ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 4ης Μαΐου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑183/16 P
Tilly‑Sabco
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Γεωργία – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Κανονισμός (ΕΚ) 1234/2007 – Άρθρα 162 και 164 – Διαδικασία επιτροπολογίας – Κανονισμός (ΕΕ) 182/2011 – Άρθρο 3 – Κρέας πουλερικών – Κατεψυγμένα κοτόπουλα – Κανονισμός (ΕΕ) 689/2013 – Πρακτική που η Επιτροπή ακολουθεί για τον καθορισμό των επιστροφών – Καθορισμός μηδενικών επιστροφών – Ισχύουσες προθεσμίες – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»
1.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Tilly‑Sabco ζητεί από το Δικαστήριο την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑397/13 ( 2 ). Στην εν λόγω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Tilly‑Sabco με την οποία αυτή είχε ζητήσει την ακύρωση του κανονισμού (ΕΕ) 689/2013 ( 3 ), με τον οποίο καθορίστηκε μηδενικό ποσό επιστροφών σχετικά με την εξαγωγή κατεψυγμένων κοτόπουλων σε ορισμένες χώρες. Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως εγείρει πλείονα διαφορετικά νομικά ζητήματα.
2.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η πρακτική που ακολουθείται τώρα από την Επιτροπή για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή συνάδει με τους κανόνες επιτροπολογίας, και ιδίως με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 182/2011 ( 4 ). Κατ’ ουσίαν, η εν λόγω πρακτική συνίσταται στην κατάθεση και έγκριση σχεδίων εκτελεστικών πράξεων εντός συντομότατων προθεσμιών προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν ο κίνδυνος διαρροών και, κατά την Επιτροπή, η κερδοσκοπία. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, απλώς και μόνον αντικαθιστώντας με τον αριθμό μηδέν, κατά την έκδοση του επίμαχου κανονισμού, το ποσό των επιστροφών που ίσχυε προηγουμένως, χωρίς να αλλάξει την αιτιολογία που περιείχε ο προϊσχύσας από τον επίμαχο κανονισμός, δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που έχει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε επίσης σειρά άλλων λόγων ακυρώσεως που είχαν προβληθεί από την ήδη αναιρεσείουσα.
3.
Για τους λόγους που παρατίθενται στη συνέχεια, φρονώ ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η Tilly‑Sabco δεν ευσταθεί. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα αίτηση αναιρέσεως.
I. Το νομικό πλαίσιο
1. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1234/2007 ( 5 )
4.
Το άρθρο 162 του κανονισμού 1234/2007 («Πεδίο εφαρμογής των επιστροφών κατά την εξαγωγή») ορίζει:
«1. Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να καταστούν δυνατές οι εξαγωγές με βάση τις τιμές της διεθνούς αγοράς και εντός των ορίων που απορρέουν από συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται δυνάμει του άρθρου [218 ΣΛΕΕ], η διαφορά μεταξύ των εν λόγω τιμών και των τιμών στην [Ένωση] μπορεί να καλύπτεται με τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή:
α)
των προϊόντων των ακόλουθων τομέων που πρόκειται να εξαχθούν ως έχουν:
[…]
viii)
του κρέατος των πουλερικών.»
5.
Κατά το άρθρο 164 του κανονισμού 1234/2007 («Καθορισμός των επιστροφών κατά την εξαγωγή»):
«1. Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή είναι οι ίδιες για ολόκληρη την [Ένωση]. Είναι δυνατή η διαφοροποίησή τους ανάλογα με τον τόπο προορισμού, ιδίως αν η κατάσταση της διεθνούς αγοράς, οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών ή οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο [218 ΣΛΕΕ] το καθιστούν αναγκαίο.
2. Οι επιστροφές καθορίζονται από την Επιτροπή.
Οι επιστροφές καθορίζονται:
α)
τακτικά,
β)
μέσω διαγωνισμού για τα προϊόντα για τα οποία η διαδικασία είχε προβλεφθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 204, παράγραφος 2.
Εκτός των περιπτώσεων καθορισμού με διαγωνισμό, ο κατάλογος των προϊόντων για τα οποία χορηγείται επιστροφή κατά την εξαγωγή, και το ποσό της επιστροφής καθορίζονται τουλάχιστον μία φορά ανά τρίμηνο. Ωστόσο, το ποσό της επιστροφής μπορεί να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και, αν απαιτείται, να τροποποιείται ενδιαμέσως από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195, παράγραφος 1, είτε μετά από αίτημα κράτους μέλους είτε με δική της πρωτοβουλία.
3. Κατά τον καθορισμό των επιστροφών για ένα συγκεκριμένο προϊόν λαμβάνονται υπόψη ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
η επικρατούσα κατάσταση και οι μελλοντικές τάσεις όσον αφορά:
–
τις τιμές και τις διαθέσιμες ποσότητες του εν λόγω προϊόντος στην [ενωσιακή] αγορά,
–
τις τιμές του εν λόγω προϊόντος στη διεθνή αγορά,
β)
οι στόχοι της κοινής οργάνωσης αγοράς, που συνίστανται στη διασφάλιση της ισορροπίας της εν λόγω αγοράς και της φυσικής ανάπτυξης των τιμών και των συναλλαγών,
γ)
η ανάγκη να αποφευχθούν διαταραχές οι οποίες ενδέχεται να δημιουργήσουν παρατεταμένη ανισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης στην [ενωσιακή] αγορά,
δ)
η οικονομική πλευρά των σχεδιαζόμενων εξαγωγών,
ε)
όρια που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο [218 ΣΛΕΕ],
στ)
η ανάγκη εξισορρόπησης της χρήσης [ενωσιακών] βασικών προϊόντων στην παρασκευή μεταποιημένων εμπορευμάτων που προορίζονται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες και της χρήσης των προϊόντων τρίτων χωρών που γίνονται δεκτά υπό καθεστώς τελειοποίησης,
ζ)
τα ευνοϊκότερα έξοδα εμπορίας και μεταφοράς από τις [ενωσιακές] αγορές μέχρι τα λιμάνια ή άλλους τόπους εξαγωγής της [Ένωσης] καθώς και τα έξοδα διακίνησης μέχρι τις χώρες προορισμού,
η)
η ζήτηση στην [ενωσιακή] αγορά,
θ)
όσον αφορά τους τομείς του χοιρείου κρέατος, των αυγών και του κρέατος των πουλερικών, η διαφορά μεταξύ των τιμών, στην [Ένωση] αφενός, και στη διεθνή αγορά αφετέρου, της ποσότητας κτηνοτροφικών σιτηρών που είναι αναγκαία για την παραγωγή των προϊόντων των εν λόγω τομέων στην [Ένωση].
[…]»
6.
Το άρθρο 195, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1234/2007 («Επιτροπή») ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών (εφεξής καλούμενη “η επιτροπή”).
2. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ [ ( 6 )].
Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε ένα μήνα.»
2. Ο κανονισμός (ΕΕ) 182/2011
7.
Ο κανονισμός 182/2011 κατάργησε και αντικατέστησε την οδηγία 1999/468. Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού («Κοινές διατάξεις») ορίζει τα εξής:
«1. Οι κοινές διατάξεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8.
2. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών. Στην επιτροπή την προεδρία ασκεί ο εκπρόσωπος της Επιτροπής. Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει σε ψηφοφορία στην επιτροπή.
3. Ο πρόεδρος υποβάλλει στην επιτροπή το σχέδιο εκτελεστικής πράξης που είναι προς έκδοση από την Επιτροπή.
Πλην δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, ο πρόεδρος συγκαλεί συνεδρίαση τουλάχιστον 14 ημέρες μετά την υποβολή του σχεδίου εκτελεστικής πράξης και του σχεδίου ημερήσιας διάταξης στην επιτροπή. Η επιτροπή εκδίδει τη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο εκτελεστικής πράξης εντός προθεσμίας την οποία μπορεί να καθορίσει ο πρόεδρος σύμφωνα με το επείγον του θέματος. Οι προθεσμίες χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα και παρέχουν έγκαιρα και πραγματικά στα μέλη της επιτροπής δυνατότητες να εξετάσουν το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και να εκφράσουν τις απόψεις τους.
[…]»
8.
Το άρθρο 5 του κανονισμού 182/2011 («Διαδικασία εξέτασης») ορίζει τα εξής:
«[…]
2. Εφόσον η γνώμη της επιτροπής είναι θετική, η Επιτροπή εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, αν η γνώμη της επιτροπής είναι αρνητική, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης. Οσάκις η έκδοση εκτελεστικής πράξης κρίνεται αναγκαία, ο πρόεδρος μπορεί είτε να υποβάλει τροποποιημένη εκδοχή του σχεδίου εκτελεστικής πράξης στην ίδια επιτροπή εντός διμήνου από την έκδοση αρνητικής γνώμης είτε να υποβάλει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης εντός μηνός από αυτήν την έκδοση στην επιτροπή προσφυγών για περαιτέρω συζήτηση.
4. Εφόσον δεν διατυπωθεί γνώμη, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο. Εφόσον η Επιτροπή δεν εκδώσει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης, ο πρόεδρος μπορεί να υποβάλει στην επιτροπή τροποποιημένη εκδοχή του.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης οσάκις:
[…]
γ)
αντιτίθεται σε αυτό απλή πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν την επιτροπή.
[…]»
9.
Κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 182/2011 («Έκδοση εκτελεστικών πράξεων σε εξαιρετικές περιπτώσεις»):
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5, παράγραφος 3, και το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει σχέδιο εκτελεστικής πράξης οσάκις χρειάζεται να εκδοθεί άνευ χρονοτριβής, για να αποφευχθεί η πρόκληση σημαντικής διαταραχής των αγορών στον τομέα της γεωργίας ή κινδύνου για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 325 ΣΛΕΕ.»
II. Το ιστορικό της διαφοράς
10.
Η Tilly‑Sabco είναι γαλλική εταιρία που δραστηριοποιείται σχετικά με την εξαγωγή ολόκληρων κατεψυγμένων κοτόπουλων προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
11.
Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή οι οποίες διατυπώνονται στον κανονισμό 1234/2007 και, ιδίως, στα άρθρα του 162 και 164, η Επιτροπή καθόριζε τακτικά, με εκτελεστικούς κανονισμούς, το ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών.
12.
Από την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 525/2010 ( 7 ), το ποσό των εν λόγω επιστροφών μειώθηκε σταδιακά ως προς τρεις κατηγορίες κατεψυγμένων κοτόπουλων. Κατ’ αρχάς, το ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή μειώθηκε από 40 ευρώ ανά 100 kg σε 32,50 ευρώ ανά 100 kg. Το τελευταίο ποσό διατηρήθηκε σταθερό από οκτώ διαδοχικούς εκτελεστικούς κανονισμούς που ακολούθησαν και στη συνέχεια μειώθηκε σε 21,70 ευρώ ανά 100 kg, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 962/2012 ( 8 ).
13.
Με τον κανονισμό (ΕΕ) 33/2013 ( 9 ) επιβλήθηκε νέα μείωση, με την οποία το ποσό των επιστροφών κατήλθε στα 10,85 ευρώ ανά 100 kg για τις σχετικές τρεις κατηγορίες κατεψυγμένων κοτόπουλων. Το εν λόγω ποσό διατηρήθηκε στη συνέχεια από τον κανονισμό (ΕΕ) 360/2013 ( 10 ).
14.
Με τον επίμαχο κανονισμό, η Επιτροπή καθόρισε, μεταξύ άλλων, μηδενικό ποσό επιστροφών κατά την εξαγωγή για τρεις κατηγορίες κατεψυγμένων κοτόπουλων.
15.
Το ποσό των επιστροφών για τα υπόλοιπα έξι προϊόντα –κυρίως νεοσσούς– το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του επίμαχου κανονισμού και είχε καθορισθεί στο μηδέν με τον κανονισμό (ΕΕ) 1056/2011 ( 11 ) δεν τροποποιήθηκε.
16.
Σύμφωνα με το παράρτημα του επίμαχου κανονισμού, οι τόποι προορισμού τους οποίους αφορούν οι επιστροφές κατά την εξαγωγή είναι, μεταξύ άλλων, χώρες της Μέσης Ανατολής.
17.
Οι κρίσιμες αιτιολογικές σκέψεις του επίμαχου κανονισμού έχουν ως εξής:
«(1)
Σύμφωνα με το άρθρο 162, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007, η διαφορά μεταξύ των τιμών των προϊόντων που απαριθμούνται στο μέρος ΧΧ του παραρτήματος Ι του εν λόγω κανονισμού στην παγκόσμια αγορά και των τιμών των εν λόγω προϊόντων στην Ένωση μπορεί να καλυφθεί με επιστροφή κατά την εξαγωγή.
(2)
Λαμβανομένης υπόψη της παρούσας κατάστασης της αγοράς κρέατος πουλερικών, είναι σκόπιμο να καθοριστούν επιστροφές κατά την εξαγωγή σύμφωνα με τους κανόνες και τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 162, 163, 164, 167 και 169 του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007.
(3)
Το άρθρο 164, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 προβλέπει ότι είναι δυνατή η διαφοροποίηση των επιστροφών τους ανάλογα με τον τόπο προορισμού, ιδίως αν η κατάσταση της διεθνούς αγοράς, οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών ή οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο [218 ΣΛΕΕ] το καθιστούν αναγκαίο.
[…]
(6)
Προκειμένου να αποφευχθούν αποκλίσεις από την τρέχουσα κατάσταση της αγοράς, να αποτραπεί η κερδοσκοπία στην αγορά και να εξασφαλιστεί αποτελεσματική διαχείριση, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(7)
Η επιτροπή διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρός της.»
18.
Κατά τις σκέψεις 76 έως 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο επίμαχος κανονισμός εκδόθηκε υπό τις ακόλουθες περιστάσεις.
19.
Στις 16 Ιουλίου 2013, η Επιτροπή απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στα μέλη της κατά το άρθρο 195, παράγραφος 1, του κανονισμού 1234/2007 επιτροπής (στο εξής: επιτροπή διαχειρίσεως), το οποίο περιείχε έγγραφο με τίτλο «EU Market situation for poultry» («Κατάσταση στην αγορά πουλερικών της Ένωσης»).
20.
Κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως της επιτροπής διαχειρίσεως που διεξήχθη στις 18 Ιουλίου 2013 το πρωί, η Επιτροπή παρουσίασε την κατάσταση της αγοράς για τα πουλερικά. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, κατά την επανάληψη της συνεδριάσεως μετά τις 13:00, η Επιτροπή κατέθεσε στην επιτροπή διαχειρίσεως το σχέδιο του επίμαχου κανονισμού (στο εξής: σχέδιο κανονισμού). Το σχέδιο κανονισμού ήταν μια φωτοτυπία του προηγούμενου κανονισμού περί καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή, στην οποία είχαν διαγραφεί με μολύβι οι αναφορές σχετικά με τα ποσά των επιστροφών.
21.
Στη συνέχεια, το σχέδιο κανονισμού τέθηκε σε ψηφοφορία. Ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως της Επιτροπής ολοκλήρωσε αυθημερόν, στις 15:46, τις διατυπώσεις επικυρώσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δημοσίευση του επίμαχου κανονισμού την επόμενη ημέρα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς άμεση θέση σε ισχύ και εφαρμογή.
22.
Ουδείς από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών που συμμετείχαν στη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως προέβαλε αντιρρήσεις σχετικά με τη μέθοδο ή τις προθεσμίες που χρησιμοποίησε η Επιτροπή.
III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
23.
Η Tilly‑Sabco, με δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Αυγούστου 2013, άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση του επίμαχου κανονισμού. Προς στήριξη της εν λόγω προσφυγής, η Tilly‑Sabco διατύπωσε πέντε λόγους ακυρώσεως με τους οποίους προέβαλε i) παράβαση ουσιώδους τύπου και καταστρατήγηση διαδικασίας· ii) διαδικαστική πλημμέλεια και αναρμοδιότητα· iii) έλλειψη αιτιολογίας· iv) παράβαση νόμου ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως· και v) παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
24.
Την ίδια ημέρα, η Tilly‑Sabco ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο την αναστολή εκτελέσεως του επίμαχου κανονισμού μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρώσεως. Με διάταξη της 29ης Αυγούστου 2013, επετράπη στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει υπέρ της Tilly‑Sabco στη διαδικασία επί της εν λόγω αιτήσεως. Με διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την εν λόγω αίτηση ( 12 ).
25.
Με διάταξη της 7ης Απριλίου 2014, επετράπη στην Doux SA να παρέμβει υπέρ της Tilly‑Sabco στη διαδικασία επί της προσφυγής ακυρώσεως.
26.
Κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως που έλαβε χώρα στις 22 Απριλίου 2015, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκήσει η Tilly‑Sabco και όρισε ότι αυτή φέρει τα δικαστικά της έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Το Γενικό Δικαστήριο όρισε επίσης ότι η Επιτροπή, η Γαλλική Δημοκρατία και η Doux φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
27.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 31 Μαρτίου 2016, η Tilly‑Sabco ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εκτός από το παραδεκτό της ασκηθείσας προσφυγής·
–
να αποφανθεί, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οριστικά επί της υποθέσεως και να ακυρώσει τον επίμαχο κανονισμό·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της πρωτόδικης και της αναιρετικής διαδικασίας.
28.
Με υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 17 Ιουνίου 2016, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
–
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
29.
Αμφότεροι οι διάδικοι αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 1ης Μαρτίου 2017.
V. Ανάλυση
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
30.
Η Tilly‑Sabco προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως, οι περισσότεροι εκ των οποίων υποδιαιρούνται σε περισσότερα σκέλη. Κατ’ ουσίαν, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα: i) το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011· ii) το άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007· iii) το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και iv) το άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 ή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εξέταση της εν λόγω διατάξεως. Θα αναλύσω κάθε έναν από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως με τη σειρά, αφού πρώτα εκθέσω συνοπτικά τις απόψεις των διαδίκων.
31.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως φαίνεται να θέτει το πιο λεπτό ζήτημα. Αφορά τη νομιμότητα της ακολουθούμενης από την Επιτροπή πρακτικής στις επαφές της με την επιτροπή διαχειρίσεως κατά τον καθορισμό των συντελεστών των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Η Επιτροπή διευκρίνισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ότι πρόκειται για πρακτική που ακολουθείται από το 1962.
32.
Το εν λόγω ζήτημα είναι αλληλένδετο με το γεγονός ότι αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως αποτελεί ένας κανονισμός ο οποίος συντάχθηκε με πρότυπο έναν κανονισμό με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση, τον οποίο κατάργησε και αντικατέστησε και σε σχέση με τον οποίο άλλαξε μόνον ορισμένους αριθμούς. Η χρήση τέτοιων «κανονισμών-υποδειγμάτων» εγείρει ζητήματα όσον αφορά τόσο την υποχρέωση αιτιολογήσεως όσο και τη δυνατότητα της Επιτροπής, με τον καθορισμό μηδενικού ποσού επιστροφών, να διακόπτει εκ των πραγμάτων την έκδοση, σύμφωνα με τον κανονισμό 1234/2007, των λεγόμενων περιοδικών γεωργικών νομικών πράξεων.
33.
Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί το γεγονός ότι, με δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως που είχαν ασκήσει η Doux ( 13 ) και η Γαλλική Δημοκρατία ( 14 ) κατά του επίμαχου κανονισμού. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν καταστεί αμετάκλητες, εφόσον δεν προσβλήθηκαν με αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου.
34.
Τέλος, στις σκέψεις 28 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και ιδίως ότι ο επίμαχος κανονισμός δεν συνεπάγεται εκτελεστικά μέτρα ( 15 ). Η Επιτροπή, η οποία είχε αμφισβητήσει την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 16 ), δεν προσέβαλε αυτό το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν συντρέχει λόγος να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή ως προς το εν λόγω σημείο ( 17 ).
2. Πρώτος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
35.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 70 έως 146 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια του όρου «προθεσμία που χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα» ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011. Κατά τη γνώμη της, με την κατάθεση του σχεδίου κανονισμού σε συνεδρίαση που άρχισε μετά τις 13:00 και έληξε στις 15:46 δεν τηρήθηκε η απαίτηση καθορισμού προθεσμίας χαρακτηριζόμενης από αναλογικότητα. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι δεν αμφισβητείται η δυνατότητα των ιδιωτών να προβάλουν παράβαση του κανονισμού 182/2011, καθώς και ότι η μη αναγνώριση της δυνατότητας αυτής θα αποτελούσε παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
36.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα και/ή υπέπεσε σε αντίφαση, στις σκέψεις 86, 110 έως 115 και 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά το κριτήριο του επείγοντος. H αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί στην ίδια απόφαση, αφενός, να επιβεβαιώνει τη μη συνδρομή επείγουσας περιπτώσεως και, αφετέρου, να τονίζει τον κίνδυνο διαρροών που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την κατάθεση του σχεδίου κανονισμού κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως –κίνδυνος ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν συνιστά επείγουσα περίπτωση. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Tilly‑Sabco παρέπεμψε στους πρότυπους διαδικαστικούς κανόνες ( 18 ) σχετικά με την απόφαση 1999/468, οι οποίοι αναφέρουν ότι συντρέχει εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση «ιδίως όταν απειλείται η υγεία των ανθρώπων ή των ζώων».
37.
Με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 92 έως 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέλαβε εσφαλμένα ως προθεσμία για τη διαβίβαση του σχεδίου κανονισμού την προθεσμία που προβλέπεται για την αποστολή εγγράφων σχετικά με την κατάσταση της αγοράς. Τα λίγα λεπτά που απέμεναν, μετά την παραλαβή του σχεδίου κανονισμού από τα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως, δεν αποτέλεσαν παρά μια υπερβολικά σύντομη προθεσμία, ή ακόμη και καμία προθεσμία, πράγμα το οποίο δεν επέτρεψε στην επιτροπή να εξετάσει όλες τις αναγκαίες περιστάσεις.
38.
Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο, επικυρώνοντας, στις σκέψεις 111 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την πρακτική που η Επιτροπή ακολουθεί από το 1962, παρέβη το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, τίποτε δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να αναδιατυπώσει τον εν λόγω κανονισμό για να τον προσαρμόσει στην πρακτική αυτή.
39.
Τέλος, με το πέμπτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντίφαση δεχόμενο, αφενός, στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε διευκρινίσει ότι ο καθορισμός μηδενικών επιστροφών βασίστηκε στην ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάσταση της αγοράς, ενώ στη συνέχεια το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε, στη σκέψη 255 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε διευκρινίσει ότι η προοδευτική μείωση των εφαρμοστέων συντελεστών ήταν το αποτέλεσμα μιας εν εξελίξει, και ως εκ τούτου όχι επικρατούσας, καταστάσεως.
40.
Η Επιτροπή αντικρούει τα εν λόγω επιχειρήματα.
2. Ανάλυση
41.
Θα εξετάσω αυτόν τον λόγο αναιρέσεως συνολικά, καθώς, κατ’ ουσίαν, όλα τα σκέλη του (πλην του πέμπτου) αφορούν την κατά την Tilly‑Sabco εσφαλμένη, με διάφορους τρόπους, ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 από το Γενικό Δικαστήριο.
42.
Στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 δεν απαγορεύει, κατ’ αρχήν, την κατάθεση σχεδίου εκτελεστικής πράξεως κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως της επιτροπής. Μετά από ανάλυση των περιστάσεων της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση του επίμαχου κανονισμού, στη σκέψη 108 της εν λόγω αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της καταθέσεως του σχεδίου κανονισμού και της σχετικής ψηφοφορίας ήταν επαρκής για να δοθεί πραγματικά στα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως η δυνατότητα να εξετάσουν το σχέδιο κανονισμού και να εκφράσουν τις απόψεις τους. Στη συνέχεια, στη σκέψη 114 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι η κρίση επί του ζητήματος του επείγοντος, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού, εναπόκειται στην Επιτροπή, καθώς και ότι ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στην ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας. Στις σκέψεις 119 και 120 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι η προθεσμία για τη διατύπωση της γνώμης της επιτροπής διαχειρίσεως ήταν αναλογική και ότι η περί του επείγοντος εκτίμηση της Επιτροπής δεν ενείχε ούτε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ούτε κατάχρηση εξουσίας, καθώς και ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν παρέβη την εν λόγω διάταξη. Στη συνέχεια, στις σκέψεις 123 και 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, αν η αναιρεσείουσα σκόπευε να προβάλει λόγο ακυρώσεως βασιζόμενο σε παράβαση του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής διαχειρίσεως ( 19 ), δεν παρέχεται στους ιδιώτες η δυνατότητα να προβάλλουν παράβαση τέτοιων κανονισμών. Τέλος, χάριν πληρότητας, στις σκέψεις 125 έως 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή είχε παραβεί το άρθρο 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, η τεθείσα προθεσμία είχε αποδειχθεί επαρκής, και, κατά συνέπεια, ενδεχόμενη παράβαση δεν θα επέφερε την ακύρωση του επίμαχου κανονισμού.
43.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι στην αίτησή της αναιρέσεως η Tilly‑Sabco όντως προβάλλει ότι εν προκειμένω δεν έγινε επίκληση ενός επείγοντος λόγου για να δικαιολογηθεί η ταχεία αντιμετώπιση της καταστάσεως, το συγκεκριμένο επιχείρημά της σχετικά με την έννοια του «επείγοντος», με τον τρόπο που χρησιμοποιείται στους πρότυπους διαδικαστικούς κανόνες (βλ. σημείο 36 των παρουσών προτάσεων), δεν συμπεριελήφθη στην αίτησή της αναιρέσεως, και κατά συνέπεια προβάλλεται εκπρόθεσμα, καθώς από κανένα στοιχείο του υπομνήματος της Επιτροπής επί της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προβολή του εν λόγω επιχειρήματος στο υπόμνημα απαντήσεως που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ( 20 ). Αν παρ’ όλα αυτά γινόταν δεκτό ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα είχε προβληθεί παραδεκτώς, και πάλι δεν θα μπορούσε να ευσταθεί, λόγω του ότι οι ιδιώτες δεν έχουν τη δυνατότητα να επικαλούνται τέτοιους διαδικαστικούς κανόνες, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω.
44.
Έρχομαι τώρα στην εξέταση του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011. Η εν λόγω διάταξη περιέχει τρεις διαφορετικούς κανόνες.
45.
Κατ’ αρχάς, ορίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να συγκαλεί συνεδρίαση τουλάχιστον 14 ημέρες μετά την κατάθεση του σχεδίου εκτελεστικής πράξεως και του σχεδίου ημερήσιας διατάξεως στην επιτροπή διαχειρίσεως, «πλην δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων» (στο εξής: πρώτος κανόνας).
46.
Στη συνέχεια, επιβάλλει στην επιτροπή διαχειρίσεως να διατυπώσει τη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο εκτελεστικής πράξεως εντός προθεσμίας την οποία μπορεί να καθορίσει η Επιτροπή «σύμφωνα με το επείγον του θέματος» (στο εξής: δεύτερος κανόνας).
47.
Τέλος, ορίζει ότι οι προθεσμίες «χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα» και παρέχουν «έγκαιρα και πραγματικά» στα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως «δυνατότητες» να εξετάσουν το σχέδιο εκτελεστικής πράξεως και να εκφράσουν τις απόψεις τους (στο εξής: τρίτος κανόνας).
48.
Από τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 προκύπτει αμέσως ότι δεν προβλέπεται κάποια αποκλειστική προθεσμία. Ακόμη και όταν αναφέρεται συγκεκριμένη προθεσμία –όπως συμβαίνει στο πλαίσιο του πρώτου κανόνα– η προθεσμία αυτή είναι δεκτική προσαρμογής. Ως εκ τούτου, συμμερίζομαι την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 δεν απαγορεύει, κατ’ αρχήν, την κατάθεση σχεδίου εκτελεστικής πράξεως κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως της επιτροπής.
49.
Ασφαλώς, οι δύο πρώτοι κανόνες, οι οποίοι επιβάλλουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενέργειας τόσο στην Επιτροπή όσο και στην επιτροπή διαχειρίσεως και προβλέπουν τις προθεσμίες για τις ενέργειες αυτές, όντως φαίνεται να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα καθορισμού σύντομων προθεσμιών. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον τρίτο κανόνα, ο οποίος λειτουργεί ως γενική ρήτρα.
50.
Πάντως, και οι τρεις κανόνες δεν είναι αυτοτελείς: σε κανένα σημείο του κανονισμού 182/2011 δεν διευκρινίζεται τι νοείται ως «δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις», «επείγον», «χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα» ή «έγκαιρη και πραγματική παροχή δυνατοτήτων». Κατά συνέπεια, οι εν λόγω κανόνες μοιάζουν περισσότερο με διακήρυξη πολιτικής παρά με αυστηρό κανόνα. Ειδικότερα, το αν είναι «δεόντως αιτιολογημένο» να συντμηθεί η προθεσμία για την κατάθεση του σχεδίου εκτελεστικής πράξεως και του σχεδίου ημερήσιας διατάξεως στην επιτροπή διαχειρίσεως στο πλαίσιο του πρώτου κανόνα, καθώς και το αν η προθεσμία που καθορίστηκε για τη διατύπωση της γνώμης της επιτροπής «χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα» στο πλαίσιο του δεύτερου κανόνα, φρονώ ότι είναι εντελώς θέμα περιστάσεων.
51.
Όσον αφορά τον δεύτερο κανόνα, η εν λόγω διάταξη στην πραγματικότητα δεν αναφέρεται καν σε επείγουσες περιπτώσεις, αλλά χρησιμοποιεί την έκφραση «σύμφωνα με το επείγον του θέματος», το οποίο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Η εν λόγω έκφραση δεν αποκλείει καν τη δυνατότητα καθορισμού μεγάλης προθεσμίας σε επείγουσες περιπτώσεις και σύντομης σε συνηθισμένες περιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος κανόνας δεν επιβάλλει ταχεία αντιμετώπιση στις επείγουσες περιπτώσεις. Τούτο επιβεβαιώνεται από άλλες διατάξεις του κανονισμού 182/2011.
52.
Πράγματι, από συστηματικής απόψεως, η δυνατότητα ταχείας δράσεως σε επείγουσες περιπτώσεις –ή και σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις– αναφέρεται σε άλλη διάταξη, ήτοι στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 182/2011 ( 21 ). Ειδικότερα, οι προθεσμίες που καθορίζονται στην εν λόγω διάταξη δεν αναφέρουν δυνατότητα παρατάσεως.
53.
Ομοίως, το άρθρο 7 του κανονισμού 182/2011, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5, παράγραφοι 3 και 4, του ίδιου κανονισμού, προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει σχέδιο εκτελεστικής πράξεως όταν «χρειάζεται να εκδοθεί άνευ χρονοτριβής» για να αποφευχθεί η πρόκληση σημαντικής διαταραχής των αγορών στον τομέα της γεωργίας ή κινδύνου για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Η χρησιμότητα της εν λόγω διατάξεως θα μειωνόταν ή ακόμη και θα εκμηδενιζόταν αν, βάσει του δεύτερου κανόνα, μόνο σε περιπτώσεις επείγοντος επιτρεπόταν στην Επιτροπή να απαιτήσει από την επιτροπή διαχειρίσεως να διατυπώσει τη γνώμη της σχετικά με σχέδιο εκτελεστικής πράξεως εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος.
54.
Επιπλέον, η φιλόδοξη διατύπωση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 196 του κανονισμού 1234/2007 («Οργάνωση της επιτροπής διαχείρισης»), το οποίο ορίζει ότι: «κατά την οργάνωση των συνεδριάσεων της επιτροπής [διαχειρίσεως] λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, το πεδίο των αρμοδιοτήτων της, οι ιδιαιτερότητες του υπό εξέταση θέματος και η ανάγκη σύμπραξης των κατάλληλων εμπειρογνωμόνων», επιρρωννύει τη θέση ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 χαρακτηρίζονται από ελαστικότητα και ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό τους.
55.
Επιπροσθέτως, από τελεολογικής απόψεως, στόχος του κανονισμού 182/2011 είναι να εξασφαλισθεί ότι οι διαδικασίες για τον από τα κράτη μέλη έλεγχο της ασκήσεως των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή είναι σαφείς, αποτελεσματικές και αναλογικές με τη φύση των εκτελεστικών πράξεων και ότι λαμβάνουν υπόψη τις θεσμικές απαιτήσεις της Συνθήκης ΛΕΕ καθώς και την πείρα που αποκτήθηκε και την κοινή πρακτική που ακολουθήθηκε κατά την εφαρμογή της αποφάσεως 1999/468. Ειδικότερα, η διαδικασία εξετάσεως αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις αν δεν είναι σύμφωνες με τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως ( 22 ). Αντιθέτως η εν λόγω διαδικασία δεν αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις αν ιδιωτικοί φορείς αντιτίθενται σε αυτές.
56.
Στο σημείο αυτό, θα επιχειρήσω έναν παραλληλισμό. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει δεχθεί τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβάλλουν παραβίαση εσωτερικών κανονισμών ( 23 ) και έχει επίσης κρίνει ότι τα θεσμικά όργανα δεν δύνανται να αποστούν από τους εν λόγω εσωτερικούς κανονισμούς χωρίς να τους έχουν τροποποιήσει ( 24 ). Πάντως, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει κατ’ επανάληψη ότι σκοπός του εσωτερικού κανονισμού ενός θεσμικού οργάνου είναι η οργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας των υπηρεσιών του προς εξασφάλιση της χρηστής διοικήσεως. Κατά συνέπεια, ιδιώτες δεν μπορούν να προβάλλουν ενδεχόμενη παραβίαση των εν λόγω κανονισμών, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν αποσκοπούν στην προστασία ιδιωτών ( 25 ). Μόνον όταν κανόνας που περιλαμβάνεται σε τέτοιον εσωτερικό κανονισμό αποτελεί ουσιώδη τύπο που αποσκοπεί στην κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου –όπως η κύρωση πράξεων– μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως κατά της παραβάσεως του εν λόγω κανόνα ( 26 ). Στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο.
57.
Όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 50 των παρουσών προτάσεων, οι έννοιες που χρησιμοποιούνται και στους τρεις κανόνες που περιλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 παρουσιάζουν αοριστία. Για τον λόγο αυτόν, είναι αναγκαία η διευκρίνιση των εν λόγω εννοιών με εσωτερικούς κανονισμούς ( 27 ). Αυτό ακριβώς συνέβη με τον εσωτερικό κανονισμό της επιτροπής διαχειρίσεως. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι υπάρχει κίνδυνος να παρακαμφθεί η προαναφερθείσα στο προηγούμενο σημείο νομολογία αν γίνει δεκτό ότι οι ιδιώτες ενδεχομένως μπορούν να συναγάγουν κανόνες αυστηρού δικαίου από διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως είναι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011, οι οποίες, κατά πάσα πιθανότητα σκοπίμως, έχουν διατυπωθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης κατά τρόπο αόριστο και εύπλαστο.
58.
Τα προεκτεθέντα δεν θέτουν εν αμφιβόλω το ότι οι κανόνες που θεσπίζει ο κανονισμός 182/2011 είναι δεσμευτικοί και έχουν άμεση εφαρμογή κατά το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, καθώς και ότι, κατά συνέπεια, ιδιώτες όπως η αναιρεσείουσα μπορούν κατ’ αρχήν να επικαλούνται τους εν λόγω κανόνες ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης για να προσβάλλουν το κύρος πράξεων που εκδόθηκαν κατά παράβαση διατάξεών του. Ιδιώτες μπορούν, για παράδειγμα, να βάλουν κατά του ότι δεν διεξήχθη συνεδρίαση. Πάντως, τα προεκτεθέντα δεν μεταβάλλουν ούτε το ότι, ελλείψει ειδικών κανόνων περί του αντιθέτου, οι κανόνες επιτροπολογίας συνήθως δεν παρέχουν δικαιώματα σε ιδιώτες ( 28 ). Εν προκειμένω, οι προθεσμίες του άρθρου 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού είναι πολύ αόριστες για να παράσχουν σε ιδιώτες δικαίωμα δυνάμενο να επιδιωχθεί με την άσκηση προσφυγής ( 29 ). Η εν λόγω διαπίστωση δεν συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων που η αναιρεσείουσα έχει βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη.
59.
Όσο για τον έλεγχο που διενεργήθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, συντάσσομαι με τη θέση του εν λόγω δικαστηρίου ότι το Δικαστήριο εκτίμησε, στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, ότι στην Επιτροπή εναπόκειται να κρίνει το ζήτημα της επείγουσας αντιμετωπίσεως συγκεκριμένης περιπτώσεως στο πλαίσιο διαδικασίας επιτροπολογίας, καθώς και ότι ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στην ύπαρξη πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας ( 30 ). Πάντως, η απόφαση αυτή βασίστηκε σε ερμηνεία του εσωτερικού κανονισμού της συγκεκριμένης επιτροπής στην υπόθεση εκείνη, όπου κράτος μέλος –και όχι ιδιώτης– είχε αμφισβητήσει την άποψη της Επιτροπής σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος. Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν έχει άμεση σχέση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μολονότι θα μπορούσε να έχει σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία. Πάντως, είναι χαρακτηριστικό ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν προσέβαλε τον επίμαχο κανονισμό ούτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 ούτε λόγω παραβάσεως του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής διαχειρίσεως ( 31 ).
60.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παρέβη το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011. Το εν λόγω συμπέρασμα δεν αναιρείται από κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα.
61.
Πράγματι, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο των τριών πρώτων σκελών του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν παρέχουν στήριξη στα αναιρετικό αίτημα, καθώς οι εξαγωγείς δεν διαθέτουν δικαίωμα βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011, στις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, να αμφισβητήσουν με την άσκηση προσφυγής τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή συνεργάζεται με την επιτροπή διαχειρίσεως.
62.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα εσφαλμένα προβάλλει, με το τρίτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο διέθετε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να κρίνει ότι η επιτροπή διαχειρίσεως δεν είχε στη διάθεσή της όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη λήψη της αποφάσεώς της. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 επιβάλλει στην Επιτροπή να καταθέσει μόνο το σχέδιο εκτελεστικής πράξεως και το σχέδιο ημερησίας διατάξεως στην εν λόγω επιτροπή, και κανένα άλλο έγγραφο. Επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, με την αυστηρή έννοια του όρου, να γνωστοποιήσει στην επιτροπή διαχειρίσεως τον θεωρητικό υπολογισμό που πραγματοποίησε σχετικά με το ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει της διαφοράς μεταξύ των τιμών στην αγορά της Ένωσης και των τιμών στη διεθνή αγορά (στο εξής: θεωρητικός υπολογισμός) ( 32 ). Όπως προκύπτει επίσης από τα σημεία 107 και 108 των παρουσών προτάσεων, η άποψη της αναιρεσείουσας ότι σκοπός των επιστροφών κατά την εξαγωγή είναι να αντισταθμίσουν την ανισορροπία που προκύπτει μεταξύ της αγοράς της Ένωσης και της παγκόσμιας αγοράς παρέχοντας στους εμπόρους τη δυνατότητα να εξάγουν, πράγμα που προϋποθέτει ότι η Επιτροπή και η επιτροπή διαχειρίσεως λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση των εξαγωγέων, είναι εσφαλμένη.
63.
Εξίσου προβληματικό είναι το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, καθόσον μπορεί να λειτουργήσει επίσης προς την αντίθετη κατεύθυνση: όπως η Επιτροπή προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θεωρούσε νόμιμη την πρακτική που ακολουθούσε και δεν έκρινε ότι υπήρχε ανάγκη να αλλάξει τους κανόνες επιτροπολογίας, ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια της εν λόγω πρακτικής.
64.
Το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν αφορά το ζήτημα αν η επιτροπή διαχειρίσεως είχε στη διάθεσή της επαρκή χρόνο για να εξετάσει το σχέδιο κανονισμού, αλλά μια φερόμενη αντίφαση μεταξύ της επιλεγείσας διαδικασίας και των αιτιολογικών σκέψεων του επίμαχου κανονισμού. Το εν λόγω ζήτημα αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, τον οποίο θα εξετάσω στα σημεία 78 επ. των παρουσών προτάσεων. Ανεξαρτήτως αυτού, στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο δεν εκθέτει τη δική του άποψη, αλλά την άποψη της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει υποπέσει σε αντίφαση υιοθετώντας τη θέση της Επιτροπής. Εν πάση περιπτώσει, δεν αποκλείεται η κατάσταση της αγοράς να είναι ταυτόχρονα τωρινή (επικρατούσα) και εν εξελίξει, οπότε δεν βλέπω αντίφαση εν τοις όροις.
65.
Για να συνοψίσω, εφόσον κανένα από τα πέντε σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν ευσταθεί, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
66.
Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος αυτού, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν η παροχή στην επιτροπή διαχειρίσεως περισσότερου χρόνου για την εκτίμηση του σχεδίου κανονισμού θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα όσον αφορά τα καθορισθέντα ποσά των επιστροφών κατά την εξαγωγή ( 33 ).
3. Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007 και αντιφατική αιτιολογία εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
67.
Η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, έχοντας απορρίψει, στη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την άποψή της ότι ο επίμαχος κανονισμός δεν αποτελούσε «περιοδική γεωργική πράξη», δεν ανέλυσε την εν λόγω έννοια, παρά το γεγονός ότι η επίμαχη υπεξουσιοδότηση προς τον γενικό διευθυντή αφορούσε τέτοιες πράξεις. Εφόσον ο επίμαχος κανονισμός δεν αντικαταστάθηκε από νέο κανονισμό, δεν μπορούσε να αποτελεί «περιοδική γεωργική πράξη» που καλυπτόταν από την υπεξουσιοδότηση –ανεξάρτητα από τον λόγο της υπεξουσιοδοτήσεως–, οπότε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε εκτιμώντας ότι ο εν λόγω κανονισμός αποτελούσε τέτοια πράξη. Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η μη ανανέωση οφειλόταν σε προκαθορισμένο προσανατολισμό, και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τις «μελλοντικές τάσεις» όπως προβλέπεται στο άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1234/2007, είτε κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής της 18ης Ιουλίου 2013 είτε μη συγκαλώντας συνεδρίαση τον Οκτώβριο του 2013 για να επανεκτιμηθεί το επίπεδο των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
68.
Η Επιτροπή αντικρούει τα εν λόγω επιχειρήματα.
2. Ανάλυση
69.
Αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
70.
Ευθύς εξαρχής, συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής ότι δεν είναι σαφές το ακριβές αντικείμενο του παρόντος λόγου αναιρέσεως. Γενικότερα, ενίοτε η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, συνολικά, στρέφεται περισσότερο κατά του επίμαχου κανονισμού και λιγότερο κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
71.
Εν πάση περιπτώσει, κατά το μέρος που αυτός ο λόγος αναιρέσεως βασίζεται σε παράβαση του άρθρου 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007 καθόσον η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε αν ο επίμαχος κανονισμός αποτελούσε «περιοδικό γεωργικό μέτρο» που καλυπτόταν από τη σχετική υπεξουσιοδότηση και τις συνέπειες που έχει ο εν λόγω χαρακτηρισμός, αρκεί να αναφερθεί ότι το άρθρο 164, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού δεν αναφέρει αυτή την έννοια. Το γεγονός ότι το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1234/2007 αναφέρεται στις «μελλοντικές τάσεις» δεν μεταβάλλει τη θέση αυτή. Επομένως, το αν το Γενικό Δικαστήριο δεν ανέλυσε την εν λόγω έννοια έχει μικρή σημασία.
72.
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο, με το να απορρίψει, στη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι ο επίμαχος κανονισμός δεν αποτελούσε «περιοδικό γεωργικό μέτρο», δεν έδωσε εξ αντιδιαστολής αυτόν τον χαρακτηρισμό στο εν λόγω μέτρο ούτε αναγνώρισε τη νομική αξία της έννοιας αυτής. Το Γενικό Δικαστήριο απλώς απέρριψε το επιχείρημα ότι ο επίμαχος κανονισμός δεν αποτελούσε «περιοδικό γεωργικό μέτρο» επειδή δεν είχε ανανεωθεί.
73.
Εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσείουσα ερμηνεύει εσφαλμένα το άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007. Μολονότι στην πρώτη περίοδο της εν λόγω διατάξεως ορίζεται ότι «οι επιστροφές καθορίζονται από την Επιτροπή», στη δεύτερη περίοδο ορίζεται ότι «οι επιστροφές καθορίζονται» είτε «τακτικά» είτε «μέσω διαγωνισμού». Αν ισχύει η πρώτη από τις δύο αυτές περιπτώσεις, στην τρίτη περίοδο ορίζεται ότι το ποσό της επιστροφής «καθορίζ[ε]ται τουλάχιστον μία φορά ανά τρίμηνο», αλλά και ότι «[ω]στόσο […] μπορεί να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών». Επομένως, η Επιτροπή είχε δικαίωμα να διατηρήσει το ίδιο ποσό για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών. Συναφώς, το άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007 δεν προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει η εν λόγω διατήρηση. Συνεπώς, μολονότι στον επίμαχο κανονισμό θα μπορούσε να έχει καθορισθεί ημερομηνία λήξεως, κάτι τέτοιο δεν απαιτούνταν βάσει της εν λόγω διατάξεως, δεδομένου ότι και χωρίς τον καθορισμό ημερομηνίας ο επίμαχος κανονισμός θα εξακολουθούσε να ισχύει, διατηρώντας το ήδη καθορισθέν ποσό ( 34 ).
74.
Όσο για το επιχείρημα ότι η μη ανανέωση οφειλόταν σε προκαθορισμένο προσανατολισμό, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η αναιρεσείουσα διευκρίνισε ότι κατ’ ουσίαν στηρίζει την άποψή της σε δύο στοιχεία. Πρώτον, υποστηρίζει ότι κατά τη συνεδρίαση του Οκτωβρίου του 2013 η επιτροπή διαχειρίσεως δεν συζήτησε αν θα διατηρήσει ή θα ανανεώσει τον επίμαχο κανονισμό. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής της 18ης Ιουλίου 2013 προκύπτει ότι είχε λήξει το ζήτημα του καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
75.
Κατ’ αρχάς, οι μετά την έκδοση του επίμαχου κανονισμού επαφές της Επιτροπής με την επιτροπή διαχειρίσεως δεν μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω το κύρος του εν λόγω κανονισμού, το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίσταντο κατά την ημερομηνία εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού ( 35 ). Στη συνέχεια, τα στοιχεία τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, πράγμα που δεν συγκαταλέγεται στα καθήκοντα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας. Τέλος και εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσείουσα σφάλλει ως προς αμφότερα τα στοιχεία στα οποία στηρίζει την αιτίασή της: κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι κατά την ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως της επιτροπής του Οκτωβρίου του 2013 θα μπορούσε να ζητηθεί από την επιτροπή διαχειρίσεως η διατύπωση γνώμης όσον αφορά το σχέδιο κανονισμού με τον οποίο καθορίζονται οι επιστροφές κατά την εξαγωγή για τον τομέα του κρέατος πουλερικών. Τούτο επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά της εν λόγω συνεδριάσεως που διεξήχθη στις 17 Οκτωβρίου 2013 ( 36 ). Επιπλέον, ανεξάρτητα από την ερμηνευτική αξία που μπορούν να έχουν τα πρακτικά μιας συνεδριάσεως όσον αφορά το κύρος των αποφάσεων που λαμβάνονται κατά τη συνεδρίαση αυτή, τα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής που διεξήχθη στις 18 Ιουλίου 2013 δεν αναφέρονται σε «κατάργηση» ή «αναστολή» όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Αντιθέτως, στα εν λόγω πρακτικά αναφέρεται απλώς ότι «η Επιτροπή πρότεινε να καθοριστούν σε μηδενικό ποσό οι υπόλοιπες επιστροφές». Η ανεπίσημη γαλλική μετάφραση των εν λόγω πρακτικών, την οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε ως παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής της, είναι εκείνη όπου εσφαλμένα αναφέρεται ότι «la Commission a proposé de supprimer les restitutions» («η Επιτροπή πρότεινε να καταργηθούν οι επιστροφές»).
76.
Τέλος, στην αίτησή της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι μια de facto αναστολή του καθορισμού επιστροφών κατά την εξαγωγή μπορεί να αποφασισθεί μόνο βάσει του άρθρου 162 του κανονισμού 1234/2007, και ότι η επίμαχη υπεξουσιοδότηση δεν μπορούσε να επεκταθεί στον επίμαχο κανονισμό ( 37 ). Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο δικαστικός πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας αναγνώρισε ότι η επιχειρηματολογία της, ότι ο επίμαχος κανονισμός δεν αποτελούσε «περιοδικό γεωργικό μέτρο», ήταν διακριτή και επικουρική σε σχέση με το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορούσε να εκδώσει τον επίμαχο κανονισμό βάσει του άρθρου του 164, παράγραφοι 2 και 3. Κατά συνέπεια, είναι αμφίβολο αν το επιχείρημα περί παραβάσεως του άρθρου 162 του κανονισμού 1234/2007 προβλήθηκε εγκαίρως από την αναιρεσείουσα, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τη νομική βάση του επίμαχου κανονισμού ( 38 ).
77.
Αν, παρά ταύτα, το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η εν λόγω αιτίαση είναι σύμφυτη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, φρονώ ότι θα πρέπει να την απορρίψει. Πράγματι, το άρθρο 162, παράγραφος 1, του κανονισμού 1234/2007 δεν παρέχει σε κανένα θεσμικό όργανο της Ένωσης την εξουσία να θεσπίσει, να ρυθμίσει ή να καταργήσει ένα καθεστώς επιστροφών κατά την εξαγωγή. Εν πάση περιπτώσει, αυτή καθ’ εαυτήν η απόφαση καθορισμού μηδενικών επιστροφών κατά την εξαγωγή δεν αποτελεί κατάργηση. Ο καθορισμός μηδενικών επιστροφών αποτελεί απλώς μια συγκεκριμένη διαμόρφωση ή προσαρμογή του ποσού που επιστρέφεται στο πλαίσιο δεδομένης καταστάσεως. Το γεγονός ότι η Επιτροπή επιλέγει να καθορίσει μηδενικό ποσό επιστροφών ως προς ορισμένη χρονική περίοδο δεν θέτει εν αμφιβόλω το γεγονός ότι έχει την εξουσία να (ανα)καθορίσει το ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή, και οπωσδήποτε δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή κατάργησε παράνομα το καθεστώς των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Από τη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επικριθεί επειδή, αντί να ανακοινώσει την αναστολή μιας πριμοδοτήσεως για τη μετουσίωση της ζάχαρης προς παραγωγή ζωοτροφών, επέλεξε να την καθορίσει σε μηδενικό ποσό, «σύμφωνα με τη μέθοδο που ισχύει στο φορολογικό δίκαιο και υιοθετείται από το […] δίκαιο [της Ένωσης]» ( 39 ).
4. Τρίτος λόγος αναιρέσεως: πλάνη εκτιμήσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της μη δικαιολογήσεως ή της μη αιτιολογήσεως του επίμαχου κανονισμού
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
78.
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 296 ΣΛΕΕ στη σκέψη 245 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ερμήνευσε εσφαλμένα τη σχετική νομολογία στις σκέψεις 226 έως 231 της ίδιας αποφάσεως. Κατά την αναιρεσείουσα, η αιτιολογία κανονισμού ο οποίος καθορίζει τις επιστροφές κατά την εξαγωγή δεν μπορεί να μένει η ίδια όταν υπάρχει μεταβολή των ποσών, και ιδίως όταν καθορίζεται μηδενικό ποσό.
79.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι από τις σκέψεις 241, 291, 293, 300 και 398 έως 401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τον νόμο εφαρμόζοντας τον τρόπο υπολογισμού της Επιτροπής κατά τέτοιον τρόπο ώστε να τον εξαιρέσει από τον δικαστικό έλεγχο, και προβάλλει πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 320 και 321 της εν λόγω αποφάσεως, παρερμήνευσε ορισμένα έγγραφα που κατατέθηκαν στην επιτροπή διαχειρίσεως, οπότε η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η εν λόγω απόφαση είναι αντιφατική, περιορίζει το δικαίωμα για δικαστικό έλεγχο και παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά.
80.
Με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντίφαση στις σκέψεις 253 έως 255 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεχόμενο ότι η τροποποίηση που επήλθε με τον επίμαχο κανονισμό δεν είχε διαφορετική διάρθρωση από τις προηγούμενες τροποποιήσεις, και ταυτόχρονα ότι αποτελούσε μέρος της διαδοχικής μειώσεως του ποσού των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Επιπλέον, η Tilly‑Sabco προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο, στη σκέψη 259 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι καθόρισε μηδενικό ποσό επιστροφών λόγω διεθνούς υποχρεώσεως.
81.
Με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχεται αντίφαση μεταξύ, αφενός, των σκέψεών της 53 και 54, στις οποίες αναγνωρίζεται ότι οι εξαγωγείς δεν θα υποβάλουν αιτήσεις χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή αν έχει καθορισθεί μηδενικός εφαρμοστέος συντελεστής και, αφετέρου, των σκέψεών της 267 και 268, οι οποίες δεν αποκλείουν τη δυνατότητα οι εθνικές αρχές να χορηγούν με μηδενικό ποσό επιστροφές κατά την εξαγωγή, ακόμη και αν κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να υποβληθούν αιτήσεις.
82.
Η Επιτροπή αντικρούει τα εν λόγω επιχειρήματα.
2. Ανάλυση
83.
Το περιεχόμενο των διαφόρων σκελών του τρίτου λόγου αναιρέσεως δεν είναι σαφές. Φρονώ ότι η Tilly‑Sabco προβάλλει κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς δεν εξέδωσε ακυρωτική απόφαση λόγω του ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως (πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως)· υπέπεσε σε αντίφαση και/ή έσφαλε σε διάφορα σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως)· και κακώς περιόρισε την έκταση του δικαστικού ελέγχου (δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως). Θα εξετάσω κατά σειρά τα τρία αυτά ζητήματα.
1) Η υποχρέωση αιτιολογήσεως
84.
Κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός, στους ενδιαφερόμενους να λάβουν γνώση της δικαιολογητικής βάσεως του μέτρου και, αφετέρου, στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, και ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως της παρατιθέμενης αιτιολογίας και του συμφέροντος που ενδεχομένως έχουν προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες της ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην αιτιολογία όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα όχι μόνο το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το οικείο ζήτημα ( 40 ).
85.
Αν πρόκειται για πράξεις γενικής ισχύος, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται, αφενός, στην περιγραφή της συνολικής καταστάσεως η οποία οδήγησε στην έκδοση της πράξεως και, αφετέρου, στην παράθεση των γενικών στόχων που η εν λόγω πράξη επιδιώκει ( 41 ). Ειδικότερα, η αιτιολογία των κανονισμών δεν απαιτείται να εξειδικεύει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά δεδομένα, τα οποία συχνά είναι πολυάριθμα και πολύπλοκα, που ελήφθησαν υπόψη σε έναν κανονισμό, αρκεί ο κανονισμός αυτός να εντάσσεται στο όλο πλαίσιο ενός συνόλου μέτρων του οποίου αποτελεί μέρος. Κατά συνέπεια, αν από τον κανονισμό προκύπτει σαφώς ο ουσιώδης σκοπός που επιδιώκεται από το θεσμικό όργανο, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για κάθε μία από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη το εν λόγω θεσμικό όργανο ( 42 ).
86.
Το Δικαστήριο έχει συγκεκριμένα κληθεί να αποφανθεί ως προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως σχετικά με αποφάσεις με τις οποίες ακολουθείται πάγια πρακτική λήψεως αποφάσεων ή άλλων μέτρων (δηλαδή μια διοικητική πρακτική). Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι ο βαθμός ακρίβειας της αιτιολογίας ενός συγκεκριμένου μέτρου πρέπει να είναι ανάλογος των υλικών δυνατοτήτων και των τεχνικών συνθηκών ή της προθεσμίας εντός της οποίας αυτό πρέπει να εκδοθεί ( 43 ). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι ναι μεν τα μέτρα που αποτελούν μέρος μιας διοικητικής πρακτικής μπορούν να αιτιολογηθούν συνοπτικώς, π.χ. με αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις ή άλλα μέτρα, πλην όμως η διοικητική αρχή της Ένωσης οφείλει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή τη συλλογιστική της όταν συγκεκριμένο μέτρο βαίνει πέραν των προηγούμενων μέτρων ( 44 ).
87.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας αφορά ακριβώς αυτό το ζήτημα. Η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας μηδενικές επιστροφές κατά την εξαγωγή, δεν μπορούσε απλώς να «ανακυκλώσει» την αιτιολογία προηγούμενου κανονισμού, επειδή ο επίμαχος κανονισμός σαφώς έβαινε πέραν των προηγούμενων κανονισμών, τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία που προαναφέρθηκε στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων.
88.
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκανε κάτι τέτοιο.
89.
Στις σκέψεις 223 έως 231 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία που προαναφέρθηκε στο σημείο 86 των παρουσών προτάσεων. Αφότου ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει την πρακτική που ακολουθούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο (σκέψεις 235 έως 241 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή καθόρισε το ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει δύο ανεξάρτητων μεθόδων, ήτοι i) του θεωρητικού υπολογισμού και ii) της αναλύσεως της καταστάσεως της αγοράς (στο εξής: ανάλυση της αγοράς), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η Επιτροπή είχε αποστεί από την πρακτική αυτή (σκέψεις 242 έως 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
90.
Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ως ανωτέρω.
91.
Πράγματι, πρωτοδίκως, η αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει ότι η Επιτροπή δεν είχε ακολουθήσει τη συνήθη από διαδικαστικής απόψεως πρακτική της (βλ. σκέψη 242 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ( 45 ). Εκείνο που θεωρήθηκε από την αναιρεσείουσα ως απόκλιση από την πρακτική της Επιτροπής κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν η ουσιώδης τροποποίηση που επήλθε με τον επίμαχο κανονισμό.
92.
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο, ορθώς απέρριψε την άποψη αυτή, καθόσον οι λόγοι που οδήγησαν το Δικαστήριο, στην απόφαση Silos, να κηρύξει ανίσχυρο τον τότε επίμαχο κανονισμό προδήλως δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο προσδιόρισε τρεις διαφορετικούς λόγους οι οποίοι, από κοινού, το οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε αποστεί από τη συνήθη πρακτική της και, ως εκ τούτου, ήταν ανεπαρκής η αιτιολογία που είχε παρατεθεί ( 46 ).
93.
Πρώτον, ο κανονισμός που ίσχυε πριν από τον επίμαχο σε εκείνη την υπόθεση είχε αυξήσει το ποσό των επιστροφών σχετικά με τις περί ων επρόκειτο ζωοτροφές, ενώ ο επίμαχος σε εκείνη την υπόθεση κανονισμός το είχε μειώσει.
94.
Δεύτερον, το ποσό των επιστροφών είχε μειωθεί –διά μιας– από 74,93 ECU ανά τόνο σε 0 ECU ανά τόνο.
95.
Τρίτον, o επίμαχος κανονισμός σε εκείνη την υπόθεση είχε εκδοθεί μόλις μία εβδομάδα μετά την έκδοση του κανονισμού που ίσχυε προηγουμένως.
96.
Αντιθέτως, όπως επισημαίνεται στις σκέψεις 8 έως 11 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ποσό των επιστροφών για τα περί ων πρόκειται κατεψυγμένα προϊόντα κρέατος πουλερικών μειώθηκε σταδιακά –χωρίς προσωρινή αύξηση– σε μια τριετή περίοδο, από το αρχικό ποσό των 40 ευρώ ανά 100 kg στις 17 Ιουνίου 2010 σε 32,50 ευρώ ανά 100 kg, στη συνέχεια σε 21,70 ευρώ ανά 100 kg, κατόπιν σε 10,85 ευρώ ανά 100 kg, πριν καθορισθεί σε μηδενικό ποσό στις 18 Ιουλίου 2013 από τον επίμαχο κανονισμό. Ο επίμαχος κανονισμός εκδόθηκε τρεις μήνες μετά από εκείνον που ίσχυε προηγουμένως· η διάρκεια της προθεσμίας προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007. Τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται.
97.
Επομένως, είναι σαφές ότι ο επίμαχος κανονισμός αποτελούσε μέρος, στο πλαίσιο των κανονισμών 1234/2007 και 182/2011, μιας ομοιόμορφης διαδικασίας, σταθερά επαναλαμβανόμενης, στο πλαίσιο της οποίας οι κανονισμοί εκδίδονταν βάσει σαφών κριτηρίων τα οποία αναφέρει ο κανονισμός 1234/2007, και απολύτως γνωστής στους κύκλους των ενδιαφερομένων. Επιπλέον, το περιεχόμενο του επίμαχου κανονισμού δεν διαφέρει αισθητά από εκείνο των προκατόχων του κανονισμών. H παρούσα κατάσταση μοιάζει με εκείνη στην απόφαση Delacre ( 47 ).
98.
Το γεγονός ότι με τον επίμαχο κανονισμό καθορίστηκε μηδενικό ποσό επιστροφών χωρίς να παρατίθεται αιτιολογία διαφορετική από εκείνη του προηγούμενου κανονισμού δεν μεταβάλλει το ανωτέρω συμπέρασμα. Πέραν όσων επισήμανα στο σημείο 77 των παρουσών προτάσεων σχετικά με τη νομιμότητα της δυνατότητας της Επιτροπής να καθορίσει μηδενικό ποσό επιστροφών, η μείωση που επήλθε με τον επίμαχο κανονισμό απλώς ακολουθεί την υπάρχουσα τάση μειώσεως του ποσού των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, θα προέκυπτε το παράλογο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως θα είχε τηρηθεί αν η Επιτροπή είχε αντιθέτως σκοπό να καθορίσει το ποσό των επιστροφών σε 0,01 ευρώ ανά 100 kg. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν έσφαλε δεχόμενο, στη σκέψη 245 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γεγονός και μόνο ότι καθορίστηκε μηδενικό ποσό επιστροφών κατά την εξαγωγή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η Επιτροπή δεν ακολούθησε τη συνήθη πρακτική της, και ότι η όποια μεταβολή στα εν λόγω ποσά είναι σύμφυτη με το σύστημα τακτικού καθορισμού των ποσών αυτών, ούτως ώστε η ίδια αιτιολογία να μπορεί να καλύπτει πολύ διαφορετικά ποσά επιστροφών καθώς και ένα ποσό που καθορίζεται ως μηδενικό. Η εκ μέρους της αναιρεσείουσας επίκληση της αποφάσεως National Iranian Oil Company ( 48 ), η οποία κατ’ ουσίαν αναπαράγει τη νομολογία που προαναφέρθηκε στο σημείο 86 των παρουσών προτάσεων στον τομέα των μέτρων δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων, δεν δείχνει ότι ο επίμαχος κανονισμός βαίνει ουσιωδώς πέραν των κανονισμών που ίσχυσαν πριν από αυτόν.
99.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα επιχειρήματα της Tilly‑Sabco ως προς το ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 296 ΣΛΕΕ πρέπει να απορριφθούν.
2) Αντιφατικό περιεχόμενο και λοιπά επιχειρήματα
100.
Πρώτον, η φερόμενη αντίφαση και παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, που κατά την αναιρεσείουσα προκύπτει από τις σκέψεις 320 και 321 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμη. Το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές και, αφετέρου, ότι η αξία των εισαγωγών σημείωσε κάμψη δεν εμπεριέχει αντίφαση, και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει επακριβώς τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατ’ αυτήν, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο ούτε δείχνει τα σφάλματα εκτιμήσεως τα οποία οδήγησαν στη φερόμενη παραμόρφωση ( 49 ).
101.
Δεύτερον, όσον αφορά τις σκέψεις 253 έως 255 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες κατά την Tilly‑Sabco είναι αντιφατικές λαμβανομένης υπόψη της οφειλόμενης σε πολιτικούς λόγους σταδιακής μειώσεως του ποσού των επιστροφών κατά την εξαγωγή, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει αντίθεση μεταξύ των εν λόγω δύο κρίσεων, ανεξαρτήτως της ορθότητας της θεωρίας της Tilly‑Sabco.
102.
Τρίτον, η αναιρεσείουσα εσφαλμένα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στη σκέψη 259 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν διαπίστωσε ότι το ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή καθορίστηκε λαμβανομένης υπόψη μιας δεσμεύσεως που είχε αναληφθεί σε διεθνές επίπεδο. Το γεγονός ότι η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δήλωσε ότι η «εξέλιξη της [κοινής γεωργικής πολιτικής] λαμβάνει υπόψη τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο του αναπτυξιακού γύρου της Ντόχα, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου [“ΠΟΕ”] και τη θέση της Ένωσης σε αυτό το πλαίσιο σχετικά με τις επιστροφές», σε καμία περίπτωση δεν συνιστά παραπομπή σε συγκεκριμένη διεθνή υποχρέωση.
103.
Τέλος, δεν διαπιστώνω αντίφαση μεταξύ, αφενός, των σκέψεων 53 και 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αναγνωρίζουν ότι οι εξαγωγείς δεν θα υποβάλουν αιτήσεις για επιστροφές κατά την εξαγωγή αν έχει καθορισθεί μηδενικός συντελεστής, και, αφετέρου, των σκέψεων 267 και 268 της εν λόγω αποφάσεως, οι οποίες δεν αποκλείουν τη δυνατότητα οι εθνικές αρχές να χορηγούν με μηδενικό ποσό επιστροφές κατά την εξαγωγή, ακόμη και αν κατά πάσα πιθανότητα δεν θα υποβληθούν σχετικές αιτήσεις. Πράγματι, η από την Tilly‑Sabco ερμηνεία των εν λόγω χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου αυτά εντάσσονται: στις σκέψεις 53 και 54, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν ο επίμαχος κανονισμός «συνεπαγόταν» εκτελεστικά μέτρα προκειμένου να διαπιστωθεί η ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Πάντως, στις σκέψεις 267 και 268 η ανάλυση αφορούσε κάτι εντελώς διαφορετικό: δηλαδή το αν το άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007 επέτρεπε τον καθορισμό μηδενικών επιστροφών κατά την εξαγωγή. Αν τα δύο αυτά ζητήματα ήσαν αλληλένδετα όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, τότε είναι αμφίβολο ότι η αναιρεσείουσα νομιμοποιούνταν να κινήσει την παρούσα διαδικασία.
104.
Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφάσεις, παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και ερμήνευσε εσφαλμένα τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής πρέπει να απορριφθούν.
3) Ανεπίτρεπτος περιορισμός της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου
105.
Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς προσδιόρισε στη σκέψη 276 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την έκταση του δικαστικού ελέγχου: δηλαδή δέχθηκε ότι ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια για ζητήματα σχετικά με τον τομέα της γεωργίας. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της επιλογής αν θα διενεργηθεί έλεγχος των ισχυόντων κανόνων που αφορούν τα κατεψυγμένα κοτόπουλα. Κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στη διαπίστωση ότι το επίμαχο μέτρο δεν πάσχει από πρόδηλο σφάλμα ή δεν ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας, καθώς και ότι η οικεία αρχή προδήλως δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας ( 50 ).
106.
Η αναιρεσείουσα δεν προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επειδή δεν προσδιόρισε την έκταση του δικαστικού ελέγχου. Δεν προσβάλλει την εν λόγω απόφαση ούτε επειδή συγκεκαλυμμένα εφάρμοσε ένα λιγότερο ευνοϊκό για αυτήν κριτήριο ( 51 ) ούτε επειδή το κριτήριο που εφαρμόστηκε παραβίασε το άρθρο 47 του Χάρτη. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η Tilly‑Sabco κατ’ ουσίαν αμφισβητεί την από το Γενικό Δικαστήριο ερμηνεία της εμβέλειας της διακριτικής ευχέρειας που η Επιτροπή έχει βάσει του άρθρου 164 του κανονισμού 1234/2007. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το εν λόγω σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως φαίνεται να αποτελεί προέκταση της γενικότερης διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων σχετικά με τον σκοπό των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
107.
Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζω ότι το σύστημα των επιστροφών κατά την εξαγωγή έχει ως σκοπό να σταθεροποιηθεί η κοινή αγορά και να καταστεί δυνατή η διοχέτευση γεωργικών προϊόντων σε χώρες εκτός Ένωσης ( 52 ). Ειδικότερα, οι επιστροφές κατά την εξαγωγή δεν χρησιμεύουν για να εξασφαλίσουν αξιοπρεπές εισόδημα στους εξαγωγείς. Αντιθέτως, ο σκοπός τους είναι να καθίσταται δυνατή η ταχεία και αποτελεσματική παρέμβαση σε μια αγορά που μεταβάλλεται με γοργούς ρυθμούς. Περαιτέρω, οι συχνές τροποποιήσεις είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος του γεωργικού δικαίου της Ένωσης, και η νομοθεσία πρέπει συνεχώς να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες και πολιτικές προτεραιότητες ( 53 ).
108.
Φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 293 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, δεδομένης της χρήσεως των όρων «ένα ή περισσότερα» στο άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007, η Επιτροπή δύναται να δώσει έμφαση σε ένα από τα στοιχεία που αναφέρει η εν λόγω διάταξη. Η Επιτροπή δύναται ακόμη να περιοριστεί θεμιτά σε ένα μόνο στοιχείο. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 291 της αποφάσεώς του, ότι η Επιτροπή είχε δώσει έμφαση στην κατά το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού ανάγκη διασφαλίσεως της ισορροπίας της αγοράς και της φυσικής αναπτύξεως των τιμών και των συναλλαγών ( 54 ).
109.
Σε αντίθεση με αυτό που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η εν λόγω διαπίστωση δεν έρχεται σε αντίθεση με τη σκέψη 401 ( 55 ) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε στην εν λόγω σκέψη ότι τα στοιχεία που αναφέρει το άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 έχουν την ίδια βαρύτητα. Εκείνο που έπραξε το Γενικό Δικαστήριο ήταν να απαντήσει στην αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε αντίφαση δεδομένου ότι έδωσε την ίδια βαρύτητα στις μεθόδους θεωρητικού υπολογισμού και αναλύσεως της αγοράς, ενώ στην τελική ανάλυση έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στις τελευταίες. Πάντως, οι εν λόγω δύο μέθοδοι δεν αποτελούν «στοιχεία» κατά την έννοια του άρθρου 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007, αλλά εργαλεία για τον καθορισμό του κατάλληλου ποσού των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Επομένως, η αναιρεσείουσα παρερμηνεύει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
110.
Όπως είναι διατυπωμένα, τα υπόλοιπα επιχειρήματα που περιέχονται σε αυτό το σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος που είναι κατανοητά και παραδεκτά, βασίζονται σε σειρά παρανοήσεων και/ή παρερμηνειών της εν λόγω αποφάσεως.
111.
Πρώτον, στη σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο όντως εξέφερε κρίση σχετικά με το επιχείρημα της αναιρεσείουσας του οποίου έγινε μνεία στη σκέψη 400 της αποφάσεως αυτής. Η εν λόγω κρίση αντιπροσωπεύει την άποψη του εν λόγω δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να καταλήξει σε παραμόρφωση της θέσεως των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσείουσα δεν υποστήριξε ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ultra petita.
112.
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προδήλως σφάλλει υποστηρίζοντας ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 300 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «ο θεωρητικός υπολογισμός του ποσού των επιστροφών δεν εξηγείται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στην επιτροπή διαχειρίσεως» ( 56 ).
113.
Τέλος, δεν ευσταθεί η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε επειδή δεν απαίτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει τον θεωρητικό υπολογισμό, και επομένως δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει αν η ισορροπία μεταξύ του θεωρητικού υπολογισμού στον οποίο προέβη η Επιτροπή και της αναλύσεως της αγοράς την οποία πραγματοποίησε η Επιτροπή οδήγησε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Πρώτον, δεν απόκειται στους διαδίκους, αλλά στο Γενικό Δικαστήριο να αποφασίσει να λάβει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και/ή διεξαγωγής αποδείξεων αν το κρίνει αναγκαίο ( 57 ). Δεύτερον, στη σκέψη 398 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή, παρά το γεγονός ότι ο θεωρητικός υπολογισμός κατέληξε σε θετικό αποτέλεσμα, η Επιτροπή θεμιτά μπορούσε να καθορίσει μηδενικό ποσό επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει των στοιχείων που εκτίθενται στη σκέψη 292 της εν λόγω αποφάσεως ( 58 ). Συνεπώς, ακόμη και χωρίς την παροχή λεπτομερειών σχετικά με τον θεωρητικό υπολογισμό, το Γενικό Δικαστήριο ήταν σε θέση να εκτιμήσει τη διαφορά μεταξύ των δύο μεθόδων. Τέλος, η άποψη της αναιρεσείουσας ισοδυναμεί κατ’ ουσίαν με το να ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια την οποία ο κανονισμός 1234/2007 παρέχει στην Επιτροπή.
114.
Επομένως, το εν λόγω σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
5. Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
115.
Η Tilly‑Sabco υποστηρίζει, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντίφαση κατά τον έλεγχο του αν η Επιτροπή είχε λάβει δεόντως υπόψη τα στοιχεία που αναφέρει το άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007, κατά το ότι το Γενικό Δικαστήριο συνέκρινε την πτώση των τιμών στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά το έτος 2013, στη σκέψη 301 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την κατάσταση της αγοράς στη Βραζιλία κατά τα έτη από το 2009 έως το 2013, στη σκέψη 302 της ίδιας αποφάσεως, ενώ το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να λάβει υπόψη τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία.
116.
Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007 δεχόμενο, στη σκέψη 289 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εκτίμηση της Επιτροπής ότι η διαφορά των τιμών σε σύγκριση με τα πουλερικά καταγωγής Βραζιλίας δεν συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην την καταβολή επιστροφών κατά την εξαγωγή. Επιπλέον, κατά την άποψή της, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την εν λόγω διάταξη επίσης περιορίζοντας τον έλεγχό του στην παγκόσμια αγορά χωρίς να λάβει υπόψη την αγορά της Ένωσης.
117.
Με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η Tilly‑Sabco προβάλλει ότι, στη σκέψη 366 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κακώς δεν προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη την ακριβή κατάσταση της ζητήσεως για κοτόπουλα, καθώς και ότι υπέπεσε σε αντίφαση στη σκέψη 368 της εν λόγω αποφάσεως. Επιπλέον, η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 350 επ. της εν λόγω αποφάσεως, δεν συνήγαγε τις συνέπειες που η αύξηση των τιμών στα ζωικά τρόφιμα είχε επί των περιθωρίων των παραγωγών. Προσάπτει στο εν λόγω δικαστήριο ότι ομοίως δεν συνήγαγε τις συνέπειες των σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή, τα οποία προσδιορίζονται στις σκέψεις 350 έως 356 και 360 και 361 της αποφάσεως, καθώς και ότι στη σκέψη 369 της ίδιας αποφάσεως παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, έδειχναν πτωτική τάση όσον αφορά τη ζήτηση για κρέας πουλερικών κατά το έτος 2013.
118.
Η Επιτροπή αντικρούει τα εν λόγω επιχειρήματα.
2. Ανάλυση
119.
Τα τρία σκέλη του παρόντος λόγου αναιρέσεως περιέχουν, κατ’ ουσίαν, σειρά διαφορετικών επικρίσεων ως προς τον έλεγχο που το Γενικό Δικαστήριο διενήργησε σχετικά με την άσκηση από την Επιτροπή της διακριτικής ευχέρειας που έχει βάσει του άρθρου 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007. Φρονώ ότι ουδεμία από τις ανωτέρω επικρίσεις είναι δικαιολογημένη και θα τις αναλύσω διαδοχικά.
120.
Κατ’ αρχάς, δεν διαπιστώνεται η αντίφαση που η Tilly‑Sabco υποστηρίζει ότι προκύπτει μεταξύ των σκέψεων 300 και 301 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως: το γεγονός ότι, κατά την εξέταση της εξελίξεως των τιμών των νωπών κοτόπουλων, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη μόνο το έτος 2013 για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν σημαίνει ότι υπέπεσε σε αντίφαση λαμβάνοντας υπόψη μεγαλύτερη χρονική περίοδο όσον αφορά τη Βραζιλία. Ουδαμού στο κείμενο του άρθρου 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 απαιτείται η Επιτροπή να περιορίζει σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους τη συγκριτική της εκτίμηση σχετικά με τις εξελίξεις των τιμών (ακόμη και αν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτός ο μη περιορισμός είναι αντίθετος με τον σκοπό της συγκρίσεως). Μολονότι η αναιρεσείουσα ορθώς επισημαίνει ότι το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού αναφέρει την «επικρατούσα κατάσταση» στην αγορά της Ένωσης και στις διεθνείς αγορές, όπως προεκτέθηκε στο σημείο 108 των παρουσών προτάσεων η Επιτροπή μπορεί να δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε άλλα στοιχεία που παρατίθενται στο άρθρο 164, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, πράγμα που το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι αυτή έπραξε εν προκειμένω. Εν πάση περιπτώσει, οι σκέψεις 300 και 301 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο και στις δύο αυτές σκέψεις έκρινε ότι η πτώση των τιμών στις εν λόγω χώρες επήλθε μόλις στο τέλος του έτους 2013.
121.
Στη συνέχεια, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση της Tilly‑Sabco με την οποία προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως μην καθορίζοντας τις επιστροφές κατά την εξαγωγή με γνώμονα την εκτιμηθείσα σε 44,73 ευρώ ανά 100 kg διαφορά, όπως αναγνωρίζεται στη σκέψη 289 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ των τιμών των κοτόπουλων στην εσωτερική αγορά και των πουλερικών καταγωγής Βραζιλίας. Η εν λόγω διαφορά στην τιμή θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι τα συγκρινόμενα προϊόντα δεν ήσαν πουλερικά από τα δύο διαφορετικά μέρη, αλλά ήσαν κοτόπουλα και πουλερικά. Επίσης, η Tilly‑Sabco δεν αναφέρει ότι, στην ίδια σκέψη, η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι τιμές για τα κοτόπουλα στην εσωτερική αγορά ήσαν υψηλές ( 59 ). Το γεγονός αυτό οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει, στη σκέψη 292, ότι η Επιτροπή θεμιτά μπορούσε να εκτιμήσει ότι δεν ήταν αναγκαίο οι επιστροφές κατά την εξαγωγή να καθορισθούν σε ποσό άνω του μηδενός προκειμένου να διασφαλισθεί η σταθερότητα της αγοράς –σκέψη την οποία δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα. Και πολύ ορθώς: όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 107 των παρουσών προτάσεων, οι επιστροφές κατά την εξαγωγή δεν έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν αξιοπρεπές εισόδημα στους εξαγωγείς. Κατά συνέπεια, οι έμποροι δεν μπορούν να απαιτήσουν από την Επιτροπή να καθορίσει σε συγκεκριμένο ποσό το επίπεδο των επιστροφών.
122.
Όσο για το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007 περιορίζοντας την εκτίμησή του σε μία αγορά, είτε πρόκειται για την εσωτερική είτε για τη διεθνή αγορά ( 60 ), επισημαίνεται ότι μνεία των δύο αυτών αγορών γίνεται μόνο στα στοιχεία αʹ και θʹ. Πάντως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο στοιχείο βʹ, στο οποίο δεν γίνεται μνεία των δύο αυτών αγορών ( 61 ).
123.
Ερχόμενος στο τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, εκτιμώ ότι η αναιρεσείουσα εσφαλμένα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 366 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κακώς δεν έκρινε ότι το άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 επιβάλλει στην Επιτροπή να γνωρίζει την ακριβή κατάσταση όσον αφορά την εξέλιξη στη ζήτηση για κοτόπουλα στην αγορά της Ένωσης και στις διεθνείς αγορές. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η τιμή αποτελεί το σημείο συναντήσεως της προσφοράς και της ζητήσεως καθώς και ότι στην ανάλυση της εξελίξεως των τιμών απαραιτήτως λαμβάνεται υπόψη η ζήτηση. Επιπλέον, όσον αφορά το αντεπιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η αύξηση των τιμών αντανακλά την υπάρχουσα ανισορροπία μεταξύ της εξελίξεως στην προσφορά και/ή στη ζήτηση, σημειώνεται ότι οι τιμές κάλλιστα μπορούν να ενσωματώνουν μια προγραμματισμένη εξέλιξη στην προσφορά και στη ζήτηση. Κατά συνέπεια, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί, και ομοίως η φερόμενη αντίφαση μεταξύ των σκέψεων 366 και 368 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία θα προέκυπτε μόνον αν γινόταν δεκτή η άποψη της αναιρεσείουσας περί διασυνδέσεως μεταξύ τιμής και ζητήσεως.
124.
Στη συνέχεια, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 350 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κακώς δεν συνήγαγε τις συνέπειες που η αύξηση των τιμών στα ζωικά τρόφιμα είχε επί των περιθωρίων των παραγωγών είναι αβάσιμο: στη σκέψη 351, το Γενικό Δικαστήριο έπραξε ακριβώς αυτό.
125.
Προτελευταίον, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι από τις σκέψεις 350 έως 356 και 360 και 361 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να προκύψει ότι η Επιτροπή προσκόμισε στο Γενικό Δικαστήριο πληροφοριακά στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που εμφάνισε στην επιτροπή διαχειρίσεως δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του επίμαχου κανονισμού, η οποία πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση όχι μόνο με τα στοιχεία που η Επιτροπή προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αλλά και με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, το εν λόγω επιχείρημα είναι αλυσιτελές. Το ίδιο ισχύει ως προς το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 360 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε αναγκαίο να διαφοροποιήσει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν σχετικά με τις τιμές των τροφίμων στο υπόμνημα αντικρούσεως που είχε καταθέσει η Επιτροπή. Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη επιρροής των εν λόγω περιστάσεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, όπως ανέφερε η Επιτροπή, η αναιρεσείουσα δεν προσέβαλε τη δεύτερη και την τρίτη περίοδο της σκέψεως 361 της εν λόγω αποφάσεως, όπου μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι δεν ήταν καθοριστικό το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο σημειώθηκε αύξηση στην τιμή των τροφίμων.
126.
Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση ότι, στη σκέψη 369 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώντας ότι η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη, ιδίως, την αύξηση στη ζήτηση για κοτόπουλα, επισημαίνεται ότι η εν λόγω σκέψη απλώς επαναλαμβάνει τη θέση της αναιρεσείουσας χωρίς να σκοπεί στην απόδειξη των πραγματικών περιστατικών. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να περιέχει τη φερόμενη παραμόρφωση. Όσον αφορά τις επικρίσεις της αναιρεσείουσας ως προς τη σκέψη 371 της εν λόγω αποφάσεως, την οποία η αναιρεσείουσα συνδέει με την αιτίασή της περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων στη σκέψη 369 της ίδιας αποφάσεως, η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία ή ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στην εν λόγω σκέψη. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε τη σκέψη 370 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με την επιβράδυνση στην αύξηση της παραγωγής και της καταναλώσεως κρέατος πουλερικών σήμαιναν ότι η αύξηση στην παραγωγή και στη ζήτηση δεν είχε παύσει να υπάρχει, όπως και η προσδοκία αναπτύξεως στην παραγωγή, έστω και σε χαμηλότερο βαθμό από πριν.
127.
Ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
VI. Πρόταση
128.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2016, Tilly‑Sabco κατά Επιτροπής (T‑397/13, EU:T:2016:8) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 3 ) Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2013, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2013, L 196, σ. 13) (στο εξής: επίμαχος κανονισμός).
( 4 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της ασκήσεως των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ 2011, L 55, σ. 13).
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2007, L 299, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια.
( 6 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων ασκήσεως των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ 1999, L 184, σ. 23).
( 7 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2010, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2010, L 152, σ. 5).
( 8 ) Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 2012, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2012, L 288, σ. 6).
( 9 ) Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2013, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2013, L 14, σ. 15).
( 10 ) Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2013, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2013, L 109, σ. 27).
( 11 ) Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 20ής Οκτωβρίου 2011, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2011, L 276, σ. 31).
( 12 ) Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Tilly‑Sabco κατά Επιτροπής (T‑397/13 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:502).
( 13 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2016, Doux κατά Επιτροπής (T‑434/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:7).
( 14 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2016, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑549/13, EU:T:2016:6).
( 15 ) Βλ. σκέψεις 39 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 16 ) Βλ. σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι ο επίμαχος κανονισμός αποτελεί κανονιστική πράξη ούτε ότι αφορά άμεσα την αναιρεσείουσα, βλ. σκέψεις 33 και 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 17 ) Κατά το άρθρο 150 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 190, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, «το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως, […] να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη επί των λόγων απαραδέκτου δημοσίας τάξεως» (η υπογράμμιση δική μου)· βλ., επίσης, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψη 32). Το ζήτημα αν το προσβαλλόμενο μέτρο «συνεπάγεται» εκτελεστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ αποτελεί τώρα το αντικείμενο αιτήσεων αναιρέσεως που εκκρεμούν ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου· βλ. υποθέσεις C‑244/16, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής, και C‑384/16 P, European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής.
( 18 ) Πρότυποι διαδικαστικοί κανόνες – Απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου – Εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής […] (ΕΕ 2001, C 38, σ. 3, υποσημείωση 6).
( 19 ) Οι εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής διαχειρίσεως υποβλήθηκε από την Επιτροπή κατά την πρωτόδικη διαδικασία ως παράρτημα του υπομνήματός της αντικρούσεως.
( 20 ) Άρθρο 127, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 190, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, οι πρότυποι διαδικαστικοί κανόνες δεν ασκούν επιρροή αν η περί ης πρόκειται επιτροπή διαθέτει δικό της εσωτερικό κανονισμό όπως εν προκειμένω· βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2005, Γερμανία και Δανία κατά Επιτροπής (C‑465/02 και C‑466/02, EU:C:2005:636, σκέψη 31).
( 21 ) Το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 182/2011 («Εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή») ορίζει ότι: «[ο]σάκις η Επιτροπή εκδίδει προσωρινά μέτρα αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικά μέτρα, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. Η Επιτροπή υιοθετεί τα εν λόγω μέτρα μετά από διαβουλεύσεις ή, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, μετά από ενημέρωση των κρατών μελών. Στην τελευταία περίπτωση, διεξάγονται διαβουλεύσεις το αργότερο δέκα ημέρες μετά την κοινοποίηση στα κράτη μέλη των μέτρων που έχει υιοθετήσει η Επιτροπή» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού.
( 22 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 5 και 11 του κανονισμού 182/2011.
( 23 ) Βλ., ως παραδείγματα αυτού, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1987, Γερμανία κατά Επιτροπής (278/84, EU:C:1987:2, σκέψεις 12 έως 16), και της 10ης Φεβρουαρίου 1998, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑263/95, EU:C:1998:47, σκέψεις 26 έως 32).
( 24 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (68/86, EU:C:1988:85, σκέψη 48).
( 25 ) Αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1991, Nakajima κατά Συμβουλίου (C‑69/89, EU:C:1991:186, σκέψεις 49 και 50), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής (C‑443/05 P, EU:C:2007:511, σκέψη 145).
( 26 ) Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (C‑137/92 P, EU:C:1994:247, σκέψεις 76 και 77), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής (C‑443/05 P, EU:C:2007:511, σκέψεις 147 και 148).
( 27 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (C‑137/92 P, EU:C:1994:247, σκέψη 72).
( 28 ) Για επίκριση της ελλείψεως δικαιωμάτων των ιδιωτών στο πλαίσιο της διαδικασίας επιτροπολογίας, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Alliance for Natural Health κ.λπ. (C‑154/04 και C‑155/04, EU:C:2005:199, σημεία 80 έως 85). Το Δικαστήριο δεν κήρυξε ανίσχυρο το επίμαχο μέτρο στην υπόθεση εκείνη· βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, Alliance for Natural Health κ.λπ. (C‑154/04 και C‑155/04, EU:C:2005:449, σκέψεις 81 και 82).
( 29 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, Monte Arcosu (C‑403/98, EU:C:2001:6, σκέψεις 26 και 28).
( 30 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1987, Γερμανία κατά Επιτροπής (278/84, EU:C:1987:2, σκέψη 13). Βλ. επίσης, ως προς την έκταση του δικαστικού ελέγχου όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου διαταραχών στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, Racke (98/78, EU:C:1979:14, σκέψεις 4 και 5).
( 31 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2016, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑549/13, EU:T:2016:6, σκέψη 18).
( 32 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2006, Ιταλία κατά Επιτροπής (T‑226/04, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2006:85, σκέψεις 38 έως 41).
( 33 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2005, Γερμανία και Δανία κατά Επιτροπής (C‑465/02 και C‑466/02, EU:C:2005:636, σκέψεις 36, 38 και 40), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι πρόσκληση για συνεδρίαση επιτροπής εστάλη λιγότερο από 14 ημέρες πριν από τη συνεδρίαση και ότι, κατά τη συνεδρίαση αυτή, δεν ήταν διαθέσιμο το γερμανικό κείμενο των δύο εγγράφων που επρόκειτο να συζητηθούν ουδεμία επίδραση μπορούσε να έχει επί του μέτρου που τελικά θεσπίστηκε.
( 34 ) Η ανάκληση πράξεως θεσμικού οργάνου είναι εξαιρετικό μέτρο με αναδρομική ισχύ και επομένως δεν μπορεί παρά να είναι ρητή· βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, Silos (C‑228/99, EU:C:2001:599, σκέψη 19).
( 35 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑14/15 και C‑116/15, EU:C:2016:715, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Σύνοψη της 22ας Οκτωβρίου 2013 με τον τίτλο «Summary of the 435th meeting of the Management Committee for the Common Organisation of the Agricultural Markets of 17 October 2013» («Σύνοψη της 435ης συνεδριάσεως της επιτροπής διαχειρίσεως για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, της 17ης Οκτωβρίου 2013»), έγγραφο υπό τα στοιχεία ARES REG agri.ddg2.c.4(2013) 3316233, σημείο 9.1.1 (διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: ).
( 37 ) Πράγματι, η αναιρεσείουσα, πλην της παραθέσεως της εν λόγω διατάξεως στο αρχικό μέρος της αιτήσεως αναιρέσεως, σε κανένα σημείο του δικογράφου που αφορά τα νομικά επιχειρήματά της δεν αναφέρει το άρθρο 162, παράγραφος 1, του κανονισμού 1234/2007. Μολονότι στο υπόμνημά της απαντήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται την εν λόγω διάταξη, το κάνει μόνο ως απάντηση σε προκαταρκτική παρατήρηση που στο υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή διατυπώνει όσον αφορά τον σκοπό του συστήματος των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
( 38 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (C‑272/12 P, EU:C:2013:812, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 1973, Westzucker (57/72, EU:C:1973:30, σκέψη 8). Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή και η μετουσίωση της ζάχαρης έχουν, από ορισμένες απόψεις, πανομοιότυπη λειτουργία στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς· βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Η. Mayras στην υπόθεση Westzucker (57/72, EU:C:1973:20, σημείο 2).
( 40 ) Αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 63), και της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 16).
( 41 ) Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑304/01, EU:C:2004:495, σκέψη 51), και της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ. (C‑78/16 και C‑79/16, EU:C:2016:428, σκέψη 89).
( 42 ) Αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1982, Lion κ.λπ. (292/81 και 293/81, EU:C:1982:375, σκέψη 19)· της 22ας Ιανουαρίου 1986, Eridania zuccherifici nazionali κ.λπ. (250/84, EU:C:1986:22, σκέψη 38), και της 6ης Ιουλίου 2000, Eridania (C‑289/97, EU:C:2000:363, σκέψη 40).
( 43 ) Αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1965, Schwarze (16/65, EU:C:1965:117, σ. 888), και της 4ης Φεβρουαρίου 1990, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑350/88, EU:C:1990:71, σκέψη 16).
( 44 ) Στο ίδιο πνεύμα, βλ. αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1975, Groupement des fabricants de papiers peints de Belgique κ.λπ. κατά Επιτροπής (73/74, EU:C:1975:160, σκέψη 31)· της 4ης Φεβρουαρίου 1990, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑350/88, EU:C:1990:71, σκέψη 15), και της 8ης Νοεμβρίου 2001, Silos (C‑228/99, EU:C:2001:599, σκέψη 28).
( 45 ) Η κρίση αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, στην αίτησή της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, σχετικά με το μέρος του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως το οποίο αφορά τον φερόμενο περιορισμό της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου, ότι η αναιρεσείουσα κατέστησε σαφές ότι ούτε στην ίδια ούτε στο Γενικό Δικαστήριο παρασχέθηκε η δυνατότητα εξακριβώσεως ή αμφισβητήσεως των συγκεκριμένων στοιχείων της συνήθους πρακτικής της Επιτροπής.
( 46 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, Silos (C‑228/99, EU:C:2001:599, σκέψη 29).
( 47 ) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑350/88, EU:C:1990:71, σκέψεις 17 έως 19).
( 48 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C‑440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψεις 60 επ.).
( 49 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange (C‑486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 50 ) Απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Lidl (C‑134/15, EU:C:2016:498, σκέψη 47), και, στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Doux (C‑141/15, EU:C:2017:188, σκέψη 26).
( 51 ) Όπως συνέβη στην υπόθεση που αφορούν οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston στην υπόθεση KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑272/09 P, EU:C:2011:63, σημεία 71 έως 73).
( 52 ) Μολονότι στην αιτιολογική σκέψη 65 του κανονισμού 1234/2007 αναφέρεται ότι «[μ]ια ενιαία [ενωσιακή] αγορά συνεπάγεται τη θέσπιση καθεστώτος συναλλαγών στα εξωτερικά σύνορα της [Ένωσης]. Το εν λόγω καθεστώς συναλλαγών θα πρέπει να περιλαμβάνει εισαγωγικούς δασμούς και επιστροφές κατά την εξαγωγή και να σταθεροποιεί, κατ’ αρχήν, την [ενωσιακή] αγορά. Το καθεστώς συναλλαγών θα πρέπει να βασίζεται στις επιχειρήσεις που έγιναν δεκτές στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης», στην αιτιολογική σκέψη 77 του ίδιου κανονισμού αναφέρεται ότι «[ο]ι διατάξεις για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες, οι οποίες βασίζονται στη διαφορά μεταξύ των τιμών εντός της [Ένωσης] και των τιμών στη διεθνή αγορά και οι οποίες εμπίπτουν εντός των ορίων που θέτουν οι δεσμεύσεις της [Ένωσης] στον ΠΟΕ, θα πρέπει να χρησιμεύουν για να διασφαλίζουν τη συμμετοχή της [Ένωσης] στις διεθνείς συναλλαγές ορισμένων από τα προϊόντα που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό. Οι επιδοτούμενες εξαγωγές θα πρέπει να υπόκεινται σε όρια όσον αφορά την αξία και την ποσότητα».
( 53 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed στην υπόθεση Silos (C‑228/99, EU:C:2001:196, σημείο 32), όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, Wagner (C‑94/91, EU:C:1992:181, σκέψη 18). Βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 1973, Westzucker (57/72, EU:C:1973:30, σκέψεις 6 και 8)· της 26ης Ιανουαρίου 1978, Union Malt κ.λπ. κατά Επιτροπής (44/77 έως 51/77, EU:C:1978:14, σκέψεις 23 και 28) (σχετικά με την ειδική περίπτωση των πιστοποιητικών εξαγωγής που προκαθορίζουν την επιστροφή)· της 28ης Οκτωβρίου 1982, Lion κ.λπ. (292/81 και 293/81, EU:C:1982:375, σκέψη 14), και της 9ης Μαρτίου 2017, Doux (C‑141/15, EU:C:2017:188, σκέψη 36).
( 54 ) Μολονότι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή ανέφερε ότι είχε λάβει υπόψη αμφότερα τα στοιχεία που αναφέρει το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1234/2007, δεν προέβαλε αντιρρήσεις σχετικά με τη διαπίστωση που περιέχεται στη σκέψη 291 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 55 ) Η γενομένη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επίκληση της σκέψεως 400 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως φαίνεται εσφαλμένη, καθώς η εν λόγω σκέψη επαναλαμβάνει την άποψη της αναιρεσείουσας.
( 56 ) Στη σκέψη 300 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «το έγγραφο που υποβλήθηκε στην επιτροπή διαχειρίσεως δεν έχει συνταχθεί για να εξηγήσει τον θεωρητικό υπολογισμό του ποσού των επιστροφών κατά την εξαγωγή, αλλά κυρίως για να εκθέσει την κατάσταση στην παγκόσμια αγορά».
( 57 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2017, Universal Protein Supplements κατά EUIPO (C‑485/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:72, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 58 ) Στη σκέψη 292 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίθεται ότι η αύξηση στην τιμή στην αγορά της Ένωσης, η ύπαρξη περιθωρίων για τους παραγωγούς της Ένωσης μεγαλύτερων από τον ιστορικό μέσο όρο και η αύξηση στις εξαγωγές αποτελούν στοιχεία βάσει των οποίων η Επιτροπή μπορούσε κατ’ αρχήν να κρίνει, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ότι η κατάσταση στην αγορά της Ένωσης είναι σταθερή και ότι δεν είναι αναγκαία η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή σε ποσό άνω του μηδενός προκειμένου να διασφαλισθεί η σταθερότητα της αγοράς.
( 59 ) Ομοίως, όπως επισήμανε η Επιτροπή, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 306 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι από έγγραφο που κατατέθηκε στην επιτροπή διαχειρίσεως προκύπτει σαφής ανοδική τάση στις τιμές στην αγορά της Ένωσης τόσο μακροπρόθεσμα όσο και βραχυπρόθεσμα.
( 60 ) Η αίτηση αναιρέσεως παρουσιάζει ανακολουθία στο εν λόγω σημείο, καθώς αναφέρει ότι «το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη μόνο τις τιμές στην εσωτερική αγορά, το υψηλό κόστος των τροφίμων και την υποτίμηση του ρεάλ Βραζιλίας· επομένως, βάσισε την εκτίμησή του μόνο στην παγκόσμια αγορά».
( 61 ) Τούτο επιβεβαιώνεται από τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως. Η χρήση, στη γαλλική διατύπωση του άρθρου 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007, πληθυντικού αριθμού («marchés») δεν αφορά την αγορά της Ένωσης και τη διεθνή αγορά, τις οποίες αναφέρει το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και θʹ, αλλά την κοινή οργάνωση αγοράς, η οποία στην εν λόγω γλώσσα αποδίδεται στον πληθυντικό αριθμό («organisation commune des marchés»).