ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 16ης Μαΐου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑195/16
Staatsanwaltschaft Offenburg
κατά
I
[αίτηση του Amtsgericht Kehl (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Kehl, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Μεταφορές – Άδεια οδηγήσεως – Αμοιβαία αναγνώριση – Έκταση – Προσωρινή βεβαίωση εκδοθείσα από άλλο κράτος μέλος προς απόδειξη του δικαιώματος οδηγήσεως εντός της επικράτειάς του – Ποινική δίωξη λόγω αδυναμίας επιδείξεως άδειας οδηγήσεως – Διάκριση μεταξύ του δικαιώματος οδηγήσεως και της άδειας οδηγήσεως – Φύση των κυρώσεων – Διοικητικές ή ποινικές»
I. Εισαγωγή
1.
Ο I (στο εξής: κατηγορούμενος) πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι οδηγοί στη Γαλλία. Μέχρι να εκδοθεί η οριστική άδεια οδηγήσεως, του χορηγήθηκε προσωρινή βεβαίωση για την απόδειξη της αποκτήσεως του δικαιώματος οδηγήσεως αυτοκινήτου. Ένα μήνα αργότερα υποβλήθηκε σε αστυνομικό έλεγχο ενώ οδηγούσε στο Kehl της Γερμανίας. Η προσωρινή βεβαίωση των γαλλικών αρχών, την οποία επέδειξε, δεν έγινε δεκτή ως έγγραφο αναγνωρισμένο από το γερμανικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, του ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της οδηγήσεως οχήματος χωρίς σχετικό δικαίωμα.
2.
Με υπόβαθρο αυτά τα πραγματικά περιστατικά, το εθνικό ποινικό δικαστήριο, ήτοι το Amtsgericht Kehl (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Kehl, Γερμανία), υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ομάδες ερωτημάτων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: πρώτον, βάσει τόσο του πρωτογενούς όσο και του παράγωγου δικαίου της Ένωσης, τι είδους έγγραφα πρέπει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν αποδεικτικά της υπάρξεως δικαιώματος οδηγήσεως; Πρέπει να γίνονται δεκτές μόνο οι οριστικές, τυποποιημένες άδειες οδηγήσεως; Ή μήπως πρέπει να αναγνωρίζονται και προσωρινές βεβαιώσεις τις οποίες εκδίδουν οι αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους; Δεύτερον, τι είδους κύρωση επιτρέπεται να επιβάλλουν τα κράτη μέλη σε πρόσωπα τα οποία, παρόλο που έχουν αποκτήσει το δικαίωμα οδηγήσεως, δεν δύνανται να το αποδείξουν με άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα στην οριστική, τυποποιημένη μορφή που προβλέπει η σχετική ρύθμιση του παράγωγου δικαίου;
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)
3.
Το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής: «[ε]ντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας».
4.
Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, «κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους».
5.
Το άρθρο 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής: «[ε]ξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ένωσης».
6.
Κατά το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, οι περιορισμοί «της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται».
7.
Το άρθρο 56, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής: «[σ]το πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής».
2. Οδηγία 2006/126
8.
Στην αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας για την άδεια οδήγησης ( 2 ) (στο εξής: οδηγία) επισημαίνονται τα ακόλουθα: «[ο]ι κανόνες σχετικά με την άδεια οδήγησης αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της κοινής πολιτικής μεταφορών, συμβάλλουν στην βελτίωση της ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας και διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που χορήγησε την άδεια. […] Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στον τομέα της εναρμόνισης των κανόνων που αφορούν την άδεια οδήγησης, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ κρατών μελών στους κανόνες για την περιοδική ανανέωση των αδειών και στις υποκατηγορίες οχημάτων, οι οποίες απαιτούσαν πιο προωθημένη εναρμόνιση προκειμένου να προωθηθεί η υλοποίηση κοινοτικών πολιτικών».
9.
Η αιτιολογική σκέψη 3 έχει ως εξής: «[η] δυνατότητα θέσπισης εθνικών διατάξεων σχετικά με την διάρκεια ισχύος, που προβλέπεται στην οδηγία 91/439/ΕΟΚ, έχει ως αποτέλεσμα τη συνύπαρξη διαφορετικών κανόνων στα διάφορα κράτη μέλη και την κυκλοφορία πάνω από 110 διαφορετικών υποδειγμάτων άδειας οδήγησης τα οποία ισχύουν στα κράτη μέλη. Αυτό δημιουργεί προβλήματα διαφάνειας για τους πολίτες, τις αστυνομικές δυνάμεις και τις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την διαχείριση των αδειών οδήγησης και οδηγεί στην πλαστογράφηση εγγράφων που ενίοτε χρονολογούνται από αρκετές δεκαετίες».
10.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 5, «[η] παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τα υπάρχοντα δικαιώματα οδήγησης που έχουν χορηγηθεί ή αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της».
11.
Η αιτιολογική σκέψη 8 έχει ως εξής: «[γ]ια λόγους οδικής ασφάλειας, θα πρέπει να καθορισθούν οι ελάχιστες απαιτήσεις για την έκδοση άδειας οδήγησης. Θα πρέπει να εναρμονισθούν οι κανόνες οι σχετικοί με τις εξετάσεις στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται οι οδηγοί. […]».
12.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής: «[τα] κράτη μέλη εκδίδουν τις εθνικές άδειες οδήγησης που βασίζονται στο κοινοτικό υπόδειγμα του Παραρτήματος I, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Το διακριτικό σήμα του εκδώσαντος την άδεια κράτους μέλους τίθεται εντός του εμβλήματος που απεικονίζεται στη σελίδα 1 του κοινοτικού υποδείγματος άδειας οδήγησης».
13.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, «[τ]α κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν».
14.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, έως τις 19 Ιανουαρίου 2033, όλες οι εκδιδόμενες ή υπό κυκλοφορία άδειες οδήγησης πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας».
15.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής: «[η] άδεια οδήγησης που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρέχει δικαίωμα οδήγησης μηχανοκίνητων οχημάτων των κατηγοριών που ορίζονται κατωτέρω».
16.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, έχει ως εξής: «[σ]την άδεια οδήγησης αναγράφονται οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται στον οδηγό να οδηγεί».
17.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[η] άδεια οδήγησης χορηγείται μόνο σε όσους υποψηφίους:
α)
έχουν επιτύχει σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων και πληρούν τις απαιτήσεις υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις των Παραρτημάτων II και III·
[…]».
2. Το γερμανικό δίκαιο
1. Fahrerlaubnis-Verordnung (διάταγμα περί δικαιώματος οδηγήσεως)
18.
Το άρθρο 4 του Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straßenverkehr ( 3 ) (διατάγματος περί του δικαιώματος οδηγήσεως των προσώπων στο δίκτυο οδικής κυκλοφορίας) (στο εξής: FeV) προβλέπει διατάξεις σχετικές με τις απαιτήσεις για την απόκτηση του δικαιώματος και της άδειας οδηγήσεως μηχανοκίνητων οχημάτων:
«1) Όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε δημόσια οδό πρέπει να κατέχει δικαίωμα οδηγήσεως. […]
2) Το δικαίωμα οδηγήσεως αποδεικνύεται με έγκυρο επίσημο πιστοποιητικό (άδεια οδηγήσεως). Πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα πρέπει να φέρει την άδεια οδηγήσεως και, εφόσον του ζητείται από αρμόδια αρχή, να την επιδεικνύει προς έλεγχο. Πρόσωπο που κατέχει διεθνή άδεια οδηγήσεως ή εθνική άδεια οδηγήσεως αποκτηθείσα στην αλλοδαπή πρέπει να φέρει τη άδεια αυτή και την αντίστοιχη μετάφρασή της, η οποία απαιτείται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και, εφόσον του ζητείται από αρμόδια αρχή, να την επιδεικνύει προς έλεγχο.
(3) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, το δικαίωμα οδηγήσεως μπορεί επίσης να αποδεικνύεται με άλλη βεβαίωση, εκτός από την άδεια οδηγήσεως, εφόσον τούτο προβλέπεται ρητά ή εφόσον έχει αναγνωριστεί ρητά δικαίωμα προς τον σκοπό αυτό. Η παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ισχύει κατ’ αναλογία για βεβαίωση υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου.»
19.
Το άρθρο 22 φέρει τον τίτλο «διαδικασία της αρμόδιας αρχής και το κέντρο πρακτικής δοκιμασίας». Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
«[…]
3) Αν έχουν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις για τη χορήγηση του δικαιώματος οδηγήσεως, η αρμόδια αρχή για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως υποχρεούται να εκδώσει άδεια οδηγήσεως.
4) […] Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της δοκιμασίας, ο ειδικός ή ο εξεταστής, ή άλλως, η αρμόδια αρχή για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως, εκδίδει την άδεια οδηγήσεως αναγράφοντας την ημερομηνία εκδόσεως. Η άδεια οδηγήσεως εκδίδεται μόνο αν η ταυτότητα του υποψηφίου διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας. Μόλις ο ειδικός ή ο εξεταστής εκδώσει την άδεια οδηγήσεως, ενημερώνει σχετικώς την αρμόδια αρχή για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως και επιβεβαιώνει την ημερομηνία εκδόσεως. Αποστέλλει επίσης τη βεβαίωση εκπαιδεύσεως στην αρμόδια αρχή για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως. Το δικαίωμα οδηγήσεως χορηγείται μέσω της εκδοθείσας άδειας οδηγήσεως ή, άλλως, ελλείψει άδειας οδηγήσεως, μέσω προσωρινής βεβαιώσεως επιτυχούς εξετάσεως, η οποία ισχύει μόνο στο έδαφος της Γερμανίας και επέχει θέση αποδεικτικού μέσου του δικαιώματος οδηγήσεως σύμφωνα με το παράρτημα 8α.»
20.
Το άρθρο 29 προβλέπει για την αναγνώριση του δικαιώματος οδηγήσεως σε αλλοδαπούς υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
«1) Πρόσωπο που είναι φορέας δικαιώματος οδηγήσεως αποκτηθέντος στην αλλοδαπή επιτρέπεται, στο μέτρο που κατέχει το σχετικό δικαίωμα, να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα στη Γερμανία αν δεν έχει κανονική διαμονή στη Γερμανία σύμφωνα με το άρθρο 7. […]
2) Το δικαίωμα οδηγήσεως αποδεικνύεται με έγκυρη εθνική άδεια οδηγήσεως ή διεθνή άδεια οδηγήσεως […]. Αλλοδαπές άδειες οδηγήσεως συνταχθείσες σε γλώσσα εκτός της γερμανικής, οι οποίες έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης […] πρέπει να συνοδεύονται από μετάφραση.
3) Το δικαίωμα που παραχωρείται δυνάμει του εδαφίου 1 δεν ισχύει για πρόσωπα που είναι φορείς δικαιώματος οδηγήσεως αποκτηθέντος στην αλλοδαπή,
1.
τα οποία έχουν απλώς στην κατοχή τους άδεια οδηγήσεως εκπαιδευόμενου ή άλλη προσωρινά εκδοθείσα άδεια οδηγήσεως·
[…]».
21.
Κατά το άρθρο 75, παράγραφος 4, η παράλειψη του οδηγού να φέρει την άδεια οδηγήσεως (και να την επιδείξει προς έλεγχο σε περίπτωση που του ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές), συνιστά διοικητική παράβαση (στο εξής: Ordnungswidrigkeit).
2. Straßenverkehrsgesetz (νόμος περί οδικής κυκλοφορίας)
22.
Το άρθρο 21 του Straßenverkehrsgesetz ( 4 ) (νόμου περί οδικής κυκλοφορίας, στο εξής: StVG) προβλέπει τις εξής ποινές:
«1) Όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα χωρίς να κατέχει το σχετικό δικαίωμα […] τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως έως ενός έτους ή με πρόστιμο.
2) Όποιος διαπράττει εξ αμελείας μία από τις αναφερόμενες στο εδάφιο 1 πράξεις […] τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως έως έξι μηνών ή με πρόστιμο έως 180 % του ημερήσιου τέλους […]».
III. Τα πραγματικά περιστατικά, οι διαδικασίες και τα προδικαστικά ερωτήματα
23.
Στις 17 Απριλίου 2015 ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε επιτυχώς στη Γαλλία, όπου και διέμενε, τις εξετάσεις για τους υποψήφιους οδηγούς. Ως εκ τούτου, απέκτησε το δικαίωμα να λάβει άδεια οδηγήσεως οχημάτων κατηγορίας Β. Στη Γαλλία, η οριστική άδεια οδηγήσεως δεν παραδίδεται αμέσως. Για την παράδοση μπορεί να χρειαστεί χρονικό διάστημα αρκετών εβδομάδων ή και μηνών ( 5 ). Με την επιτυχή ολοκλήρωση των εξετάσεων, επομένως, χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο βεβαίωση δοκιμασίας (Certificat d’Examen du Permis de Conduire, στο εξής: βεβαίωση CEPC) ( 6 ).
24.
Περίπου έναν μήνα αργότερα, στις 15 Μαΐου 2015, ο κατηγορούμενος κατελήφθη να οδηγεί επιβατηγό αυτοκίνητο στο Kehl (Γερμανία). Ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να επιδείξει έγκυρη γερμανική άδεια οδηγήσεως. Επέδειξε, ωστόσο, τη βεβαίωση CEPC, μαζί με επίσημο έγγραφο ταυτότητας.
25.
Ο Staatsanwaltschaft Offenburg (δημόσιος κατήγορος του Offenburg) άσκησε ποινική δίωξη κατά του κατηγορούμενου για την αξιόποινη πράξη της οδηγήσεως οχήματος χωρίς σχετικό δικαίωμα, κατά παράβαση του άρθρου 21 StVG. Η ισχύς της βεβαιώσεως CEPC περιοριζόταν στη γαλλική επικράτεια.
26.
Ο δημόσιος κατήγορος εισηγήθηκε ενώπιον του Amtsgericht Kehl (πταισματοδικείου του Kehl, Γερμανία) την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως εις βάρος του κατηγορουμένου και την επιβολή προστίμου. Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει για το συμβατό της τυχόν ποινικής κυρώσεως με ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, βάσει του δικαίου της Ένωσης, επιτρεπόταν ο κατηγορούμενος να οδηγεί στη Γερμανία. Επίσης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως, αν η συγκεκριμένη βεβαίωση έπρεπε να αναγνωριστεί ως αποδεικτικό της υπάρξεως δικαιώματος οδηγήσεως, οπότε ουδεμία αξιόποινη πράξη είχε τελεστεί, στοιχειοθετούνταν, παρά ταύτα, διοικητική παράβαση.
27.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, με απόφαση της 22ας Μαρτίου 2016, το Amtsgericht Kehl (πταισματοδικείο του Kehl, Γερμανία), υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Έχει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/126 ή τα άρθρα 18, 21, 45, 49 και 56 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ), την έννοια ότι αντίκεινται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την αναγνώριση δικαιώματος οδηγήσεως που έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως όταν το εν λόγω δικαίωμα έχει αποκτηθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2006/126;
2.
Έχει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/126 ή τα άρθρα 18, 21, 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ, την έννοια ότι αντίκεινται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την αναγνώριση νομιμοποιητικού εγγράφου που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος για φορέα δικαιώματος οδηγήσεως το οποίο έχει αποκτηθεί στο ίδιο κράτος μέλος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2006/126, ακόμα και στην περίπτωση που το εν λόγω νομιμοποιητικό έγγραφο ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα και μόνο εντός της επικράτειας του ως άνω κράτους μέλους καθώς και στην περίπτωση που δεν ανταποκρίνεται στις σχετικές με το υπόδειγμα αδείας ρυθμίσεις της οδηγίας 2006/126;
3.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Έχει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/126 ή τα άρθρα 18, 21, 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ, την έννοια ότι αντίκεινται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ποινική κύρωση για την οδήγηση αυτοκινήτου οχήματος όταν ο οδηγός του οχήματος δεν διαθέτει δικαίωμα οδηγήσεως, ακόμη και στην περίπτωση που ο οδηγός έχει αποκτήσει δικαίωμα οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2006/126, πλην όμως δεν δύναται να αποδείξει το δικαίωμά του με νομιμοποιητικό έγγραφο που να ανταποκρίνεται στις σχετικές με το υπόδειγμα αδείας ρυθμίσεις της οδηγίας 2006/126;
4.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα: Έχει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/126 ή τα άρθρα 18, 21, 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ, την έννοια ότι αντίκεινται σε ρύθμιση κράτους μέλους –όπου η οριστική άδεια οδηγήσεως παραδίδεται κατά κανόνα στον υποψήφιο κάτοχο άδειας αμέσως μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της πρακτικής δοκιμασίας οδηγήσεως– η οποία προβλέπει πρόστιμο λόγω διοικητικής παραβάσεως για την οδήγηση αυτοκινήτου οχήματος όταν ο οδηγός του οχήματος, ο οποίος έχει αποκτήσει το δικαίωμα οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2006/126, δεν φέρει, κατά την οδήγηση, οριστική άδεια οδηγήσεως προς απόδειξη του δικαιώματός του να οδηγεί, διότι η άδεια αυτή δεν του έχει ακόμη χορηγηθεί λόγω της ιδιαίτερης διαδικασίας που ακολουθείται για την έκδοσή της στο εν λόγω κράτος μέλος και την οποία ο οδηγός δεν δύναται να επηρεάσει, πλην όμως φέρει, αντ’ αυτής, επίσημη βεβαίωση ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την απόκτηση του δικαιώματος οδηγήσεως;»
28.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Επιτροπή.
IV. Ανάλυση
29.
Με το πρώτο και δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν τα κράτη μέλη υποχρεούνται να δέχονται μόνο την τυποποιημένη και οριστική άδεια οδηγήσεως που εκδίδεται σύμφωνα με την οδηγία 2006/126 ως έγκυρο αποδεικτικό του δικαιώματος οδηγήσεως ή αν υποχρεούνται να δέχονται και άλλα έγγραφα, τα οποία επίσης αποδεικνύουν την ύπαρξη του δικαιώματος σε άλλο κράτος μέλος. Με το τρίτο και τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά τι είδους κύρωση μπορεί να επιβληθεί, αν και εφόσον πρέπει να επιβληθεί, σε οδηγούς οι οποίοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα οδηγήσεως σε ένα κράτος μέλος, πλην όμως δεν δύνανται ακόμη να το αποδείξουν με οριστική, τυποποιημένη άδεια οδηγήσεως.
30.
Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τα ερωτήματά του παραπέμποντας σε δύο κατηγορίες κανόνων της Ένωσης: αφενός, την οδηγία και, αφετέρου, ορισμένες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου: τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ για την ελεύθερη κυκλοφορία, την απαγόρευση των διακρίσεων και την ιθαγένεια της Ένωσης. Συμφωνώ με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι και οι δύο κατηγορίες κανόνων είναι κρίσιμες εν προκειμένω. Χάριν όμως σαφήνειας των προτάσεών μου, θα εξετάσω καθεμία χωριστά, σε διαδοχικά στάδια.
31.
Οι προτάσεις που θα αναπτύξω στη συνέχεια είναι διαρθρωμένες ως εξής. Καταρχάς, ξεκινώ με τη διάκριση των δύο εννοιών που έχουν καίρια σημασία στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς: του δικαιώματος οδηγήσεως και της άδειας οδηγήσεως (Α). Εν συνεχεία, αναλύω τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία (Β) και στο τέλος αξιολογώ τις γενικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις Συνθήκες, όταν επιβάλλονται κυρώσεις σε τομείς που καλύπτονται από το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης (Γ).
1. Επισήμανση ενός ζητήματος ορολογίας: «δικαίωμα οδηγήσεως» και «άδεια οδηγήσεως»
32.
Υπάρχει μια σαφής διάκριση, η οποία είναι κοινή τόσο στο δίκαιο της Ένωσης όσο και σε ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις: η (ενδεχόμενη) γέννηση του δικαιώματος για άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, όπως είναι το «δικαίωμα οδηγήσεως», διαφέρει από τη δυνατότητα του δικαιούχου να αποδεικνύει ότι κατέχει το συναφές δικαίωμα, επιδεικνύοντας το κατάλληλο νομιμοποιητικό έγγραφο (ανεξάρτητα αν αυτό καλείται πιστοποιητικό, άδεια ή έγκριση), όπως είναι η «άδεια οδηγήσεως». Για τη γέννηση ενός δικαιώματος πρέπει να πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Εφόσον πληρούνται, και προκειμένου να πιστοποιηθεί το γεγονός αυτό, εκδίδεται σχετική βεβαίωση ( 7 ).
33.
Στο επίπεδο του δικαίου της Ένωσης, η διαφορά αυτή στο πλαίσιο των αδειών οδηγήσεως είναι εμφανής τόσο στην οδηγία όσο και στην προγενέστερη της οδηγίας αυτής νομολογία του Δικαστηρίου.
34.
Όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο της, πρωταρχικός σκοπός της οδηγίας είναι η εναρμόνιση και τυποποίηση του πιστοποιητικού, ήτοι της άδειας οδηγήσεως. Ρυθμίζει όμως και ορισμένα ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα οδηγήσεως, θεσπίζοντας ορισμένες ελάχιστες ουσιαστικές απαιτήσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού. Ειδικότερα, εκτός από τα όρια ηλικίας, η οδηγία καθορίζει ελάχιστους κανόνες για τις εξετάσεις στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται οι οδηγοί, καθώς και ελάχιστες προδιαγραφές για τη σωματική και διανοητική ικανότητα κατά την οδήγηση, συμφώνως προς τα άρθρα 4 και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ ( 8 ).
35.
Να υπενθυμίσω, εξάλλου, ως παράδειγμα της προγενέστερης της οδηγίας 2016/126 νομολογίας, την απόφαση στην υπόθεση Σκαναβή ( 9 ). Το Δικαστήριο, σε ελαφρώς διαφορετικό πραγματικό πλαίσιο, έκρινε γενικώς τα εξής: «η έκδοση αδείας οδηγήσεως από ένα κράτος μέλος σε αντικατάσταση εκείνης που έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος δεν συνιστά το έρεισμα του δικαιώματος οδηγήσεως οχήματος με κινητήρα στο έδαφος του κράτους υποδοχής, δικαίωμα που παρέχεται απ’ ευθείας από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά την πιστοποίηση της υπάρξεως του δικαιώματος αυτού» ( 10 ).
36.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι η άδεια οδηγήσεως απλώς πιστοποιεί ένα υφιστάμενο δικαίωμα οδηγήσεως. Η απόκτηση αυτού του δικαιώματος έχει την έννοια ότι ένα πρόσωπο πληροί όλες τις προϋποθέσεις βάσει της οδηγίας για να δικαιούται να οδηγεί αυτοκίνητο. Η δε «άδεια οδηγήσεως» είναι το οριστικό έγγραφο το οποίο αποδεικνύει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού και εκδίδεται σε τυποποιημένη μορφή σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας. Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, «η κατοχή άδειας οδηγήσεως που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος πρέπει να θεωρείται ως απόδειξη ότι ο κάτοχος της άδειας αυτής πληρούσε, κατά τον χρόνο εκδόσεως, τις προϋποθέσεις αυτές» ( 11 ). Επομένως, το δικαίωμα οδηγήσεως απορρέει από ένα νομικό γεγονός, ήτοι την πλήρωση, στην πράξη, όλων των προϋποθέσεων σωματικής, διανοητικής και πνευματικής ικανότητας που απαιτούνται για την απόκτησή του. Αντιθέτως, το έγγραφο της άδειας οδηγήσεως αποτελεί ένα είδος επίσημης πιστοποιήσεως της υπάρξεως του δικαιώματος.
37.
Τέλος επισημαίνεται, και πάλι σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει παρεμφερή διάκριση και σε άλλους τομείς. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο προέβη σε ανάλογη διάκριση μεταξύ του δικαιώματος διαμονής, το οποίο αποκτάται εφόσον ο δικαιούχος πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το δίκαιο της Ένωσης, και της άδειας διαμονής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο δηλωτικός χαρακτήρας των αδειών διαμονής συνεπάγεται ότι οι κάρτες αυτές απλώς βεβαιώνουν ένα προϋφιστάμενο δικαίωμα» ( 12 ). Η χορήγηση «αδείας διαμονής σε υπήκοο κράτους μέλους δεν πρέπει να θεωρείται ως συστατική πράξη δικαιώματος αλλά ως πράξη που αποσκοπεί στην εκ μέρους κράτους μέλους διαπίστωση της ατομικής καταστάσεως υπηκόου άλλου κράτους μέλους» ( 13 ). Επί της βάσεως αυτής, το Δικαστήριο αποφάνθηκε περαιτέρω ότι το δικαίωμα διαμονής, τόσο για τους υπηκόους κράτους μέλους όσο και για τους υπηκόους τρίτης χώρας, που είναι σύζυγοι υπηκόου κράτους μέλους, απορρέει άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης, ανεξαρτήτως της χορηγήσεως αδείας διαμονής από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους ( 14 ).
38.
Ομοίως, το γεγονός ότι το δίκαιο της Ένωσης διακρίνει μεταξύ των δύο αυτών εννοιών μάλλον δεν πρόκειται να προκαλέσει έκπληξη στα κράτη μέλη. Τουναντίον. Από τα περισσότερα νομικά συστήματα των κρατών μελών προκύπτει ότι είναι κοινός τόπος η διαφοροποίηση μεταξύ της γεννήσεως ενός δικαιώματος ως νομικού γεγονότος και της επακόλουθης ή παράλληλης εκδόσεως ενός πιστοποιητικού, δηλωτικού του γεγονότος αυτού.
39.
Όσον αφορά το συγκεκριμένο πλαίσιο της άδειας οδηγήσεως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τόσο το γερμανικό όσο και το γαλλικό δίκαιο διακρίνουν μεταξύ του δικαιώματος οδηγήσεως και της άδειας οδηγήσεως. Η διαφοροποίηση αυτή επεκτείνεται εν συνεχεία στις κυρώσεις, όπου αποτελεί το έρεισμα για τη διαφοροποίηση μεταξύ ποινικών και διοικητικών κυρώσεων. Και στις δύο έννομες τάξεις, η οδήγηση χωρίς δικαίωμα οδηγήσεως αποτελεί αξιόποινη πράξη και επισύρει ποινική κύρωση. Η οδήγηση χωρίς άδεια οδηγήσεως, ενώ έχει αποκτηθεί το σχετικό δικαίωμα, αποτελεί διοικητική παράβαση και επισύρει διοικητική κύρωση.
40.
Ως προς το σημείο αυτό, συμφωνώ με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου: οι έννοιες του δικαιώματος οδηγήσεως και της άδειας οδηγήσεως δεν θα πρέπει, εν γένει, να συγχέονται. Είναι, βεβαίως, εγγενώς συνδεδεμένες. Η έκδοση της άδειας προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος. Ωστόσο, και οι δύο αυτές έννοιες διατηρούν, σε κάποιο βαθμό, την αυτοτέλειά τους, όπως προκύπτει από περιπτώσεις που μπορεί να χαρακτηριστούν ως προσωρινές αναντιστοιχίες ή ασυμφωνίες μεταξύ του δικαιώματος και του επίσημου, νομιμοποιητικού εγγράφου.
41.
Μπορεί κάποιος να έχει αποκτήσει το δικαίωμα οδηγήσεως, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, χωρίς όμως να του έχει χορηγηθεί ακόμα η κατάλληλη άδεια οδηγήσεως. Ή μπορεί κάποιος να έχει αποκτήσει το δικαίωμα οδηγήσεως, χωρίς όμως να του έχει χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως υπό τη μορφή που απαιτείται βάσει της οδηγίας. Αυτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση όσων κατέχουν ακόμη άδεια οδηγήσεως προγενέστερη της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας.
42.
Αντιστρόφως, είναι επίσης πιθανό να κατέχει κάποιος άδεια οδηγήσεως, χωρίς να διαθέτει πλέον το δικαίωμα οδηγήσεως. Εξαιρουμένων των περιπτώσεων απάτης, τούτο μπορεί να συμβαίνει και όταν, ενώ το ατομικό δικαίωμα οδηγήσεως έχει ανασταλεί ή ανακληθεί, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν έχει ακόμη παραδώσει την άδεια οδηγήσεως.
43.
Σημειωτέον ότι δεν πρόκειται απλώς για θεωρητική συζήτηση. Όλα τα ανωτέρω ενδεχόμενα έχουν απτές, πρακτικές συνέπειες. Ένα είναι, πάντως, το αναγκαίο συμπέρασμα: η γέννηση του δικαιώματος οδηγήσεως συνιστά αυτοτελές νομικό γεγονός που παράγει αυτό καθ’ εαυτό έννομες συνέπειες, ανεξάρτητα από το αν έχει εκδοθεί βεβαίωση που να πιστοποιεί το γεγονός αυτό και να έχει εκδοθεί στην κατάλληλη, τυποποιημένη μορφή η οποία απαιτείται για την άδεια οδηγήσεως. Το συμπέρασμα αυτό είναι πολύ σημαντικό ως προς την επιβολή τυχόν κυρώσεων. Πριν όμως αναλύσω το ζήτημα αυτό, πρέπει να εξετάσω τις υποχρεώσεις αμοιβαίας αναγνωρίσεως τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία.
2. Υποχρεώσεις των κρατών μελών βάσει της οδηγίας 2006/126
44.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου και δεύτερου ερωτήματος, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία 2006/126 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δέχονται μια προσωρινή βεβαίωση που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος ως έγκυρο αποδεικτικό του δικαιώματος οδηγήσεως.
45.
Η συνοπτική απάντησή μου στο ερώτημα αυτό είναι «όχι». Η οδηγία περιλαμβάνει, βέβαια, ορισμένες διατάξεις περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για την απόκτηση του δικαιώματος οδηγήσεως. Ωστόσο, η μοναδική υποχρέωση που απορρέει σαφώς από την οδηγία είναι η αμοιβαία αναγνώριση του τυποποιημένου εγγράφου το οποίο καλείται «άδεια οδήγησης» και του οποίου την εναρμόνιση προβλέπουν, στην ουσία, οι διατάξεις της οδηγίας.
46.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, «[τ]α κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν». Κατά πάγια νομολογία, αυτό που προβλέπεται είναι η «αμοιβαία αναγνώριση, χωρίς διατυπώσεις, των αδειών οδηγήσεως που εκδίδουν τα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφή και ακριβή υποχρέωση, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να θεσπίσουν προκειμένου να συμμορφωθούν προς την υποχρέωση αυτή» ( 15 ).
47.
Ως εκ τούτου, η οδηγία προβλέπει, μετ’ επιτάσεως, την υποχρέωση για αμοιβαία αναγνώριση. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, όμως, να διευκρινιστεί τι ακριβώς νοείται ως «άδεια οδήγησης» για τους σκοπούς της προαναφερθείσας διατάξεως. Για το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι σαφές αν ο όρος «άδεια οδήγησης» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δικαίωμα οδηγήσεως δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας αναγνωρίζεται μόνον εφόσον εκδοθεί επίσημη άδεια οδηγήσεως ως αποδεικτικό του δικαιώματος αυτού ή αν η υποχρέωση αμοιβαία αναγνωρίσεως περικλείει ήδη το δικαίωμα οδηγήσεως, ανεξαρτήτως της υπάρξεως επίσημης άδειας οδηγήσεως. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, η εν λόγω ασάφεια οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι, λόγω ελλείψεως εναρμονισμένης ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης για το δικαίωμα οδηγήσεως, η οδηγία δεν προβλέπει γενικούς όρους αναγνωρίσεως του δικαιώματος αυτού σε όλα τα κράτη μέλη.
48.
Σύμφωνα με τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Ολλανδική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, η υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως βάσει της οδηγίας αφορά μόνο τις άδειες οδηγήσεως, ήτοι τα τυποποιημένα πιστοποιητικά που βεβαιώνουν την απόκτηση δικαιώματος οδηγήσεως.
49.
Συμφωνώ. Κατά την άποψή μου, η υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, αφορά μόνο την τυποποιημένη άδεια οδηγήσεως υπό την έννοια του επίσημου εγγράφου που αποδεικνύει την ύπαρξη του συναφούς δικαιώματος. Ούτε το γράμμα, ούτε η οικονομία, ούτε οι σκοποί της οδηγίας φθάνουν μέχρι του σημείου να επιβάλλεται στα κράτη μέλη η υποχρέωση αυτόματης αναγνωρίσεως εγγράφων που δεν προβλέπονται ρητώς από την οδηγία.
50.
Πρώτον, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ρητώς την αμοιβαία αναγνώριση «αδειών οδήγησης» τις οποίες εκδίδουν τα κράτη μέλη. Από τη συλλογιστική η οποία αναπτύχθηκε στο προηγούμενο τμήμα των προτάσεων, σε σχέση με τη διάκριση μεταξύ του δικαιώματος και του εγγράφου που το πιστοποιεί, είναι αρκετά σαφές ότι με τον όρο «άδεια» νοείται το έντυπο, δηλαδή η επίσημη πιστοποίηση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του δικαιώματος οδηγήσεως. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και από τους όρους που χρησιμοποιούνται σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας, όπως για παράδειγμα, στα γερμανικά Führerscheine, στα γαλλικά permis de conduire, στα τσεχικά ridičské průkazy, στα ισπανικά permiso de conducción και στα ιταλικά: patenti di guida. Όλοι οι ανωτέρω όροι παραπέμπουν, δίχως αμφιβολία, στο έγγραφο.
51.
Δεύτερον, στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η συστηματική ερμηνεία της οδηγίας. Οι διατάξεις της οδηγίας αποβλέπουν, κατ’ ουσία, στη ρύθμιση του μορφότυπου της άδειας αυτής καθ’ εαυτήν. Η οδηγία θέτει τις προδιαγραφές σχετικά με την όλη διάταξη, το περιεχόμενο, τα φυσικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά ασφαλείας του εγγράφου του οποίου σκοπός είναι να αποδεικνύει, με τυποποιημένο και ενιαίο τρόπο, την ύπαρξη του δικαιώματος οδηγήσεως.
52.
Όσον αφορά την όλη διάταξη του εγγράφου, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, η εθνική άδεια οδηγήσεως πρέπει να βασίζεται στο κοινοτικό υπόδειγμα του παραρτήματος Ι. Το υπόδειγμα αυτό περιγράφει τη μορφή την οποία πρέπει να έχει η άδεια οδηγήσεως στην Ένωση και εξηγεί το είδος και τη σειρά των πληροφοριών που πρέπει να περιέχονται. Ως προς το περιεχόμενο, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι η άδεια οδηγήσεως πρέπει να αναγράφει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται στον οδηγό να οδηγεί. Επιπλέον, για την αποφυγή του κινδύνου πλαστογραφήσεως, η οδηγία απαιτεί να υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά ασφαλείας. Ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 2, ορίζει ρητώς ότι, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, το υλικό που χρησιμοποιείται για την άδεια οδηγήσεως πρέπει να προστατεύεται κατά της πλαστογραφήσεως.
53.
Πέραν των ανωτέρω, από την εξέταση του ιστορικού της θεσπίσεως της οδηγίας προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης (Κοινότητας) στον εν λόγω τομέα παρέμεινε ο ίδιος. Από τις διατάξεις της προγενέστερης οδηγίας ( 16 ) συνάγεται ότι και εκείνη η οδηγία αποσκοπούσε στην εναρμόνιση των κανόνων που αφορούσαν το έγγραφο αυτό καθ’ εαυτό ( 17 ).
54.
Τέλος, ο γενικός σκοπός της οδηγίας επιβεβαιώνει επίσης το συμπέρασμα ότι η υποχρέωση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως ισχύει μόνο για το επίσημο έγγραφο, ήτοι για αυτή καθ’ εαυτήν την άδεια οδηγήσεως.
55.
Στην αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας τονίζεται ότι η οδηγία βελτιώνει την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας και διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4, εξάλλου, επισημαίνεται η ανάγκη για επίλυση προβλημάτων διαφάνειας και για αποφυγή του κινδύνου της πλαστογραφήσεως. Η λογική που υπαγορεύει την επικράτηση, σε βάθος χρόνου ( 18 ), μιας τυποποιημένης άδειας για την Ένωση, η οποία θα ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη, είναι η αντικατάσταση πάνω από 110 διαφορετικών τύπων άδειας οδηγήσεως. Δεδομένης της δυσκολίας για την αξιολόγηση του κύρους τους, αυτή η πολυμορφία ενέχει τον κίνδυνο πιθανών πλαστογραφήσεων.
56.
Όλοι οι παραπάνω στόχοι συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: σκοπός της οδηγίας είναι να καθιερωθεί μια τυποποιημένη άδεια οδηγήσεως που θα επιτρέπει την άμεση και εύκολη αναγνώρισή της από οποιαδήποτε αρχή στην Ένωση. Αν η οδηγία ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν κάθε έγγραφο που ενδεχομένως εκδίδεται από άλλο κράτος μέλος για την απόδειξη της υπάρξεως του δικαιώματος οδηγήσεως, τούτο θα αντιστρατευόταν σαφώς τον γενικό σκοπό της οδηγίας.
57.
Ταυτοχρόνως, όπως προεκτέθηκε στο σημείο 34 των προτάσεών μου, η οδηγία περιλαμβάνει και ορισμένα στοιχεία μιας ελάχιστης εναρμονίσεως των προϋποθέσεων για την απόκτηση του δικαιώματος οδηγήσεως, στον βαθμό που προβλέπει τις ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση της άδειας οδηγήσεως, όπως η ηλικία ή η ικανότητα οδηγήσεως.
58.
Εντούτοις, κατά την άποψή μου, αυτές οι ελάχιστες απαιτήσεις προστέθηκαν σταδιακά ως απαραίτητη προϋπόθεση για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται εμμέσως από την απόφαση στην υπόθεση Choquet, με την οποία το Δικαστήριο είχε κρίνει, ήδη από το 1978, ότι αποκλείεται η αναγνώριση αδειών οδηγήσεως από άλλα κράτη μέλη, αν οι απαιτήσεις για την έκδοση αυτών των αδειών οδηγήσεως δεν είναι εναρμονισμένες σε επαρκή βαθμό ( 19 ).
59.
Ως εκ τούτου, με βάση αυτή τη λογική, ο νομοθέτης της Ένωσης έθεσε, με διαδοχικές τροποποιήσεις, ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις ως προϋπόθεση για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι η ελάχιστη και μάλλον επικουρική εναρμόνιση ορισμένων στοιχείων που αφορούν το δικαίωμα οδηγήσεως θα μπορούσε να αναστραφεί, έτσι ώστε να αναχθεί σε εναρμόνιση και σε συνακόλουθη υποχρέωση για αμοιβαία αναγνώριση του ίδιου του δικαιώματος οδηγήσεως. Η εναρμόνιση ορισμένων προϋποθέσεων για τη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της οριστικής άδειας δεν συνεπάγεται την αμοιβαία αναγνώριση αυτών των προϋποθέσεων. Δέχομαι ότι η «έμμεση εναρμόνιση» ή η εν πολλοίς μη επιδιωκόμενη «τυχαία εναρμόνιση» είναι, ομολογουμένως, ελκυστικοί τίτλοι για ακαδημαϊκό άρθρο, αλλά δεν νομίζω ότι θα αποτελούσαν ορθό σημείο εκκινήσεως για την ερμηνεία του εύρους των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από το παράγωγο δίκαιο.
60.
Καταλήγω, συνεπώς, ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/126 δεν είναι να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν άλλα έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν την απόκτηση του δικαιώματος οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος, εκτός από εκείνα που πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής.
3. Πρωταρχικές υποχρεώσεις των κρατών μελών βάσει των Συνθηκών
61.
Όπως ήδη εξήγησα παραπάνω, κατά την άποψή μου, η οδηγία δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν τυχόν δικαίωμα οδηγήσεως το οποίο έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος. Η οδηγία υποχρεώνει απλώς τα κράτη μέλη να εκδίδουν και, εν συνεχεία, βεβαίως, να αναγνωρίζουν ένα τυποποιημένο πιστοποιητικό, το οποίο προβλέπεται ρητώς στην οδηγία, ήτοι την ενιαία άδεια οδηγήσεως.
62.
Εντούτοις, θα πρέπει να εξεταστεί και το δεύτερο σκέλος των δύο πρώτων ερωτημάτων του εθνικού δικαστηρίου –τι ισχύει ως προς τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στον συγκεκριμένο τομέα βάσει του πρωτογενούς δικαίου; Η φύση των υποχρεώσεων αυτών συνδέεται με το τρίτο και τέταρτο ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο. Αφορούν τη φύση των κυρώσεων που μπορεί ενδεχομένως να επιβάλει το οικείο κράτος μέλος στον κατηγορούμενο επειδή οδηγούσε χωρίς να φέρει την κατάλληλη άδεια οδηγήσεως, παρά μόνο μια προσωρινή βεβαίωση που πιστοποιούσε την απόκτηση του δικαιώματος οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος.
63.
Στις υπόλοιπες ενότητες των προτάσεών μου θα εξετάσω τα ερωτήματα αυτά. Αφού αναφέρω ποιες είναι οι σχετικές διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου (1), θα εξετάσω αν είναι συμβατές με τις διατάξεις αυτές τυχόν ποινικές και διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση οδηγήσεως χωρίς άδεια (2).
1. Σχετικές διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου: ελεύθερη κυκλοφορία και απαγόρευση των διακρίσεων
64.
Η οδηγία προβλέπει μόνο την αμοιβαία αναγνώριση της άδειας οδηγήσεως. Δεν περιέχει κάποια διάταξη σχετική με την επιβολή τυχόν κυρώσεων λόγω ανυπαρξίας του δικαιώματος οδηγήσεως ή αδυναμίας επιδείξεως της επίσημης άδειας οδηγήσεως ή άλλου νομιμοποιητικού εγγράφου.
65.
Συνεπώς, όπως συμβαίνει και σε άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης, ελλείψει συγκεκριμένης ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα αυτόν, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στα κράτη μέλη να προβλέπουν κυρώσεις ( 20 ).
66.
Εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν, στο πλαίσιο ασκήσεως αυτής της αρμοδιότητας, να συμμορφώνονται με άλλες απαιτήσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, από το πρωτογενές δίκαιο. Έτσι, το πρωτογενές δίκαιο και οι απορρέουσες από αυτό υποχρεώσεις εξακολουθούν να ισχύουν σε τομείς οι οποίοι, παρόλο που δεν καλύπτονται από το παράγωγο δίκαιο, εντούτοις, εμπίπτουν σαφώς στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
67.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων λόγω οδηγήσεως χωρίς άδεια αναγνωρισμένη στη Γερμανία, αλλά μόνο με προσωρινή βεβαίωση εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος, μπορεί να συνιστά παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά το άρθρο 18 ΣΛΕΕ και των θεμελιωδών ελευθεριών των άρθρων 21, 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ.
68.
Υπενθυμίζω κατ’ αρχάς ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει αναμφίβολα στο πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών για, τουλάχιστον, δύο λόγους: πρώτον, όπως έχει ήδη διαπιστώσει το Δικαστήριο στην υπόθεση Σκαναβή, το δικαίωμα οδηγήσεως παρέχεται απευθείας από το δίκαιο της Ένωσης ( 21 ) και δεύτερον, σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι ο κατηγορούμενος άσκησε δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης.
69.
Όσον αφορά, ειδικότερα, την ελεύθερη κυκλοφορία, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει για ποιους ακριβώς λόγους ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη Γερμανία. Εναπόκειται, επομένως, στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει ποια από τις εκφάνσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας θίγεται στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης. Για να βοηθηθεί πλήρως το αιτούν δικαστήριο, μπορεί να είναι χρήσιμη μια γενική καθοδήγηση. Συναφώς, εξετάζονται διάφορες πιθανές περιπτώσεις.
70.
Πρώτον, ο κατηγορούμενος μπορεί να οδηγούσε στη Γερμανία στο πλαίσιο ασκήσεως κάποιας συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, όπως για να αναζητήσει εργασία, να εγκατασταθεί εκεί ή να λάβει ή να παράσχει υπηρεσίες. Συναφώς, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των ατομικών μέσων μεταφοράς, η μη αναγνώριση μιας προσωρινής βεβαιώσεως την οποία εκδίδει άλλο κράτος μέλος μπορεί να επηρεάσει την πραγματική άσκηση ορισμένων μισθωτών ή μη μισθωτών δραστηριοτήτων ( 22 ). Ως εκ τούτου, η άρνηση αναγνωρίσεως μιας προσωρινής βεβαιώσεως είναι πιθανό να συνιστά περιορισμό στην άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ή στην ελευθερία εγκαταστάσεως.
71.
Δεύτερον, ο κατηγορούμενος μπορεί να οδηγούσε στη Γερμανία απλώς για λόγους αναψυχής. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ήταν αποδέκτης υπηρεσιών ως τουρίστας. Παρόλο που ίσως δεν είναι αυτός ο πρωτεύον σκοπός των Συνθηκών, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών εμπεριέχει την ελευθερία των αποδεκτών των υπηρεσιών να μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος για να απολαύουν της υπηρεσίας ( 23 ). Ως εκ τούτου, η εθνική απαγόρευση της αναγνωρίσεως αλλοδαπών προσωρινών βεβαιώσεων οδηγήσεως θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί περιορισμός στη λήψη υπηρεσιών.
72.
Τρίτον, κατά το αιτούν δικαστήριο, ο κατηγορούμενος είναι Γάλλος υπήκοος και, ως εκ τούτου, πολίτης της ΕΕ. Η περίπτωσή του εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και για τον λόγο αυτό: άσκησε το δικαίωμά του στην ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος της Ένωσης, κατά την κατοχυρωμένη από το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έννοια της ιθαγένειας της Ένωσης.
73.
Εν κατακλείδι, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει ποια θεμελιώδης ελευθερία ασκήθηκε εν προκειμένω. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος είναι πολίτης της ΕΕ, είμαι της γνώμης ότι δεν θα χρειαστεί καν να αναζητηθεί σύνδεσμος (όπως συχνά γίνεται με ολίγον υπερβολικό τρόπο) με μία από τις ειδικότερες ελευθερίες. Η ιδιότητα του πολίτη που κυκλοφορεί ελεύθερα στο έδαφος της Ένωσης θα αρκούσε: εξάλλου, αν η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν σημαίνει δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης, τότε τι; «Autoraedarius Europeus sum» ( 24 ).
74.
Εν πάση περιπτώσει, σε όλες τις καταστάσεις που εμπίπτουν στον ratione materiæ τομέα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας. Οι καταστάσεις αυτές περιλαμβάνουν, εκτός από την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών, και την άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας στο έδαφος των κρατών μελών, την οποία απονέμει το άρθρο 21 ΣΛΕΕ ( 25 ).
75.
Το άρθρο 18 ΣΛΕΕ, απαγορεύοντας «κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας», επιβάλλει την ίση μεταχείριση των προσώπων στις καταστάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών ( 26 ). Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως απαγορεύει όχι μόνον τις άμεσες διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε μορφή έμμεσης διακρίσεως η οποία, κατ’ εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα ( 27 ). Εκτός αν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, μια διάταξη εθνικού δικαίου πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, εφόσον μπορεί, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο του πολίτες άλλων κρατών μελών απ’ ό,τι τους πολίτες του κράτους υποδοχής ( 28 ).
2. Το συμβατό των ποινικών και διοικητικών κυρώσεων με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης
76.
Έρχομαι τώρα στο ερώτημα πώς αυτές οι γενικές θέσεις μπορούν να εφαρμοστούν στην υπό κρίση υπόθεση. Ειδικότερα, αντιβαίνει στις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων η επιβολή τυχόν ποινικών και/ή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση που κάποιος δεν είναι σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος οδηγήσεως, επιδεικνύοντας την τυποποιημένη άδεια οδηγήσεως;
77.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση διατείνεται ότι απόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να είναι τόσο ποινικές όσο και διοικητικές. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι οι κυρώσεις αυτές δεν εισάγουν διακρίσεις, είναι αποτελεσματικές και σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας.
78.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι κυρώσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Διακρίνει, όμως, μεταξύ δύο κατηγοριών προσώπων: όσων έχουν αποκτήσει δικαίωμα οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος και όσων δεν το έχουν ακόμα αποκτήσει ή τους έχει αφαιρεθεί. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ποινικές κυρώσεως μπορούν να επιβληθούν μόνο στη δεύτερη κατηγορία.
79.
Συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής. Στην υπό κρίση υπόθεση, η απόκτηση δικαιώματος οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος αποκλείει την επιβολή ποινικών κυρώσεων. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι αν κάποιος δεν είναι σε θέση να αποδείξει δεόντως την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη τυποποιημένη άδεια, τότε είναι δυνατό να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις.
80.
Το ζήτημα αυτό μπορεί να προσεγγιστεί με δύο τρόπους: ο πρώτος είναι μέσω της διαπιστώσεως από το εθνικό δικαστήριο ότι περιορίζεται η άσκηση κάποιας θεμελιώδους ελευθερίας. Ο δεύτερος είναι μέσω της απαγορεύσεως κάθε (έμμεσης) διακρίσεως λόγω εθνικότητας, μιας απαγορεύσεως η οποία ενυπάρχει στην έννοια της ιθαγένειας της Ένωσης και καθιερώνεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Εντούτοις, τελικώς, και οι δύο προσεγγίσεις καταλήγουν στο ίδιο ερώτημα: ποιος θα τυγχάνει λιγότερο ευνοϊκής (δυσμενέστερης) μεταχειρίσεως σε σχέση με ποιον;
81.
Στην υπό κρίση υπόθεση, υπάρχουν δύο στάδια ενδεχόμενης συγκρίσεως. Πρώτον, εξετάζεται το τι ακριβώς τιμωρείται. Για ποια συγκεκριμένη παράβαση επιβάλλεται η κύρωση; Δεύτερον, είναι τα έγγραφα αυτά, δηλαδή οι εθνικές προσωρινές βεβαιώσεις οδηγήσεως, όντως συγκρίσιμα για τον σκοπό αυτό;
82.
Στο πλαίσιο αυτό είναι χρήσιμη η διευκρίνιση του εθνικού δικαστηρίου στην απόφασή του περί παραπομπής, ότι ποινικά κολάσιμη, βάσει του γερμανικού νόμου, είναι η οδήγηση χωρίς σχετικό δικαίωμα –δηλαδή, χωρίς να υπάρχει κανένα απολύτως δικαίωμα για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας. Αντιθέτως, η διοικητική κύρωση επιβάλλεται σε περιπτώσεις όπου ο οδηγός δεν είναι σε θέση να επιδείξει το απαιτούμενο έγγραφο στην κατάλληλη μορφή, όταν του ζητηθεί από την αρμόδια αρχή (κατά κανόνα, την αστυνομία). Με άλλα λόγια, η διοικητική κύρωση επιβάλλεται λόγω μη συμμορφώσεως προς την υποχρέωση επιδείξεως του απαιτούμενου εγγράφου κατά τον έλεγχο, μολονότι έχει αποκτηθεί το συναφές δικαίωμα.
83.
Το ουσιαστικό περιεχόμενο της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω εθνικότητας έγκειται στο να μην επιφυλάσσεται στους αλλοδαπούς λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση απ’ ό,τι στους ημεδαπούς. Συνεπάγεται, τουλάχιστον, την επέκταση της εφαρμογής του εθνικού συστήματος σε συγκρίσιμες περιπτώσεις προσώπων προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη, καθώς και, ταυτόχρονα, την ειλικρινή και καλόπιστη αντιμετώπιση των πράξεων και των αποφάσεων άλλων κρατών μελών.
84.
Στην υπό κρίση υπόθεση, βάσει των πραγματικών περιστατικών όπως εκτίθενται από το αιτούν δικαστήριο, ο κατηγορούμενος διέθετε το δικαίωμα οδηγήσεως, το οποίο του είχε χορηγηθεί στη Γαλλία. Δεν ήταν όμως σε θέση να επιδείξει το απαιτούμενο έγγραφο της τυποποιημένης άδειας οδηγήσεως, ως αποδεικτικό του υφιστάμενου δικαιώματός του. Αφήνοντας κατά μέρος το ζήτημα της αποδείξεως, το οποίο εναπόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου, και λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος διέθετε το δικαίωμα οδηγήσεως κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν μπορεί να τιμωρηθεί με ποινική κύρωση ως αν δεν διέθετε το δικαίωμα αυτό.
85.
Με άλλα λόγια, το βασικό ερώτημα είναι τι θα επιφυλασσόταν, σε παρόμοια κατάσταση, σε οδηγό με «γερμανικό δικαίωμα οδηγήσεως», ο οποίος όμως δεν θα κατείχε την κατάλληλη άδεια; Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η άδεια οδηγήσεως στη Γερμανία εκδίδεται αμέσως μετά την επιτυχή ολοκλήρωση όλων των απαιτούμενων δοκιμασιών. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει και στο άρθρο 22, παράγραφος 4, του FeV. Κατά τη διάταξη αυτή, σε εξαιρετική περίπτωση, μπορεί να εκδοθεί προσωρινή βεβαίωση επιτυχούς εξετάσεως, η οποία έχει ισχύ μόνο στο έδαφος της Γερμανίας, ως αποδεικτικό του δικαιώματος οδηγήσεως.
86.
Εξ αυτού συνάγεται ότι όποιος έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τις εξετάσεις των υποψήφιων οδηγών στη Γερμανία και έχει, ως εκ τούτου, αποκτήσει δικαίωμα οδηγήσεως, όχι μόνο δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν, εν συνεχεία, υποβληθεί σε έλεγχο από την αστυνομία, πριν εκδοθεί η οριστική, τυποποιημένη άδεια οδηγήσεως, αλλά δεν τιμωρείται ούτε με διοικητικό πρόστιμο. Αυτό συμβαίνει επειδή, βάσει του γερμανικού δικαίου, η προσωρινή βεβαίωση επιτυχούς εξετάσεως των γερμανικών αρχών επέχει θέση επαρκούς αποδεικτικού για την ύπαρξη του δικαιώματος οδηγήσεως.
87.
Τούτο με οδηγεί στο δεύτερο ζήτημα: την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων και το συγκρίσιμο των προσωρινών βεβαιώσεων.
88.
Κατά μια ακραία εκδοχή, από τα επιχειρήματα που αντλούνται από το πρωτογενές δίκαιο σχετικά με τις υποχρεώσεις για μεταχείριση άνευ διακρίσεων και για αμοιβαία αναγνώριση, θα μπορούσε πράγματι να συναχθεί ότι, εφόσον η Γερμανία δέχεται γερμανικές προσωρινές βεβαιώσεις επιτυχούς εξετάσεως, πρέπει να δέχεται και τις γαλλικές βεβαιώσεις CEPC. Δεδομένου ότι η Γερμανία δέχεται εθνικές προσωρινές βεβαιώσεις, πρέπει να δέχεται και εκείνες που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
89.
Κατά την άποψή μου, όμως, δεν μπορεί να δοθεί τέτοια ευρεία ερμηνεία στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το πρωτογενές δίκαιο, για τρεις βασικούς λόγους.
90.
Πρώτον, η οδηγία καθιέρωσε ένα εναρμονισμένο καθεστώς για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως. Από συνταγματικής απόψεως, οι απορρέουσες από το πρωτογενές δίκαιο υποχρεώσεις εξακολουθούν να ασκούν επιρροή και να ισχύουν στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, όπως προκύπτει από την προηγούμενη ενότητα των προτάσεών μου. Παρόλα αυτά, δεν νομίζω ότι μπορεί να δοθεί τέτοια ευρεία ερμηνεία ώστε στην πράξη να επανεισαχθεί υποχρέωση πλήρους αναγνωρίσεως παντός εγγράφου που εκδίδεται από τα κράτη μέλη. Ομοίως, δεν θεωρώ ότι πρέπει να αναιρεθούν ορισμένες νομοθετικές επιλογές που έχουν γίνει σε επίπεδο παράγωγου δικαίου, όπερ θα σήμαινε ότι απαιτείται επιστροφή σε μια Ευρώπη με δεκάδες διαφορετικά έγγραφα οδηγήσεως, εκδιδόμενα από τα διάφορα κράτη μέλη ( 29 ).
91.
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι και στα δύο συστήματα, της Γαλλίας και της Γερμανίας, οι προσωρινές βεβαιώσεις οδηγήσεως εκδίδονται όχι μόνο με χρονικούς, αλλά και με σαφείς εδαφικούς περιορισμούς. Κατά την άποψή μου, τούτο συνεπάγεται ότι δεν καταλέγονται στις παρεμφερείς βεβαιώσεις οι οποίες πιστοποιούν το δικαίωμα οδηγήσεως, αν, για την απόδειξη του δικαιώματος αυτού, το πρόσωπο που του χορηγήθηκε η εν λόγω βεβαίωση αποφασίσει να αγνοήσει τους περιορισμούς που σαφώς τίθενται με τις βεβαιώσεις αυτές και επιδιώξει να τις επικαλεσθεί εκτός των ορίων, τόσο χρονικών όσο και γεωγραφικών, της «προοριζόμενης χρήσεώς» τους.
92.
Τρίτον, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό, πρέπει να υπενθυμιστεί τι ακριβώς τιμωρείται με την επιβολή διοικητικού προστίμου: αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που τιμωρείται είναι η αδυναμία επιδείξεως νομιμοποιητικού εγγράφου στην προβλεπόμενη μορφή, εφόσον το ζητήσει η αρμόδια αρχή. Υπό την οπτική αυτή, ουδείς αμφισβητεί ότι όποιος κατέχει μόνο μια προσωρινή βεβαίωση η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, με ρητώς περιορισμένο χρονικό και γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής, και επομένως δεν είναι πλήρως αναγνωρίσιμη, παραβαίνει τις υποχρεώσεις του ως προς την απόδειξη. Ο κατηγορούμενος απλώς δεν ήταν, εξ ορισμού, σε θέση να προσκομίσει το κατάλληλο έγγραφο. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να του επιβληθεί διοικητική κύρωση.
93.
Με άλλα λόγια, τα κράτη μέλη είναι, βεβαίως, ελεύθερα να προβλέπουν κύρωση για τη μη επίδειξη των νομίμως ζητουμένων εγγράφων κατά τον σχετικό έλεγχο. Η κύρωση όμως σε μια τέτοια περίπτωση επιβάλλεται για παράλειψη του προσώπου να φέρει τα κατάλληλα νομιμοποιητικά έγγραφα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από τον νόμο, και όχι λόγω ανυπαρξίας του δικαιώματος για το οποίο εκδόθηκε η άδεια. Αν επιβληθεί κάποιο πρόστιμο, αυτό αφορά την παράβαση των υποχρεώσεων ως προς την απόδειξη. Μπορεί επίσης να αφορά τον συνεπαγόμενο πρόσθετο φόρτο διοικητικής εργασίας που απαιτείται για τη διαπίστωση, με διαφορετικά μέσα, της υπάρξεως του δικαιώματος ή του συναφούς τίτλου, που θα έπρεπε να μπορεί να διαπιστωθεί γρήγορα και με τον ίδιο πάντοτε τρόπο μέσω της προβλεπόμενης τυποποιημένης άδειας.
94.
Για λόγους πληρότητας, προσθέτω ότι, κατά τη γνώμη μου, το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται αν ο συλλογισμός στηριζόταν αποκλειστικά στις διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία. Η απόφαση στην υπόθεση Σκαναβή ( 30 ) παρέχει και πάλι χρήσιμα στοιχεία. Στην υπόθεση εκείνη εξετάστηκε το συμβατό των ποινικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε Ελληνίδα υπήκοο. Η υπήκοος αυτή εγκαταστάθηκε στη Γερμανία για επαγγελματικούς λόγους ασκώντας το δικαίωμά της για ελεύθερη εγκατάσταση. Της επιβλήθηκαν κυρώσεις λόγω μη τηρήσεως της υποχρεώσεως αντικαταστάσεως της ελληνικής άδειας οδηγήσεως με τη γερμανική.
95.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως απαγορεύει «να εξομοιώνεται η οδήγηση οχήματος με κινητήρα εκ μέρους προσώπου το οποίο θα μπορούσε πράγματι να αντικαταστήσει με άδεια του κράτους υποδοχής την άδεια που είχε εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, αλλά το οποίο δεν προέβη στην αντικατάσταση αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς την οδήγηση χωρίς άδεια και, για τον λόγο αυτό, να επιβάλλεται στο πρόσωπο αυτό ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή» ( 31 ). Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, εκτιμώντας ότι η υποχρέωση αντικαταστάσεως ανταποκρινόταν «κατά το ουσιώδες μέρος της, σε απαιτήσεις συμφυείς με τη δράση της διοικήσεως» ( 32 ).
96.
Παρόμοιο θα μπορούσε να είναι το σκεπτικό και στην υπό κρίση υπόθεση. Εν προκειμένω, ένα πρόσωπο δεν έχει λάβει μεν ακόμη την άδεια οδηγήσεως στον προβλεπόμενο μορφότυπο, αλλά έχει αποκτήσει το δικαίωμα οδηγήσεως στη χώρα διαμονής του. Η εθνική υποχρέωση για επίδειξη μιας τυποποιημένης, οριστικής άδειας οδηγήσεως, αντί μιας προσωρινής βεβαιώσεως, μπορεί να εκληφθεί ως απαίτηση συμφυής με τη δράση της διοικήσεως. Η παραλαβή της άδειας οδηγήσεως με συγκεκριμένο μορφότυπο είναι μια διατύπωση που σκοπεί στην επίσημη αναγνώριση του δικαιώματος οδηγήσεως.
97.
Ό,τι ίσχυε στην υπόθεση Σκαναβή ισχύει ίσως κατά μείζονα λόγο στην υπό κρίση υπόθεση. Τούτο διότι η έκδοση της άδειας οδηγήσεως δεν εξαρτάται από τον κατηγορούμενο. Όπως ορθώς επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν είχε κανέναν έλεγχο επί της ημερομηνίας παραδόσεως της άδειας σε αυτόν: αυτό δεν συνέβαινε στην υπόθεση Σκαναβή.
98.
Κατ’ αναλογία, η εξομοίωση κάποιου που απέκτησε το δικαίωμα οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος, αλλά δεν έχει λάβει ακόμη την άδεια οδηγήσεως, με κάποιον που οδηγεί χωρίς άδεια, η οποία μπορεί να συνεπάγεται την επιβολή ποινικών κυρώσεων (είτε πρόκειται για ποινή φυλακίσεως είτε μόνο για χρηματική ποινή, αλλά, σε κάθε περίπτωση, με αποτέλεσμα βεβαρυμένο ποινικό μητρώο) θα ήταν δυσανάλογη προς τη βαρύτητα της εν λόγω παραβάσεως, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών της ( 33 ).
99.
Και πάλι, ένας ευρύτερος παραλληλισμός θα ήταν με την περίπτωση της μη τηρήσεως των διατυπώσεων που απαιτούνται για την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής ενός προσώπου, όπως η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως διαμονής εντός τριών ημερών από την άφιξη στο έδαφος κράτους μέλους. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν δυσανάλογα βαριές κυρώσεις, οι οποίες παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία ( 34 ). Επομένως, τυχόν μέτρα φυλακίσεως ή απομακρύνσεως από τη χώρα αποκλειστικώς και μόνο λόγω μη τηρήσεως, εκ μέρους του ενδιαφερομένου, των νομίμων διατυπώσεων όσον αφορά τον έλεγχο των αλλοδαπών, όχι μόνο θίγουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος διαμονής, το οποίο παρέχεται ευθέως από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά είναι και προφανώς δυσανάλογα σε σχέση με τη βαρύτητα της παραβάσεως ( 35 ). Πάντως, οι εθνικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν για τη μη τήρηση τέτοιων προϋποθέσεων κυρώσεις ανάλογες εκείνων που επιβάλλονται για εθνικές παραβάσεις μικρότερης σημασίας ( 36 ).
100.
Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε κράτος μέλος να επιβάλει ποινική κύρωση στην περίπτωση που οδηγός έχει αποκτήσει δικαίωμα οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2006/126 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης, πλην όμως, για λόγους διοικητικής φύσεως τους οποίους αδυνατεί να ελέγξει, δεν μπορεί να επιδείξει, κατά τον σχετικό έλεγχο, νομιμοποιητικό έγγραφο που να πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής.
V. Πρόταση
101.
Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας συλλογιστικής, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί των υποβληθέντων από το Amtsgericht Kehl (πταισματοδικείο του Kehl, Γερμανία) ερωτημάτων τις ακόλουθες απαντήσεις:
–
Το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/126 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης, έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν άλλα έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν την απόκτηση του δικαιώματος οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος, εκτός από εκείνα που πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής.
–
Τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε κράτος μέλος να επιβάλει ποινική κύρωση στην περίπτωση που οδηγός έχει αποκτήσει δικαίωμα οδηγήσεως σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία 2006/126 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης, πλην όμως, για λόγους διοικητικής φύσεως τους οποίους αδυνατεί να ελέγξει, δεν μπορεί να επιδείξει, κατά τον σχετικό έλεγχο, νομιμοποιητικό έγγραφο που να πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2006, L 403, σ. 18).
( 3 ) Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straßenverkehrvom 13. Dezember 2010, zuletzt geändert durch Art. 1, Art. 2, der Elften Verordnung zur Änderung der Fahrerlaubnis-Verordnung und anderer straßenverkehrsrechtlicher Vorschriften vom 21. Dezember 2016 (διάταγμα περί του δικαιώματος οδηγήσεως των προσώπων στο δίκτυο οδικής κυκλοφορίας, διάταγμα περί δικαιώματος οδηγήσεως – FeV), της 13ης Δεκεμβρίου 2010 (BGBl. 2010 I σ. 1980), όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με τα άρθρα 1 και 2 του 11ου διατάγματος για την τροποποίηση του διατάγματος για το δικαίωμα οδηγήσεως και για λοιπές διατάξεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, της 21ης Δεκεμβρίου 2016 (BGBl. 2016 I σ. 3083).
( 4 ) Straßenverkehrsgesetz, in der Fassung der Bekanntmachung vom 5. März 2003, (BGBl. I S. 310, ber. S. 919), zuletzt geändert durch Art. 3 G zur Stärkung der Bekämpfung der Schwarzarbeit und illegalen Beschäftigung vom 6. 3. 2017 (BGBl. I S. 399) [νόμος περί οδικής κυκλοφορίας (StVG), όπως δημοσιεύθηκε στις 5 Μαρτίου 2003 (BGBl. I σ. 310, διορθωτικό σ. 919) και τροποποιήθηκε τελευταίως με το άρθρο 3 του νόμου για την ενίσχυση της καταπολεμήσεως της αδήλωτης εργασίας και της παράνομης απασχολήσεως, της 6ης Μαρτίου 2017 (BGBl. I, σ. 399)].
( 5 ) Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι γαλλικές αρχές χορήγησαν στον κατηγορούμενο την οριστική άδεια οδηγήσεως στις 9 Ιουλίου 2015.
( 6 ) Κατά το γαλλικό δίκαιο, η βεβαίωση CEPC χορηγείται ως προσωρινό νομιμοποιητικό έγγραφο μέχρι να εκδοθεί η οριστική άδεια οδηγήσεως (η τυποποιημένης μορφής άδεια βάσει των προδιαγραφών του παραρτήματος Ι, της οδηγίας 2006/126). Αντί της άδειας οδηγήσεως, ο οδηγός οφείλει να επιδεικνύει τη βεβαίωση αυτή προς έλεγχο στο εθνικό έδαφος, μαζί με ισχύον δελτίο ταυτότητας. Ισχύει μέχρι και τέσσερις μήνες από την ημερομηνία της επιτυχούς ολοκληρώσεως της εξετάσεως (βλ. άρθρο 4 I 1, της Arrêté du 20 avril 2012 fixant les conditions d’établissement, de délivrance et de validité du permis de conduire (αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών της Γαλλικής Δημοκρατίας, της 20ής Απριλίου 2012, σχετικά με τις προϋποθέσεις για την κατάρτιση, έκδοση και ισχύ αδειών οδηγήσεως, JORF της 6ης Μαΐου 2012, σ. 8050).
( 7 ) Υπάρχει, βεβαίως, και μια διαφορετική κατηγορία επίσημων εγγράφων, εκείνα που αποτελούν συστατικό τύπο για τη γέννηση δικαιώματος, πλην όμως είναι άσχετα με την υπό κρίση υπόθεση. Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαίωμα γεννιέται μόνο εάν και όταν εκδοθεί το κατάλληλο έγγραφο, συνήθως υπό μορφή αποφάσεως διοικητικής αρχής. Αυτά τα έγγραφα, όμως, που έχουν συστατικό χαρακτήρα διαφέρουν από τα έγγραφα που έχουν μόνο δηλωτικό χαρακτήρα.
( 8 ) Η οδηγία εναρμονίζει απλώς τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως –βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2012, Akyüz (C-467/10, EU:C:2012:112, σκέψη 53).
( 9 ) Βλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70).
( 10 ) Βλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70, σκέψη 34).
( 11 ) Βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2012, Akyüz (C-467/10, EU:C:2012:112, σκέψη 42).
( 12 ) Βλ. απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Dias (C-325/09, EU:C:2011:498, σκέψη 54).
( 13 ) Βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, MRAX (C-459/99, EU:C:2002:461, σκέψη 74). Βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Dias (C-325/09, EU:C:2011:498, σκέψη 48). Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούν την αντίθετη περίπτωση από αυτή της κύριας δίκης. Mε τις αποφάσεις αυτές, αποσαφηνίζεται το ζήτημα ποιες συνέπειες έχει, κατά το δίκαιο της Ένωσης, η κατοχή αδείας σε περίπτωση που οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την απόκτηση του δικαιώματος διαμονής δεν πληρούνται.
( 14 ) Βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, MRAX (C-459/99, EU:C:2002:461, σκέψη 74).
( 15 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Kapper (C-476/01, EU:C:2004:261, σκέψη 45), της 26ης Ιουνίου 2008, Wiedemann και Funk (C-329/06 και C-343/06, EU:C:2008:366, σκέψη 50) και της 1ης Μαρτίου 2012, Akyüz (C-467/10, EU:C:2012:112, σκέψη 40).
( 16 ) Οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (ΕΕ 1991, L 237, σ. 1).
( 17 ) Βλ., ιδίως, παράρτημα Ι της οδηγίας 91/439, για το κοινοτικό υπόδειγμα της άδειας οδηγήσεως.
( 18 ) Εν προκειμένω, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη φράση «σε βάθος χρόνου». Είναι σαφές ότι η οδηγία προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση των προγενέστερων εθνικών αδειών, τάσσοντας μακρά προθεσμία για την πλήρη αναγνώριση αυτών των εθνικών εγγράφων βάσει της οδηγίας (βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 5 και άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας).
( 19 ) Απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1978, Choquet (C-16/78, EU:C:1978:210, σκέψη 7).
( 20 ) Βλ. αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70, σκέψη 36), και της 29ης Οκτωβρίου 1998, Awoyemi (C-230/97, EU:C:1998:521, σκέψη 25).
( 21 ) Βλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70, σκέψη 34).
( 22 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1978, Choquet (C-16/78, EU:C:1978:210, σκέψη 4, στο τέλος). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70, σκέψεις 36 και 39), και της 29ης Οκτωβρίου 1998, Awoyemi (C-230/97, EU:C:1998:521, σκέψη 26).
( 23 ) Βλ. αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 1984, Luisi και Carbone (C-286/82 και C-26/83, EU:C:1984:35, σκέψη 16), και της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Cowan (C-186/87, EU:C:1989:47, σκέψη 15).
( 24 ) Για να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, άντλησα έμπνευση από το αξίωμα του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs «civis europeus sum», στις προτάσεις του στην υπόθεση Κωνσταντινίδης (C-168/91, EU:C:1992:504, σημείο 46).
( 25 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello (C-148/02, EU:C:2003:539, σκέψη 24), της 13ης Απριλίου 2010, Bressol κ.λπ. (C-73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 31), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C-208/09, EU:C:2010:806, σκέψεις 53 και 54).
( 26 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Cowan (C-186/87, EU:C:1989:47, σκέψη 10), και της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin (C-182/15, EU:C:2016:630, σκέψη 29).
( 27 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2007, Hartmann (C-212/05, EU:C:2007:437, σκέψη 29), της 13ης Απριλίου 2010, Bressol κ.λπ. (C-73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 40), της 25ης Ιανουαρίου 2011, Neukirchinger (C-382/08, EU:C:2011:27, σκέψεις 32 και 34), και της 18ης Μαρτίου 2014, International Jet Management (C-628/11, EU:C:2014:171, σκέψη 64).
( 28 ) Βλ. αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2000, Österreichischer Gewerkschaftsbund (C-195/98, EU:C:2000:655, σκέψη 40), και της 13ης Απριλίου 2010, Bressol κ.λπ. (C-73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 41).
( 29 ) Όσον αφορά την αλληλεπίδραση μεταξύ των εναρμονισμένων καθεστώτων του παράγωγου δικαίου και των διατάξεων των Συνθηκών, βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1979, Ratti (C-148/78, EU:C:1979:110, σκέψη 36), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, Centre d’insémination de la Crespelle (C-323/93, EU:C:1994:368, σκέψη 31). Για μια διαφορετική προσέγγιση, βλ., επίσης, αποφάσεις της 22ας Ιανουαρίου 2002, Dreessen (C-31/00, EU:C:2002:35, σκέψη 27), και της 13ης Νοεμβρίου 2003, Morgenbesser (C-313/01, EU:C:2003:612, σκέψη 43).
( 30 ) Βλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70).
( 31 ) Απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70, σκέψη 39).
( 32 ) Απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C-193/94, EU:C:1996:70, σκέψη 35).
( 33 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (C‑193/94, EU:C:1996:70, σκέψη 37).
( 34 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1980, Pieck (C-157/79, EU:C:1980:179, σκέψη 19), και της 12ης Δεκεμβρίου 1989, Messner (C-265/88, EU:C:1989:632, σκέψη 14).
( 35 ) Βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, MRAX (C-459/99, EU:C:2002:461, σκέψη 78), και της 17ης Φεβρουαρίου 2005, Oulane (C-215/03, EU:C:2005:95, σκέψη 40).
( 36 ) Βλ. Αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1980, Pieck (C-157/79, EU:C:1980:179, σκέψη 19), και της 12ης Δεκεμβρίου 1989, Messner (C-265/88, EU:C:1989:632, σκέψη 14).