ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
EVGENI TANCHEV
της 26ης Απριλίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑180/16 P
Toshiba Corporation
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Άρθρο 101 ΣΛΕΕ — Εξοπλισμός μεταγωγής με μόνωση αερίου — Απόφαση της Επιτροπής τροποποιούσα την αρχική απόφαση κατόπιν μερικής ακυρώσεως από το Γενικό Δικαστήριο — Πρόστιμα — Δικαιώματα άμυνας — Ανακοίνωση αιτιάσεων — Ίση μεταχείριση — Συμμετοχή σε ορισμένες πτυχές της σύμπραξης — Δεδικασμένο»
1.
Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, η Toshiba Corp. (στο εξής: Toshiba) ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ( 2 ), με την οποία το τελευταίο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας με αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής εκδοθείσης στις 27 Ιουνίου 2012 ( 3 ) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) με βάση το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου ( 4 ). Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποίησε προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής, εκδοθείσα στις 24 Ιανουαρίου 2007 ( 5 ) (στο εξής: απόφαση του 2007), με την οποία επιβλήθηκαν πρόστιμα σε ορισμένες ευρωπαϊκές και ιαπωνικές επιχειρήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η Toshiba, λόγω συμμετοχής τους σε μια παγκόσμιας εμβέλειας σύμπραξη στην αγορά του εξοπλισμού μεταγωγής με μόνωση αερίου (στο εξής: ΕΜΜΑ).
2.
Η απόφαση του 2007 είχε ακυρωθεί από το Γενικό Δικαστήριο καθόσον επέβαλε πρόστιμο στην Toshiba, με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή είχε παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου ( 6 ). Ωστόσο, η απόφαση της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ εξακολούθησε να ισχύει. Για να θεραπεύσει την κατάσταση αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επέβαλε νέο πρόστιμο στην Toshiba. Το πρόστιμο αυτό υπολογίστηκε με εφαρμογή της μεθόδου που προέκρινε ως κατάλληλη το Γενικό Δικαστήριο.
3.
Η υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως θέτει ένα διαδικαστικής φύσεως ζήτημα, που είναι το αν η Επιτροπή οφείλει να εκδώσει νέα ανακοίνωση αιτιάσεων πριν από την εκ νέου έκδοση μιας αποφάσεως που έχει ακυρωθεί από το Γενικό Δικαστήριο. Θέτει επίσης ζητήματα που έχουν σχέση με τον υπολογισμό του προστίμου χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
I. Το νομικό πλαίσιο
4.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 με τον τίτλο «Διαπίστωση και παύση της παράβασης» ορίζει τα εξής:
«Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της Συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφασή της τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέλος στη διαπιστωθείσα παράβαση. […]»
5.
Το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 (με τον τίτλο «Πρόστιμα») ορίζει τα εξής:
«[…]
«2. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α)
διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της Συνθήκης […]
3. Ο καθορισμός του ύψους του προστίμου γίνεται με βάση τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης. […]»
6.
Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 («Ακρόαση των μερών, των καταγγελλόντων και των λοιπών τρίτων ενδιαφερομένων») ορίζει τα εξής:
«Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 23 και στο άρθρο 24 παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία που έχει κινήσει η Επιτροπή τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. […]»
7.
Στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής ( 7 ) («Κοινοποίηση αιτιάσεων και απαντήσεις») ορίζεται ότι:
«1. Η Επιτροπή ενημερώνει εγγράφως τα εμπλεκόμενα μέρη σχετικά με τις αιτιάσεις που διατυπώνονται εναντίον τους. Η κοινοποίηση αιτιάσεων αποστέλλεται χωριστά σε κάθε εμπλεκόμενο μέρος.
2. Κατά την αποστολή της κοινοποίησης αιτιάσεων στα εμπλεκόμενα μέρη, η Επιτροπή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη αυτά μπορούν να διατυπώσουν εγγράφως τις απόψεις τους. […]»
8.
Το άρθρο 11 του κανονισμού 773/2004 έχει ως εξής:
«1. Η Επιτροπή παρέχει στα μέρη, προς τα οποία έχει αποστείλει κοινοποίηση αιτιάσεων, τη δυνατότητα να τύχουν ακρόασης πριν ζητήσει τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 1/2003.
2. Στις αποφάσεις της, η Επιτροπή ασχολείται μόνο με τις αιτιάσεις ως προς τις οποίες τα μέρη στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.»
9.
Στην πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη παράγραφο του Τμήματος 1.Α των Κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής του 1998 για τον υπολογισμό των προστίμων ( 8 ) αναφέρονται τα εξής:
«Για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της παράβασης πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας της ίδιας της παραβάσεως, ο πραγματικός της αντίκτυπος επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, καθώς και η έκταση της γεωγραφικής αγοράς αναφοράς.
Με τον τρόπο αυτό οι παραβάσεις ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες και καθιερώνεται η διάκριση μεταξύ ελαφρών παραβάσεων, σοβαρών παραβάσεων και πολύ σοβαρών παραβάσεων.
[…]
Εντός καθεμιάς από τις ανωτέρω κατηγορίες, και ιδίως προκειμένου για τις κατηγορίες των σοβαρών και πολύ σοβαρών παραβάσεων, η κλιμάκωση των προβλεπόμενων κυρώσεων θα καταστήσει δυνατή τη διαφοροποίηση της μεταχείρισης που είναι σκόπιμο να επιφυλαχθεί στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ανάλογα με τον χαρακτήρα των παραβάσεων που αυτές έχουν διαπράξει.»
10.
Σύμφωνα με την έκτη παράγραφο του Τμήματος 1.Α των Κατευθυντηρίων γραμμών του 1998:
«Οσάκις πρόκειται για παραβάσεις στις οποίες εμπλέκονται περισσότερες επιχειρήσεις (π.χ. συνασπισμοί επιχειρήσεων), θα είναι ενδεχομένως σκόπιμο να γίνεται στάθμιση, σε ορισμένες περιπτώσεις, των ποσών που προκύπτουν για καθεμιά από τις τρεις κατηγορίες που προβλέπονται ανωτέρω, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το ειδικό βάρος κάθε επιχείρησης και, κατ’ επέκταση, ο πραγματικός αντίκτυπος της παράνομης συμπεριφοράς της για τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα αν υφίστανται σημαντικές διαφορές ως προς το μέγεθος μεταξύ επιχειρήσεων που διαπράττουν το ίδιο είδος παράβασης.»
II. Το ιστορικό της διαφοράς
Α. Η απόφαση του 2007 και το ιστορικό της
11.
Η υπόθεση ξεκίνησε μετά από την υποβολή αιτήσεως για μη επιβολή προστίμου. Κατόπιν αιφνιδιαστικών ελέγχων στις εγκαταστάσεις διαφόρων επιχειρήσεων κατασκευής ΕΜΜΑ, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων στις 20 Απριλίου 2006. Στις 21 Ιουνίου 2006, εκδόθηκε προσθήκη στην ανακοίνωση αιτιάσεων (στις οποίες στο εξής θα αναφέρομαι με τον όρο: ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006). Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 18 και 19 Ιουλίου 2006.
12.
Στην απόφαση του 2007, η Επιτροπή έκρινε ότι οι κύριοι Ιάπωνες και Ευρωπαίοι κατασκευαστές ΕΜΜΑ, συμπεριλαμβανομένης της Mitsubishi Electric Corporation (στο εξής: Melco) και της Toshiba, είχαν παραβεί το άρθρο 81 ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ) συντονίζοντας την κατανομή των συμβάσεων προμηθείας ΕΜΜΑ ανά τον κόσμο επί τη βάσει ποσοστώσεων που αποτύπωναν σε μεγάλο βαθμό τα μερίδια που κατείχαν μέχρι τότε στην αγορά.
13.
Η παράβαση την οποία αφορούσε η απόφαση του 2007 περιελάμβανε τρία βασικά στοιχεία.
14.
Πρώτον, οι συμβάσεις προμηθείας ΕΜΜΑ παγκοσμίως κατανέμονταν σύμφωνα με τους κανόνες που περιέχονται σε μια συμφωνία που υπεγράφη στη Βιέννη, στις 15 Απριλίου 1988 (στο εξής: συμφωνία ΠΠ [παγκoσμίων ποσοστώσεων]). Η συμφωνία ΠΠ, η οποία ίσχυε για ολόκληρο τον κόσμο με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Ιαπωνία και τις χώρες των ευρωπαϊκών μελών της σύμπραξης, βασιζόταν στην παραχώρηση μιας «κοινής ιαπωνικής ποσόστωσης» στις ιαπωνικές επιχειρήσεις και μιας «κοινής ευρωπαϊκής ποσόστωσης» στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
15.
Δεύτερον, υπήρχε «κοινό σύμφωνο» με βάση το οποίο οι συμβάσεις προμήθειας ΕΜΜΑ στην Ιαπωνία περιέρχονταν αποκλειστικά στις ιαπωνικές επιχειρήσεις, ενώ οι συμβάσεις προμήθειας ΕΜΜΑ στις εθνικές αγορές των ευρωπαϊκών εταιρειών-μελών της σύμπραξης περιέρχονταν στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές εταιρείες. Επιπλέον, με βάση το «κοινό σύμφωνο» συμβάσεις προμήθειας ΕΜΜΑ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες περιέρχονταν επίσης στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις-μέλη της σύμπραξης, αφού οι ιαπωνικές επιχειρήσεις-μέλη της σύμπραξης είχαν δεσμευθεί να μην υποβάλλουν προσφορές στην Ευρώπη.
16.
Τρίτον, μια άλλη συμφωνία, που επίσης υπεγράφη στη Βιέννη στις 15 Απριλίου 1988 (στο εξής: συμφωνία ΕΠ [ευρωπαϊκών ποσοστώσεων]) όριζε τον τρόπο με τον οποίο οι κοινές ευρωπαϊκές ποσοστώσεις θα κατανέμονταν μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
17.
Η Επιτροπή θεώρησε αυτή τη δέσμη μέτρων ως μια ενιαία και διαρκή παράβαση, η οποία είχε ως σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ.
18.
Στο άρθρο 1 της αποφάσεως του 2007, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Toshiba είχε μετάσχει στην παράβαση τουλάχιστον από τις 15 Απριλίου 1988 (ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας ΠΠ και της Συμφωνίας ΕΠ) και μέχρι τις 11 Μαΐου 2004 (όταν η Επιτροπή διενήργησε αιφνιδιαστικούς ελέγχους στις εγκαταστάσεις των σημαντικότερων κατασκευαστών ΕΜΜΑ) ( 9 ).
19.
Ωστόσο, μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2002 και 11ης Μαΐου 2004, η Toshiba είχε μετάσχει στην παράβαση δια της κοινοπραξίας της με ποσοστά συμμετοχής 50/50 με την Melco, δηλαδή της TM T&D Corporation (στο εξής: TM T&D). Αμφότερες οι μετέχουσες στην κοινοπραξία εταιρείες είχαν ασκήσει σημαντική επιρροή στη συμπεριφορά της TM T&D. Επομένως, η Toshiba κρίθηκε ως μόνη υπεύθυνη για την συμμετοχή της στην παράβαση μεταξύ 15ης Απριλίου 1988 και 1ης Οκτωβρίου 2002 και ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη με την Melco για την παράβαση που διέπραξε η TM T&D μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2002 και 11ης Μαΐου 2004 ( 10 ).
20.
Κατά συνέπεια, με το άρθρο 2, στοιχεία ηʹ και θʹ, της αποφάσεως του 2007, επεβλήθη στην Toshiba πρόστιμο ύψους 86250000 ευρώ, ενώ στην Toshiba και Melco αλληλεγγύως και εις ολόκληρον επεβλήθη πρόστιμο ύψους 4650000 ευρώ.
Β. Η προσφυγή κατά της αποφάσεως του 2007
21.
Με την απόφαση του 2011, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή για ακύρωση του άρθρου 1 της αποφάσεως του 2007. Ωστόσο, ακύρωσε το άρθρο 2, στοιχεία ηʹ και θʹ, της εν λόγω αποφάσεως, καθόσον αφορούσε την Toshiba ( 11 ) για τον λόγο ότι, χρησιμοποιώντας διαφορετικά έτη αναφοράς για τις ιαπωνικές επιχειρήσεις (2001) και τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις (2003) για να υπολογίσει τα αρχικά ποσά των προστίμων, η Επιτροπή παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ( 12 ).
22.
Η Επιτροπή είχε ενεργήσει με σκοπό να λάβει υπόψη την άνιση ανταγωνιστική ισχύ μεταξύ της Toshiba και της Melco λαμβάνοντας ως έτος αναφοράς το τελευταίο έτος της συμμετοχής των εν λόγω εταιρειών στην σύμπραξη ως χωριστών επιχειρήσεων, που ήταν το 2001. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο σκοπός αυτός ήταν θεμιτός, αλλά θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί χωρίς να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως οι ιαπωνικές και οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, προκειμένου να καθορίσει τα αρχικά ποσά των προστίμων της Toshiba και της Melco, η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε υπολογίσει το αρχικό ποσό ως προς την TM T&D με βάση τον κύκλο εργασιών της εν λόγω εταιρείας κατά το έτος 2003, και κατόπιν να είχε επιμερίσει το αρχικό ποσό της TM T&D μεταξύ της Toshiba και της Melco ανάλογα με τις πωλήσεις ΕΜΜΑ αυτών κατά το 2001. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή θα είχε χρησιμοποιήσει το 2003 ως έτος αναφοράς και για τις ιαπωνικές επιχειρήσεις.
23.
Με την απόφαση του 2013, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του 2011.
Γ. Η προσβαλλόμενη απόφαση και το ιστορικό της
24.
Στις 15 Φεβρουαρίου 2012, η Επιτροπή απέστειλε στην Toshiba έκθεση πραγματικών περιστατικών, όπου ανέφερε ότι προετίθετο να εκδώσει νέα απόφαση επιβολής προστίμου στην Toshiba και εξέθετε τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά τη γνώμη της, ήταν κρίσιμα για τον υπολογισμό του εν λόγω προστίμου (στο εξής: έκθεση πραγματικών περιστατικών του 2012).
25.
Στις 7 και 23 Μαρτίου 2012, η Toshiba διατύπωσε τις παρατηρήσεις της επί της εκθέσεως αυτής.
26.
Στις 12 Ιουνίου 2012, πραγματοποιήθηκε συνάντηση των εκπροσώπων της και της ομάδας της Επιτροπής στην οποία είχε ανατεθεί η υπόθεση.
27.
Στις 27 Ιουνίου 2012, η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Η απόφαση αυτή τροποποιούσε, ιδίως, το άρθρο 2, στοιχεία ηʹ και θʹ, της αποφάσεως του 2007. Διαπίστωσε ότι η Toshiba ήταν η μόνη υπόχρεη για την καταβολή ποσού 56793000 ευρώ, ενώ η Toshiba και η Melco ήταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεες για την καταβολή ποσού 4650000 ευρώ ( 13 ). Τα ποσά αυτά είχαν υπολογιστεί χρησιμοποιώντας το 2003 ως έτος αναφοράς και σύμφωνα με την μέθοδο υπολογισμού που προέκρινε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση του 2011 ( 14 ).
III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
28.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 2012, η Toshiba άσκησε προσφυγή κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
29.
Με απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2016, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
30.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, έχοντας αποστείλει στην Toshiba έκθεση πραγματικών περιστατικών και όχι νέα ανακοίνωση αιτιάσεων πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν είχε παραβιάσει τα δικαιώματα αμύνης της Toshiba. Η ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006 παρείχε στην Toshiba τις αναγκαίες πληροφορίες που της επέτρεπαν να υπερασπιστεί δεόντως τον εαυτό της, καθότι παρέθετε τα ουσιώδη στοιχεία προσδιορισμού του ύψους του προστίμου. Η ακρίβεια, ο λυσιτελής χαρακτήρας ή το κύρος των στοιχείων αυτών δεν είχε αμφισβητηθεί από το δικαστήριο στην απόφαση του 2011. Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής δεν είχε εκδοθεί βάσει άλλων στοιχείων πλην αυτών που περιέχονταν στην ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006.
31.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε παραλείψει να δικαιολογήσει τον καθορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου της TM T&D στα 31000000 ευρώ.
32.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, υπολογίζοντας το επιβληθέν στην Toshiba πρόστιμο με βάση ένα υποθετικό αρχικό ποσό για την κοινοπραξία, και όχι με βάση τον κύκλο εργασιών της Toshiba, η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Δεδομένου ότι η Toshiba δεν πραγματοποίησε πωλήσεις ΕΜΜΑ το 2003 (είχε μεταβιβάσει τις εργασίες ΕΜΜΑ στην TM T&D), το εις βάρος της πρόστιμο δεν ήταν δυνατό να υπολογιστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που υπολογίστηκε το πρόστιμο των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
33.
Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε παραβεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ως εκ του ότι προσδιόρισε τα αρχικά ποσά χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η Toshiba δεν είχε συμμετάσχει στις συμπαιγνιακές πρακτικές που αφορούσαν τον ΕΟΧ, ενώ οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είχαν λάβει μέρος στις πρακτικές αυτές.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
34.
Με αναίρεση που άσκησε στις 29 Μαρτίου 2016, η Toshiba ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και είτε να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να μειώσει το ποσό του προστίμου που της έχει επιβληθεί, δυνάμει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο. Η Toshiba ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της αναιρετικής όσο και της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
35.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Toshiba στα δικαστικά έξοδα.
V. Εξέταση των λόγων αναιρέσεως
36.
Η Toshiba προβάλλει τρείς λόγους αναιρέσεως. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε τα δικαιώματα αμύνης της. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η μέθοδος την οποία εφήρμοσε η Επιτροπή για τον υπολογισμό του επιβληθέντος σε αυτήν προστίμου δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Τρίτον, διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον απεφάνθη ότι, αρνούμενη να μειώσει το εις βάρος της αναιρεσείουσας πρόστιμο με βάση το μερίδιο συμμετοχής της στην παράβαση, η Επιτροπή δεν παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Α. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
37.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Toshiba ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι, αποστέλλοντας πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως έκθεση πραγματικών περιστατικών αντί για ανακοίνωση αιτιάσεων, η Επιτροπή δεν παραβίασε τα δικαιώματα αμύνης της αναιρεσείουσας. Κατά την Toshiba, η Επιτροπή όφειλε να εκδώσει ανακοίνωση αιτιάσεων.
38.
Η Toshiba υποστηρίζει, πρώτον, ότι, σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελεί την «προέκταση» της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως του 2007.
39.
Δεύτερον, η Toshiba διατείνεται ότι, ενώ το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απεφάνθη, στην σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να παράσχει πρόσθετα στοιχεία σχετικά με τους τρόπους υλοποιήσεως της προθέσεώς της να διασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου, υπέπεσε σε αντίφαση δεχόμενο στην ίδια αυτή σκέψη ότι τα στοιχεία αυτά μπορούσαν να παρασχεθούν «κατόπιν της αποστολής της ανακοίνωσης αιτιάσεων» και όχι στην ίδια την ανακοίνωση αιτιάσεων. Στην σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η Toshiba είχε το δικαίωμα να διατυπώσει την άποψή της, όχι μόνο σε σχέση με το πρόσθετο ποσό του προστίμου που επεβλήθη για αποτρεπτικούς λόγους, αλλά και σε σχέση με την μέθοδο επιβολής προστίμων εν γένει. Τα δικαιώματα αμύνης της Toshiba προστατεύονται μόνον εφόσον τα πρόσθετα στοιχεία που αφορούν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα παρέχονται στο πλαίσιο ανακοινώσεως αιτιάσεων, καθότι η έκδοση ανακοινώσεως αιτιάσεων, σε αντίθεση με την επιστολή πραγματικών περιστατικών, προβλέπεται στον κανονισμό 1/2003 και στον κανονισμό 773/2004 και ενεργοποιεί και άλλα διαδικαστικά δικαιώματα, ήτοι την έκδοση αποφάσεως από το Σώμα των Επιτρόπων και διεξαγωγή ακροάσεως.
40.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αν το νόημα του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι ότι η επιβολή προστίμου ήταν δυνατή μόνο στο πλαίσιο νέας διαδικασίας, τότε αυτός προβάλλεται απαραδέκτως αφού δεν προβλήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
41.
Όσον αφορά την ουσία, η Επιτροπή αναφέρει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εφόσον έχει την έννοια ότι έπρεπε να εκδοθεί νέα ανακοίνωση αιτιάσεων προτού εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί.
42.
Πρώτον, η Επιτροπή τονίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν η συνέχεια της διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση του 2007. Και τούτο επειδή, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία αντικατάστασης μιας ακυρωθείσης από το Γενικό Δικαστήριο πράξεως πρέπει να επανεκκινεί από το σημείο ακριβώς όπου μεσολάβησε η παρανομία.
43.
Δεύτερον, η Επιτροπή διατείνεται ότι, μολονότι συνέταξε έκθεση πραγματικών περιστατικών πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είχε υποχρέωση να το πράξει, καθότι όλες οι αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό του προστίμου είχαν ήδη παρασχεθεί στο πλαίσιο της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε υποχρέωση να παράσχει στοιχεία σχετικά με τους τρόπους υλοποιήσεως της προθέσεώς της να διασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου, καθότι η νομολογία την οποία επικαλείται το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω σκέψη αφορά όχι τον υπολογισμό του προστίμου αλλά τη διαπίστωση υπάρξεως παραβάσεως.
2. Ανάλυση
a) Επί του παραδεκτού
44.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον εισάγει νέο ισχυρισμό. Κατά την Επιτροπή, η Toshiba δεν ισχυρίστηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να διεξαγάγει προηγουμένως νέα διαδικασία.
45.
Είναι αλήθεια ότι η Toshiba δεν υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να επαναλάβει προηγουμένως ολόκληρη τη διαδικασία. Ωστόσο, δεν προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αναφέροντας ότι η διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι η «προέκταση» της διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση του 2007, η Toshiba απλώς υποστηρίζει ότι απαιτείται νέα ανακοίνωση αιτιάσεων, αφού η ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006 δεν συνιστά έγκυρη προπαρασκευαστική πράξη εν όψει της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην απάντησή της, η Toshiba διευκρινίζει ότι, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, απλώς προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε εσφαλμένως τον ισχυρισμό της ότι είναι απαιτείται η έκδοση νέας ανακοινώσεως αιτιάσεων.
46.
Συνεπώς, θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υποβάλλεται παραδεκτώς.
β) Επί της ουσίας
47.
Η Επιτροπή δεν είχε, κατά τη γνώμη μου, την υποχρέωση να εκδώσει νέα ανακοίνωση αιτιάσεων προτού προχωρήσει στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πρώτον, η ακύρωση της αποφάσεως του 2007 δεν είχε καμία επίπτωση στο κύρος της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006. Δεύτερον, η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να παράσχει στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως στοιχεία σχετικά με τους τρόπους υλοποιήσεως της προθέσεώς της να διασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου.
1) Ως προς το κύρος της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006
48.
Κατά πάγια νομολογία, η ακύρωση πράξεως της Ένωσης δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκην τις προπαρασκευαστικές πράξεις, αφού η διαδικασία που αποσκοπεί στην αντικατάσταση της ακυρωθείσης πράξεως μπορεί κατ’ αρχήν να επαναληφθεί από το συγκεκριμένο σημείο κατά το οποίο εχώρησε η παρανομία ( 15 ).
49.
Η απάντηση στο ερώτημα αν η ακύρωση της αποφάσεως του 2007 επηρέασε το κύρος της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006 πρέπει να δοθεί λαμβανομένου υπόψη του πεδίου εφαρμογής της δικαστικής αποφάσεως του 2011. Για να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως, είναι αναγκαία η αναδρομή στο σκεπτικό της. Το εν λόγω σκεπτικό πρώτον, προσδιορίζει επακριβώς τη διάταξη που θεωρείται ως παράνομη και, δεύτερον, εκθέτει τους ακριβείς λόγους της παρανομίας που διαπιστώνεται στο διατακτικό ( 16 ).
50.
Στο σκεπτικό της αποφάσεως του 2011 αναφέρεται ότι η απόφαση του 2007 ακυρώθηκε λόγω παραβάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον υπολογισμό του προστίμου. Προκειμένου να υπολογίσει τα αρχικά ποσά των προστίμων, η Επιτροπή χρησιμοποίησε το 2001 ως έτος αναφοράς στην περίπτωση των ιαπωνικών επιχειρήσεων και το 2003 στην περίπτωση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Το 2003 ήταν το τελευταίο πλήρες έτος τελέσεως της παραβάσεως. Χρησιμοποιώντας το 2001 ως έτος αναφοράς ως προς τις ιαπωνικές επιχειρήσεις, η Επιτροπή θέλησε να λάβει υπόψη την άνιση θέση στην αγορά των δύο μετόχων της TM T&D (η Melco κατείχε σημαντικά μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς ΕΜΜΑ από την Toshiba). Το 2001 ήταν το τελευταίο έτος άμεσης συμμετοχής της Toshiba και της Melco στην παράβαση πριν από την ίδρυση της TM T&D. Η συνεκτίμηση της άνισης θέσεως της Toshiba και της Melco θα είχε καταστεί αδύνατη αν η Επιτροπή είχε κατανείμει τον κύκλο εργασιών της TM T&D μεταξύ της Toshiba και της Melco με βάση τα αντίστοιχα μερίδιά τους στην κοινοπραξία (ήταν μια κοινοπραξία με ποσοστά συμμετοχής 50/50). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι θεμιτός, ο σκοπός της Επιτροπής θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί χωρίς να τύχουν άνισης μεταχειρίσεως οι ιαπωνικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει τον κύκλο εργασιών της TM T&D του έτους 2003 για να υπολογίσει το αρχικό ποσό του προστίμου για την TM T&D, και κατόπιν να το είχε επιμερίσει μεταξύ της Toshiba και της Melco σύμφωνα με το αναλογούν σε καθεμία τους ύψος πωλήσεων ΕΜΜΑ κατά το έτος 2001 ( 17 ). Επομένως, η παρανομία συνίστατο στην επιλογή του έτους αναφοράς που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των αρχικών ποσών των προστίμων.
51.
Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι στην ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006 δεν περιέχεται καμία ένδειξη ότι, προκειμένου να υπολογιστούν τα αρχικά ποσά των προστίμων, μπορεί να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά έτη αναφοράς για τις ιαπωνικές και για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Συνεπώς, το ότι έγινε δεκτό στην απόφαση του 2011 ότι η επιλογή του έτους 2001 ως έτους αναφοράς όσον αφορά τις ιαπωνικές επιχειρήσεις είναι παράνομη δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006.
52.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς δέχθηκε, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το περιεχόμενο της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006 «δεν [είχε] θεωρηθεί παράνομο στην απόφαση [του 2011]».
53.
Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από τις αποφάσεις ThyssenKrupp Stainless ( 18 ) και Bolloré ( 19 ), όπου κρίθηκε ότι ήταν αναγκαία η έκδοση νέας ανακοινώσεως αιτιάσεων πριν από την έκδοση νέας αποφάσεως προς αντικατάσταση εκείνης που ακυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο.
54.
Στις δύο αυτές υποθέσεις, οι αρχικές αποφάσεις της Επιτροπής ακυρώθηκαν για τον λόγο ότι στηρίζονταν σε στοιχεία τα οποία δεν είχαν περιληφθεί στην ανακοίνωση αιτιάσεων και επί των οποίων δεν είχε δοθεί στα μέρη η ευκαιρία να εκθέσουν τις απόψεις τους ( 20 ).
55.
Αντίθετα, στην υπό κρίσιν υπόθεση, η απόφαση του 2007 ακυρώθηκε για τον λόγο ότι, χρησιμοποιώντας διαφορετικά έτη αναφοράς για τις ιαπωνικές και για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, η Επιτροπή τις είχε μεταχειριστεί με άνισο τρόπο. Η απόφαση του 2007 δεν ακυρώθηκε επί τη βάσει του ότι στην ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006 δεν είχε γίνει λόγος για την πρόθεση της Επιτροπής να χρησιμοποιήσει το 2001 ως έτος αναφοράς ως προς τις ιαπωνικές επιχειρήσεις.
56.
Ούτε, άλλωστε, επηρεάζεται το συμπέρασμα του σημείου 52 ανωτέρω από τον ισχυρισμό της Toshiba ότι η απόφαση PVC II δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Στην απόφαση PVC II, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απαιτείτο η έκδοση νέας ανακοινώσεως αιτιάσεων ( 21 ). Κατά την Toshiba, στην υπόθεση PVC II, η απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε λόγω διαδικαστικού ελαττώματος, ενώ στην υπό κρίσιν υπόθεση η απόφαση του 2007 ακυρώθηκε λόγω του παράνομου χαρακτήρα της μεθόδου υπολογισμού του προστίμου.
57.
Κατά τη γνώμη μου, ο λόγος για τον οποίο δεν θεωρήθηκε αναγκαία η έκδοση νέας ανακοινώσεως αιτιάσεων στην υπόθεση PVC II δεν είναι το ότι το σφάλμα αφορούσε την διαδικασία και όχι την ουσία της αποφάσεως ή τον υπολογισμό του προστίμου. Είναι ότι το σφάλμα συνίστατο στην ελαττωματική κύρωση της αποφάσεως από το Σώμα των Επιτρόπων. Δεδομένου ότι κύρωση απαιτείται μόνο προκειμένου για απόφαση που διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (όχι για την ανακοίνωση αιτιάσεων), το σφάλμα αυτό δεν μπορούσε να επηρεάσει το κύρος της ανακοινώσεως αιτιάσεων ( 22 ). Το αυτό μπορεί να λεχθεί και όσον αφορά την απόφαση ICI II ( 23 ).
58.
Πρέπει να προσθέσω ότι οι περιστάσεις της υπό κρίσιν υποθέσεως διαφέρουν από αυτές που εξέτασε ο Γενικός Εισαγγελίας Ν. Wahl στις πρόσφατες προτάσεις του επί της υποθέσεως Feralpi. ( 24 ).
59.
Η απόφαση της Επιτροπής είχε ακυρωθεί για τον λόγο ότι η νομική βάση της ήταν το άρθρο 65, παράγραφοι 4 και 5, ΑΧ και η Επιτροπή δεν ήταν πλέον αρμόδια να διαπιστώνει παραβάσεις του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ μετά την λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ ( 25 ). Η Επιτροπή εξέδωσε κατόπιν αυτού νέα απόφαση επί τη βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Στην απόφαση Feralpi, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να εκδώσει νέα ανακοίνωση αιτιάσεων πριν από την έκδοση της νέας αποφάσεως, αφού, πρώτον, η παρανομία είχε χωρήσει κατά το στάδιο λήψεως της αποφάσεως και, δεύτερον, τα πραγματικά περιστατικά και οι αιτιάσεις δεν παρουσίαζαν διαφορές μεταξύ των δύο αποφάσεων ( 26 ).
60.
Κατά τον γενικό εισαγγελέα Ν. Wahl, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου έπρεπε να αναιρεθεί και η νέα απόφαση της Επιτροπής έπρεπε να ακυρωθεί. Πρώτον, δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία ενέργεια σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί 1/2003 ή 17 ( 27 ), είτε μετά την ακύρωση της αποφάσεως ( 28 ) είτε πριν ( 29 )από αυτήν. Δεύτερον, οι διαδικαστικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν υπό το καθεστώς των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως έγκυρες προπαρασκευαστικές πράξεις για την έκδοση της νέας αποφάσεως. Τούτο δε, επειδή οι αρμοδιότητες που απένειμε στην Επιτροπή ο κανονισμός 1/2003 ήταν διαφορετικές από αυτές που της απένεμε η Συνθήκη ΕΚΑΧ ( 30 ) και «δεν υπήρχε διαδικασία –διεξαχθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών 17/62 και 2842/98 ( 31 ) οι οποίες αντιστοιχούν στις τωρινές διατάξεις των κανονισμών 1/2003 και 773/2004– την οποία η Επιτροπή θα μπορούσε να επαναλάβει ώστε να προβεί αμέσως στην έκδοση της νέας αποφάσεως» ( 32 ). Συνεπώς, η Επιτροπή δεν είχε τη δυνατότητα να εκδώσει νέα απόφαση χωρίς να πραγματοποιήσει, τουλάχιστον, μια νέα ακρόαση ούτως ώστε τα μέρη να έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους παρουσία των εκπροσώπων των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών, οι οποίοι καλούνται να προσέλθουν στην ακρόαση και τους οποίους, ως μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η Επιτροπή πρέπει να συμβουλεύεται πριν από την έκδοση αποφάσεως. Είχε ιδιαίτερη σημασία να κληθεί να συμμετάσχει η ιταλική αρχή ανταγωνισμού, καθότι η καταγγελλόμενη παράβαση συνδεόταν με το έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους, της Ιταλίας ( 33 ).
61.
Όπως προεκτέθηκε, θεωρώ ότι οι περιστάσεις της υπό κρίσιν υποθέσεως διαφέρουν από αυτές της υποθέσεως Feralpi και η λύση την οποία πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Ν. Wahl δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Στην υπόθεση Feralpi, ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν μπορούσε, κατά τον γενικό εισαγγελέα Ν. Wahl, να προχωρήσει αμέσως στην έκδοση μιας νέας αποφάσεως ήταν ότι η διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της ακυρώσεως της αποφάσεως είχε (ως επί το πλείστον) πραγματοποιηθεί βάσει διαδικαστικών κανόνων που είχαν πάψει να ισχύουν και οι νέοι διαδικαστικοί κανόνες δεν ήταν δυνατό να θεωρηθούν ως ισοδύναμοι ( 34 ). Αντίθετα, στην υπό κρίσιν υπόθεση, ίσχυαν οι ίδιοι διαδικαστικοί κανόνες (οι κανονισμοί 1/2003 και 773/2004) καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Ίσχυαν όταν εκδόθηκε η ανακοίνωση αιτιάσεων, στις 20 Απριλίου 2006, καθώς και όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ( 35 ). Συνεπώς, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η Επιτροπή μπορούσε να προχωρήσει αμέσως στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως μετά την ακύρωση της αποφάσεως του 2007.
62.
Για τους ανωτέρω λόγους, θεωρώ ότι το κύρος της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006 δεν επηρεάστηκε από την ακύρωση της αποφάσεως του 2007. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απεφάνθη, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα στοιχεία που περιέχονται στην ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006 έπρεπε να ληφθούν υπόψη για να εξακριβωθεί κατά πόσον τηρήθηκαν τα δικαιώματα άμυνας της Toshiba κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
2) Καμία υποχρέωση παροχής πρόσθετων στοιχείων ως προς τον τρόπο εξασφαλίσεως του αποτρεπτικού αποτελέσματος
63.
Στη συνέχεια θα εξετάσω αν το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στην σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «κατόπιν της αποστολής της ανακοίνωσης αιτιάσεων [του 2006], η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να παράσχει στην [Toshiba], […] πρόσθετα στοιχεία σχετικά με τους τρόπους υλοποίησης της πρόθεσής της να διασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου».
64.
Επ’ αυτού, η Toshiba ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντίφαση στη σκέψη 74 δεχόμενο, πρώτον, ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να παράσχει στην Toshiba πληροφορίες σχετικά με το πρόσθετο ποσό ύψους 4650000 ευρώ που προετίθετο να της επιβάλει ως μέτρο αποτρεπτικού χαρακτήρα (στο εξής: το πρόσθετο ποσό προστίμου) ( 36 ) και, δεύτερον, ότι οι πληροφορίες αυτές δεν έπρεπε υποχρεωτικά να περιληφθούν σε ανακοίνωση αιτιάσεων και μπορούσαν να γνωστοποιηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας. Στην απάντησή της, η Toshiba υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το διατυπούμενο στην σκέψη 74 συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι θα έπρεπε να της είχε δοθεί η ευκαιρία να διατυπώσει την άποψή της σε σχέση με την επιβολή του προσθέτου προστίμου ισχύει για τον τρόπο υπολογισμού των προστίμων εν γένει.
65.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αποφαινόμενο, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε υποχρέωση να παράσχει πληροφορίες ως προς το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
66.
Υπενθυμίζω συναφώς ότι, όσον αφορά τον υπολογισμό των προστίμων, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή εκπληρώνει την υποχρέωσή της για σεβασμό του δικαιώματος ακροάσεως των επιχειρήσεων εφόσον αναφέρει ρητώς, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι θα εξετάσει κατά πόσον πρέπει να επιβληθούν πρόστιμα στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και εκθέτει τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία που μπορούν να επισύρουν την επιβολή προστίμου, όπως η βαρύτητα και η διάρκεια της εικαζόμενης παραβάσεως και το γεγονός ότι διαπράχθηκε «εκ προθέσεως ή εξ αμελείας». Αντίθετα, εφόσον έχει παράσχει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία με βάση τα οποία πρόκειται να υπολογίσει το ύψος των προστίμων, η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιήσει καθένα από τα στοιχεία αυτά για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου. Η παροχή στοιχείων σχετικά με το ύψος των προστίμων των οποίων μελετάται η επιβολή, πριν παρασχεθεί στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί των αιτιάσεων που ελήφθησαν υπόψη κατ’ αυτών, θα προδίκαζε κατά τρόπον ανάρμοστο την απόφαση της Επιτροπής ( 37 ).
67.
Φρονώ ότι η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να περιλάβει στην ανακοίνωση αιτιάσεων εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να εξασφαλίσει την επέλευση των αποτρεπτικών αποτελεσμάτων του προστίμου.
68.
Η αποτροπή παραβάσεων στο μέλλον αποτελεί ένα από τα στοιχεία της αξιολόγησης της βαρύτητας της παραβάσεως σύμφωνα με το Τμήμα 1. Α των Κατευθυντηρίων γραμμών του 1998. Κατά τη νομολογία, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της παραβάσεως εν όψει του προσδιορισμού του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίζει ότι η δράση της έχει τον αναγκαίο αποτρεπτικό χαρακτήρα και μπορεί, επομένως, να προσαρμόζει το ποσό του προστίμου ώστε αυτό να αντανακλά τον αντίκτυπο που επιδιώκεται να έχει αυτό στην επιχείρηση στην οποία επιβάλλεται ( 38 ). Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου εκτιμάται σε σχέση με το μέγεθος και την οικονομική ισχύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων ( 39 ). Συνεπώς, θεωρώ ότι η ανάγκη εξασφαλίσεως αποτρεπτικού αποτελέσματος μπορεί να αντιμετωπίζεται ως νομικό κριτήριο κατά την έννοια της προπαρατεθείσης στο σημείο 66 νομολογίας. Επομένως, η πρόθεση της Επιτροπής να εξασφαλίσει ότι το πρόστιμο θα έχει αποτρεπτικά αποτελέσματα πρέπει να δηλώνεται στην ανακοίνωση αιτιάσεων ( 40 ). Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει στην εν λόγω ανακοίνωση αιτιάσεων με ποιο τρόπο σκοπεύει να διασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου. Αυτό θα ισοδυναμούσε με «εξήγηση του τρόπου με τον οποίο θα χρησιμοποιήσει» το εν λόγω κριτήριο κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου. Κατά την παρατεθείσα στο σημείο 66 νομολογία, η Επιτροπή δεν έχει την υποχρέωση να εξηγήσει με ποιο τρόπο σκοπεύει να συνδυάσει τα κύρια πραγματικά και νομικά κριτήρια.
69.
Σημειώνω ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η Επιτροπή όφειλε να παράσχει πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο σκόπευε να εξασφαλίσει αποτρεπτικά αποτέλεσματα στην ανακοίνωση αιτιάσεων. Αντίθετα, μάλιστα, απεφάνθη, στις σκέψεις 43 και 73, ότι οι παρεχόμενες στην ανακοίνωση αιτιάσεων του 2006 πληροφορίες σχετικά με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα και το πρόσθετο ποσό προστίμου πληρούσαν τις απαιτήσεις της νομολογίας. Ωστόσο, στη συνέχεια ανέφερε, στη σκέψη 74, ότι η Επιτροπή όφειλε να παράσχει πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο προτίθετο να εξασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα «κατόπιν της αποστολής της ανακοίνωσης αιτιάσεων [του 2006]».
70.
Δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου κανένας λόγος να μην εφαρμόζεται στα στάδια της διαδικασίας που έπονται της εκδόσεως της ανακοινώσεως αιτιάσεων η νομολογία που προπαρατίθεται στο σημείο 66 και το συμπέρασμα που εκτίθεται στα σημείο 67 και 68. Αν οι επιχειρήσεις δεν έχουν δικαίωμα να τους παρέχονται ορισμένες πληροφορίες, η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να τους παράσχει τις πληροφορίες αυτές ούτε στο πλαίσιο της ανακοινώσεως αιτιάσεων ούτε σε μεταγενέστερο στάδιο.
71.
Προφανώς, αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας της Επιτροπής να παράσχει στις επιχειρήσεις τις εν λόγω πληροφορίες. Επισημαίνω ότι στις Βέλτιστες Πρακτικές της Επιτροπής ( 41 ) προβλέπεται ότι η Επιτροπή μπορεί να συμπεριλάβει στην ανακοίνωση αιτιάσεων, μαζί με τα κύρια πραγματικά και νομικά κριτήρια στα οποία αναφέρεται το σημείο 66 των παρουσών προτάσεων, και «άλλα ζητήματα» όπως τα στοιχεία για τις πωλήσεις και τα έτη που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των εν λόγω πωλήσεων. Ωστόσο, στις Βέλτιστες Πρακτικές της Επιτροπής αναφέρεται ρητώς ότι «δεν υπάρχει νομική υποχρέωση ως προς αυτό» ( 42 ).
72.
Επίσης, δεν αίρεται στο πλαίσιο αυτό η υποχρέωση της Επιτροπής, εφόσον ανακαλύψει νέα στοιχεία μετά την έκδοση της ανακοινώσεως αιτιάσεων, να παράσχει στα μέρη τα στοιχεία αυτά, είτε μέσω συμπληρωματικής ανακοινώσεως αιτιάσεων (εφόσον προκύπτουν νέες αιτιάσεις) είτε μέσω εκθέσεως πραγματικών περιστατικών (εφόσον ήδη ανακοινωθείσες αιτιάσεις ενισχύονται από νέα αποδεικτικά στοιχεία) ( 43 ). Ωστόσο, οι πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο αυτό μετά την έκδοση της (αρχικής) ανακοινώσεως αιτιάσεων είναι αυτές στις οποίες αναφέρεται το σημείο 66 των παρουσών προτάσεων.
73.
Στην υπό κρίσιν υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του προστίμου στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι τα ίδια με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στην απόφαση του 2007. Μόνον η μέθοδος υπολογισμού τροποποιήθηκε προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στην απόφαση του 2011 ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει διαφορετικά έτη αναφοράς για τις ιαπωνικές και για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αυτή που πρότεινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 291 της αποφάσεώς του.
74.
Επομένως, θεωρώ ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχθέν, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατόπιν της αποστολής της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006, η Επιτροπή είχε υποχρέωση να παράσχει στην Toshiba πρόσθετα στοιχεία σχετικά με τους τρόπους υλοποιήσεως της προθέσεώς της να διασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου.
75.
Ωστόσο, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 74, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, όταν κρίση στο σκεπτικό αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου συνιστά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορρίπτεται ( 44 ).
76.
Στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εσφαλμένως ότι, κατόπιν της αποστολής της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006, η Επιτροπή είχε υποχρέωση να παράσχει πρόσθετα στοιχεία σχετικά με τους τρόπους υλοποιήσεως της προθέσεώς της να διασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου, ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα αμύνης της Toshiba δεν είχαν παραβιαστεί.
77.
Για τους προεκτεθέντες λόγους, εκτιμώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
B. Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
78.
Χάριν σαφήνειας, θα εξηγήσω εν συντομία τη μέθοδο υπολογισμού που εφήρμοσε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, προτού εκθέσω τα επιχειρήματα των διαδίκων, συμπεριλαμβανομένης της εναλλακτικής μεθόδου υπολογισμού που πρότεινε η Toshiba, στην συνέχεια δε θα ακολουθήσει η εκτίμησή μου.
1. Επί του τρόπου υπολογισμού που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση
79.
Για τον υπολογισμό του αρχικού ποσού προστίμου της Toshiba, η Επιτροπή εφήρμοσε στην προσβαλλόμενη απόφασή της την ακόλουθη μέθοδο.
80.
Έχοντας χαρακτηρίσει την παράβαση ως «πολύ σοβαρή», η Επιτροπή κατέταξε τις μετέχουσες επιχειρήσεις σε διάφορες ομάδες. Οι ομάδες στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι οι ίδιες με αυτές της αποφάσεως του 2007. Οι εν λόγω ομάδες συγκροτήθηκαν ανάλογα με τις αντιστοιχούσες σε καθεμιά παγκόσμιες πωλήσεις προϊόντων ΕΜΜΑ. Προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του 2011, η Επιτροπή χρησιμοποίησε το 2003 ως έτος αναφοράς για την Toshiba και τη Melco, ενώ στην απόφαση του 2007 είχε χρησιμοποιήσει το 2001 ως έτος αναφοράς για όλες τις ιαπωνικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορούσε να υπολογίσει τα αρχικά ποσά προστίμων της Toshiba και της Melco με βάση τις παγκόσμιες πωλήσεις τους κατά το 2003, αφού δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις το 2003 (από 1ης Οκτωβρίου 2002 είχαν μεταβιβάσει τη δραστηριότητά τους ΕΜΜΑ στην κοινοπραξία TM T&D). Συνεπώς, προκειμένου να υπολογίσει, ιδίως, το αρχικό ποσό προστίμου της Toshiba, η Επιτροπή χρησιμοποίησε το αρχικό ποσό προστίμου της TM T&D όπως είχε καθοριστεί στην απόφαση του 2007, ήτοι σε 31000000 ευρώ (στο εξής: το υποθετικό αρχικό ποσό προστίμου της κοινοπραξίας), επί του οποίου έλαβε υπόψη ένα μέρος αντιστοιχούν στο μερίδιο της Toshiba επί των συνολικών πωλήσεων της ιδίας και της Melco κατά το προ της ιδρύσεως της TM T&D έτος, ήτοι το 2001. Το προκύψαν ποσό ήταν το αρχικό ποσό προστίμου της Toshiba ( 45 ).
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
81.
Η Toshiba ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο, στην σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως υπολογίζοντας το αρχικό ποσό προστίμου της Toshiba με βάση το αρχικό ποσό προστίμου της TM T&D αντί του κύκλου εργασιών αυτής.
82.
Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Toshiba πρότεινε μια εναλλακτική μέθοδο για τον υπολογισμό του αρχικού ποσού του εις βάρος της προστίμου. Πρώτον, αντί να χρησιμοποιήσει το αρχικό ποσό προστίμου της TM T&D, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει τον κύκλο εργασιών της TM T&D του έτους 2003, επί του οποίου θα είχε λάβει υπόψη το αυτό μερίδιο όπως ανωτέρω ( 46 ), δηλαδή, μέρος αντιστοιχούν στο μερίδιο της Toshiba στις πωλήσεις που είχε πραγματοποιήσει η ίδια και η Melco το 2001. Δεύτερον, με βάση το στοιχείο αυτό, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε υπολογίσει το μερίδιο αγοράς της Toshiba για το έτος 2003. Τρίτον, με βάση το μερίδιο αυτό αγοράς, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε κατατάξει την Toshiba στην κατάλληλη ομάδα όπως προσδιοριζόταν στην απόφαση του 2007, ήτοι στην τέταρτη ομάδα. Συνεπώς, το αρχικό ποσό προστίμου για την Toshiba (9000000 ευρώ, το ποσό που προβλεπόταν για την τέταρτη ομάδα) θα ήταν χαμηλότερο από αυτό που υιοθετήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση.
83.
Στο πλαίσιο αυτό, η Toshiba αναγνωρίζει ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το εις βάρος της πρόστιμο δεν μπορούσε να υπολογιστεί «με τον ίδιο ακριβώς τρόπο» όπως τα πρόστιμα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, αφού δεν είχε πραγματοποιήσει πωλήσεις το 2003. Ωστόσο, η Επιτροπή οφείλει να χρησιμοποιήσει τα πλέον ομοειδή αριθμητικά στοιχεία και τις πλέον συναφείς μεθόδους υπολογισμού. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξήγησε γιατί η προτεινόμενη από την Toshiba μέθοδος υπολογισμού ήταν λιγότερο πρόσφορη ή λιγότερο τεχνητή από αυτήν που εφήρμοσε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση.
84.
Επίσης, η Toshiba υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε το αρχικό ποσό προστίμου της TM T&D και όχι τον κύκλο εργασιών της αντανακλούσε τη σημασία της συμμετοχής της TM T&D στην παράβαση. Ωστόσο, η μέθοδος υπολογισμού θα έπρεπε να αντανακλά το βάρος της συμμετοχής της Toshiba στην παράβαση κατά την προ της συστάσεως της TM T&D περίοδο. Αντίθετα, η χρησιμοποίηση, όπως είχε προτείνει η Toshiba, ενός μέρους του κύκλου εργασιών της TM T&D για τον υπολογισμό του αρχικού ποσού του προστίμου της Toshiba θα αντανακλούσε το βάρος της συμμετοχής της Toshiba στην παράβαση κατά την προ της συστάσεως της TM T&D περίοδο.
85.
Τέλος, κατά την άποψη της Toshiba, αν η Επιτροπή είχε εφαρμόσει την μέθοδο υπολογισμού που πρότεινε η Toshiba, θα την είχε κατατάξει στην τέταρτη ομάδα, οπότε το αρχικό ποσό γι αυτήν θα είχε οριστεί στα 9000000 ευρώ. Αντίθετα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, το αρχικό ποσό που ορίστηκε για την Toshiba δεν αντιστοιχούσε σε καμία από τις ομάδες που προβλέπονταν στην απόφαση του 2007. Κατά συνέπεια, για την Toshiba καθορίστηκε ένα αρχικό ποσό που ήταν υψηλότερο από αυτό που προβλεπόταν για επιχειρήσεις αντιστοίχου μεγέθους, που είχαν υπαχθεί στην τέταρτη ομάδα.
86.
Κατά συνέπεια, η Toshiba ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επιβολή του προστίμου και να μειώσει το ποσό του εν λόγω προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ.
87.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι η Επιτροπή δεν παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
88.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει το 2003 ως έτος αναφοράς για να υπολογίσει το πρόστιμο της Toshiba, δεν μπορούσε παρά να χρησιμοποιήσει τα αριθμητικά στοιχεία της TM T&D. Δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιήσει τον κύκλο εργασιών της Toshiba, αφού η Toshiba δεν πραγματοποίησε πωλήσεις το 2003.
89.
Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι η μέθοδος υπολογισμού της Toshiba θα ήταν περισσότερο πλασματική από αυτήν της Επιτροπής. Και τούτο επειδή, με βάση την μέθοδο υπολογισμού της Toshiba, θα της είχε αποδοθεί ορισμένος κύκλος εργασιών για το 2003, μολονότι δεν είχε πραγματοποιήσει πωλήσεις το 2003.
90.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, αν έπρεπε να υπολογίσει το αρχικό ποσό προστίμου της Toshiba με βάση τον κύκλο εργασιών της TM T&D, θα υποχρεωνόταν να καταλογίσει στην Toshiba μερίδιο 50 % του κύκλου εργασιών της TM T&D για το έτος 2003, καθότι η Toshiba κατέχει μερίδιο 50 % στην TM T&D. Στην περίπτωση αυτή, το αρχικό ποσό προστίμου της Toshiba θα ήταν υψηλότερο από αυτό που καθορίστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση.
91.
Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε τον τρόπο υπολογισμού της Toshiba πλέον πρόσφορο από αυτόν της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο δεν θα είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο έχοντας απορρίψει τον λόγο ακυρώσεως περί παραβάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να κρίνει αν εφαρμόστηκε η βέλτιστη δυνατή μέθοδος υπολογισμού αλλά, αντίθετα, αν η εφαρμοσθείσα μέθοδος ήταν νόμιμη.
3. Ανάλυση
92.
Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ, την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή αυτή επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο ούτε διαφορετικές καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο, εκτός αν αυτό δικαιολογείται αντικειμενικά ( 47 ).
93.
Σε σχέση με τα πρόστιμα, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εφαρμόζεται όχι μόνο ως προς το τελικό ποσό αλλά και ως προς ενδιάμεσα στάδια, όπως είναι η κατάταξη των επιχειρήσεων σε κατηγορίες προκειμένου να τύχουν διαφοροποιημένης μεταχειρίσεως ( 48 ).
94.
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού δεν μπορεί να οδηγεί σε διακρίσεις μεταξύ των επιχειρήσεων που μετείχαν στην ίδια παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ( 49 ). Για παράδειγμα, με την απόφαση Guardian ( 50 ), κρίθηκε ότι η Επιτροπή είχε ενεργήσει κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον δεν συμπεριέλαβε τις εσωτερικές πωλήσεις στον κύκλο εργασιών που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των αρχικών ποσών των προστίμων. Δεδομένου ότι τα καθέτως οργανωμένα και τα μη καθέτως οργανωμένα μέλη της σύμπραξης βρίσκονταν σε συγκρίσιμη κατάσταση, έπρεπε να τύχουν ίσης μεταχειρίσεως, πράγμα που σημαίνει ότι οι εσωτερικές πωλήσεις έπρεπε να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό του αντιστοίχου κύκλου εργασιών. Και τούτο, επειδή ο μη συνυπολογισμός των εσωτερικών πωλήσεων στον οικείο κύκλο εργασιών ευνοούσε τις καθέτως οργανωμένες επιχειρήσεις μειώνοντας το βάρος της συμμετοχής τους στην παράβαση επί ζημία των μη καθέτως οργανωμένων επιχειρήσεων.
95.
Στην υπό κρίσιν υπόθεση, θεωρώ ότι, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Toshiba, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποφαινόμενο ότι το αρχικό ποσό του προστίμου της Toshiba μπορούσε να υπολογιστεί με βάση το αρχικό ποσό προστίμου της TM T&D.
96.
Επ’ αυτού, η Toshiba υποστηρίζει ότι, εφόσον τα αρχικά ποσά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υπολογίστηκαν με βάση τους κύκλους εργασιών τους, και το δικό της αρχικό ποσό έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τον κύκλο εργασιών της TM T&D, και όχι με βάση το αρχικό ποσό προστίμου της TM T&D.
97.
Είναι αλήθεια ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή χρησιμοποίησε διαφορετικές μεθόδους για να υπολογίσει τα αρχικά ποσά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και της Toshiba. Τα αρχικά ποσά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις καθορίστηκαν, πρώτον, με υπολογισμό των μεριδίων αγοράς αυτών με βάση τις πωλήσεις τους ΕΜΜΑ κατά το έτος 2003 και, δεύτερον, με την ένταξη εκάστης επιχειρήσεως στην αντίστοιχη ομάδα και καταλογίζοντάς της το αναλογούν αρχικό ποσό. Η μέθοδος αυτή είναι σύμφωνη με το Τμήμα 1.Α των Κατευθυντηρίων Γραμμών του 1998. Αντίθετα, το αρχικό ποσό για την Toshiba υπολογίστηκε, πρώτον, με υπολογισμό του αρχικού ποσού της TM T&D για το 2003 και, δεύτερον, με λήψη υπόψη ενός μέρους του αρχικού ποσού της TM T&D του έτους 2003 αντιστοιχούντος στο μερίδιο της Toshiba στις πωλήσεις που είχε πραγματοποιήσει η ίδια και η Melco κατά το έτος 2001.
98.
Ωστόσο, επισημαίνω ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και η Toshiba δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αφού οι πρώτες πραγματοποίησαν πωλήσεις το 2003 και η δεύτερη όχι. Συνεπώς, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στην σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το πρόστιμο της Toshiba δεν μπορούσε να υπολογιστεί «με τον ίδιο ακριβώς τρόπο» όπως τα πρόστιμα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η Toshiba δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση αυτή.
99.
Εξάλλου, έχω τη γνώμη ότι η μέθοδος που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν οδήγησε σε προφανώς αναληθή παρουσίαση της θέσεως της Toshiba στην αγορά ΕΜΜΑ ( 51 ). Επισημαίνω, συναφώς, ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη ποσοστό του αρχικού ποσού προστίμου της TM T&D αντιστοιχούν στο μερίδιο της Toshiba στις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από την Toshiba και την Melco κατά το προ της συστάσεως της TM T&D έτος, αντί να λάβει υπόψη ένα ποσοστό του αρχικού ποσού προστίμου της TM T&D αντιστοιχούν στο μερίδιο συμμετοχής της Toshiba στην κοινοπραξία (ήτοι 50 %).
100.
Τέλος, έχω την εντύπωση ότι υπάρχουν λιγότερες διαφορές μεταξύ, αφενός, της μεθόδου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση για να υπολογιστούν τα αρχικά ποσά ως προς τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του αρχικού ποσού ως προς την Toshiba απ’ ό,τι μεταξύ, αφενός, της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον υπολογισμό των αρχικών ποσών ως προς τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και της μεθόδου που πρότεινε η Toshiba για τον υπολογισμό του δικού της αρχικού ποσού προστίμου ( 52 ).
101.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή υπολόγισε το αρχικό ποσό ως προς την Toshiba με βάση το αρχικό ποσό της TM T&D όπως καθορίστηκε στην απόφαση του 2007. Ωστόσο, το αρχικό ποσό της TM T&D είχε υπολογιστεί με βάση τον κύκλο εργασιών της TM T&D κατά το έτος 2003. Επομένως, η μέθοδος που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον υπολογισμό του αρχικού ποσού προστίμου της Toshiba χρησιμοποιεί, καίτοι εμμέσως, τον κύκλο εργασιών της TM T&D.
102.
Η εναλλακτική μέθοδος την οποία προτείνει η Toshiba δεν προβλέπει, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο άμεση χρήση του κύκλου εργασιών της TM T&D. Ενώ σύμφωνα με την μέθοδο της Επιτροπής λαμβάνεται ως βάση ένα ποσοστό του αρχικού ποσού της TM T&D, η μέθοδος της Toshiba απαιτεί τον υπολογισμό του υποθετικού κύκλου εργασιών της για το 2003 και, με βάση αυτόν, το υποθετικό μερίδιο αγοράς της για το έτος 2003. Αμφιβάλλω αν τα πρόσθετα αυτά στάδια της μεθόδου της Toshiba επιτρέπουν αμεσότερη χρησιμοποίηση του κύκλου εργασιών της TM T&D του 2003 ή μια πιστότερη αποτύπωση της θέσεως της Toshiba στην αγορά κατά το έτος 2003.
103.
Σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Toshiba, το Γενικό Δικαστήριο εξήγησε για ποιο λόγο η εναλλακτική μέθοδος την οποία πρότεινε η Toshiba ήταν, κατά την έκφραση της τελευταίας, «λιγότερο πρόσφορη» από την μέθοδο της Επιτροπής. Στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επεσήμανε ότι, «[κατά την άποψη της Επιτροπής], η μέθοδος που προτείνει η [Toshiba] θα είχε ως συνέπεια τον τεχνητό διαχωρισμό του κύκλου εργασιών της TM T&D στα δύο, παρά τον χαρακτήρα της ως διακριτής οντότητας έναντι των μετόχων της, προκειμένου να καθοριστούν οι εικονικοί κύκλοι εργασιών των μετόχων αυτών». Όπως εξήγησα προηγουμένως, η εφαρμογή της μεθόδου που πρότεινε η Toshiba θα είχε οδηγήσει στον υπολογισμό του υποθετικού κύκλου εργασιών της για το 2003, ήτοι στον «τεχνητό διαχωρισμό» του πραγματικού κύκλου εργασιών της TM T&D του έτους 2003.
104.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεχόμενο ότι το αρχικό ποσό του προστίμου της Toshiba μπορούσε να υπολογιστεί με βάση το αρχικό ποσό προστίμου της TM T&D.
105.
Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλει ο ισχυρισμός της Toshiba ότι, συνεπεία της μεθόδου υπολογισμού που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, της καταλογίστηκε αρχικό ποσό υψηλότερο από αυτό που καταλογίστηκε σε επιχειρήσεις ομοίου μεγέθους.
106.
Κατά πάγια νομολογία, για να εξακριβωθεί αν η κατανομή των μετεχόντων σε σύμπραξη σε κατηγορίες έγινε σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας, ο εκ μέρους του Δικαστηρίου έλεγχος της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει συναφώς η Επιτροπή πρέπει, πάντως, να περιορίζεται στο να εξακριβωθεί αν η εν λόγω κατανομή παρουσιάζει συνοχή και είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένη ( 53 ).
107.
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αλήθεια ότι το αρχικό ποσό που καταλογίστηκε στην Toshiba με την προσβαλλόμενη απόφαση (10863199 ευρώ) δεν αντιστοιχεί σε κανένα από τα αρχικά ποσά που καταλογίστηκαν στις ομάδες τις οποίες προέβλεπε η απόφαση του 2007 (17000000 ευρώ για την τρίτη ομάδα, στην οποία είχε καταταγεί η Toshiba κατά την απόφαση του 2007, και 9000 0000 ευρώ για την τέταρτη ομάδα, στην οποία υποστηρίζει ότι έπρεπε να ενταχθεί η Toshiba) ( 54 ).
108.
Ωστόσο, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση το αρχικό ποσό για την Toshiba υπολογίστηκε λαμβάνοντας ως βάση ένα μέρος του αρχικού ποσού της TM T&D, δεν ήταν δυνατό να αντιστοιχεί σε κανένα από τα αρχικά ποσά που ορίζονταν στην απόφαση του 2007. Εξάλλου, η Toshiba δεν ισχυρίζεται ότι, κατατάσσοντας την TM T&D στη δεύτερη ομάδα, και συνεπώς καταλογίζοντάς της ένα αρχικό ποσό 31000000 ευρώ, η Επιτροπή παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ( 55 ).
109.
Για τους προεκτεθέντες λόγους, εκτιμώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
110.
Η Toshiba ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι, αρνούμενη να μειώσει το ποσό του προστίμου που της επέβαλε συνεκτιμώντας τη σχετική έκταση της συμμετοχής της στην παράβαση, η Επιτροπή δεν παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
111.
Η Toshiba υποστηρίζει ότι, ενώ οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μετείχαν στο κοινό σύμφωνο καθώς και στις συμπαιγνιακές δραστηριότητες εντός του ΕΟΧ, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις μετείχαν μόνο στο πρώτο. Επομένως, η συμμετοχή των ιαπωνικών επιχειρήσεων στην παράβαση ήταν λιγότερο σοβαρή από αυτήν των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Το στοιχείο αυτό θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου της Toshiba. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο, στη σκέψη 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η συμβολή της Toshiba στην παράβαση ήταν «παρόμοια με τη συμβολή των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων» και ότι, μεταχειριζόμενη με τον ίδιο τρόπο τις ευρωπαϊκές και τις ιαπωνικές επιχειρήσεις, η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
112.
Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του τρίτου λόγου αναιρέσεως, διότι αυτός ουδέποτε προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
113.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Toshiba ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, επικαλέστηκε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό του βαθμού ευθύνης της. Ωστόσο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Toshiba ανέφερε στην απάντησή της ότι ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως δεν αφορούσε τη σοβαρότητα της παραβατικής συμπεριφοράς της. Επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως της Toshiba είχε καταστεί άνευ αντικειμένου και, στην πραγματικότητα, η Toshiba είχε παραιτηθεί του λόγου αυτού. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αποτελεί νέο ισχυρισμό και, ως τέτοιος, είναι απαράδεκτος.
114.
Εναλλακτικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος επειδή εγείρει ένα ζήτημα το οποίο καλύπτεται από το δεδικασμένο.
115.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι στην απόφαση του 2011 το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις μετείχαν στο κοινό σύμφωνο και υπήρχε μια ενιαία και σύνθετη παράβαση και, δεύτερον, ότι η σοβαρότητα της παραβατικής συμπεριφοράς των ιαπωνικών επιχειρήσεων ήταν όμοια με αυτήν των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Επομένως, το ζήτημα αν η συμπεριφορά της Toshiba ήταν λιγότερο σοβαρή από τη συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, το οποίο τίθεται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, καλύπτεται από το δεδικασμένο.
116.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει παραδεκτό τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός θα πρέπει να απορριφθεί.
117.
Η Επιτροπή αναφέρει σχετικώς ότι, στην περίπτωση που μια επιχείρηση, η οποία μετέχει σε ορισμένες μόνο πτυχές μιας συμπράξεως, τελεί παρά ταύτα εν γνώσει του όλου σχεδίου το οποίο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της συμπράξεως, έχει ευθύνη για το σύνολο της παραβάσεως.
118.
Απαντώντας, η Toshiba ισχυρίζεται ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός. Πρώτον, ο λόγος αυτός δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό αφού η Toshiba δεν παραιτήθηκε του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη επί του λόγου αυτού στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Δεύτερον, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν αφορά ζήτημα καλυπτόμενο από το δεδικασμένο, διότι με τον λόγο αυτό αμφισβήτησε το ποσό του προστίμου που της επεβλήθη και όχι την ύπαρξη μιας ενιαίας και σύνθετης παραβάσεως, η οποία καλύπτεται από το δεδικασμένο.
2. Ανάλυση
a) Επί του παραδεκτού
119.
Κατά τη γνώμη μου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτος, αφού με αυτόν υποστηρίζεται ότι το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Toshiba πρέπει να μειωθεί λόγω της περιορισμένης συμμετοχής της στην παράβαση και το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το δεδικασμένο.
120.
Κατά πάγια νομολογία, είναι σημαντικό να μην μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν ζητήματα που έχουν κριθεί με δικαστικές αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων. Το δεδικασμένο το οποίο παράγει μια δικαστική απόφαση μπορεί να εμποδίσει το παραδεκτό προσφυγής αν η προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω δικαστική απόφαση αφορούσε τους ίδιους διαδίκους και το ίδιο αντικείμενο και στηρίχθηκε στους ίδιους λόγους. Το δεδικασμένο καλύπτει μόνον τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία πράγματι ή κατ’ ανάγκη επιλύθηκαν με την οικεία δικαστική απόφαση ( 56 ).
121.
Υπενθυμίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή θεώρησε ότι η παράβαση περιελάμβανε τρία στοιχεία: πρώτον, το «κοινό σύμφωνο» μεταξύ των ιαπωνικών και των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, με βάση το οποίο οι ιαπωνικές επιχειρήσεις δεσμεύθηκαν να μην εισέλθουν στις εθνικές αγορές των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στην ιαπωνική αγορά, δεύτερον, τη Συμφωνία ΠΠ [παγκοσμίων ποσοστώσεων], η οποία περιείχε κανόνες επιτρέποντες την κατανομή συμβάσεων προμήθειας ΕΜΜΑ μεταξύ των ιαπωνικών και των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε χώρες εκτός (ιδίως) της Ιαπωνίας και των εθνικών αγορών των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, και, τρίτον, τη Συμφωνία ΕΠ, με βάση την οποία οι συμβάσεις προμηθείας ΕΜΜΑ που ανατίθεντο στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατανέμονταν μεταξύ αυτών. Οι συνεννοήσεις αυτές κρίθηκε ότι συνιστούσαν μια ενιαία και πολύπλοκη παράβαση, και όχι πλείονες παραβάσεις ( 57 ).
122.
Στην απόφαση του 2011, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι συνεννοήσεις αυτές αποτελούσαν μια ενιαία και σύνθετη παράβαση ( 58 ). Στο πλαίσιο αυτό, δεν είχε καμία σημασία το ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις δεν συμμετείχαν στις συμπαιγνιακές συμπεριφορές εντός του ΕΟΧ (δεν είχαν υπογράψει τη Συμφωνία ΕΠ). Ο λόγος ήταν ότι ο παθητικός ρόλος των ιαπωνικών επιχειρήσεων σε σχέση με την ανάθεση συμβάσεων ΕΜΜΑ στην αγορά του ΕΟΧ αποτελούσε «προϋπόθεση» για την εξασφάλιση της αναθέσεως των συμβάσεων προμήθειας ΕΜΜΑ εντός του ΕΟΧ στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και μόνο ( 59 ). Δικάζον σε δεύτερο βαθμό, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα του Γενικού Δικαστηρίου ( 60 ).
123.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Toshiba υποστηρίζει ότι «το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχθέν ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να μειώσει το πρόστιμο της Toshiba ώστε αυτό να αντανακλά την σχετικώς περιορισμένη συμμετοχή της στην διάπραξη της παραβάσεως, δεν παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως».
124.
Θεωρώ, πρώτον, ότι με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Toshiba δεν αμφισβητεί την ύπαρξη μιας ενιαίας και σύνθετης παραβάσεως. Στην απάντησή της, η Toshiba δηλώνει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η δέσμευση των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μην εισέλθουν στην αγορά του ΕΟΧ (όπως αναφερόταν στην απόφαση του 2011) αποτελούσε «προϋπόθεση» για την εξασφάλιση της αναθέσεως των συμβάσεων προμηθείας ΕΜΜΑ εντός του ΕΟΧ στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας ΕΠ. Η αναγνώριση του ότι η δέσμευση των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μην εισέλθουν στην αγορά του ΕΟΧ αποτελεί προϋπόθεση των συμπαιγνιακών μέτρων εντός του ΕΟΧ ισοδυναμεί με αναγνώριση του ότι τα δύο σύνολα συνεννοήσεων απαρτίζουν ενιαίο σύνολο και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια και μόνη παράβαση.
125.
Δεύτερον, επισημαίνω ότι με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Toshiba ισχυρίζεται ότι το ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε πρέπει να μειωθεί καθότι η ίδια δεν συμμετείχε στα συμπαιγνιακά μέτρα εντός του ΕΟΧ. Με άλλα λόγια, η Toshiba διατείνεται ότι, μολονότι τα συμπαιγνιακά μέτρα εντός του ΕΟΧ δεν συνιστούν χωριστή παράβαση, αποτελούν μια χωριστή πτυχή της εν λόγω παραβάσεως. Συνεπώς, κατά την άποψη της Toshiba, η δική της παράβαση είναι λιγότερο σοβαρή από αυτήν των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και αυτό θα πρέπει να έχει αντίκτυπο στο ποσό του εις βάρος της προστίμου.
126.
Στην απόφαση του 2011, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η συμμετοχή των ιαπωνικών και των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στα σύμφωνα που αφορούσαν τον ΕΟΧ «δεν ήταν της ιδίας φύσεως» (καθότι η συμμετοχή των ιαπωνικών επιχειρήσεων συνίστατο στη μη δραστηριοποίηση στην αγορά του ΕΟΧ, σε αντίθεση με την ενεργό συμμετοχή των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων). Ωστόσο, οι δύο αυτές μορφές συμμετοχής δεν «διέφεραν ουσιωδώς» από πλευράς σοβαρότητας, καθότι, ιδίως, η δέσμευση των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ αποτελούσε προϋπόθεση για την εξασφάλιση της υλοποιήσεως των συμφωνηθέντων που αφορούσαν τον ΕΟΧ μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ( 61 ). Τονίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις διαπιστώσεις αυτές απαντώντας σε αίτημα για ακύρωση ή σημαντική μείωση του επιβληθέντος στην Toshiba προστίμου.
127.
Επομένως, το ζήτημα αν η συμπεριφορά της Toshiba είναι λιγότερο σοβαρή από αυτήν των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων λαμβανομένης υπόψη της μη συμμετοχής της στις συμπαιγνιακές συνεννοήσεις ως προς τον ΕΟΧ εξετάστηκε στο πλαίσιο της αποφάσεως του 2011 ( 62 ).
128.
Όσον αφορά την παρατεθείσα στο σημείο 120 νομολογία, επισημαίνω ότι οι διάδικοι στη διαδικασία που κατέληξε στην απόφαση του 2011 ήταν οι ίδιοι με αυτούς της παρούσης διαδικασίας (η Toshiba και η Επιτροπή). Αμφότερες οι διαδικασίες έχουν την ίδια νομική βάση, ήτοι το άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό, επισημαίνω ότι η απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση εν προκειμένω δεν είναι αυτή που ακυρώθηκε εν μέρει με την απόφαση του 2011. Ωστόσο, με εξαίρεση την μέθοδο υπολογισμού του προστίμου η οποία τροποποιήθηκε προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με την απόφαση του 2011, το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι το ίδιο με το περιεχόμενο της αποφάσεως του 2007 ( 63 ).
129.
Επομένως, θεωρώ ότι το ζήτημα αν η συμπεριφορά της Toshiba είναι λιγότερο σοβαρή από τη συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων της μη συμμετοχής της στις συμπαιγνιακές πρακτικές όσον αφορά τον ΕΟΧ καλύπτεται από το δεδικασμένο.
130.
Θα προσθέσω ότι, σε αντίθεση με τα υποστηριχθέντα από την Επιτροπή, το ζήτημα αυτό προβλήθηκε από την Toshiba ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο εκδικάσεως της υπό κρίσιν υποθέσεως. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Toshiba υποστήριξε ότι η Επιτροπή είχε παραβεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως προσδιορίζοντας τα πρόστιμα χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η Toshiba δεν συμμετείχε στις συνεννοήσεις που αφορούσαν την αγορά του ΕΟΧ και έτσι η παραβατική συμπεριφορά της ήταν λιγότερο σοβαρή από τη συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ( 64 ). Η Toshiba δεν παραιτήθηκε του λόγου αυτού ακυρώσεως στην απάντησή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Στην απάντηση αυτή, δήλωσε ότι «υποστ[ήριζε] ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τον βαθμό της φερομένης συμμετοχής [της] στη σύμπραξη κατά τον προσδιορισμό του ποσού του προστίμου». Επομένως, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως συνιστά νέο ισχυρισμό είναι εσφαλμένος.
131.
Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε ενώπιόν του η Toshiba. Κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να είχε απορρίψει τον λόγο αυτόν ως απαράδεκτο. Ωστόσο, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξακολουθεί να είναι ορθό ( 65 ).
132.
Ωστόσο, χάριν πληρότητος, θα εξετάσω τώρα εν συντομία κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε παραβεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως προσδιορίζοντας το ύψος του προστίμου της Toshiba χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν έλαβε μέρος στα συμπαιγνιακά μέτρα που αφορούσαν τον ΕΟΧ.
β) Επί της ουσίας
133.
Κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν συμμετείχε σε όλα τα συστατικά στοιχεία μιας συμπράξεως ή ότι διαδραμάτισε ήσσονος σημασίας ρόλο σε όσες πτυχές είχε μετάσχει πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως και της επιμετρήσεως του προστίμου ( 66 ).
134.
Ωστόσο, εν προκειμένω, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Toshiba, δεν έλαβαν μέρος στην κατανομή των συμβάσεων προμηθείας ΕΜΜΑ επειδή είχαν συμφωνήσει να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ. Επομένως, το γεγονός ότι η Toshiba δεν έλαβε μέρος στην πτυχή αυτή της παραβάσεως δεν αποτελεί ένδειξη για το ότι η παραβατική συμπεριφορά της ήταν λιγότερο σοβαρή από τη συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Το γεγονός αυτό είναι απλώς η συνέπεια της συμμετοχής της στο «κοινό σύμφωνο» με βάση το οποίο οι ιαπωνικές επιχειρήσεις συμφώνησαν να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ.
135.
Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει παραδεκτό τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, θα πρέπει να τον απορρίψει ως αβάσιμο.
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
136.
Σύμφωνα με τα άρθρα 138 και 184 του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Θεωρώ ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, η δε Επιτροπή έχει υποβάλει αίτημα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, η Toshiba πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
VII. Πρόταση
137.
Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
—
να καταδικάσει την Toshiba Corp. στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2016, Toshiba κατά Επιτροπής, T‑404/12, EU:T:2016:18 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 3 ) Απόφαση C(2012) 4381 τελικό της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2012, για την τροποποίηση της απόφασης C(2006) 6762 τελικό, της 24ης Ιανουαρίου 2007, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, στον βαθμό που απευθυνόταν στη Mitsubishi Electric Corp. και στην Toshiba Corporation (υπόθεση COMP/39.966 – Εξοπλισμοί μεταγωγής με μόνωση αερίου – πρόστιμα).
( 4 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
( 5 ) Απόφαση C(2006) 6762 τελικό της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 2007, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/38.899).
( 6 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, Toshiba κατά Επιτροπής, T‑113/07, EU:T:2011:343 (στο εξής: απόφαση του 2011). Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του 2011 με την απόφασή του της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Siemens κατά Επιτροπής, C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, EU:C:2013:866 (στο εξής: απόφαση του 2013).
( 7 ) Κανονισμός (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18).
( 8 ) Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 1998 για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3) (στο εξής: Κατευθυντήριες γραμμές του 1998).
( 9 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 324, 326 και 332 της αποφάσεως του 2007.
( 10 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 61, 324, 326, 332, 405, 407, 428 και 429 της αποφάσεως του 2007.
( 11 ) Βλ. σημεία 18 και 20 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Σκέψεις 280 έως 297 της αποφάσεως του 2011. Με άλλη απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 2, σημεία ζʹ και ηʹ, της αποφάσεως του 2007 ως προς την Melco (με το άρθρο 2, σημείο ζʹ, είχε επιβληθεί στην Melco πρόστιμο ύψους 113925000 ευρώ) (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, Mitsubishi Electric κατά Επιτροπής, T‑133/07, EU:T:2011:345, σκέψεις 264 έως 282). Ο λόγος της ακυρώσεως ήταν ο ίδιος με αυτόν που έγινε δεκτός στην απόφαση του 2011.
( 13 ) Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποίησε επίσης το άρθρο 2, σημείο ζʹ, της αποφάσεως του 2007 επιβάλλοντας στην Melco, ως μόνη υπόχρεη, πρόστιμο ύψους 74817000 ευρώ.
( 14 ) Βλ. σημείο 22 και σημεία 79 και 80 των παρουσών προτάσεων.
( 15 ) Αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582 (στο εξής: απόφαση PVC II), σκέψη 73, της 1ης Ιουλίου 2009, ThyssenKrupp Stainless κατά Επιτροπής, T‑24/07, EU:T:2009:236 (στο εξής: απόφαση ThyssenKrupp Stainless), σκέψη 232, της 25ης Ιουνίου 2010, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, T‑66/01, EU:T:2010:255, σκέψη 125, της 27ης Ιουνίου 2012, Bolloré κατά Επιτροπής, T‑372/10, EU:T:2012:325 (στο εξής: απόφαση Bolloré), σκέψη 74, και της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Feralpi κατά Επιτροπής, T‑70/10, EU:T:2014:1031, σκέψη 133.
( 16 ) Απόφαση της 20ής Απριλίου 1999, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑305/94, T‑306/94, T‑307/94, T‑313/94 έως T‑316/94, T‑318/94, T‑325/94, T‑328/94, T‑329/94 και T‑335/94, EU:T:1999:80, σκέψη 184
( 17 ) Βλ. απόφαση του 2011 (σκέψεις 286 έως 293). Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Toshiba δεν αμφισβήτησε τα γενόμενα δεκτά από το Γενικό Δικαστήριο στις εν λόγω σκέψεις. Τα αμφισβήτησε μόνο η Siemens, ευρωπαϊκή επιχείρηση παρασκευής ΕΜΜΑ, επειδή, όπως υποστήριξε, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει ως έτος αναφοράς και για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παραγωγής ΕΜΜΑ το έτος 2001 (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Siemens κατά Επιτροπής, C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, EU:C:2013:866, σκέψεις 29 έως 31, 271 έως 276, και 285 έως 296).
( 18 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 233
( 19 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 75.
( 20 ) Η απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε εν μέρει με την αιτιολογία ότι, στην ανακοίνωση αιτιάσεων προς την ThyssenKrupp Stainless, δεν είχε γίνει μνεία της προθέσεως της Επιτροπής να αποδώσει στην ThyssenKrupp Stainless ευθύνη για την συμπεριφορά της θυγατρικής της Thyssen (αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Krupp Thyssen Stainless κατά Επιτροπής, T‑45/98 και T‑47/98, EU:T:2001:288, σκέψεις 58 έως 68, και της 14ης Ιουλίου 2005, ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, C‑65/02 P και C‑73/02 P, EU:C:2005:454,σκέψεις 80 έως 97), καθώς και για τον λόγο ότι στην ανακοίνωση αιτιάσεων δεν γινόταν λόγος για την πρόθεση της Επιτροπής να θεωρήσει την Bolloré υπεύθυνη, όχι μόνο για την συμπεριφορά της θυγατρικής της Copigraph, αλλά και για την ανάμειξη της ιδίας στην σύμπραξη (αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2007, Bolloré κατά Επιτροπής, T‑109/02, T‑118/02, T‑122/02, T‑125/02, T‑126/02, T‑128/02, T‑129/02, T‑132/02 και T‑136/02, EU:T:2007:115, σκέψη 79, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, EU:C:2009:500, σκέψεις 44 και 45).
( 21 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 74 έως 76.
( 22 ) Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C‑137/92 P, σκέψεις 74 έως 78.
( 23 ) Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, ICI κατά Επιτροπής, T‑37/91 (στο εξής: απόφαση ICI II), σκέψεις 90 έως 93).
( 24 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl, της 8ης Δεκεμβρίου 2016 στην υπόθεση Feralpi κατά Επιτροπής, C‑85/15 P, EU:C:2016:940. Η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
( 25 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, SP κατά Επιτροπής, T‑27/03, T‑46/03, T‑58/03, T‑79/03, T-80/03, T‑97/03 και T‑98/03, EU:T:2007:317, σκέψη 120.
( 26 ) Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Feralpi κατά Επιτροπής, T‑70/10, EU:T:2014:1031 (στο εξής: απόφαση Feralpi), σκέψεις 128 έως 142.
( 27 ) Κανονισμός ΕΟΚ του Συμβουλίου [της 6ης Φεβρουαρίου 1962]: Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Ο κανονισμός 17 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1/2003, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 1ης Μαΐου 2004.
( 28 ) Με εξαίρεση τη διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl, της 8ης Δεκεμβρίου 2016 στην υπόθεση Feralpi κατά Επιτροπής, C‑85/15 P, EU:C:2016:940, σημείο 31).
( 29 ) Πριν από την ακύρωση της αποφάσεως, η Επιτροπή προέβη σε ορισμένες διαδικαστικές ενέργειες σύμφωνα με τον κανονισμό 17 (εξέδωσε συμπληρωματική ανακοίνωση αιτιάσεων και διεξήγαγε μια δεύτερη ακρόαση παρουσία των εκπροσώπων των κρατών μελών). Ωστόσο, κατά βάσιν, οι ουσιαστικές πλευρές της υποθέσεως δεν εξετάστηκαν ούτε στο πλαίσιο της ανακοινώσεως αιτιάσεων ούτε στη δεύτερη ακρόαση (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl, της 8ης Δεκεμβρίου 2016, στην υπόθεση Feralpi κατά Επιτροπής, C‑85/15 P, EU:C:2016:940, σημεία 40 και 41).
( 30 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl, της 8ης Δεκεμβρίου 2016, στην υπόθεση Feralpi κατά Επιτροπής, C‑85/15 P, EU:C:2016:940, σημείο 47.
( 31 ) Κανονισμός (ΕΚ) της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ' εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1998, L 354, σ. 18).
( 32 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl, της 8ης Δεκεμβρίου 2016, στην υπόθεση Feralpi κατά Επιτροπής, C‑85/15 P, EU:C:2016:940, σημείο 49.
( 33 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl, της 8ης Δεκεμβρίου 2016, στην υπόθεση Feralpi κατά Επιτροπής, C‑85/15 P, EU:C:2016:940, σημεία 54 έως 60.
( 34 ) Όπως επεσήμανε το Γενικό Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, οι διαδικαστικοί κανόνες εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούν κατά τον χρόνο που αυτοί τίθενται σε ισχύ (απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Feralpi κατά Επιτροπής, T‑70/10, EU:T:2014:1031, σκέψη 117).
( 35 ) Με εξαίρεση την αρχική αίτηση για επιείκεια για την οποία γίνεται λόγος στον σημείο 11 των παρουσών προτάσεων, η οποία υποβλήθηκε προφορικά στις 3 Μαρτίου 2004 και έγινε δεκτή στις 15 Απριλίου 2004, δηλαδή, πριν τεθούν σε ισχύ οι κανονισμοί 1/2003 και 773/2004, την 1η Μαΐου 2004. Οι έλεγχοι δε διενεργήθηκαν αργότερα, όταν οι εν λόγω κανονισμοί ήταν σε ισχύ, στις 11 και 12 Μαΐου 2004.
( 36 ) Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι το πρόσθετο ποσό υπολογίστηκε ως εξής: το πρόστιμο που επεβλήθη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην Toshiba και στη Melco για το διάστημα δραστηριότητας της TM T&D, ήτοι, για το διάστημα μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2002 και 11ης Μαΐου 2004, πολλαπλασιάστηκε με τον συντελεστή αποτροπής της Toshiba και το ποσό που προέκυψε από τον πολλαπλασιασμό αυτό, μετά από αφαίρεση του ποσού του προστίμου που επεβλήθη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, επεβλήθη στην Toshiba ατομικά.
( 37 ) Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2005, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, T‑71/03, T‑74/03, T‑87/03 και T‑91/03, EU:T:2005:220, σκέψεις 139 έως 141, της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02P, EU:C:2005:408, σκέψη 439, και της 9ης Ιουλίου 2009, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, C‑511/06 P, EU:C:2009:433, σκέψεις 68 και 69.
( 38 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2011, Dow Chemicals κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑42/07, EU:T:2011:357, σκέψεις 148 και 149.
( 39 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, Hitachi κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑112/07, EU:T:2011:342, σκέψη 350. Συναφώς, βλ. Bernardeau, L., και Christienne, J.-P., Les amendes en droit de la concurrence. Pratique décisionnelle et contrôle juridictionnel du droit de l’Union, Larcier, 2013, σημείο I.183.
( 40 ) Επισημαίνεται ότι στο σημείο 415 της ανακοινώσεως αιτιάσεων του 2006 αναφέρεται ότι «η Επιτροπή προτείνει όλα τα πρόστιμα να οριστούν σε επίπεδο που να εξασφαλίζει αποτρεπτικό αποτέλεσμα» και ότι στο σημείο 414 η Επιτροπή αναφέρεται, στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης μεταχειρίσεως, στην «σημασία» εκάστης επιχειρήσεως «στη βιομηχανία των ΕΜΜΑ και στον αντίκτυπο της παραβατικής συμπεριφοράς [της] […] για τον ανταγωνισμό». Περαιτέρω, στο σημείο 32 της εκθέσεως πραγματικών περιστατικών του 2012 αναφέρεται ότι «η Επιτροπή προτίθεται να λάβει υπόψη τα συνολικά ποσά κύκλου εργασιών της Melco και της Toshiba προκειμένου να εξασφαλίσει επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα».
( 41 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για τη διεξαγωγή των διαδικασιών που αφορούν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ (ΕΕ 2011, C 308, σ. 6) (στο εξής: Βέλτιστες Πρακτικές της Επιτροπής).
( 42 ) Σημείο 85 των Βελτίστων Πρακτικών της Επιτροπής. Βλ., επίσης, σημείο 7 των Βελτίστων Πρακτικών της Επιτροπής.
( 43 ) Βέλτιστες Πρακτικές της Επιτροπής, σημεία 109 έως 111.
( 44 ) Απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 136, και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston, της 19ης Ιανουαρίου 2016, στην υπόθεση Επιτροπή κατά McBride κ.λπ., C‑361/14 P, EU:C:2016:25, σημείο 78.
( 45 ) Αιτιολογικές σκέψεις 57 έως 63 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 46 ) Βλ. σημείο 80 των παρουσών προτάσεων.
( 47 ) Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2014, Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής, C‑580/12 P, EU:C:2014:2363 (στο εξής: απόφαση Guardian), σκέψη 51.
( 48 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Caffaro κατά Επιτροπής, T‑192/06, EU:T:2011:278, σκέψη 83.
( 49 ) Αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2017, Samsung SDI και Samsung SDI (Malaysia) κατά Επιτροπής, C‑615/15 P, EU:C:2017:190, σκέψη 40, της 12ης Νοεμβρίου 2014, Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής, C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 62, της 19ης Ιουλίου 2012, Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ., C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 58, και της 16ης Ιουνίου 2011, Caffaro κατά Επιτροπής, T‑192/06, EU:T:2011:278, σκέψη 83.
( 50 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 47, σκέψεις 62 και 63.
( 51 ) Πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Caffaro κατά Επιτροπής, T‑192/06, EU:T:2011:278, σκέψη 97.
( 52 ) Βλ. σημείο 82 των παρουσών προτάσεων.
( 53 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Caffaro κατά Επιτροπής, T‑192/06, EU:T:2011:278, σκέψη 84. Βλ., επίσης, σημείο 93 των παρουσών προτάσεων.
( 54 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 490 της αποφάσεως του 2007.
( 55 ) Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Toshiba αμφισβήτησε το αρχικό ποσό που καταλογίστηκε στην TM T&D υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως της Επιτροπής για αιτιολόγηση και όχι από την άποψη της τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
( 56 ) Απόφαση της 25ης Ιουνίου 2010, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, T‑66/01, EU:T:2010:255, σκέψεις 196 έως 198.
( 57 ) Αιτιολογικές σκέψεις 265 έως 299 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 58 ) Σκέψη 229 της αποφάσεως του 2011.
( 59 ) Σκέψη 222 της αποφάσεως του 2011
( 60 ) Σκέψεις 241 έως 256 της αποφάσεως του 2013.
( 61 ) Σκέψεις 260 έως 262 της αποφάσεως του 2011.
( 62 ) Το ζήτημα της σοβαρότητας της παραβατικής συμπεριφοράς της Toshiba δεν εξετάσθηκε στην απόφαση του 2013.
( 63 ) Πρβλ. την απόφαση της 25ης Ιουνίου 2010, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, T‑66/01, EU:T:2010:255, σκέψεις 207 και 208· βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
( 64 ) Στην προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Toshiba ανέφερε ότι «η Επιτροπή παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον δεν έλαβε υπόψη, κατά τον καθορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου της Toshiba, το γεγονός ότι η συμπεριφορά της Toshiba (φερόμενη συμμετοχή στο κοινό σύμφωνο) χαρακτηριζόταν από διαφορετικό βαθμό βαρύτητας και υπαιτιότητας σε σύγκριση με την συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων κατασκευής ΕΜΜΑ οι οποίες έλαβαν μέρος τόσο στο κοινό σύμφωνο όσο και σε άλλες συμπράξεις στην αγορά του ΕΟΧ».
( 65 ) Βλ. σημείο 75 των παρουσών προτάσεων.
( 66 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 90.