ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 1ης Μαρτίου 2017 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑24/16 και C‑25/16
Nintendo Co. Ltd
κατά
BigBen Interactive GmbH,
BigBen Interactive SA
[αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου του Ντύσελντορφ, Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση των αποφάσεων – Κανονισμός (ΕΚ) 6/2002 – Προστασία κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων – Κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 – Εφαρμοστέο δίκαιο – Εδαφική ισχύς αποφάσεων επί παρεπομένων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως – Έννοια των φράσεων “άλλες κυρώσεις” και “πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος”»
1.
Η εξεταζόμενη υπόθεση δίνει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να προσδιορίσει την εδαφική ισχύ αποφάσεως που έχει εκδώσει, σε βάρος δύο συνεναγομένων εγκατεστημένων σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, δικαστήριο κράτους μέλους επί παρεπομένων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως.
2.
Ζητείται επίσης από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η φράση «άλλες κυρώσεις» κατά την έννοια του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα ( 2 ), αφορά και παρεπόμενα αιτήματα αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, όπως είναι τα αιτήματα προσκομίσεως λογιστικών παραστατικών, καταβολής αποζημιώσεως, αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου, καταστροφής των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, ανακλήσεως των εν λόγω προϊόντων καθώς και δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο. Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, προκειμένου να καθοριστεί το εφαρμοστέο επί των αιτημάτων αυτών δίκαιο, ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη.
3.
Τέλος, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν η φράση «πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος» κατά την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού, αφορά και τη χρήση από τρίτο της εικόνας προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, με σκοπό την εμπορική διάθεση των δικών του προϊόντων.
4.
Με τις προτάσεις μου, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 3 ), έχει την έννοια ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει, σε βάρος δύο συνεναγομένων εγκατεστημένων σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, εθνικό δικαστήριο κρίνοντας επί παρεπομένων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, και συγκεκριμένα επί των αιτημάτων καταβολής αποζημιώσεως, καταστροφής ή ανακλήσεως των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου ή ακόμη δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, παράγουν έννομα αποτελέσματα στο σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Στη συνέχεια, θα εξηγήσω γιατί, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φράση «άλλες κυρώσεις» αφορά αιτήματα όπως είναι η καταστροφή των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, η ανάκληση των εν λόγω προϊόντων καθώς και η δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο. Αντιθέτως, δεν εμπίπτουν στην έννοια της φράσεως αυτής τα αιτήματα καταβολής αποζημιώσεως, προσκομίσεως λογιστικών στοιχείων της επιχειρήσεως καθώς και αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου.
6.
Θα προτείνω, επίσης, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η διάταξη αυτή και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές ( 4 ), έχουν την έννοια ότι το εφαρμοστέο δίκαιο επί παρεπόμενων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, και συγκεκριμένα επί των αιτημάτων καταστροφής των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, ανακλήσεως των προϊόντων αυτών, δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, καταβολής αποζημιώσεως, προσκομίσεως λογιστικών στοιχείων της επιχειρήσεως καθώς και αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου, είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου συντελέστηκε ή επαπειλείται η επέλευση του γενεσιουργού της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως γεγονότος. Εν προκειμένω, το γενεσιουργό της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως γεγονός είναι η κατασκευή των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως.
7.
Τέλος, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φράση «πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος» αφορά και τη χρήση από τρίτο της εικόνας προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, με σκοπό την εμπορική διάθεση των δικών του προϊόντων. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η εν λόγω πράξη αναπαραγωγής δεν αντίκειται στα συναλλακτικά ήθη, δεν βλάπτει παρανόμως τη συνήθη εκμετάλλευση των σχεδίων ή υποδειγμάτων αυτών και ότι προσδιορίζεται η πηγή από την οποία αυτά προέρχονται.
I – Το νομικό πλαίσιο
A – Ο κανονισμός 44/2001
8.
Ο κανονισμός 44/2001 έχει ως σκοπό να ενοποιήσει τους κανόνες συγκρούσεως δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ώστε να καταστεί δυνατός ο καθορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, καθώς και να απλουστεύσει τις διατυπώσεις για την ταχεία αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών.
9.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού ορίζει ότι «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».
10.
Κατά το άρθρο 6, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, «[πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους] μπορεί επίσης να εναχθεί […] αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους».
B – Ο κανονισμός 6/2002
11.
Ο κανονισμός 6/2002 έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την ενιαία προστασία των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων στο έδαφος της Ένωσης καθώς και να εγγυηθεί την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτά.
12.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού αυτού, «[τ]α μέτρα για την εξασφάλιση της άσκησης αυτών των δικαιωμάτων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Είναι συνεπώς αναγκαίο να προβλέπονται ορισμένες βασικές ενιαίες κυρώσεις σε όλα τα κράτη μέλη. Οι κυρώσεις αυτές θα πρέπει να καθιστούν δυνατή, όποιο και αν είναι το επιληφθέν δικαστήριο, την παύση των παραβάσεων».
13.
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «[τ]ο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ενιαίο χαρακτήρα. Παράγει τα αυτά αποτελέσματα σε ολόκληρη την [Ένωση]. Δεν δύναται να [καταχωρίζεται], να μεταβιβάζεται, να γίνεται αντικείμενο παραίτησης ή απόφασης περί ακυρότητας ούτε να απαγορεύεται η χρήση του, παρά μόνο σε ολόκληρη την [Ένωση]. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται πλην αντιθέτου διατάξεως του παρόντος κανονισμού».
14.
Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002:
«Το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στον δικαιούχο του δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως και δικαίωμα να απαγορεύει σε οιονδήποτε τρίτο τη χρήση χωρίς τη συγκατάθεσή του. Κατά την έννοια της παρούσας διάταξης, ως χρήση νοείται ιδίως η κατασκευή, η προσφορά, η διάθεση στην αγορά, η εισαγωγή, η εξαγωγή ή η χρήση προϊόντος στο οποίο είναι ενσωματωμένο ή εφαρμόζεται το σχέδιο ή υπόδειγμα, καθώς και αποθεματοποίηση του προϊόντος για τους σκοπούς αυτούς.»
15.
Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού εισάγει ορισμένους περιορισμούς στα δικαιώματα που παρέχει το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα και προβλέπει τα εξής:
«1. Τα δικαιώματα που παρέχει το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα δεν πρέπει να ασκούνται:
α)
σε ιδιωτικές πράξεις που γίνονται για μη εμπορικούς σκοπούς,
β)
σε πράξεις που γίνονται για πειραματικούς σκοπούς,
γ)
σε πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος ή διδασκαλίας, εφόσον αυτές οι πράξεις δεν αντίκεινται στα συναλλακτικά ήθη, δεν βλάπτουν παρανόμως τη συνήθη εκμετάλλευση του σχεδίου ή υποδείγματος και εφόσον μνημονεύεται η πηγή από την οποία ελήφθησαν.»
16.
Κατά το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:
«Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, στις διαδικασίες σχετικά με τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα και στις αιτήσεις για την καταχώριση κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων καθώς και στις διαδικασίες σχετικά με αγωγές που ασκούνται βάσει κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων και εθνικών σχεδίων ή υποδειγμάτων που απολαύουν σωρευτικής προστασίας, εφαρμόζεται η σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 [ ( 5 )][…]».
17.
Το άρθρο 82, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 6/2002 ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού καθώς και των διατάξεων [της σύμβασης αυτής] που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 79, οι διαδικασίες που προκύπτουν από αγωγές και αιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 81, διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος ή, αν δεν έχει κατοικία σε ένα από τα κράτη μέλη, σε οποιοδήποτε κράτος μέλος στο οποίο έχει εγκατάσταση.
[…]
5. Οι διαδικασίες που απορρέουν από αγωγές και αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 81, στοιχεία αʹ και δʹ, μπορούν επίσης να διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε ή επαπειλείται να διαπραχθεί η παραποίηση/απομίμηση.»
18.
Το άρθρο 83 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«1. Ένα δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, η δικαιοδοσία του οποίου βασίζεται στο άρθρο 82, παράγραφοι 1, 2, 3 ή 4, είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για πράξεις παραποίησης/απομίμησης που διεπράχθησαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους μέλους.
2. Ένα δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, η δικαιοδοσία του οποίου βασίζεται στο άρθρο 82, παράγραφος 5, είναι αρμόδιο να αποφαίνεται μόνο για τις πράξεις που διεπράχθησαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν στο έδαφος του κράτους μέλους, στο οποίο εδρεύει το εν λόγω δικαστήριο.»
19.
Το άρθρο 88, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:
«Το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζει, σε όσα θέματα δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, το εθνικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.»
20.
Κατά το άρθρο 89, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002:
«1. Όταν, σε περίπτωση αγωγής περί παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλούμενης παραποίησης/απομίμησης, το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων διαπιστώσει ότι ο εναγόμενος παραποίησε/απομιμήθηκε ή επαπειλεί να παραποιήσει/απομιμηθεί κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, αν δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνηγορούντες υπέρ του αντιθέτου, εκδίδει τις ακόλουθες διατάξεις:
α)
διάταξη που απαγορεύει στον εναγόμενο να συνεχίσει τις ενέργειες που παραποιούν/απομιμούνται ή επαπειλούν να παραποιήσουν/απομιμηθούν,
β)
διάταξη περί κατασχέσεως των προϊόντων παραποίησης/απομίμησης,
γ)
διάταξη περί κατασχέσεως υλικών και εφαρμογών που χρησιμοποιούνται πρωτίστως για την κατασκευή των αγαθών παραποίησης/απομίμησης, αν ο κάτοχός τους γνώριζε τον σκοπό της χρησιμοποίησης αυτών των υλικών και εφαρμογών ή αν αυτός ο σκοπός είναι προφανής από τις περιστάσεις,
δ)
οποιαδήποτε διάταξη επιβάλλει άλλες κυρώσεις που κρίνονται σκόπιμες εν προκειμένω και προβλέπονται από το δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης.»
Γ – Ο κανονισμός Ρώμη II
21.
Ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ έχει ως σκοπό να ενισχύσει τη συμβατότητα των εφαρμοζόμενων στα κράτη μέλη κανόνων περί συγκρούσεως νόμων και δικαιοδοσίας όσον αφορά τις εξωσυμβατικές ενοχές σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, κατόπιν προσβολής δικαιώματος. Ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται ακριβώς στην περίπτωση προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας.
22.
Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«1. Το εφαρμοστέο δίκαιο στην εξωσυμβατική ενοχή που απορρέει από προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας είναι το δίκαιο της χώρας για την οποία ζητείται η προστασία.
2. Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ενοχής που απορρέει από προσβολή κοινοτικού δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ενιαίου χαρακτήρα, εφαρμοστέο δίκαιο για κάθε ζήτημα που δεν διέπεται από σχετική κοινοτική πράξη είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία διαπράχθηκε η προσβολή.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά
23.
Η Nintendo Co. Ltd, ιαπωνική επιχείρηση που διαθέτει στο εμπόριο τις κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών Wii ( 6 ), είναι δικαιούχος σειράς καταχωρισμένων κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων για εξαρτήματα της κονσόλας αυτής, όπως είναι τα «Nunchuks», τα «Balance Boards» και τα τηλεχειριστήρια.
24.
Η BigBen Interactive SA (στο εξής: BigBen Γαλλίας), κατέχουσα ηγετική θέση στην Ευρώπη στον σχεδιασμό και τη διανομή εξαρτημάτων βιντεοπαιχνιδιών για έξυπνα τηλέφωνα και ταμπλέτες, έχει διάφορες θυγατρικές στην Ευρώπη σε διάφορα κράτη μέλη. Η επιχείρηση αυτή κατασκευάζει εξαρτήματα ίδια με τα προμνησθέντα, που είναι συμβατά με την κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών Wii και τα οποία πωλεί σε διάφορους αγοραστές στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στο Λουξεμβούργο και στη γερμανική θυγατρική της, BigBen Interactive GmbH (στο εξής: BigBen Γερμανίας), η οποία απευθύνεται στη γερμανική και αυστριακή αγορά.
25.
Η Nintendo υποστηρίζει ότι η διάθεση των προϊόντων αυτών στην ευρωπαϊκή αγορά συνεπάγεται προσβολή των καταχωρισμένων από αυτήν κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων. Για τον λόγο αυτό ζητεί από το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο του Ντύσελντορφ, Γερμανία) να διατάξει τη διακοπή της κατασκευής των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, όπως και της εισαγωγής και εξαγωγής τους, καθώς και να απαγορεύσει την αναπαράσταση, άλλως τη χρήση, της εικόνας προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται τα προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα. Με παρεπόμενα αιτήματα, η Nintendo ζητεί να υποχρεωθούν η BigBen Γαλλίας και η BigBen Γερμανίας στην προσκόμιση λογιστικών παραστατικών, στην καταβολή αποζημιώσεως, στην απόδοση των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου, στη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο καθώς και στην καταστροφή και στην ανάκληση όλων των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς.
26.
Σε πρώτο βαθμό το Landgericht Düsseldorf (περιφερειακό δικαστήριο του Ντύσελντορφ, Γερμανία), με τις αποφάσεις που εξέδωσε, αναγνώρισε την προσβολή των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων της Nintendo από την BigBen Γαλλίας και την BigBen Γερμανίας και, ως εκ τούτου, τις υποχρέωσε να παύσουν να τα χρησιμοποιούν. Ωστόσο, το εν λόγω δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη χρήση, μέσω ιστοσελίδων, της εικόνας προϊόντων που αντιστοιχούν στα σχέδια αυτά.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
27.
Το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο του Ντύσελντορφ), έχοντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Δύναται το δικαστήριο κράτους μέλους, του οποίου η δικαιοδοσία ως προς έναν εκ των εναγομένων προκύπτει αποκλειστικά και μόνο από το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, διότι ο εναγόμενος αυτός, ο οποίος έχει εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, προμήθευσε σε άλλο εναγόμενο εγκατεστημένο στο πρώτο κράτος μέλος προϊόντα τα οποία ενδεχομένως προσβάλλουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, να διατάξει κατά του πρώτου εναγομένου, στο πλαίσιο δίκης με αντικείμενο αξιώσεις από κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, μέτρα τα οποία ισχύουν για ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης και δεν περιορίζονται μόνο στις συναλλακτικές σχέσεις που θεμελιώνουν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου αυτού;
2)
Έχει ο κανονισμός 6/2002, και ιδίως το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτού, την έννοια ότι ένας τρίτος δύναται να αναπαραγάγει το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα για εμπορικούς σκοπούς στην περίπτωση που επιθυμεί να διανείμει εξαρτήματα τα οποία προορίζονται για προϊόντα που καλύπτονται από το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα του δικαιούχου; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια κριτήρια εφαρμόζονται;
3)
Πως καθορίζεται ο τόπος “στ[ο]ν οποί[ο] διαπράχθηκε η προσβολή” κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, σε περιπτώσεις στις οποίες ο αυτουργός της προσβολής:
α)
προσφέρει τα προϊόντα τα οποία προσβάλλουν κοινοτικά σχέδια ή υποδείγματα μέσω ιστοσελίδας και η ιστοσελίδα απευθύνεται (και) σε άλλα κράτη μέλη πέραν του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του ο αυτουργός της προσβολής·
β)
αναθέτει σε άλλον τη μεταφορά των προϊόντων τα οποία προσβάλλουν κοινοτικά σχέδια ή υποδείγματα προς κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο έχει την έδρα του;
Έχει το άρθρο 15, στοιχεία αʹ και ζʹ, του εν λόγω κανονισμού την έννοια ότι το καθοριζόμενο κατά τον τρόπο αυτό δίκαιο είναι εφαρμοστέο και επί πράξεων συμμετοχής άλλων προσώπων;»
IV – Ανάλυση
A – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
28.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, έχει την έννοια ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει, σε βάρος δύο συνεναγομένων εγκατεστημένων σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, εθνικό δικαστήριο κρίνοντας επί παρεπομένων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, και συγκεκριμένα επί των αιτημάτων καταβολής αποζημιώσεως, καταστροφής ή ανακλήσεως των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου ή ακόμη δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, παράγουν έννομα αποτελέσματα στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης.
29.
Καταρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η δικαιοδοσία του γερμανικού δικαστηρίου στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν διάδικο. Εξάλλου, στο σημείο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ρητώς από το Δικαστήριο να μη διατυπώσει κρίση ως προς το κατά πόσον το δικαστήριο αυτό έχει δικαιοδοσία να διατάξει, κατά των συνεναγομένων, μέτρα τα οποία αντιστοιχούν στα παρεπόμενα αιτήματα ( 7 ). Ως εκ τούτου, φρονώ ότι δεν είναι χρήσιμο να τοποθετηθώ επί της δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου ούτε επί της ενδεχόμενης συνάφειας των παρεπομένων αιτημάτων που διατύπωσε η ενάγουσα κατά των συνεναγομένων. Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο δικαστήριο αυτό να εκτιμήσει τον κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, στην περίπτωση που τα αιτήματα αυτά εξετάζονταν χωριστά, κατά την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 ( 8 ).
30.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επομένως να προσδιοριστεί η ισχύς της αποφάσεως που καλείται να εκδώσει και, πιο συγκεκριμένα, αν τα μέτρα που θα ληφθούν προς εφαρμογή της απαγορεύσεως της παραποιήσεως/απομιμήσεως, δηλαδή τα παρεπόμενα των κυρίων αιτήματα, παράγουν έννομα αποτελέσματα στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης.
31.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η εδαφική ισχύς της απαγορεύσεως συνεχίσεως πράξεων που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση ή επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 98, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 ( 9 ), καθορίζεται τόσο από την κατά τόπον αρμοδιότητα του επιλαμβανόμενου σε υποθέσεις σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστηρίου που επιβάλλει την απαγόρευση αυτή όσο και από την εδαφική ισχύ του αποκλειστικού δικαιώματος του δικαιούχου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θίγεται από την παραποίηση/απομίμηση ή την επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση, όπως η ισχύς αυτή απορρέει από τον κανονισμό 40/94 ( 10 ). Ειδικότερα, στο πλαίσιο του δικαίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απαγόρευση συνεχίσεως πράξεων που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση ή επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση πρέπει να εκτείνεται σε ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης ( 11 ).
32.
Εξάλλου, όπως έχει υπενθυμίσει το Δικαστήριο –επίσης σε υπόθεση που αφορά το δίκαιο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης– η απαγόρευση συνεχίσεως πράξεων που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση καθώς και οι παρεπόμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από την απαγόρευση αυτή πρέπει να θεωρούνται ως σύνολο, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι, ελλείψει μέτρων εξαναγκασμού, τα οποία πρέπει να ληφθούν από τα δικαστήρια για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αποφάσεως απαγορεύσεως παραποιήσεως/απομιμήσεως που έχει εκδώσει το επιληφθέν δικαστήριο, η απαγόρευση αυτή θα στερούνταν αποτρεπτικού αποτελέσματος ( 12 ). Κατά συνέπεια, θα ήταν αδικαιολόγητο να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο τα κύρια και τα παρεπόμενα αιτήματα.
33.
Εν προκειμένω, όσον αφορά την προστασία των κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εφαρμοστεί η προμνησθείσα νομολογία. Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι, όπως και το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ενιαίο χαρακτήρα, χαίρει ομοιόμορφης προστασίας, όπως και τα αποκλειστικά δικαιώματα που απορρέουν από αυτό, και παράγει τα ίδια αποτελέσματα σε όλο το έδαφος της Ένωσης, συμβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό στην επίτευξη των σκοπών της Ένωσης που καθορίζονται από τις Συνθήκες ( 13 ).
34.
Εξάλλου, η ομοιόμορφη προστασία, σε όλο το έδαφος της Ένωσης, των κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων έναντι πράξεων που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση θα διακυβευόταν αν τα μέτρα που λαμβάνονται για τη συγκεκριμένη εφαρμογή της προστασίας αυτής δεν παρήγαν αποτελέσματα στο σύνολο του εδάφους αυτού, αλλά περιορίζονταν στο έδαφος όπου βρίσκεται το δικαστήριο που τα επέβαλε ( 14 ). Οι δικαιούχοι κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων θα υποχρεώνονταν να ασκήσουν ένδικο βοήθημα ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου κάθε κράτους μέλους, γεγονός που όχι μόνο θα προκαλούσε κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, αλλά επιπλέον θα συνεπαγόταν μη αμελητέο κόστος για τον ενδιαφερόμενο.
35.
Η προτεινόμενη ερμηνεία τελεί, εξάλλου, σε πλήρη συμφωνία με έναν εκ των σκοπών της συγκροτήσεως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, και συγκεκριμένα με τον σκοπό που συνίσταται στη διευκόλυνση της προσβάσεως στη δικαιοσύνη μέσω της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων ( 15 ).
36.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων κατά τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 44/2001, και προκειμένου η απόφαση περί απαγορεύσεως να παράγει αποτελέσματα στο έδαφος όλων των κρατών μελών της Ένωσης, κάθε κράτος μέλος πρέπει να αναγνωρίζει και να εκτελεί τις αποφάσεις αυτές σύμφωνα με τους κανόνες και τη διαδικασία που προβλέπονται από το εθνικό του δίκαιο ( 16 ).
37.
Μολονότι δεν αποκλείεται ορισμένα μέτρα, εξαναγκασμού ή μη, που λαμβάνονται από εθνικό δικαστήριο κράτους μέλους να μην προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο άλλου κράτους μέλους, το τελευταίο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της αποφάσεως του δικαστηρίου του πρώτου κράτους μέλους, πρέπει να ανατρέξει σε εκείνες τις κρίσιμες διατάξεις του εθνικού του δικαίου που είναι ικανές να διασφαλίσουν με ισοδύναμο τρόπο την τήρηση της εν λόγω απαγορεύσεως. Πράγματι εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα ( 17 ).
38.
Συνεπώς, βάσει των στοιχείων αυτών, εκτιμώ ότι το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει, σε βάρος δύο συνεναγομένων εγκατεστημένων σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, εθνικό δικαστήριο κρίνοντας επί παρεπομένων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, και συγκεκριμένα επί των αιτημάτων καταβολής αποζημιώσεως, καταστροφής ή ανακλήσεως των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου ή ακόμη δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, παράγουν έννομα αποτελέσματα στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης.
B – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
39.
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς το δίκαιο που εφαρμόζεται επί των παρεπόμενων αιτημάτων που διατύπωσε η ενάγουσα. Μολονότι το δικαστήριο αυτό στηρίζεται στην προκείμενη ότι εφαρμοστέος επί των εν λόγω αιτημάτων είναι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ, εντούτοις φρονώ ότι πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, η φύση των εν λόγω αιτημάτων προκειμένου, στη συνέχεια, να καθοριστεί το δίκαιο που εφαρμόζεται επ’ αυτών. Εξάλλου, το ζήτημα αυτό εθίγη, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μεταξύ άλλων, με τις ερωτήσεις που έθεσε ο εισηγητής δικαστής. Με τις απαντήσεις που έδωσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι της κύριας δίκης προφανώς έχουν την άποψη ότι, όσον αφορά τα εν λόγω αιτήματα, εφαρμόζεται το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 και παραπέμπει στον κανονισμό Ρώμη ΙΙ.
40.
Ως εκ τούτου, προτείνω την αναδιατύπωση του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου ως εξής: Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 έχει την έννοια ότι η φράση «άλλες κυρώσεις» αφορά αιτήματα όπως είναι η προσκόμιση λογιστικών παραστατικών, η καταβολή αποζημιώσεως, η απόδοση των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου, η καταστροφή των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, η ανάκληση των εν λόγω προϊόντων καθώς και η δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, με συνέπεια εφαρμοστέο δίκαιο επί των εν λόγω αιτημάτων να είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τελέστηκαν οι πράξεις που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση ή επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του τόπου στον οποίο τελέστηκε η πράξη που συνιστά παραποίηση/απομίμηση ή επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση.
41.
Το ζήτημα αν τα μέτρα αυτά μπορούν να χαρακτηριστούν ως «άλλες κυρώσεις» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι πρωταρχικής σημασίας στο μέτρο που, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, τα παρεπόμενα αιτήματα της ενάγουσας θα πρέπει να κριθούν με γνώμονα διαφορετικούς κανόνες περί εφαρμοστέου δικαίου. Πράγματι, μολονότι το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 ορίζει ότι το εφαρμοστέο επί των άλλων κυρώσεων δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τελέστηκαν οι πράξεις που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση ή επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση, εντούτοις το άρθρο 88, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι «[τ]ο δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζει, σε όσα θέματα δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής [του κανονισμού αυτού], το εθνικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου».
42.
Πρέπει, επομένως, να διευκρινιστεί η έννοια της φράσεως «άλλες κυρώσεις» κατά το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού, ώστε ακολούθως να καθοριστεί ποιο δίκαιο εφαρμόζεται στα παρεπόμενα αιτήματα που διατυπώνονται από την ενάγουσα.
1. Επί της έννοιας της φράσεως «άλλες κυρώσεις»
43.
Ο κανονισμός 6/2002 δεν παρέχει κανέναν ορισμό ούτε διευκρίνιση της έννοιας «άλλες κυρώσεις». Το άρθρο 89, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού περιορίζεται στην πρόβλεψη κυρώσεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εναρμονισμένες, στο μέτρο που τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να τις προβλέπουν στην εθνική έννομη τάξη τους. Το ίδιο ισχύει και για μέτρο με το οποίο διατάσσεται η απαγόρευση στον εναγόμενο να συνεχίσει τις πράξεις που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση ή επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση, ή η κατάσχεση των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως ή των υλικών και εφαρμογών που προεχόντως χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία ή την κατασκευή εμπορευμάτων παραποιήσεως/απομιμήσεως. Από την αιτιολογική σκέψη 22 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι τα μέτρα αυτά προορίζονται να καταστήσουν δυνατή την παύση των παράνομων πράξεων, όποιο και αν είναι το επιληφθέν δικαστήριο ( 18 ).
44.
Επομένως, φρονώ ότι η φράση «άλλες κυρώσεις» πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικά και ότι δεν αφορά αποκλειστικά τις κυρώσεις που καθιστούν δυνατή την παύση των παράνομων πράξεων. Πράγματι, η κύρωση, κατά την άποψή μου, δεν έχει ως αποκλειστικό σκοπό την παύση της πράξεως που συνιστά παραποίηση/απομίμηση, αλλά αποβλέπει επίσης να διασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία και άσκηση δικαιώματος, εν προκειμένω του δικαιώματος του δικαιούχου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. Τα μέτρα που είναι κατάλληλα να διασφαλίσουν την εν λόγω αποτελεσματική προστασία και άσκηση μπορούν, για παράδειγμα, να λαμβάνουν τη μορφή χρηματικής ποινής ή ακόμα κατασχέσεως του συνόλου ή μέρους των εσόδων που προέρχονται από την παραποίηση/απομίμηση.
45.
Όσον αφορά τα παρεπόμενα αιτήματα της ενάγουσας, διαπιστώνεται ότι η φύση ορισμένων εξ αυτών έχει ήδη προσδιοριστεί από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, το αίτημα καταστροφής των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως καταλέγεται στις «άλλες κυρώσεις», σύμφωνα με το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 ( 19 ).
46.
Όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως, το Δικαστήριο, αποκλίνοντας από την εκτίμηση του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet, διευκρίνισε ότι το αίτημα αυτό δεν συνιστά κύρωση κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως. Εξ αυτού το Δικαστήριο συνήγαγε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, το εφαρμοστέο επί του αιτήματος αυτού δίκαιο είναι το εθνικό δίκαιο του επιληφθέντος δικαστηρίου κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ( 20 ).
47.
Ως προς το αίτημα προσκομίσεως λογιστικών στοιχείων, μολονότι το Δικαστήριο δεν έχει διευκρινίσει ακριβώς αν το αίτημα αυτό καταλέγεται στις «άλλες κυρώσεις» κατά την έννοια του άρθρου 89, παράγραφος 1,στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού, εντούτοις, διαπιστώνεται ότι, στην απόφαση H. Gautzsch Großhandel, το Δικαστήριο έκρινε ότι η λήψη πληροφοριών για τις δραστηριότητες επιχειρήσεως δεν συνιστά «άλλη κύρωση» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ( 21 ). Κατά τη γνώμη μου, οι πληροφορίες για τις δραστηριότητες επιχειρήσεως, η οποία έχει εξάλλου οικονομική αποστολή, περιλαμβάνουν επίσης τις πληροφορίες σχετικά με τα λογιστικά παραστατικά της επιχειρήσεως αυτής. Επομένως, φρονώ ότι είναι συνεπές να γίνει δεκτό ότι το εφαρμοστέο δίκαιο επί αιτήματος προσκομίσεως λογιστικών στοιχείων επιχειρήσεως είναι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία και το άρθρο 88, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002, το εθνικό δίκαιο του επιληφθέντος δικαστηρίου κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
48.
Το δε αίτημα ανακλήσεως των προϊόντων έχει κοινά στοιχεία με το αίτημα κατασχέσεως προϊόντων που ρητώς προβλέπεται στο άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού. Η ανάκληση των προϊόντων μπορεί να οριστεί ως το μέτρο που αποβλέπει στην παρεμπόδιση, μετά τη διανομή, της καταναλώσεως ή της χρήσεως προϊόντος από τον καταναλωτή και/ή στην ενημέρωση του καταναλωτή για τον κίνδυνο που διατρέχει ενδεχομένως αν έχει ήδη καταναλώσει το προϊόν ( 22 ), ενώ η κατάσχεση των προϊόντων αποτελεί μέτρο που εμποδίζει τη διάθεση εμπορεύματος στην αγορά. Μολονότι τα δύο μέτρα δεν αφορούν το ίδιο επίπεδο της αλυσίδας εμπορικών συναλλαγών, ωστόσο έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και αποβλέπουν αμφότερα στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας και ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, καθόσον παρέχουν την εγγύηση ότι κανένα ή λίγα εκ των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν στην αγορά. Επομένως, φρονώ ότι το αίτημα ανακλήσεως των προϊόντων πρέπει να θεωρηθεί ότι καταλέγεται στις «άλλες κυρώσεις» περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού.
49.
Όσον αφορά το αίτημα δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, αίτημα το οποίο, άλλωστε, είναι σύνηθες σε τέτοιου είδους ένδικες διαφορές, εκτιμώ ότι επίσης συνιστά κύρωση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Πράγματι, πρόκειται για μέτρο εξαναγκασμού που υποχρεώνει το πρόσωπο που προβαίνει σε παραποίηση/απομίμηση να αναρτήσει, ιδίοις εξόδοις, τη δικαστική απόφαση στο Διαδίκτυο ή να δημοσιεύσει περίληψή της στις εφημερίδες, ώστε να επιτευχθεί η παύση της δραστηριότητας που συνιστά παραποίηση/απομίμηση.
50.
Τέλος, το αίτημα αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου αφορά τα έξοδα που προκύπτουν από ένδικη διαδικασία και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλέγεται στις «άλλες κυρώσεις» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
51.
Συνεπώς, φρονώ ότι το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φράση «άλλες κυρώσεις» αφορά αιτήματα όπως είναι η καταστροφή προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, η ανάκληση των προϊόντων αυτών καθώς και η δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο. Αντιθέτως, δεν εμπίπτουν στην έννοια της φράσεως αυτής τα αιτήματα καταβολής αποζημιώσεως, προσκομίσεως λογιστικών στοιχείων της επιχειρήσεως καθώς και αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου.
52.
Αφού διευκρινίστηκε το περιεχόμενο της φράσεως «άλλες κυρώσεις» κατά την έννοια του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002, πρέπει, στη συνέχεια, να καθοριστεί το εφαρμοστέο δίκαιο επί των διαφόρων παρεπόμενων αιτημάτων που διατυπώθηκαν από τη Nintendo στη διαφορά της κύριας δίκης.
2. Επί του εφαρμοστέου επί των παρεπόμενων αιτημάτων δικαίου
53.
Ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ περί του εφαρμοστέου δικαίου προβλέπει στο άρθρο 8, παράγραφος 2, ότι «[σ]ε περίπτωση εξωσυμβατικής ενοχής που απορρέει από προσβολή κοινοτικού δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ενιαίου χαρακτήρα, εφαρμοστέο δίκαιο για κάθε ζήτημα που δεν διέπεται από σχετική κοινοτική πράξη είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία διαπράχθηκε η προσβολή». Από την εξ αντιδιαστολής ερμηνεία της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι, όταν το «ζήτημα» διέπεται από ειδική κοινοτική ρύθμιση, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται, κατά περίπτωση, με γνώμονα τη ρύθμιση αυτή. Εν προκειμένω, πρέπει να ληφθεί υπόψη, πρώτον, ο κανονισμός 6/2002 προκειμένου να καθοριστεί το εφαρμοστέο δίκαιο επί των παρεπόμενων αιτημάτων που διατυπώθηκαν από τη Nintendo.
54.
Συναφώς, το άρθρο 88 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο», παραπέμπει στις ειδικές διατάξεις του ίδιου κανονισμού, καθώς διευκρινίζει, στην παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, ότι «[τ]α δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού». Όμως, όσον αφορά τα παρεπόμενα αιτήματα της Nintendo, διαπιστώθηκε ότι ορισμένα πρέπει να χαρακτηριστούν ως «άλλες κυρώσεις» κατά την έννοια του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού και άλλα εμπίπτουν στο άρθρο 88, παράγραφος 2, αυτού.
55.
Όσον αφορά τα αιτήματα που εμπίπτουν στο άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002, η έννοια του «κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης» δεν έχει, εξ όσων γνωρίζω, ποτέ ερμηνευθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με κοινοτικά σχέδια ή υποδείγματα. Ωστόσο, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει την ίδια έννοια στο πλαίσιο διαφορών σχετικών με το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη διεθνή δικαιοδοσία ( 23 ).
56.
Όπως και η Επιτροπή, εκτιμώ ότι η νομολογία αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στην εξεταζόμενη υπόθεση. Πράγματι, το Δικαστήριο, στην απόφαση Coty Germany, έκρινε ότι η έννοια του «κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε […] η παραποίηση/απομίμηση» κατά το άρθρο 93, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης ( 24 ). Η σχεδόν πανομοιότυπη χρήση ( 25 ) των ίδιων όρων στο άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002, το γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός διέπει το εύρος της προστασίας δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας και το γεγονός ότι, όπως στην περίπτωση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προστασία αυτή έχει ενιαίο χαρακτήρα και παράγει έννομα αποτελέσματα στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης συνηγορούν υπέρ του να ερμηνεύεται η έννοια που περιλαμβάνεται στον κανονισμό 6/2002 με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως η έννοια που περιλαμβάνεται στον κανονισμό 40/94.
57.
Συναφώς, το Δικαστήριο, στην απόφαση Coty Germany, έκρινε ότι «η έννοια του “κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε […] η παραποίηση/απομίμηση” υποδηλώνει […] ότι ο σύνδεσμος αυτός σχετίζεται με ενεργό συμπεριφορά του αυτουργού της επίμαχης παραποιήσεως/απομιμήσεως. Ως εκ τούτου, ο σύνδεσμος τον οποίο προβλέπει η διάταξη αυτή αφορά το έδαφος του κράτους μέλους εντός του οποίου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το γενεσιουργό γεγονός της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως και όχι του κράτους μέλους εντός του οποίου παράγει τα αποτελέσματά της η εν λόγω παραποίηση/απομίμηση» ( 26 ).
58.
Επομένως, για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου επί των παρεπόμενων αιτημάτων που διατύπωσε η Nintendo και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 6/2002, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο τόπος της ενεργού συμπεριφοράς του αυτουργού. Εν προκειμένω, θα μπορούσε να προκύψει δυσκολία ως προς τον προσδιορισμό της ενεργού αυτής συμπεριφοράς, στο μέτρο που οι πράξεις που συνιστούν παραποίηση/απομίμηση αφορούν περισσότερα κράτη μέλη. Ωστόσο, εκτιμώ ότι το γενεσιουργό της παραποιήσεως/απομιμήσεως γεγονός είναι ένα και το αυτό και εντοπίζεται, εν προκειμένω, στο έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους, δηλαδή στη Γαλλία. Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι τα επίμαχα στην εξεταζόμενη υπόθεση προϊόντα κατασκευάστηκαν στη Γαλλία. Χωρίς την κατασκευή αυτή, είναι προφανές ότι η πράξη που συνιστά παραποίηση/απομίμηση απλώς δεν θα είχε υπάρξει, τα δε προϊόντα δεν θα είχαν ποτέ πωληθεί στις αγορές διαφόρων κρατών μελών.
59.
Επομένως, φρονώ ότι, όσον αφορά τα παρεπόμενα αιτήματα της Nintendo που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002, εφαρμοστέο είναι το γαλλικό δίκαιο.
60.
Όσον αφορά τα λοιπά παρεπόμενα αιτήματα που εμπίπτουν στο άρθρο 88, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ότι το εν λόγω άρθρο παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο του επιληφθέντος δικαστηρίου κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων, περιλαμβανομένων των εθνικών κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Όμως, όπως παρατηρούν οι διάδικοι της κύριας δίκης, οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου όσον αφορά τις εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από προσβολή κοινοτικού δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ενιαίου χαρακτήρα έχουν ενοποιηθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, εφαρμοστέα επί των εν λόγω αιτημάτων είναι η διάταξη αυτή.
61.
Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι εφαρμοστέο είναι το δίκαιο «της χώρας στην οποία διαπράχθηκε η προσβολή [του κοινοτικού δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ενιαίου χαρακτήρα]». Η έννοια αυτή δεν έχει αποτελέσει ακόμα αντικείμενο ερμηνείας από το Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, η έννοια αυτή θα έπρεπε να έχει το ίδιο περιεχόμενο με την αντίστοιχη έννοια που χρησιμοποιείται στο άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002.
62.
Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι, λόγω της προβλέψεως του άρθρου 88, παράγραφος 2, και του άρθρου 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002, η εφαρμογή διαφορετικών δικαίων για την ίδια ένδικη διαφορά δεν αποκλείστηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης, ωστόσο φρονώ ότι η θέσπιση, μετά τον κανονισμό αυτόν, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, που ενοποιεί στον τομέα αυτό τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ενισχύει ακόμα περισσότερο την ασφάλεια δικαίου σε αυτού του είδους τις ένδικες διαφορές και, επομένως, την προβλεψιμότητα του εφαρμοστέου δικαίου. Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ ( 27 ).
63.
Εξάλλου, για προφανείς λόγους που συνδέονται με την προβλεψιμότητα του δικαίου, ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ προβλέπει ότι αποκλειστικό στοιχείο συνδέσεως είναι η χώρα στην οποία επήλθε η άμεση ζημία, τούτο δε ανεξαρτήτως της χώρας ή των χωρών όπου θα μπορούσαν να επέλθουν οι έμμεσες συνέπειες ( 28 ).
64.
Επομένως, τυχόν διαφορετική ερμηνεία της έννοιας «χώρα στην οποία διαπράχθηκε η προσβολή [στο κοινοτικό δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας ενιαίου χαρακτήρα]», κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, σε σχέση με την ερμηνεία που γίνεται δεκτή για την έννοια «κράτος μέλος στο οποίο διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης», κατά το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου σε ένδικες διαφορές στις οποίες η συχνά παρατηρούμενη πολυπλοκότητα και πολλαπλότητα των τόπων δυνητικής εκδηλώσεως των συνεπειών ζημίας συνδεόμενης με πράξη παραποιήσεως/απομιμήσεως απαιτεί ακριβώς μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.
65.
Επομένως, φρονώ ότι η έννοια που περιλαμβάνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί με τον ίδιο τρόπο όπως η έννοια που περιλαμβάνεται στο άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002.
66.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προαναφερθέντων, εκτιμώ ότι το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το εφαρμοστέο δίκαιο επί των παρεπόμενων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, και συγκεκριμένα επί των αιτημάτων καταστροφής των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, ανακλήσεως των προϊόντων αυτών, δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, καταβολής αποζημιώσεως, προσκομίσεως λογιστικών στοιχείων της επιχειρήσεως καθώς και αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου συντελέστηκε ή επαπειλείται η επέλευση του γενεσιουργού της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως γεγονότος.
67.
Εν προκειμένω, το γενεσιουργό της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως γεγονός είναι η κατασκευή των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως.
Γ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
68.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φράση «πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος» αφορά και τη χρήση από τρίτο της εικόνας προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, με σκοπό την εμπορική διάθεση των δικών του προϊόντων.
69.
Εκ προοιμίου, υπενθυμίζεται ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα που απορρέουν από κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχουν στον δικαιούχο το δικαίωμα να απαγορεύει σε οιονδήποτε τρίτο τη χρήση αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος, όπως την κατασκευή ή τη διάθεση στην αγορά προϊόντος στο οποίο ενσωματώνεται το σχέδιο ή υπόδειγμα ( 29 ). Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, τα δικαιώματα αυτά μπορούν να περιοριστούν. Συγκεκριμένα, το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα δεν ασκούνται κατά πράξεων αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος.
70.
Στην προκειμένη περίπτωση, ένας εκ των δύο συνεναγομένων, δηλαδή η BigBen Γαλλίας, χρησιμοποιεί την εικόνα προϊόντων στα οποία ενσωματώνεται το καταχωρισμένο από τη Nintendo κοινοτικό σχέδιο και υπόδειγμα, με σκοπό να το διαφημίσει στο πλαίσιο της εμπορικής διαθέσεως των δικών της προϊόντων, τα οποία συνιστούν εξαρτήματα που εξυπηρετούν τη χρήση των επίμαχων προϊόντων της Nintendo.
71.
Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 6/2002, για να μπορούν οι επίμαχες πράξεις να χαρακτηριστούν ως πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος πρέπει να συντρέχει σύνολο προϋποθέσεων, και συγκεκριμένα, οι πράξεις αυτές να μην αντίκεινται στα συναλλακτικά ήθη, να προσδιορίζεται η πηγή από την οποία προέρχεται το σχέδιο ή υπόδειγμα και να μη βλάπτεται παρανόμως η συνήθης εκμετάλλευση του σχεδίου ή υποδείγματος.
72.
Πρέπει επομένως να καθοριστεί, πρώτον, αν η χρήση από τρίτο της εικόνας προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, με σκοπό την εμπορική διάθεση των δικών του προϊόντων, μπορεί να συνιστά, εκ φύσεως, πράξη αναπαραγωγής και αν γίνεται χάριν παραδείγματος.
73.
Όπως διευκρίνισαν η Dominique Kaesmacher και η Théodora Stamos, «[η] έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί με τον ευρύτερο δυνατό τρόπο. Αφορά, κατ’ αρχήν, κάθε τύπο αναπαραγωγής, δηλαδή αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε μορφή, άμεση ή έμμεση (εξ αποστάσεως), συνολική ή εν μέρει, προσωρινή ή μόνιμη, που γίνεται προς ένα μέσο ίδιου ή άλλου τύπου» ( 30 ). Αναμφιβόλως, η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης πράξη αποτελεί πράξη αναπαραγωγής, καθώς συνίσταται στη δημοσίευση, επί των συσκευασιών καθώς και στην ιστοσελίδα της BigBen Γαλλίας, εικόνων προϊόντων στα οποία έχουν ενσωματωθεί καταχωρισμένα από τη Nintendo κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα.
74.
Όσον αφορά τον σκοπό της πράξεως αυτής, ο όρος «illustration» που χρησιμοποιείται στο γαλλικό κείμενο του κανονισμού 6/2002 δεν είναι ο ίδιος με αυτόν που χρησιμοποιείται στο αγγλικό κείμενο, το οποίο χρησιμοποιεί τον όρο «citation». Όμως, σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την όλη οικονομία και τον σκοπό του νομοθετήματος στο οποίο εντάσσεται ( 31 ).
75.
Κατά την άποψή μου, λαμβάνοντας υπόψη την όλη οικονομία του κανονισμού αυτού, φρονώ ότι η έννοια του «παραδείγματος» δεν πρέπει να ερμηνευθεί πολύ στενά. Ο κανονισμός αυτός, πράγματι, επιδιώκει, μέσω της προστασίας που παρέχει στα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, να ενθαρρύνει την καινοτομία και να καταστήσει την Ένωση περισσότερο ανταγωνιστική ( 32 ). Επομένως, η δημιουργία εμποδίων σε επιχείρηση που κατασκευάζει νέα προϊόντα προοριζόμενα να είναι συμβατά με τα υφιστάμενα –των οποίων το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα ανήκει σε άλλη επιχείρηση– θα μπορούσε αναμφιβόλως να αποθαρρύνει την καινοτομία.
76.
Επομένως, όπως και στο δίκαιο περί σημάτων, ο σκοπός της αποτελεσματικής προστασίας των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων πρέπει να σταθμίζεται με τα συμφέροντα τρίτων οι οποίοι διαθέτουν στην αγορά εξαρτήματα προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις επιταγές της εσωτερικής αγοράς ( 33 ), όπως την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ( 34 ) και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, καθώς και την προαγωγή της καινοτομίας.
77.
Εξάλλου, προφανώς ο σκοπός που επιδιώκεται με την αναπαραγωγή καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος ( 35 ) συνίσταται απλώς στην επεξήγηση του τρόπου χρήσεως του άλλου προϊόντος που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως εξάρτημα του πρώτου προϊόντος.
78.
Συνεπώς, η χρήση από τρίτο της εικόνας προϊόντων στα οποία έχουν ενσωματωθεί προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, με σκοπό την εμπορική διάθεση των δικών του προϊόντων, είναι σαφώς πράξη που έχει χαρακτήρα παραδείγματος.
79.
Δεύτερον, όσον αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε να μπορεί ένας τρίτος να προβεί σε αυτή την πράξη, φρονώ, κατ’ αρχάς, ότι, χωρίς αμφιβολία, πρέπει να προσδιορίζεται η πηγή από την οποία προέρχονται τα κοινοτικά σχέδια ή υποδείγματα. Πράγματι, η ένδειξη αυτή πρέπει να προσδιορίζει την εμπορική προέλευση του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, ώστε το ενημερωμένο κοινό να γνωρίζει αυθωρεί με ποιο σήμα ή επιχείρηση συνδέεται το προϊόν που πωλείται από τον τρίτο.
80.
Ομοίως, φρονώ ότι ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ένδειξη της προελεύσεως του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. Στο πλαίσιο της πωλήσεως μέσω ιστοσελίδας, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει, σχετικά με σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι υφίσταται προσβολή της λειτουργίας του σήματος ως ενδείξεως προελεύσεως, όταν η διαφήμιση που εμφανίζεται μετά την πληκτρολόγηση της λέξεως-κλειδιού δεν καθιστά δυνατό ή δεν καθιστά ευχερώς δυνατό στον χρήστη του Διαδικτύου που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος να αντιληφθεί αν τα διαφημιζόμενα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από τον δικαιούχο του σήματος ή από επιχείρηση που συνδέεται οικονομικώς με αυτόν ή αν, αντιθέτως, προέρχονται από τρίτον ( 36 ).
81.
Λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου και του σκοπού του κανονισμού 6/2002, προφανώς είναι σκόπιμο η εκτίμηση αυτή να ισχύσει και για τον προσδιορισμό της προελεύσεως στο πλαίσιο της αναπαραγωγής κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων. Εν προκειμένω, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει αν η αναγραφή της ενδείξεως «για το Wii» επί των συσκευασιών και των διαφημίσεων μέσω ιστοσελίδας που αφορά τα προϊόντα της BigBen Γαλλίας πληροί την προϋπόθεση αυτή.
82.
Περαιτέρω, όσον αφορά την προϋπόθεση της συμφωνίας της πράξεως αναπαραγωγής προς τα συναλλακτικά ήθη, από το άρθρο 5 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ ( 37 ) προκύπτει ότι μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν, αφενός, είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας, και αφετέρου, στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς τη, σε σχέση με το επίμαχο προϊόν, οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή τον οποίο αφορά ή τον οποίο έχει ως αποδέκτη η πρακτική αυτή. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μνεία του αριθμού προϊόντος του κατασκευαστή φωτοτυπικών μηχανημάτων και των ανταλλακτικών τους στους καταλόγους ανταγωνιστή προμηθευτή δεν του παρείχε τη δυνατότητα να επωφεληθεί αθεμίτως από τη φήμη του σήματος ανταγωνιστή, καθόσον, στην περίπτωση εκείνη, το κοινό δεν συνέδεε τη φήμη του σήματος με τα προϊόντα του ανταγωνιστή ( 38 ). Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, να ελέγξει αν η αναπαραγωγή της εικόνας ενός προϊόντος Nintendo, όπως ένα τηλεχειριστήριο κονσόλας βιντεοπαιχνιδιών, για τον σκοπό της εμπορικής διαθέσεως εξαρτήματος ενός τέτοιου τηλεχειριστηρίου, δεν προκαλεί ούτε σύγχυση ούτε παραπλάνηση στην αντίληψη του καταναλωτή.
83.
Τέλος, όσον αφορά την προϋπόθεση περί ελλείψεως βλάβης στη συνήθη εκμετάλλευση του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, φρονώ ότι εναπόκειται στον δικαιούχο του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος να αποδείξει, ενδεχομένως, μια τέτοια βλάβη και στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει την απόδειξη αυτή.
84.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω στοιχείων, εκτιμώ ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φράση «πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος» αφορά και τη χρήση από τρίτο της εικόνας προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, με σκοπό την εμπορική διάθεση των δικών του προϊόντων. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η πράξη αυτή αναπαραγωγής δεν αντίκειται στα συναλλακτικά ήθη, δεν βλάπτει παρανόμως τη συνήθη εκμετάλλευση των σχεδίων ή υποδειγμάτων αυτών και ότι προσδιορίζεται η πηγή από την οποία αυτά προέρχονται.
IV – Πρόταση
85.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου του Ντύσελντορφ, Γερμανία) ως εξής:
1.
Το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει, σε βάρος δύο συνεναγομένων εγκατεστημένων σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, εθνικό δικαστήριο κρίνοντας επί παρεπομένων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, και συγκεκριμένα επί των αιτημάτων καταβολής αποζημιώσεως, καταστροφής ή ανακλήσεως των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου ή ακόμη δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, παράγουν έννομα αποτελέσματα στο σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φράση «άλλες κυρώσεις» αφορά αιτήματα όπως είναι η καταστροφή προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, η ανάκληση των προϊόντων αυτών καθώς και η δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο. Αντιθέτως, δεν εμπίπτουν στην έννοια της φράσεως αυτής τα αιτήματα καταβολής αποζημιώσεως, προσκομίσεως λογιστικών στοιχείων της επιχειρήσεως καθώς και αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου.
3.
Το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το εφαρμοστέο δίκαιο επί των παρεπόμενων αιτημάτων αγωγής παραποιήσεως/απομιμήσεως, και συγκεκριμένα επί των αιτημάτων καταστροφής των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως, ανακλήσεως των προϊόντων αυτών, δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως στον Τύπο, καταβολής αποζημιώσεως, προσκομίσεως λογιστικών παραστατικών της επιχειρήσεως καθώς και αποδόσεως των εξόδων για αμοιβή δικηγόρου είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου συντελέστηκε ή επαπειλείται η επέλευση του γενεσιουργού της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως γεγονότος. Εν προκειμένω, το γενεσιουργό της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως γεγονός είναι η κατασκευή των προϊόντων παραποιήσεως/απομιμήσεως.
4.
Το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 6/2002 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φράση «πράξεις αναπαραγωγής του σχεδίου ή υποδείγματος χάριν παραδείγματος» αφορά και τη χρήση από τρίτο της εικόνας προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται προστατευόμενα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, με σκοπό την εμπορική διάθεση των δικών του προϊόντων. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η πράξη αυτή αναπαραγωγής δεν αντίκειται στα συναλλακτικά ήθη, δεν βλάπτει παρανόμως τη συνήθη εκμετάλλευση των σχεδίων ή υποδειγμάτων αυτών και ότι προσδιορίζεται η πηγή από την οποία αυτά προέρχονται.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2002, L 3, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.
( 4 ) ΕΕ 2007, L 199, σ. 40, στο εξής: κανονισμός Ρώμη II.
( 5 ) ΕΕ 1998, C 27, σ. 1.
( 6 ) Το στοιχείο «Wii» αποτελεί σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταχωρισμένο από τη Nintendo.
( 7 ) Βλ. σκέψη 8 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑24/16 στη γλώσσα διαδικασίας.
( 8 ) Βλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Painer (C‑145/10, EU:C:2011:798, σκέψη 83), και της 12ης Ιουλίου 2012, Solvay (C‑616/10, EU:C:2012:445, σκέψη 23).
( 9 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1).
( 10 ) Βλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 2011, DHL Express France (C‑235/09, στο εξής: απόφαση DHL Express France, EU:C:2011:238, σκέψη 33).
( 11 ) Βλ. απόφαση DHL Express France (σκέψη 44).
( 12 ) Βλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Nokia (C‑316/05, EU:C:2006:789, σκέψη 60), και DHL Express France (σκέψη 57).
( 13 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 6/2002.
( 14 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση DHL Express France (σκέψη 54).
( 15 ) Βλ. άρθρο 67, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ.
( 16 ) Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 40).
( 17 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού 6/2002.
( 18 ) Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση H. Gautzsch Großhandel (C‑479/12, EU:C:2013:537), του οποίου τη γνώμη συμμερίζομαι απολύτως.
( 19 ) Βλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, H. Gautzsch Großhandel (C‑479/12, στο εξής: απόφαση H. Gautzsch Großhandel, EU:C:2014:75, σκέψη 52).
( 20 ) Βλ. απόφαση H. Gautzsch Großhandel (σκέψη 53).
( 21 ) Βλ. απόφαση H. Gautzsch Großhandel (σκέψη 53).
( 22 ) Βλ. την ιστοσελίδα της Direction générale de la concurrence, de la consommation et de la répression des fraudes (Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού, Καταναλωτών και Καταστολής της Απάτης, Γαλλία) στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: .
( 23 ) Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Coty Germany (C‑360/12, στο εξής: απόφαση Coty Germany, EU:C:2014:1318).
( 24 ) Βλ. σκέψη 31 της αποφάσεως Coty Germany.
( 25 ) Το άρθρο 93, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 χρησιμοποιεί τους όρους «État membre sur le territoire duquel» [«κράτους μέλους στο οποίο»] ενώ το άρθρο 89, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 6/2002 χρησιμοποιεί τους όρους «État membre dans lequel»«[κράτους μέλους στο οποίο]». Στο γερμανικό κείμενο των κανονισμών αυτών, η διατύπωση των σχετικών χωρίων είναι πανομοιότυπη, ειδικότερα αμφότερες οι διατάξεις χρησιμοποιούν τη φράση «Mitgliedstaats […], in dem».
( 26 ) Σκέψη 34 της αποφάσεως Coty Germany.
( 27 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού αυτού.
( 28 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 16 και 17 καθώς και άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
( 29 ) Βλ. άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
( 30 ) Βλ. Kaesmacher, D., και Stamos, T., Brevets, marques, droits d’auteurs…: mode d’emploi, Librairie Générale de Droit et de Jurisprudence, Παρίσι, 2009, σ. 265.
( 31 ) Βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Vnuk (C‑162/13, EU:C:2014:2146, σκέψη 46).
( 32 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 7 του εν λόγω κανονισμού.
( 33 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 6/2002.
( 34 ) Βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2005, Gillette Company και Gillette Group Finland (C‑228/03, EU:C:2005:177, σκέψη 29).
( 35 ) Ο όρος «illustration» ορίζεται από το λεξικό Larousse ως εξής: «[π]ράξη με την οποία διασαφηνίζεται μέσω παραδειγμάτων μια αφηρημένη ανάπτυξη, πράγμα που έχει αξία εφαρμογής, εξακριβώσεως, επιδείξεως».
( 36 ) Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 84).
( 37 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).
( 38 ) Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, Toshiba Europe (C‑112/99, EU:C:2001:566, σκέψη 58).