή, EU:T:2010:167, σκέψη 168 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
77
Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται θεμιτό να συναχθεί από τη νομολογία του Προέδρου του Δικαστηρίου ότι μια επιχείρηση έναντι της οποίας έχουν ληφθεί περιοριστικά μέτρα δεν μπορεί εγκύρως να ισχυριστεί ότι έχει υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία, εφόσον μπορεί να επικαλεστεί τις ειδικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί της δεσμεύσεως κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων οι οποίες εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες εθνικές αρχές να επιτρέπουν, κατά παρέκκλιση, την άρση της δεσμεύσεως ορισμένων δεσμευμένων κεφαλαίων, καθόσον οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν την κάλυψη δαπανών ή ουσιωδών αναγκών ή την εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων αναληφθεισών πριν από την επιβολή της εν λόγω δεσμεύσεως [διάταξη της 11ης Μαρτίου 2013, North Drilling κατά Συμβουλίου, T‑552/12 R, EU:T:2013:120, σκέψη 21· βλ., επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα στη σκέψη 52 διάταξη Qualitest FZE κατά Συμβουλίου, EU:C:2012:354, σκέψεις 41, 42 και 44, και διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 2012, Hassan κατά Συμβουλίου, C‑168/12 P(R), EU:C:2012:674, σκέψη 39].
78
Πράγματι, αυτές οι προβλέπουσες παρέκκλιση διατάξεις εξασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ, αφενός, του σκοπού που επιδιώκουν τα περιοριστικά μέτρα στοχεύοντας στη μείωση του κινδύνου διαδόσεως των πυρηνικών όπλων στο Ιράν και, αφετέρου, της ανάγκης διασφαλίσεως της επιβιώσεως της συγκεκριμένης επιχειρήσεως. Κατά συνέπεια, η μοίρα που επιφυλάσσεται σε αίτηση αναστολής εκτελέσεως περιοριστικών μέτρων εξαρτάται από την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των εν λόγω διατάξεων που προβλέπουν την κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας για την άρση της δεσμεύσεως ορισμένων δεσμευμένων κεφαλαίων (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα στη σκέψη 52 διάταξη Qualitest FZE κατά Συμβουλίου, EU:C:2012:354, σκέψεις 45 και 66).
79
Εν προκειμένω, το άρθρο 20, παράγραφοι 3 έως 4α, 6 και 7, της αποφάσεως 2010/413, όπως έχει τροποποιηθεί, και τα άρθρα 24 έως 28β του κανονισμού 267/2012, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπουν έναν ορισμένο αριθμό παρεκκλίσεων που επιτρέπουν την άρση της δεσμεύσεως των κεφαλαίων της αιτούσας υπό συγκεκριμένες περιστάσεις. Όμως, η αιτούσα περιορίστηκε να αμφισβητήσει τον πρόσφορο χαρακτήρα αυτών των δυνατοτήτων παρεκκλίσεως στην υπό κρίση περίπτωση, χωρίς να λάβει θέση επί της προμνησθείσας νομολογίας του Προέδρου του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δεν διευκρίνισε αν υπέβαλε στις αρμόδιες εθνικές αρχές αιτήσεις προκειμένου να της επιτραπεί να χρησιμοποιήσει δεσμευμένα κεφάλαια ή αν αντιμετώπισε δυσκολίες ή της αντιτάχθηκε άρνηση που δεν της επέτρεψε να λάβει τέτοια άδεια εκ μέρους των αρχών αυτών.
80
Συνεπώς, η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον δεν πληρούται.
81
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 16 Ιουλίου 2015.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Jaeger
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy