ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 1ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑215/16, C‑216/16, C‑220/16 και C‑221/16
Elecdey Carcelén SA (C‑215/16),
Energías Eólicas de Cuenca SA (C‑216/16),
Iberenova Promociones SAU (C‑220/16),
Iberdrola Renovables Castilla La Mancha SA (C‑221/16)
κατά
Comunidad Autónoma de Castilla-La Mancha
[αίτηση του Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καστίλλης-Λα Μάντσα, Ισπανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως – Περιβάλλον – Αιολική ενέργεια – Οδηγία 2009/28/ΕΚ – Προώθηση της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Οδηγία 2008/118/ΕΚ – Γενικό καθεστώς ειδικών φόρων καταναλώσεως – Οδηγία 2003/96/ΕΚ – Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας – Τέλος επιβαλλόμενο από την περιφέρεια επί των εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας (canon eólico)»
I. Εισαγωγή
1.
Στην ισπανική περιφέρεια της Λα Μάντσα με τους ανεμόμυλους τα είχε βάλει ήδη ο Δον Κιχώτης. Κατά συνέπεια δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι μια ένδικη διαφορά, στην οποία το Δικαστήριο καλείται να ασχοληθεί εκ νέου με το θέμα της αιολικής ενέργειας, προέρχεται από την Comunidad Autónoma de Castilla-La Mancha (Αυτόνομη Κοινότητα της Καστίλλης-Λα Μάντσα). Σε συνέχεια μιας σειράς αποφάσεων που εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια και αφορούσαν τις δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες ( 2 ) και την προώθηση ( 3 ) της αιολικής ενέργειας, η υπόθεση αφορά αυτή τη φορά ένα επινοηθέν από την εν λόγω περιφέρεια τέλος επί των εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας το οποίο επιβάλλεται τρόπον τινά «ανά στύλο».
2.
Πέραν από την οδηγία 2009/28/ΕΚ ( 4 ) σχετικά με την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά επίσης την οδηγία 2008/118/ΕΚ ( 5 ) σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την οδηγία 2003/96/ΕΚ ( 6 ) σχετικά με την φορολογία της ενέργειας. Ειδικότερα, ζητείται να αποσαφηνιστεί εάν ο επίμαχος φόρος συνάδει προς τον στόχο της προωθήσεως της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές της οδηγίας 2009/28 ή με την προβλεπόμενη σε αυτήν ρύθμιση περί διοικητικών τελών. Ωστόσο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το κατά πόσον ένας τέτοιος φόρος ενδέχεται να απαγορεύεται επειδή αντιστρατεύεται τους στόχους της οδηγίας 2009/28. Όσον αφορά τις δύο φορολογικές οδηγίες, πρέπει ιδίως να διευκρινιστεί αν ο επίμαχος φόρος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους, καθότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να πληροί ορισμένες απαιτήσεις.
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Οδηγία 2009/28
3.
Η οδηγία 2009/28 έχει ως αντικείμενο την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
4.
Το άρθρο 2, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2009/28 ορίζει την έννοια του «καθεστώτος στήριξης» ως εξής:
«[…] κάθε μέσο, καθεστώς ή μηχανισμός που δρομολογείται από κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών και προάγει τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μειώνοντας το κόστος της εν λόγω ενέργειας, αυξάνοντας την τιμή πώλησής της ή αυξάνοντας, με την επιβολή υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών ή με άλλον τρόπο, τις αγοραζόμενες ποσότητες της εν λόγω ενέργειας· περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι επενδυτικές ενισχύσεις, οι φορολογικές απαλλαγές ή μειώσεις, οι επιστροφές φόρου, τα καθεστώτα στήριξης της υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούν πράσινα πιστοποιητικά, και τα καθεστώτα άμεσης στήριξης των τιμών συμπεριλαμβανομένων των εγγυημένων τιμών αγοράς και της καταβολής πριμοδοτήσεων».
5.
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/28 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καλύπτουν ένα ελάχιστο μέρος της καταναλώσεώς τους με ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές […] στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020 να αντιστοιχεί τουλάχιστον στον εθνικό συνολικό στόχο του όσον αφορά το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά το εν λόγω έτος, όπως αυτό προβλέπεται στην τρίτη στήλη του πίνακα του μέρους Α του παραρτήματος I.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα που είναι όντως σχεδιασμένα για να διασφαλίσουν ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ισούται ή υπερβαίνει το μερίδιο που παρατίθεται στην ενδεικτική πορεία του μέρους Β του παραρτήματος Ι.»
6.
Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2009/28 προβλέπει μεταξύ άλλων την εφαρμογή καθεστώτων στηρίξεως:
«Για να επιτύχουν τους στόχους των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να εφαρμόζουν τα ακόλουθα μέτρα:
α)
καθεστώτα στήριξης·
β)
[…]».
7.
Τη διαδικασία εγκρίσεως πραγματεύεται η αιτιολογική σκέψη 40 της οδηγίας 2009/28:
«Η διαδικασία που χρησιμοποιεί η αρμόδια αρχή εποπτείας της έγκρισης, πιστοποίησης και αδειοδότησης μονάδων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να είναι αντικειμενική, διαφανής, αμερόληπτη και αναλογική, όταν εφαρμόζει τους κανόνες σε συγκεκριμένα έργα. […]»
8.
Οι σχετικές διατάξεις αποτελούν το αντικείμενο του άρθρου 13 της οδηγίας 2009/28 το οποίο ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς και τις συνδεδεμένες υποδομές δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και στη διαδικασία μεταποίησης της βιομάζας σε βιοκαύσιμα ή άλλα ενεργειακά προϊόντα να είναι αναλογικοί και αναγκαίοι.
Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι:
[…]
ε)
είναι διαφανή και συνδεόμενα με το κόστος τα διοικητικά τέλη που καταβάλλουν οι καταναλωτές, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κατασκευαστές και οι εγκαταστάτες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων·
[…]».
2. Οδηγία 2008/118
9.
Αντικείμενο της οδηγίας 2008/118 είναι το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ενώ η παράγραφος 2 ρυθμίζει πότε επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετων φόρων καταναλώσεως:
«1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται άμεσα ή έμμεσα στην κατανάλωση των κάτωθι προϊόντων (εφεξής “προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης”):
α)
ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/96/ΕΚ,
β)
αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά που εμπίπτουν στις οδηγίες 92/83/ΕΟΚ και 92/84/ΕΟΚ,
γ)
βιομηχανοποιημένα καπνά που εμπίπτουν στις οδηγίες 95/59/ΕΚ, 92/79/ΕΟΚ και 92/80/ΕΟΚ.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν, για ειδικούς σκοπούς, να επιβάλλουν πρόσθετους έμμεσους φόρους στα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, υπό τον όρο ότι οι φόροι αυτοί είναι σύμφωνοι με τους κοινοτικούς κανόνες φορολόγησης που ισχύουν για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή τον φόρο προστιθέμενης αξίας, όσον αφορά τον καθορισμό της φορολογικής βάσης, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου, εξαιρουμένων των διατάξεων περί απαλλαγών.»
3. Οδηγία 2003/96
10.
Η οδηγία 2003/96 έχει ως αντικείμενο τη φορολόγηση της ενέργειας.
11.
Όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 4 της οδηγίας 2003/96, η εν λόγω οδηγία προβλέπει κατ’ ουσίαν ένα ελάχιστο όριο φορολογίας:
«1. Τα επίπεδα φορολογίας που επιβάλλουν τα κράτη μέλη στα ενεργειακά προϊόντα και στην ηλεκτρική ενέργεια τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 2 δεν μπορούν να είναι χαμηλότερα από τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.
2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “επίπεδο φορολογίας” νοείται το σύνολο των εισπραττόμενων επιβαρύνσεων από όλους τους έμμεσους φόρους (εξαιρουμένου του ΦΠΑ) που υπολογίζονται άμεσα ή έμμεσα για την ποσότητα ενεργειακών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη στιγμή της παράδοσης προς κατανάλωση.»
12.
Το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει επίσης στο άρθρο 15 της οδηγίας 2003/96 το οποίο επιτρέπει ορισμένες φορολογικές απαλλαγές:
«Με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν, υπό φορολογικό έλεγχο, πλήρεις ή μερικές απαλλαγές ή μειώσεις του επιπέδου φορολογίας:
α)
[…]
β)
στην ηλεκτρική ενέργεια
–
με ηλιακή, αιολική, κυματογενή, παλιρροιακή ή γεωθερμική προέλευση,
–
[…]».
2. Το ισπανικό δίκαιο
13.
Η Αυτόνομη Κοινότητα της Καστίλλης-Λα Μάντσα εισήγαγε δυνάμει του Ley 9/2011, de 21 de marzo, por la que se crea el canon eólico (νόμου 9/2011, της 21ης Μαρτίου, σχετικά με τη θέσπιση τέλους αιολικής ενέργειας, στο εξής: νόμος 9/2011), ένα τέλος αιολικής ενέργειας.
14.
Το άρθρο 4 του νόμου 9/2011 ρυθμίζει τη γενεσιουργό αιτία του τέλους ως εξής:
«1. Η γενεσιουργός αιτία του τέλους αιολικής ενέργειας είναι οι επιβαρύνσεις και οι δυσμενείς συνέπειες επί του περιβάλλοντος και του εδάφους εξαιτίας της εγκαταστάσεως ανεμογεννητριών σε αιολικά πάρκα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας […].
[…]
3. Η γενεσιουργός αιτία λογίζεται ως επελθούσα ακόμα και στην περίπτωση που οι ανεμογεννήτριες δεν ανήκουν στον κάτοχο της διοικητικής άδειας για την εγκατάσταση αιολικού πάρκου.»
15.
Η βάση επιβολής του τέλους προκύπτει από το άρθρο 7 του νόμου 9/2011:
«1. Η βάση επιβολής του τέλους υπολογίζεται με βάση το σύνολο των υφιστάμενων ανεμογεννητριών στο αιολικό πάρκο […]».
16.
Το άρθρο 8 ορίζει το ύψος του τέλους:
«1. Το ύψος του τέλους καθορίζεται διά της εφαρμογής των ακολούθων τριμηνιαίων συντελεστών επί της βάσεως υπολογισμού:
Σε αιολικά πάρκα που διαθέτουν έως και 2 ανεμογεννήτριες: 0 ευρώ για κάθε ανεμογεννήτρια.
Σε αιολικά πάρκα που διαθέτουν από 3 έως 7 ανεμογεννήτριες: 489 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια.
Σε αιολικά πάρκα που διαθέτουν από 8 έως 15 ανεμογεννήτριες: 871 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια.
Σε αιολικά πάρκα που διαθέτουν άνω των 15 ανεμογεννητριών:
a)
Όταν ο αριθμός των ανεμογεννητριών είναι ίσος ή κατώτερος από την εγκατεστημένη ισχύ του πάρκου υπολογιζόμενη σε μεγαβάτ: 1233 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια.
b)
Όταν ο αριθμός των ανεμογεννητριών είναι ανώτερος από την εγκατεστημένη ισχύ του πάρκου υπολογιζόμενη σε μεγαβάτ: 1275 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια.
…»
III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως
17.
Οι εταιρίες Elecdey Carcelén SA (υπόθεση C‑215/16), Energías Eólicas de Cuenca SA (υπόθεση C‑216/16), Iberenova Promociones SAU (υπόθεση C‑220/16) και Iberdrola Renovables Castilla La Mancha SA (υπόθεση C‑221/16) εκμεταλλεύονται στην Αυτόνομη Κοινότητα της Καστίλλης-Λα Μάντσα εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από αιολική ενέργεια υποκείμενες στο περιφερειακό τέλος αιολικής ενέργειας. Οι εν λόγω εταιρίες ζήτησαν από την αρμόδια υπηρεσία τη διόρθωση των αυτοεκκαθαρίσεών τους αναφορικά με το τέλος αιολικής ενέργειας για το οικονομικό έτος 2011 και την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.
18.
Κατόπιν απορρίψεως των αιτήσεών τους, οι εταιρίες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καστίλλης-Λα Μάντσα, Ισπανία). Το τελευταίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1)
Εφόσον τα «καθεστώτα στήριξης», τα οποία προσδιορίζονται στο άρθρο 2, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2009/28, και, μεταξύ αυτών, τα φορολογικά κίνητρα τα οποία συνίστανται σε φορολογικές απαλλαγές ή μειώσεις και επιστροφές φόρου, έχουν ορισθεί ως μέσα για την επίτευξη των σκοπών κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία 2009/28, έχουν τα εν λόγω κίνητρα ή μέτρα υποχρεωτικό χαρακτήρα και δεσμεύουν τα κράτη μέλη παράγοντας άμεσο αποτέλεσμα, ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επικλήσεως και να προβληθούν από τα θιγόμενα άτομα ενώπιον κάθε είδους δημόσιας, δικαστικής ή διοικητικής αρχής;
2)
Εφόσον περιλαμβάνονται στα «καθεστώτα στήριξης» που μνημονεύονται στο πρώτο ερώτημα φορολογικά κίνητρα που συνίστανται σε φορολογικές απαλλαγές ή μειώσεις και επιστροφές φόρου, χρησιμοποιουμένης προς τούτο της εκφράσεως «μεταξύ άλλων», έχουν την έννοια τα εν λόγω κίνητρα ότι περιλαμβάνουν συγκεκριμένα τη μη επιβολή, άλλως την απαγόρευση, κάθε είδους ειδικού και συγκεκριμένου τέλους σε βάρος της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πέραν των γενικών φόρων που βαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας; Επίσης, πρέπει να εμπίπτει στη γενική απαγόρευση που αναφέρεται ανωτέρω και η απαγόρευση εκείνη σχετικά με τη σώρευση ή αλληλεπικάλυψη ή τη διπλή φορολόγηση με διαφόρους γενικούς ή ειδικούς φόρους που καθίστανται απαιτητοί επί διαφορετικών σταδίων της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ως προς την ίδια γενεσιουργό αιτία επί της οποίας επιβάλλεται το εξεταζόμενο τέλος αιολικής ενέργειας;
3)
Στην περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα και αποδοχής της φορολογήσεως της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, για τους σκοπούς του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118, έχει ο όρος «ειδικός σκοπός» την έννοια ότι πρέπει να διαθέτει αποκλειστικό σκοπό και, επιπλέον, ότι το τέλος που βαρύνει τις ανανεώσιμες ενέργειες πρέπει, ως προς τη δομή του, να διαθέτει πραγματικό μη φορολογικό χαρακτήρα και να μην επιτελεί αμιγώς δημοσιονομική ή εισπρακτική λειτουργία;
4)
Κατά το μέτρο που το άρθρο 4 της οδηγίας 2003/96, όσον αφορά τα επίπεδα φορολογίας που επιβάλλουν τα κράτη μέλη στα ενεργειακά προϊόντα και στην ηλεκτρική ενέργεια, λαμβάνει ως σημείο αναφοράς τα ελάχιστα επίπεδα της οδηγίας [αυτής] τα οποία νοούνται ως το σύνολο των εισπραττόμενων επιβαρύνσεων από όλους τους φόρους που υπολογίζονται άμεσα ή έμμεσα για την ποσότητα των προϊόντων εκείνων κατά τη στιγμή της παράδοσης προς κατανάλωση, έχει το ως άνω άρθρο την έννοια ότι το σύνολο αυτό οφείλει να εξαιρεί από το επίπεδο φορολογίας που απαιτείται από την [εν λόγω] οδηγία τους εθνικούς εκείνους φόρους οι οποίοι δεν έχουν πραγματικό μη φορολογικό χαρακτήρα, τόσο ως προς τη δομή τους όσο και ως προς τον ειδικό σκοπό τους, όπως αυτός θα ερμηνευθεί με την απάντηση που θα δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα;
5)
Συνιστά ο όρος «τέλη» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28 αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ερμηνεύεται ευρύτερα, ως συμπεριλαμβάνουσα και ως συνώνυμη της έννοιας του φόρου εν γένει;
6)
Στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, τα τέλη που οφείλουν να καταβάλλουν οι καταναλωτές, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, [της οδηγίας 2009/28] μπορούν να περιλαμβάνουν μόνο τις επιβαρύνσεις ή φόρους με τους οποίους σκοπείται, κατά περίπτωση, η αποκατάσταση της βλάβης που προκλήθηκε στο περιβάλλον [από τα αιολικά πάρκα] και η αποκατάσταση, με το ποσό της εισπράξεως, των ζημιών που προκλήθηκαν λόγω του αρνητικού αντίκτυπου ή συνεπειών, αλλά όχι τους φόρους ή τις εισφορές που βαρύνουν τις μη ρυπογόνες μορφές ενέργειας και επιτελούν κατεξοχήν δημοσιονομικό ή εισπρακτικό σκοπό;
19.
Τις παρατηρήσεις τους διατύπωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου εγγράφως και προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Μαρτίου 2017 οι κάτοχοι αδειών εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας Elecdey Carcelén SA, Energías Eólicas de Cuenca SA, Iberenova Promociones SA και Iberdrola Renovables Castilla la Mancha SA καθώς και η Αυτόνομη Κοινότητα της Καστίλλης-Λα Μάντσα ως διάδικοι στην κύρια δίκη, όπως επίσης και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
IV. Νομική εκτίμηση
20.
Το επίμαχο τέλος εισπράττεται για κάθε επιμέρους ανεμογεννήτρια σε τριμηνιαία βάση, ενώ το καταβλητέο ποσό εξαρτάται από το μέγεθος κάθε αιολικού πάρκου και την ισχύ των ανεμογεννητριών. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το εν λόγω τέλος συνάδει με τα καθεστώτα ενισχύσεως βάσει της οδηγίας 2009/28 (συναφώς υπό Α) και τις εκεί προβλεπόμενες ρυθμίσεις αναφορικά με ορισμένα τέλη (συναφώς υπό Β). Επίσης το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ανακύπτει ζήτημα συμβατότητας με την οδηγία 2008/118 περί ειδικών φόρων καταναλώσεως (συναφώς υπό Γ) και την οδηγία 2003/96 περί ενεργειακών φόρων (συναφώς υπό Δ).
1. Επί του πρώτου και επί του δευτέρου ερωτήματος –Καθεστώς στηρίξεως
21.
Με τα πρώτα δύο ερωτήματά του το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 2, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2009/28 απαγορεύει το επίμαχο τέλος αιολικής ενέργειας.
22.
Το άρθρο 2, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2009/28 παρέχει τον ορισμό της έννοιας του «καθεστώτος στηρίξεως». Κατά τον ορισμό αυτόν, η εν λόγω έννοια περιλαμβάνει ιδίως τις φορολογικές απαλλαγές, τις φορολογικές μειώσεις και τις επιστροφές φόρου.
23.
Ωστόσο, ένας ορισμός δεν δύναται αυτός καθ’ εαυτόν να απαγορεύει την επιβολή εθνικού τέλους. Το κρίσιμο είναι μάλλον ποιες είναι οι διατάξεις που συνδέονται με τον εν λόγω ορισμό.
24.
Εν προκειμένω θα πρέπει κατ’ αρχήν να αναφερθεί η διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2009/28. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν καθεστώτα στηρίξεως για να διασφαλίσουν το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που προβλέπουν το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, και το παράρτημα Ι. Ωστόσο, η δυνατότητα εφαρμογής καθεστώτων στηρίξεως δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η επιβολή τελών επί εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας.
25.
Εξάλλου και η δυνατότητα συνενώσεως ή συντονισμού των καθεστώτων στηρίξεως διαφόρων κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 2009/28 δεν αποκλείει την επιβολή του υπό κρίση φόρου. Η προβαλλόμενη από την Elecdey Carcelén άποψη ότι ο φόρος αυτός μειώνει τις δυνατότητες μιας τέτοιας συνενώσεως προς τον σκοπό της «στατιστικής μεταβιβάσεως» ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι βεβαίως ορθή. Εντούτοις, η οδηγία δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν τέτοιες δυνατότητες ούτε υπάρχουν ενδείξεις ότι είχε συμφωνηθεί μια τέτοια συνένωση η οποία εμποδίστηκε από τον φόρο.
26.
Ούτε οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας 2009/28 που συνδέονται με τα καθεστώτα στηρίξεως δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα κατά της επιβολής ενός τέλους επί των εγκαταστάσεων παραγωγής αιολικής ενέργειας. Οι εν λόγω διατάξεις αφορούν τις τεχνικές προδιαγραφές για την υπαγωγή σε καθεστώτα στηρίξεως (άρθρο 13, παράγραφος 2), τους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες για την αύξηση της χρήσεως ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον οικοδομικό τομέα (άρθρο 13, παράγραφος 4), τη σχέση μεταξύ εγγυήσεων προελεύσεως και καθεστώτων στηρίξεως (άρθρο 15) και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων (άρθρα 22 και 23).
27.
Ωστόσο, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κάνει μνεία επίσης της βασικής υποχρεώσεως που απορρέει από την οδηγία 2009/28 περί επιτεύξεως των προβλεπόμενων στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, ελάχιστων μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση. Θα ασχοληθώ και με αυτό το ζήτημα έτσι ώστε να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο ( 7 ).
28.
Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020 να αντιστοιχεί τουλάχιστον στον συνολικό στόχο που προβλέπεται στο παράρτημα. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα που είναι όντως σχεδιασμένα για να διασφαλίσουν ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ισούται ή υπερβαίνει το μερίδιο που παρατίθεται στην ενδεικτική πορεία που επίσης προβλέπεται στο παράρτημα.
29.
Κατά συνέπεια, η οδηγία 2009/28 καθορίζει τόσο τα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να έχουν διασφαλίσει το 2020 όσο και εκείνα που υποχρεούνται να διασφαλίζουν κατά το μεταβατικό διάστημα που μεσολαβεί. Τυχόν υψηλότερα μερίδια είναι μεν επιθυμητά, πλην όμως η οδηγία δεν τα απαιτεί.
30.
Ως εκ τούτου, η συμμόρφωση προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/28 διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη θα λάβουν ήδη κατά το μεταβατικό διάστημα που μεσολαβεί έως τη λήξη της προθεσμίας τα αναγκαία μέτρα ώστε να επιτύχουν πράγματι τον στόχο αναφορικά με τα μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαία, πέρα από την εν λόγω διάταξη, η προσφυγή στην απορρέουσα από την υποχρέωση αγαστής συνεργασίας αρχή της απαγορεύσεως εθνικών διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή ( 8 ).
31.
Αντιθέτως, το επίμαχο τέλος θα αντέβαινε στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/28 αν θα είχε ως συνέπεια την αδυναμία της Ισπανίας να επιτύχει τα προβλεπόμενα στις εν λόγω διατάξεις μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
32.
Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να αποδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι ένα συγκεκριμένο τέλος που επιβάλλεται από κάποια περιφέρεια εμποδίζει την εκπλήρωση του συνόλου των εν λόγω στόχων από το κράτος μέλος. Και τούτο διότι κατά κανόνα επιβάλλονται και άλλα τέλη και υφίστανται και άλλα οικονομικά ή τεχνικά εμπόδια στην αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εν πάση περιπτώσει, το ερώτημα αυτό δεν χρήζει οριστικής απαντήσεως στην προκειμένη υπόθεση.
33.
Πράγματι, σύμφωνα με όσα προέβαλε ιδίως η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και με βάση τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Eurostat ( 9 ), στα οποία παραπέμπουν όλοι οι μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία, μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται ούτε αναμένεται ότι η Ισπανία –εν αντιθέσει, για παράδειγμα, με τις Κάτω Χώρες ή, προσωρινώς, τη Γαλλία– παραβιάζει ή θα παραβιάσει τους στόχους της οδηγίας 2009/28. Αντιθέτως, καθ’ όλο το διάστημα μέχρι και το 2015 η Ισπανία έκανε χρήση μεγαλύτερου μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με το απαιτούμενο από την οδηγία. Ήδη από το 2015, το εν λόγω μερίδιο στη χώρα υπερέβαινε τον μέσον όρο του 16 % που προβλεπόταν ως στόχος για τα έτη 2017 και 2018.
34.
Περαιτέρω εκτιμήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις του επίμαχου τέλους θα ήσαν αναγκαίες μόνον αν το εθνικό δικαστήριο κατέληγε βάσει νεότερων ή βελτιωμένων στοιχείων στο συμπέρασμα ότι δεν συνεχίζεται η εξέλιξη που προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat. Δεδομένου, όμως, ότι στην παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν πειστικές ενδείξεις προς τούτο, παρέλκει προς το παρόν η περαιτέρω εξέταση μιας τέτοιας υποθέσεως από το Δικαστήριο.
35.
Εν κατακλείδι, το γεγονός ότι η Αυτόνομη Κοινότητα της Καστίλλης-Λα Μάντσα επιβάλλει τέλη που καθιστούν λιγότερο ελκυστική την ευκταία σύμφωνα με την οδηγία 2009/28 χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και, πέραν αυτού, υπονομεύουν τουλάχιστον εν μέρει την προώθηση της αιολικής ενέργειας στη χώρα εν συνόλω είναι βεβαίως λυπηρό. Στον βαθμό όμως που το κράτος μέλος εκπληρώνει παρ’ όλα αυτά τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, δεν συντρέχει παράβαση των ρυθμίσεων περί καθεστώτων στηρίξεως της οδηγίας ή των προβλεπόμενων μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, αλλά το πολύ ένα πρόβλημα εθνικού δικαίου.
36.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 2, στοιχείο ιαʹ, και το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/28 δεν απαγορεύουν την επιβολή τέλους επί της λειτουργίας εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας σε τριμηνιαία βάση, εφόσον το εν λόγω τέλος δεν εμποδίζει το κράτος μέλος να διασφαλίσει τα προβλεπόμενα από την οδηγία ελάχιστα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση.
2. Επί του πέμπτου και επί του έκτου ερωτήματος – Τέλη επί εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας
37.
Με το πέμπτο και με το έκτο ερώτημά του, τα οποία χρήζουν επίσης από κοινού απαντήσεως, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν οι περί τελών ρυθμίσεις του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28 απαγορεύουν την επιβολή του επίμαχου τέλους.
38.
Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ιδίως ότι τα διοικητικά τέλη που καταβάλλουν οι καταναλωτές, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κατασκευαστές και οι εγκαταστάτες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων είναι διαφανή και συνδεόμενα με το κόστος.
39.
Η εν λόγω ρύθμιση εντάσσεται στην ευρύτερα διατυπωμένη διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2009/28. Σύμφωνα με αυτή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες εγκρίσεως, πιστοποιήσεως και χορηγήσεως άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς και τις συνδεδεμένες υποδομές δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θερμάνσεως ή ψύξεως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και στη διαδικασία μεταποίησης της βιομάζας σε βιοκαύσιμα ή άλλα ενεργειακά προϊόντα να είναι αναλογικοί και αναγκαίοι.
40.
Παρά την αντίθετη άποψη της Αυτόνομης Κοινότητας της Καστίλλης-Λα Μάντσα, η έννοια των «διοικητικών τελών» δεν προσδιορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αλλά αποτελεί έννοια του δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει οιαδήποτε παραπομπή στο εθνικό δίκαιο ( 10 ).
41.
Εντούτοις, το επίμαχο τέλος φαίνεται εκ πρώτης όψεως να μην εμπίπτει στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28. Δεν πρόκειται για διοικητικό τέλος που καταβάλλουν οι καταναλωτές, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κατασκευαστές και οι εγκαταστάτες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων ούτε για τέλος εισπραττόμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως, πιστοποιήσεως ή χορηγήσεως αδείας για εγκαταστάσεις παραγωγής αιολικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, η εξέταση του συγκεκριμένου ερωτήματος θα μπορούσε να θεωρηθεί στο σημείο αυτό περατωθείσα.
42.
Ωστόσο, κατά την άποψη της Iberenova Promociones και της Iberdrola Renovables Castilla la Mancha, η οποία διατυπώνεται και στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28 προσήκει σαφώς ευρύτερο πεδίο εφαρμογής σε σχέση με αυτό που αφήνει να εννοηθεί η διατύπωσή του. Προς θεμελίωση της απόψεως αντλούνται επιχειρήματα από τη νομολογία αναφορικά με το άρθρο 11 της οδηγίας 97/13/ΕΚ ( 11 ) και, εν συνεχεία, με τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ ( 12 ) σχετικά με τις άδειες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
43.
Οι εν λόγω διατάξεις ρυθμίζουν τα επιτρεπόμενα επίπεδα των διοικητικών τελών που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών ή/και της παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δυνάμει αδείας ρυθμιζόμενης από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Τα εν λόγω τέλη προορίζονται για την κάλυψη συγκεκριμένων διοικητικών εξόδων και πρέπει να επιβάλλονται κατά τρόπο αντικειμενικό, αναλογικό και διαφανή.
44.
Το Δικαστήριο έκρινε πράγματι ότι κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων απαγορεύεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στο πλαίσιο των οδηγιών αυτών άλλες επιβαρύνσεις ή τέλη για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πέραν εκείνων που προβλέπονται από την εκάστοτε οδηγία ( 13 ).
45.
Η μεταφορά της εν λόγω νομολογίας επί του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28 εκ μέρους των επιχειρήσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας, προκειμένου να θεμελιώσουν επ’ αυτής της νομικής βάσεως την προσφυγή τους κατά του επίμαχου τέλους, είναι εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένη.
46.
Υπέρ αυτής της μεταφοράς συνηγορεί ιδίως ο γενικός στόχος της οδηγίας 2009/28 και της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ένωσης, που είναι η αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος μέσω του περιορισμού των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η ελαχιστοποίηση των εμποδίων στη χρήση ενεργειών από ανανεώσιμες πηγές συνάδει με αυτόν ακριβώς τον στόχο.
47.
Σε αντίθεση όμως με το κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες, το οποίο αποβλέπει κατ’ ουσίαν στην πλήρη απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και υποδομών ( 14 ), η οδηγία 2009/28 θέτει σαφώς πιο μετριασμένους στόχους. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης ουδόλως προέβη σε πλήρη εναρμόνιση των εθνικών καθεστώτων στηρίξεως της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ( 15 ). Τον άμεσο κύριο στόχο της οδηγίας 2009/28 αποτελούν αντιθέτως τα προβλεπόμενα μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση, ενώ τα κράτη μέλη έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέσων που θα χρησιμοποιήσουν για να επιτύχουν τα εν λόγω μερίδια εντός των καθορισμένων προθεσμιών. Αυτός ο περιορισμένος στόχος δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με το αν το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28 περιέχει απόλυτη απαγόρευση της επιβολής φόρων επί της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
48.
Εξάλλου, το Δικαστήριο συγκεκριμενοποίησε προσφάτως τη νομολογία του αναφορικά με τα εμπόδια στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ιδίως δε διευκρίνισε ότι δεν εμπίπτει στην απαγόρευση της επιβολής λοιπών επιβαρύνσεων η οποιαδήποτε πρόσθετη επιβάρυνση των υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας. Αντιθέτως, η γενεσιουργός αιτία της επιβαρύνσεως πρέπει να συνδέεται με την προβλεπόμενη από την οδηγία 2002/20 διαδικασία χορηγήσεως αδείας ( 16 ). Κατά το Δικαστήριο, αυτό δεν συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση δημοτικών τελών που επιβάλλονται επί πυλώνων κινητής τηλεφωνίας ( 17 ).
49.
Η συλλογιστική αυτή πρέπει να ισχύσει ιδίως στην περίπτωση του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28. Η εν λόγω διάταξη δεν επιτρέπεται να ερμηνευθεί, υπερακοντίζοντας το γράμμα της, ως γενική απαγόρευση οιασδήποτε φορολογικής επιβαρύνσεως της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές διά της επιβολής τελών.
50.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28 δεν απαγορεύει την επιβολή τέλους επί της λειτουργίας εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας σε τριμηνιαία βάση.
3. Επί του τρίτου ερωτήματος – Σχέση με τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως
51.
Το τρίτο ερώτημα αφορά το κατά πόσον η χρήση του επίμαχου τέλους συνάδει προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118. Το εθνικό δικαστήριο έθεσε το εν λόγω ερώτημα για την περίπτωση που δοθεί –όπως προτείνω– αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα και, συνεπώς, θεωρηθεί νόμιμη η φορολόγηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με βάση το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118. Ως εκ τούτου πρέπει κατ’ αρχάς να αποσαφηνιστεί αν το τέλος αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
52.
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118, τα κράτη μέλη μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για ειδικούς σκοπούς, να επιβάλλουν πρόσθετους έμμεσους φόρους στα υποκείμενα σε ειδικό φόρο καταναλώσεως προϊόντα.
53.
Οι ισχύουσες σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη απαιτήσεις προϋποθέτουν στο σύνολό τους ότι το επίμαχο τέλος επί εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας συνιστά έμμεσο φόρο σε υποκείμενα σε ειδικό φόρο καταναλώσεως προϊόντα.
54.
Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ως «έμμεσοι πρόσθετοι φόροι» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118 νοούνται οι έμμεσοι φόροι οι οποίοι πλήττουν την κατανάλωση των προϊόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, χωρίς να είναι «ειδικοί φόροι κατανάλωσης» κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, και επιβάλλονται προς επίτευξη ειδικών σκοπών ( 18 ).
55.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/118 αναφέρει τα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/96 (στοιχείο αʹ), την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά που εμπίπτουν στις οδηγίες 92/83/ΕΟΚ και 92/84/ΕΟΚ (στοιχείο βʹ) και τα βιομηχανοποιημένα καπνά που εμπίπτουν στις οδηγίες 95/59/ΕΚ, 92/79/ΕΟΚ και 92/80/ΕΟΚ (στοιχείο γʹ).
56.
Το τέλος επί εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές. Θα μπορούσε να συμπεριληφθεί μόνον αν ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί έμμεσο φόρο στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας την οποία παράγουν οι επιβαρυνόμενες με το τέλος εγκαταστάσεις.
57.
Εν προκειμένω, με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου ένας τέτοιος έμμεσος φόρος πρέπει να τελεί σε άμεση και άρρηκτη σχέση προς την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος ( 19 ).
58.
Προκειμένου για φόρους επιβαλλόμενους επί ράβδων πυρηνικού καυσίμου σε πυρηνικά εργοστάσια ( 20 ) ή επί της παραγόμενης από αυτά θερμικής ενέργειας ( 21 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίσταται τέτοια σχέση διότι η εκάστοτε γενεσιουργός αιτία του φόρου δεν συνδεόταν με την κατανάλωση του παραγόμενου ηλεκτρικού ρεύματος.
59.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του υπό κρίση τέλους επί εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας. Και τούτο διότι το εν λόγω τέλος δεν υπολογίζεται ανάλογα με την ηλεκτρική ενέργεια που παράγουν οι εγκαταστάσεις ούτε με βάση τη θεωρητική ισχύ των εγκαταστάσεων. Αντιθέτως, το καταβλητέο ποσό κλιμακώνεται ανάλογα με το μέγεθος του αιολικού πάρκου στο οποίο ανήκει η κάθε ανεμογεννήτρια και μάλιστα, στην περίπτωση πολύ μεγάλων πάρκων, ανάλογα με το αν πρόκειται για ανεμογεννήτριες ιδιαίτερα μεγάλης ισχύος ( 22 ). Μάλιστα, στην τελευταία περίπτωση οι ανεμογεννήτριες με τη μεγαλύτερη ισχύ φορολογούνται λιγότερο από εκείνες με μικρότερη ισχύ.
60.
Εξάλλου οι μετέχοντες στη διαδικασία ανέλυσαν το κατά πόσον το επίδικο τέλος δύναται να μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Πράγματι, στην περίπτωση της φορολογίας των ράβδων πυρηνικού καυσίμου το Δικαστήριο στήριξε την απόφασή του και στο γεγονός ότι ο φόρος δεν μπορεί να μετακυλιστεί εξ ολοκλήρου στους τελικούς καταναλωτές ( 23 ). Ωστόσο, ένας τουλάχιστον από τους λόγους που παραθέτει συναφώς το Δικαστήριο συντρέχει και στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι το επίμαχο τέλος, το οποίο δεν εξαρτάται από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δεν δύναται να επιμεριστεί επακριβώς στην τιμή του παραγόμενου ρεύματος. Ιδίως δε αποκλείεται η δυνατότητα της χρεώσεώς του στον τελικό καταναλωτή υπό τη μορφή επαυξήσεως της τιμής κατά τρόπο διαφανή. Και τούτο διότι δεν δύναται να διαπιστωθεί ποιο μερίδιο του ηλεκτρικού ρεύματος που αγοράζει ο καταναλωτής έχει παραχθεί από εγκαταστάσεις εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας οι οποίες επιβαρύνονται με το εν λόγω τέλος. Ως εκ τούτου, η τυχόν δυνατότητα μετακυλίσεως του τέλους στον τελικό καταναλωτή δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο προκειμένου να θεωρηθεί το τέλος ως έμμεσος φόρος κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118.
61.
Συνεπώς, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118 δεν απαγορεύει την επιβολή, σε τριμηνιαία βάση, ενός τέλους επί της λειτουργίας εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας, το οποίο δεν τελεί όμως σε άμεση και άρρηκτη σχέση προς την κατανάλωση του παραγόμενου ηλεκτρικού ρεύματος.
4. Επί του τετάρτου ερωτήματος – Σχέση προς τους ενεργειακούς φόρους
62.
Με το τέταρτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, στο πλαίσιο του άρθρου 4 της οδηγίας 2003/96, το επίμαχο τέλος συγκαταλέγεται στο σύνολο των εισπραττόμενων ως έμμεσων φόρων επιβαρύνσεων (πλην του φόρου προστιθέμενης αξίας) που υπολογίζονται άμεσα ή έμμεσα για την ποσότητα ενεργειακών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη στιγμή της παραδόσεως προς κατανάλωση. Το ούτω υπολογιζόμενο ποσό πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο προς το ελάχιστο επίπεδο φορολογίας που προβλέπεται στην οδηγία.
63.
Εκ πρώτης όψεως, το εν λόγω ερώτημα δεν φαίνεται να έχει σημασία για την έκβαση της κύριας δίκης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα μπορούσε να θεωρήσει το ερώτημα υποθετικό και να το απορρίψει ως απαράδεκτο.
64.
Ωστόσο, από την αιτιολόγηση του εν λόγω ερωτήματος προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο έχει αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον το επίμαχο τέλος συμβιβάζεται με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 2003/96 σκοπό της προωθήσεως της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.
65.
Το εν λόγω ερώτημα έχει, κατ’ αρχήν τουλάχιστον, σημασία για την έκβαση της κύριας δίκης. Εντούτοις, δεν λαμβάνει υπόψη το κανονιστικό περιεχόμενο της οδηγίας 2003/96. Και τούτο διότι η οδηγία δεν περιέχει αναλυτική ρύθμιση των φόρων και τελών που μπορεί να επιβληθούν σε σχέση με την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά ορίζει μόνον ένα ελάχιστο επίπεδο φορολογήσεως της καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας. Αντιθέτως, δεν απαγορεύει την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
66.
Το γεγονός ότι η πρώτη περίπτωση του παρατιθέμενου από το εθνικό δικαστήριο άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/96 επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρέχουν απαλλαγή στην ηλεκτρική ενέργεια με αιολική προέλευση δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Ειδικότερα, η εν λόγω δυνατότητα δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν την απαλλαγή ούτε απαγορεύει τη φορολογική επιβάρυνση της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από αιολική ενέργεια διά της επιβολής συγκεκριμένων τελών.
67.
Ως προς το επιχείρημα της Energías Eólicas de Cuenca ότι το επίμαχο τέλος δεν συνάδει με την οδηγία 2003/96, καθότι η οδηγία, εκτός από τις ρητά προβλεπόμενες από αυτή επιτρεπτές μειώσεις της φορολογίας, δεν επιτρέπει διαφοροποιήσεις στη φορολογία σε περιφερειακό επίπεδο, πρέπει να λεχθεί ότι το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
68.
Όμως ακόμη και αν το Δικαστήριο εξέταζε το εν λόγω επιχείρημα προκειμένου να δώσει απάντηση χρήσιμη για την εκδοθησόμενη στην κύρια δίκη απόφαση, η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία δεν θα οδηγούσε σε κάποιο συμπέρασμα. Και τούτο διότι το επίμαχο τέλος δεν αποτελεί φόρο κατά την έννοια της οδηγίας 2003/96.
69.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/96, το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στη φορολόγηση ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ορίζονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας ( 24 ). Το επίμαχο τέλος θα μπορούσε να θεωρηθεί το πολύ ως έμμεση φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας την οποία παράγουν οικείες εγκαταστάσεις εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας.
70.
Ωστόσο, ένας τέτοιος φόρος προϋποθέτει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της γενεσιουργού αιτίας του φόρου και της πραγματικής καταναλώσεως του παραγόμενου ηλεκτρικού ρεύματος ( 25 ). Τέτοιος σύνδεσμος δεν υφίσταται, για παράδειγμα, στην περίπτωση φόρου επιβληθέντος επί της εγκεκριμένης μέγιστης θερμικής αποδόσεως πυρηνικού αντιδραστήρα η οποία δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος ( 26 ).
71.
Μάλιστα, στην υπό κρίση περίπτωση η σχέση μεταξύ του επίμαχου τέλους και της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των οικείων ανεμογεννητριών είναι ακόμη πιο χαλαρή. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση της μέγιστης θερμικής αποδόσεως ενός πυρηνικού αντιδραστήρα, η οποία επιτρέπει συμπεράσματα σχετικά με την ικανότητα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, στην προκειμένη περίπτωση το ύψος του επίμαχου τέλους διαφέρει ιδίως ανάλογα με το μέγεθος του αιολικού πάρκου στο οποίο βρίσκονται οι ανεμογεννήτριες. Μόνο στην περίπτωση των αιολικών πάρκων με περισσότερες από 15 ανεμογεννήτριες γίνεται διαφοροποίηση ανάλογα με το αν η μέση εγκατεστημένη ισχύς τους ανέρχεται σε περισσότερο ή λιγότερο από ένα μεγαβάτ. Μάλιστα η εν λόγω διαφοροποίηση δεν οδηγεί σε εφαρμογή αυξημένου φορολογικού συντελεστή ανάλογα με την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά σε μείωση της φορολογικής επιβαρύνσεως για τις εγκαταστάσεις με μεγαλύτερη ισχύ.
72.
Ως εκ τούτου, το επίμαχο τέλος δεν αποτελεί φόρο κατά την έννοια της οδηγίας 2003/96 και δεν μπορεί να απαγορευθεί με οποιονδήποτε τρόπο η διαφοροποιημένη φορολογική μεταχείριση σε περιφερειακό επίπεδο.
73.
Κατά συνέπεια, ούτε η οδηγία 2003/96 απαγορεύει το επίμαχο τέλος.
V. Πρόταση
74.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
1)
Το άρθρο 2, στοιχείο ιαʹ, και το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/28/ΕΚ, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, δεν απαγορεύουν την επιβολή τέλους επί της λειτουργίας εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας σε τριμηνιαία βάση, εφόσον το εν λόγω τέλος δεν εμποδίζει το οικείο κράτος μέλος να διασφαλίσει τα προβλεπόμενα από την οδηγία ελάχιστα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
2)
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/28, καθώς και τα άρθρα 4 και 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν απαγορεύουν την επιβολή τέλους επί της λειτουργίας εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας σε τριμηνιαία βάση.
3)
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118/ΕΚ, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων καταναλώσεως, δεν απαγορεύει την επιβολή, σε τριμηνιαία βάση, τέλους επί της λειτουργίας εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας, το οποίο δεν τελεί όμως σε άμεση και άρρηκτη σχέση προς την κατανάλωση του παραγόμενου ηλεκτρικού ρεύματος.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2011, Azienda Agro-Zootecnica Franchini και Eolica di Altamura (C‑2/10, EU:C:2011:502), και της 14ης Ιανουαρίου 2016, Επιτροπή κατά Βουλγαρίας (Kaliakra, C‑141/14, EU:C:2016:8).
( 3 ) Αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:851), και της 1ης Ιουλίου 2014, Ålands Vindkraft (C‑573/12, EU:C:2014:2037).
( 4 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 140, σ. 16).
( 5 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ 2009, L 9, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2010/12/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2010 (ΕΕ 2010, L 50, σ. 1).
( 6 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2003, L 283, σ. 51), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2004/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004 (ΕΕ 2004, L 157, σ. 100).
( 7 ) Βλέπε, ενδεικτικώς, αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 2015, Marktgemeinde Straßwalchen κ.λπ. (C‑531/13, EU:C:2015:79, σκέψη 37), της 13ης Οκτωβρίου 2016, M. και S. (C‑303/15, EU:C:2016:771, σκέψη 16), και της 1ης Φεβρουαρίου 2017, Município de Palmela (C‑144/16, EU:C:2017:76, σκέψη 20).
( 8 ) Βλέπε, ενδεικτικώς, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie (C‑129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 45), της 26ης Μαΐου 2011, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (C‑165/09 έως C‑167/09, EU:C:2011:348, σκέψεις 78 και 79), καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. (C‑43/10, EU:C:2012:560, σκέψεις 57 και 58).
( 9 ) Βλ. το από 14 Μαρτίου 2017 ανακοινωθέν Τύπου της Eurostat αριθ. 43/2017, καθώς και τα οικεία στοιχεία στο υπολογιστικό φύλλο «Eurostat SHARES 2015» (αμφότερα διατίθενται μέσω του συνδέσμου ).
( 10 ) Βλέπε, ενδεικτικώς, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2016, Wathelet (C‑149/15, EU:C:2016:840, σκέψη 29), και της 2ας Μαρτίου 2017, J. D. (C‑4/16, EU:C:2017:153, σκέψη 24).
( 11 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 117, σ. 15).
( 12 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 21).
( 13 ) Αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Albacom και Infostrada (C‑292/01 και C‑293/01, EU:C:2003:480, σκέψη 42), της 18ης Ιουλίου 2013, Vodafone Omnitel κ.λπ. (C‑228/12 έως C‑232/12 και C‑254/12 έως C‑258/12, EU:C:2013:495, σκέψη 36), καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Proximus (C‑517/13, EU:C:2015:820, σκέψη 27).
( 14 ) Αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Albacom και Infostrada (C‑292/01 και C‑293/01, EU:C:2003:480, σκέψεις 35 και 37), της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, i-21 Germany και Arcor (C‑392/04 και C‑422/04, EU:C:2006:586, σκέψη 70), καθώς και της 21ης Ιουλίου 2011, Telefónica de España (C‑284/10, EU:C:2011:513, σκέψη 18).
( 15 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2014, Ålands Vindkraft (C‑573/12, EU:C:2014:2037, σκέψεις 59 έως 63).
( 16 ) Αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Provincie Antwerpen (C‑256/13 και C‑264/13, EU:C:2014:2149, σκέψη 36), της 6ης Οκτωβρίου 2015, Base Company (C‑346/13, EU:C:2015:649, σκέψη 17), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Proximus (C‑517/13, EU:C:2015:820, σκέψη 28)· βλ., υπό την έννοια αυτή, και αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Fratelli De Pra και SAIV (C‑416/14, EU:C:2015:617, σκέψη 41), της 27ης Ιουνίου 2013, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑485/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:427, σκέψεις 30, 31 και 34), και της 27ης Ιουνίου 2013, Vodafone Malta και Mobisle Communications (C‑71/12, EU:C:2013:431, σκέψεις 24 και 25).
( 17 ) Αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2015, Base Company (C‑346/13, EU:C:2015:649, σκέψεις 22 και 23), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Proximus (C‑517/13, EU:C:2015:820, σκέψεις 32 επ.).
( 18 ) Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems (C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 59).
( 19 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems (C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 61), και της 1ης Οκτωβρίου 2015, OKG (C‑606/13, EU:C:2015:636, σκέψη 35), καθώς και, υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 10ης Ιουνίου 1999, Braathens (C‑346/97, EU:C:1999:291, σκέψη 23).
( 20 ) Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems (C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψεις 62 και 63).
( 21 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, OKG (C‑606/13, EU:C:2015:636, σκέψη 35).
( 22 ) Βλ. σημείο 15 ανωτέρω.
( 23 ) Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems (C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 64).
( 24 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, OKG (C‑606/13, EU:C:2015:636, σκέψη 24).
( 25 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, OKG (C‑606/13, EU:C:2015:636, σκέψεις 32 και 33).
( 26 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, OKG (C‑606/13, EU:C:2015:636, σκέψεις 31 και 32).