ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 5ης Ιουλίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑224/16
Asotsiatsia na balgarskite predpriyatia za mezhdunarodni prevozi i patishtata (AEBTRI)
κατά
Nachalnik na Mitnitsa Burgas
[αίτηση του Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Τελωνειακή ένωση — Εξωτερική διαμετακόμιση — Σύμβαση TIR — Μεταφορά βάσει δελτίου TIR — Πράξη μεταφοράς βάσει δελτίου TIR η οποία δεν εξοφλήθηκε — Ευθύνη του εγγυοδοτικού οργανισμού — Ευθύνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον — Υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να απαιτούν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την πληρωμή από τον άμεσο οφειλέτη ή τους άμεσους οφειλέτες, πριν την απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό — Άρθρα 203 και 213 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα — Καθορισμός των οφειλετών της τελωνειακής οφειλής — Πρόσωπα τα οποία αποκτούν ή κατέχουν τα εμπορεύματα και γνωρίζουν, ή θα όφειλαν ευλόγως να γνωρίζουν, ότι τα εμπορεύματα αυτά απομακρύνθηκαν από την τελωνειακή επιτήρηση»
I. Εισαγωγή
1.
Τουρκική εταιρία, η οποία μετέφερε εμπορεύματα στη Ρουμανία, προσκόμισε στο τελωνείο εισόδου των συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας ένα δελτίο TIR. Μολονότι, κατά τα φαινόμενα, τα συγκεκριμένα εμπορεύματα παρελήφθησαν στη Ρουμανία, εντούτοις η πράξη μεταφοράς με δελτίο TIR δεν εξοφλήθηκε δεόντως στο τελωνείο προορισμού στη Ρουμανία. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη γένεση τελωνειακής οφειλής. Επιδιώκοντας την είσπραξη των οφειλόμενων δασμών, οι βουλγαρικές αρχές στράφηκαν αρχικώς κατά του κατόχου του δελτίου TIR. Η προσπάθειά τους δεν ευδοκίμησε. Ακολούθως, οι βουλγαρικές αρχές απαίτησαν, βάσει του καθεστώτος TIR, την καταβολή του εν λόγω ποσού από τον εγγυοδοτικό οργανισμό.
2.
Ο εγγυοδοτικός οργανισμός προσέφυγε κατά της αποφάσεως επιβολής δασμών που εξέδωσαν οι βουλγαρικές αρχές. Στο πλαίσιο αυτό, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) ζητεί να διευκρινιστεί εάν οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν εκπληρώσει την απορρέουσα από τη Σύμβαση TIR ( 2 ) υποχρέωσή τους, κατά την οποία όφειλαν πρώτα να απαιτήσουν την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού από τους άμεσους οφειλέτες, πριν στραφούν στον εγγυοδοτικό οργανισμό. Ιδίως, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να εξακριβώσει, αφενός, ποια μέτρα πρέπει να λαμβάνονται προκειμένου να απαιτηθεί η πληρωμή και, αφετέρου, με ποιον ακριβώς τρόπο μπορούν να καθορισθούν οι άμεσοι οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής.
3.
Πέραν αυτών των δύο συγκεκριμένων ερωτημάτων, η υπό κρίση υπόθεση εγείρει γενικότερα ζητήματα σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ των κανόνων της Σύμβασης TIR και των διατάξεων του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) ( 3 ) καθώς και σχετικά με τη φύση της ευθύνης που υπέχουν οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί σύμφωνα με τη Σύμβαση TIR.
II. Νομικό πλαίσιο
1. Η Σύμβαση TIR
4.
Το άρθρο 1, στοιχείο ιδʹ, της Σύμβασης TIR ορίζει ως «κάτοχο» δελτίου TIR «[…] το πρόσωπο στο οποίο χορηγείται δελτίο TIR σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης και εξ ονόματος του οποίου κατατίθεται τελωνειακή δήλωση με τη μορφή δελτίου TIR, η οποία καταδεικνύει την επιθυμία αυτού να υπαχθούν τα εμπορεύματα σε καθεστώς TIR στο τελωνείο αναχώρησης. Ο κάτοχος είναι υπεύθυνος για την προσκόμιση του οδικού οχήματος, του συνόλου οχημάτων ή του εμπορευματοκιβωτίου με το σχετικό φορτίο και το δελτίο TIR στο τελωνείο αναχώρησης, στο τελωνείο διέλευσης και στο τελωνείο προορισμού, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης».
5.
Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιστʹ, της Σύμβασης TIR, ως «εγγυοδοτικός οργανισμός» ορίζεται ο «[…] οργανισμός, που έχει εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές συμβαλλομένου μέρους, προς αναδοχή της εγγύησης για πρόσωπα που χρησιμοποιούν το καθεστώς TIR».
6.
Το άρθρο 8 της Σύμβασης TIR έχει ως εξής:
«1. Ο εγγυοδοτικός οργανισμός αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής των απαιτητών εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων προσαυξημένων, εάν συντρέχει περίπτωση, κατά τους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι οφείλονται, δυνάμει των τελωνειακών νόμων και κανονισμών της χώρας στην οποία διαπιστώνεται παρατυπία όσον αφορά την πράξη μεταφοράς με δελτίο TIR. Ο εν λόγω οργανισμός ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους οφειλέτες των ποσών που προβλέπονται παραπάνω για την πληρωμή των ποσών αυτών.
2. Όταν οι νόμοι και οι κανονισμοί συμβαλλομένου μέρους δεν προβλέπουν την πληρωμή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παραπάνω παράγραφο 1, ο εγγυοδοτικός οργανισμός αναλαμβάνει να καταβάλει, υπό τους ίδιους όρους, ποσό ίσο προς το ύψος των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων, προσαυξημένο, εάν συντρέχει περίπτωση, κατά τους τόκους υπερημερίας.
[…]
7. Όταν καθίστανται απαιτητά τα ποσά που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, παράγραφοι 1 και 2, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να απαιτούν, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την πληρωμή τους από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν αμέσως τα εν λόγω ποσά, πριν να τα απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό».
7.
Το άρθρο 11 της Σύμβασης TIR προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Σε περίπτωση μη εξόφλησης πράξης μεταφοράς με δελτίο TIR, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό την πληρωμή των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, εάν εντός προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία αποδοχής του δελτίου TIR από τις εν λόγω αρχές, αυτές δεν ενημέρωσαν εγγράφως τον οργανισμό σχετικά με τη μη εξόφληση. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε περίπτωση έκδοσης πιστοποιητικού περάτωσης της πράξης μεταφοράς με δελτίο TIR που πραγματοποιήθηκε καταχρηστικώς ή με δόλο, οπότε η προθεσμία ανέρχεται σε δύο έτη.
2. Η απαίτηση πληρωμής των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2 απευθύνεται προς τον εγγυοδοτικό οργανισμό όχι νωρίτερα από την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εν λόγω οργανισμός ειδοποιήθηκε ότι δεν εξοφλήθηκε η πράξη μεταφοράς με δελτίο TIR ή ότι η χορήγηση πιστοποιητικού περάτωσης της πράξης μεταφοράς με δελτίο TIR πραγματοποιήθηκε καταχρηστικώς ή με δόλο, και το αργότερο δύο έτη μετά την εν λόγω ημερομηνία. Ωστόσο, όταν πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον της δικαιοσύνης εντός της προαναφερθείσας διετούς προθεσμίας, η απαίτηση πληρωμής απευθύνεται εντός προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία η δικαστική απόφαση καθίσταται εκτελεστή.
3. Για την καταβολή των απαιτητών ποσών παρέχεται στον εγγυοδοτικό οργανισμό προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία που απευθύνθηκε προς αυτόν η απαίτηση πληρωμής. Ο οργανισμός επιτυγχάνει την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών εάν εντός δύο ετών από την ημερομηνία της απαίτησης πληρωμής διαπιστωθεί με τρόπο που ικανοποιεί τις τελωνειακές αρχές, ότι δεν σημειώθηκε καμία παρατυπία όσον αφορά τη συγκεκριμένη πράξη μεταφοράς».
2. Τελωνειακός κώδικας
8.
Κατά το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
—
από την [απομάκρυνση] υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα διαφεύγει από την τελωνειακή επιτήρηση.
3. Οφειλέτες είναι:
‐
το πρόσωπο που [απομάκρυνε] το εμπόρευμα από την τελωνειακή επιτήρηση,
—
τα πρόσωπα που συνήργησαν στην [απομάκρυνση], ενώ γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν ότι επρόκειτο για [απομάκρυνση] του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση,
—
τα πρόσωπα που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα, και που γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής του εμπορεύματος, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που είχε [απομακρυνθεί] από την τελωνειακή επιτήρηση, καθώς και
—
ενδεχομένως, το πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παραμονή του εμπορεύματος σε προσωρινή εναπόθεση ή από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί.
9.
Το άρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι, «[σ]ε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών για την αυτή τελωνειακή οφειλή, υπέχουν όλοι αλληλέγγυα υποχρέωση για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής».
3. Κανονισμός εφαρμογής
10.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2454/93 ( 4 ) της Επιτροπής περιέχει διατάξεις σχετικά με την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα. Στο μέρος II, τίτλος II, υπό το τμήμα 2, του κεφαλαίου 9 (άρθρα 454 έως 457β), παρατίθενται οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν όσον αφορά το «καθεστώς TIR» ( 5 ).
11.
Κατά το άρθρο 455 του κανονισμού εφαρμογής:
«1. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προορισμού ή εξόδου επιστρέφουν αμέσως το αντίτυπο αριθ. 2 του δελτίου TIR στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισόδου ή αναχώρησης εντός μέγιστης προθεσμίας ενός μηνός από τη λήξη της πράξης TIR.
2. Σε περίπτωση μη επιστροφής του αντιτύπου αριθ. 2 του δελτίου ΤΙR, στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισόδου ή αναχώρησης, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία αποδοχής του δελτίου TIR, οι εν λόγω αρχές ενημερώνουν τον οικείο εγγυοδοτικό οργανισμό με την επιφύλαξη της γνωστοποίησης που πρέπει να υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR.
Ενημερώνουν επίσης τον κάτοχο του δελτίου TIR και καλούν τόσο αυτόν τον τελευταίο όσο και τον οικείο εγγυοδοτικό οργανισμό να υποβάλουν την απόδειξη για την περάτωση της πράξης TIR.
[…]»
12.
Το άρθρο 455α του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν, τέσσερις μήνες μετά την ημερομηνία αποδοχής του δελτίου TIR, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισόδου ή αναχώρησης, δεν διαθέτουν απόδειξη για λήξη του καθεστώτος, κινούν αμέσως διαδικασία έρευνας, ώστε να συγκεντρώσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξόφληση της πράξης TIR ή, σε περίπτωση σχετικής αδυναμίας, να προσδιορίσουν τους όρους γένεσης της τελωνειακής οφειλής, να προσδιορίσουν τον οφειλέτη και να προσδιορίσουν τις τελωνειακές αρχές που είναι αρμόδιες για τον καταλογισμό.
Η διαδικασία αυτή κινείται αμέσως, αν οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορίες αρκετά νωρίς ή αν έχουν υποψίες ότι η πράξη TIR δεν περατώθηκε.
[…]
5. Όταν η διαδικασία έρευνας επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι η πράξη TIR έληξε ορθά, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αναχώρησης ενημερώνουν σχετικά, χωρίς καθυστέρηση, τον εγγυοδοτικό οργανισμό και τον κάτοχο δελτίου TIR καθώς και, κατά περίπτωση, τις τελωνειακές αρχές που έχουν αναλάβει διαδικασία είσπραξης σύμφωνα με τα άρθρα 217 έως 232 του κώδικα.»
13.
Το άρθρο 457 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 4, της Σύμβασης TIR, όταν πράξη TIR λαμβάνει χώρα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, κάθε εγγυοδοτικός οργανισμός, εγκατεστημένος στην Κοινότητα, μπορεί να καταστεί υπεύθυνος για την πληρωμή της τελωνειακής οφειλής που αναλογεί στα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής της πράξης, μέχρι του ποσού των 60000 ευρώ ανά δελτίο TIR ή ισότιμου ποσού εκφρασμένου σε εθνικό νόμισμα.
2. Ο εγγυοδοτικός οργανισμός, που είναι εγκατεστημένος στο αρμόδιο για την είσπραξη κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 215 του κώδικα, είναι υπεύθυνος για την πληρωμή του ποσού της τελωνειακής οφειλής, για το οποίο έχει παράσχει εγγύηση.
3. Η έγκυρη γνωστοποίηση περί μη εξόφλησης δελτίου TIR, που πραγματοποιείται από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους, οι οποίες έχουν οριστεί ως αρμόδιες για την είσπραξη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 215, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση του κώδικα, στον εγγυοδοτικό οργανισμό που έχει εγκριθεί από τις αρχές αυτές, παράγει ομοίως αποτελέσματα στην περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές, άλλου κράτους μέλους, που έχουν οριστεί ως αρμόδιες υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 215, παράγραφος 1, πρώτη ή δεύτερη περίπτωση, προβούν μεταγενέστερα στην είσπραξη από τον εγγυοδοτικό οργανισμό που έχει εγκριθεί από τις αρχές αυτές».
III. Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
14.
Στις 11 Νοεμβρίου 2008, ένα δελτίο TIR προσκομίστηκε ενώπιον του τελωνείου εισόδου στο τελωνειακό σημείο ελέγχου του Kapitain Andreevo, το οποίο ευρίσκεται στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας. Ως δηλωθείς τόπος προορισμού των επίμαχων εμπορευμάτων αναφερόταν η Ρουμανία.
15.
Οι βουλγαρικές αρχές δεν έλαβαν το ορθό τμήμα του αντιτύπου αριθ. 2 του δελτίου TIR εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ως εκ τούτου, απηύθυναν αίτημα στις ρουμανικές τελωνειακές αρχές προκειμένου αυτές να διερευνήσουν την εξόφληση της πράξης μεταφοράς με δελτίο TIR. Οι ρουμανικές αρχές απάντησαν ότι τα μεταφερθέντα βάσει του δελτίου TIR εμπορεύματα δεν είχαν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού στη Ρουμανία. Το αντίτυπο αριθ. 2 του δελτίου TIR, το οποίο προσκομίστηκε μεταγενέστερα ως αποδεικτικό στοιχείο από τον εγγυοδοτικό οργανισμό, ουδέποτε είχε προσκομιστεί ενώπιον του τελωνείου προορισμού στη Ρουμανία. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το αντίτυπο αυτό ήταν είτε πλαστογραφημένο είτε κατ’ άλλον τρόπο νοθευμένο.
16.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2009, ο διευθυντής του τελωνείου του Kapitan Andreevo εξέδωσε απόφαση κατά της Sargut OOD με την οποία προσδιορίστηκε το ύψος της τελωνειακής οφειλής και ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ), πλέον των νομίμων τόκων υπερημερίας. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε, αφενός, στη Sargut OOD ως κάτοχο του δελτίου TIR και, αφετέρου, στον εγγυοδοτικό οργανισμό, ήτοι την Asotsiatsia na balgarskite predpriyatia za mezhdunarodni prevozi i patishtata (Ένωση Βουλγαρικών Επιχειρήσεων Διεθνών Οδικών Μεταφορών, στο εξής: AEBTRI). Η Sargut OOD άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης, η οποία ωστόσο επικυρώθηκε, εν τέλει, από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο με απόφαση της 2ας Νοεμβρίου 2010.
17.
Στις 22 Νοεμβρίου 2010, η AEBTRI ενημερώθηκε σχετικά με τη μη εξόφληση της πράξης μεταφοράς με δελτίο TIR και κλήθηκε να εξοφλήσει την οφειλή. Η AEBTRI δεν προέβη στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 11, παράγραφος 3, της Σύμβασης TIR.
18.
Στις 7 Ιουνίου 2011, ο διευθυντής του τελωνείου του Svilengrad ζήτησε από την αρμόδια περιφερειακή διεύθυνση της Εθνικής Υπηρεσίας Δημοσίων Εσόδων να κινηθεί η διαδικασία εκτέλεσης κατά της Sargut OOD προκειμένου να εισπραχθούν τα ποσά που αυτή όφειλε σύμφωνα με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές γνωστοποίησαν στο τελωνείο του Svilengrad ότι τα οφειλόμενα ποσά δεν κατέστη εφικτό να εισπραχθούν.
19.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 2012, ο διευθυντής του τελωνείου του Svilengrad εξέδωσε, για την εν λόγω οφειλή, απόφαση επιβολής ανείσπρακτων δασμών και ΦΠΑ, πλέον των νόμιμων τόκων (στο εξής: απόφαση επιβολής δασμών). Η απόφαση επιβολής δασμών απευθυνόταν στην AEBTRI υπό την ιδιότητά της ως εγγυοδοτικού οργανισμού. Στην εν λόγω απόφαση αναφερόταν ότι είχε καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την είσπραξη της οφειλής από την Sargut OOD, ήτοι τον κάτοχο του δελτίου TIR.
20.
Κατά την πορεία της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης επιβολής δασμών προσκομίστηκαν διάφορα έγγραφα ως αποδεικτικά στοιχεία: μία διεθνής φορτωτική από την οποία προέκυψε ότι παραλήπτης των μεταφερθέντων εμπορευμάτων ήταν η εταιρία Irem Corporation SRL Romania· ένα έγγραφο διεθνούς μεταφοράς, υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από την παραλήπτρια· μία βεβαίωση παραλαβής των εμπορευμάτων υπογεγραμμένη και σφραγισμένη από την Irem Corporation SRL· καθώς και μία επιστολή του μεταφορέα (ήτοι την εταιρία Sargut OOD) προς το τελωνείο του Svilengrad με την οποία δηλωνόταν ότι η πραγματοποιηθείσα με δελτίο TIR μεταφορά είχε ολοκληρωθεί στη Ρουμανία και ότι «[…] οι τελωνειακές αρχές της Ρουμανίας είχαν σφραγίσει το δελτίο κατά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων».
21.
Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, από τα έγγραφα αυτά μπορεί να συναχθεί η παραλαβή των εμπορευμάτων από την Irem Corporation SRL. Ωστόσο, ουδόλως αποδεικνύεται η διασάφηση των οικείων εμπορευμάτων από το τελωνείο προορισμού.
22.
Η AEBTRI άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως επιβολής δασμών ενώπιον του Administrativen sad Haskovo (διοικητικό πρωτοδικείο του Haskovo, Βουλγαρία). Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε. Η AEBTRI άσκησε έφεση ενώπιον του Varhoven administrativen sad (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
23.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Είναι το Δικαστήριο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] αρμόδιο να ερμηνεύει με τρόπο δεσμευτικό για τα δικαστήρια των κρατών μελών και προς αποφυγή εκδόσεως αντίθετων δικαστικών αποφάσεων [τη Σύμβαση TIR], οσάκις ανακύπτει ζήτημα ρυθμιζόμενο από τα άρθρα 8 και 11 της εν λόγω συμβάσεως, ώστε να κριθεί εάν ο εγγυοδοτικός οργανισμός υπέχει ευθύνη και από το άρθρο 457, παράγραφος 2, του [κανονισμού εφαρμογής];
2)
Επιτρέπει η ερμηνεία του άρθρου 457, παράγραφος 2, του [κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα], σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 7 (νυν άρθρο 11, παράγραφος 2), της [Σύμβασης TIR] και τις σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις να συναχθεί ότι σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη οι τελωνειακές αρχές [πρέπει να] απαιτούν, στο μέτρο του δυνατού, την πληρωμή των αναφερόμενων στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2 [της Σύμβασης TIR] ποσών, σε περίπτωση που αυτά καταστούν απαιτητά, από τον κάτοχο του δελτίου TIR, πρωτοφειλέτη των εν λόγω ποσών, προτού τα απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό;
3)
Τεκμαίρεται, ενδεχομένως, μόνον από το γεγονός ότι ο παραλήπτης που απέκτησε ή κατέχει εμπόρευμα για το οποίο γνώριζε ότι έχει μεταφερθεί βάσει των δελτίων TIR –χωρίς όμως να έχει διευκρινισθεί εάν προσκομίστηκε ανέπαφο στο τελωνείο προορισμού ούτε εάν έχει γίνει εκεί η σχετική διασάφηση– ότι ο εν λόγω παραλήπτης είναι το πρόσωπο που θα έπρεπε να γνωρίζει ότι το εμπόρευμα έχει απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση και ως εκ τούτου πρέπει να θεωρηθεί από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνος κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, τρίτη περίπτωση, σε συνδυασμό με το άρθρο 213, του [κοινοτικού τελωνειακού κώδικα];
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, μπορεί να θεωρηθεί ότι η παράλειψη της τελωνειακής διοικήσεως να απαιτήσει την εξόφληση της τελωνειακής οφειλής από τον εν λόγω παραλήπτη έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η προβλεπόμενη και στο άρθρο 457, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα ευθύνη του εγγυοδοτικού οργανισμού κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιζʹ, της [Σύμβασης TIR];».
24.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Βουλγαρική Κυβέρνηση, ο διευθυντής του τελωνείου του Burgas (υπό την ιδιότητα του διαδόχου του τελωνείου του Svilengrad), η AEBTRI καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Άπαντες, πλην της AEBTRI, παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 26 Απριλίου 2017.
IV. Ανάλυση
25.
Οι παρούσες προτάσεις είναι διαρθρωμένες ως εξής. Κατόπιν της συνοπτικής εξέτασης του πρώτου ερωτήματος, το οποίο αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία της Σύμβασης TIR (υπό Α), θα προχωρήσω στην εξέταση του δευτέρου ερωτήματος, το οποίο συνδέεται με το είδος των μέτρων που πρέπει να λαμβάνουν οι εθνικές αρχές για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR υποχρέωσης (υπό Β). Στη συνέχεια, θα εξετάσω από κοινού τα ερωτήματα 3 και 4, τα οποία αφορούν το κατά πόσον είναι δυνατή καθώς και τι συνέπειες ενδέχεται να έχει η συμπερίληψη του παραλήπτη των εμπορευμάτων μεταξύ των προσώπων εκείνων που ευθύνονται ως άμεσοι οφειλέτες κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR (υπό Γ).
A. Πρώτο ερώτημα: η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
26.
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει τη Σύμβαση TIR.
27.
Η Επιτροπή, η Βουλγαρική Κυβέρνηση καθώς και ο διευθυντής του τελωνείου του Burgas υποστηρίζουν ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να καταφατική. Συμφωνώ με αυτή την άποψη.
28.
Η Σύμβαση TIR εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2112/78 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, και τέθηκε σε ισχύ στις 20 Ιουνίου 1983 ( 6 ). Ως εκ τούτου, έχει καταστεί αναπόσπαστο τμήμα της έννομης τάξης της Ένωσης. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις σχετικά με την ερμηνεία διεθνών συμβάσεων οι οποίες αποτελούν τμήμα της έννομης τάξης της Ένωσης ( 7 ).
29.
Εξάλλου, είναι σκόπιμο να υπενθυμιστεί επίσης ότι, στην πραγματικότητα, αυτή δεν θα είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να προβεί στην ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης TIR ( 8 ).
B. Δεύτερο ερώτημα: η υποχρέωση για απαίτηση πληρωμής στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που οφείλουν αμέσως τα ποσά
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
30.
Στο σημείο αυτό, και πριν εξεταστεί αυτή καθαυτή η ουσία του συγκεκριμένου ζητήματος, κρίνεται σκόπιμο να υπογραμμιστούν τέσσερα προκαταρκτικά ζητήματα.
31.
Πρώτον, οι παρούσες προτάσεις δεν αναλύουν εις βάθος τη λειτουργία της Σύμβασης TIR. Τούτο συμβαίνει όχι μόνο για λόγους οικονομίας αλλά και γιατί με το συγκεκριμένο ζήτημα ασχολήθηκε διεξοδικά ο γενικός εισαγγελέας P. Léger στις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση BGL, όπου και παραπέμπω προς τούτο ( 9 ).
32.
Δεύτερον, επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που υπέχουν οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί διέπονται από τη Σύμβαση TIR, την τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης και τις αντίστοιχες συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ των εν λόγω οργανισμών και των επιμέρους εθνικών αρχών ( 10 ). Οι τελευταίες δε αυτές συμφωνίες υπόκεινται στο εθνικό δίκαιο ( 11 ). Αντικείμενο των παρουσών προτάσεων είναι αποκλειστικά και μόνον η Σύμβαση ΤIR και η τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι παρούσες προτάσεις επ’ ουδενί αποκλείουν ή αναφέρονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εγγυοδοτικών οργανισμών που απορρέουν από τις εν λόγω συμφωνίες.
33.
Τρίτον, σε ένα γενικότερο επίπεδο, το οποίο είναι κοινό για όλα τα λοιπά ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο, είναι κρίσιμο να υπενθυμιστεί ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση TIR πρέπει να διακρίνονται από αυτά που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης. Η Σύμβαση TIR αποτελεί νομική πράξη του διεθνούς δικαίου στην οποία έχει προσχωρήσει η Ένωση. Ως εκ τούτου, η Ένωση έχει θεσπίσει δικούς της κανόνες για τη μεταφορά της Σύμβασης αυτής στην έννομη τάξη της. Ασφαλώς, αυτοί οι κανόνες της Ένωσης είναι κρίσιμοι για τις εθνικές αρχές οσάκις αυτές καλούνται να εφαρμόσουν τη Σύμβαση TIR. Όμως, οι κανόνες αυτοί δεν έχουν καθοριστική σημασία όσον αφορά την ερμηνεία της Σύμβασης TIR, αυτής καθαυτής. Για να το θέσω διαφορετικά: οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή της Σύμβασης TIR πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της εν λόγω Σύμβασης. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει, και δεν θα πρέπει να σημαίνει, ότι η Σύμβαση TIR πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του παραγώγου δικαίου της Ένωσης.
34.
Τέταρτον, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά κυρίως το είδος των μέτρων που οφείλουν να λαμβάνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να εκπληρώσουν την επιβαλλόμενη από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR υποχρέωση, η οποία συνίσταται στην απαίτηση πληρωμής «στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό» των οφειλόμενων ποσών από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν αμέσως τα εν λόγω ποσά, πριν αυτά απαιτηθούν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό. Είναι αληθές ότι το ερώτημα αυτό εμπεριέχει επίσης, μέχρι ενός ορισμένου βαθμού, τη διερεύνηση του κύκλου των προσώπων τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως«άμεσοι οφειλέτες». Ωστόσο, το ζήτημα σχετικά με το αν ο παραλήπτης των εμπορευμάτων μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευθύνονται άμεσα κατά το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR αποτελεί ειδικώς το αντικείμενο των ερωτημάτων 3 και 4. Ως εκ τούτου, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω το ζήτημα αυτό, ήτοι τον καθορισμό του «προσώπου ή των προσώπων τα οποία οφείλουν αμέσως τα εν λόγω ποσά», στο πλαίσιο της κοινής απάντησης που θα δώσω στα ερωτήματα αυτά.
2. Ανάλυση του δευτέρου ερωτήματος
35.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 457, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR. Επιθυμεί να μάθει κατά πόσον, σε μια κατάσταση όπως αυτή της προκείμενης υπόθεσης, οι τελωνειακές αρχές απαίτησαν όντως την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών «στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό» από τους άμεσους οφειλέτες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το αιτούν δικαστήριο αποσκοπεί, ουσιαστικά, να εξακριβώσει εάν πληρούνται εν προκειμένω οι επιβαλλόμενες από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR απαιτήσεις. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, «[ο]ι αρμόδιες αρχές οφείλουν να απαιτούν, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την πληρωμή [των ποσών που έχουν καταστεί απαιτητά] από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν αμέσως τα εν λόγω ποσά, πριν να τα απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό» ( 12 ).
36.
Ούτε ο τελωνειακός κώδικας ούτε ο κανονισμός εφαρμογής του περιέχουν συγκεκριμένους κανόνες σχετικά με την εφαρμογή της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR. Πουθενά δεν προβλέπονται συγκεκριμένα μέτρα τα οποία θα πρέπει να ληφθούν από τις εθνικές αρχές προκειμένου να απαιτηθεί η πληρωμή από τους άμεσους οφειλέτες προτού αυτές στραφούν κατά του εγγυοδοτικού οργανισμού. Η διάταξη του δικαίου της Ένωσης που αναφέρεται στις υποχρεώσεις που υπέχουν οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί βάσει του καθεστώτος TIR είναι το άρθρο 457 του κανονισμού εφαρμογής. Η πρώτη παράγραφος της εν λόγω διάταξης προβλέπει απλώς ότι όταν μια πράξη TIR λαμβάνει χώρα στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, κάθε εγγυοδοτικός οργανισμός εγκατεστημένος στην Ένωση, μπορεί να καταστεί υπεύθυνος για την πληρωμή του ποσού της τελωνειακής οφειλής για το οποίο έχει παράσχει εγγύηση και αναλογεί στα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής της πράξης.
37.
Επομένως, το ζήτημα συνοψίζεται στο κατά πόσον αυτό καθαυτό το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές να προβούν στην έκδοση (απλώς) μιας απαίτησης πληρωμής κατά των άμεσων οφειλετών ή απαιτεί, περαιτέρω, τη λήψη (κάθε) πιθανού μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των προσώπων αυτών, προτού οι αρχές αυτές απαιτήσουν την πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό.
38.
Οι απόψεις των μετεχόντων στη διαδικασία επί του συγκεκριμένου ζητήματος διίστανται. Η AEBTRI υποστηρίζει ότι οι εθνικές αρχές, προτού στραφούν στον εγγυοδοτικό οργανισμό, είναι αναγκαίο να έχουν εξαντλήσει πρώτα όλα τα πιθανά μέτρα για την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής από τους άμεσους οφειλέτες. Η Βουλγαρική Κυβέρνηση και ο διευθυντής του τελωνείου του Burgas αντιτείνουν ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι αρμόδιες αρχές κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να επιτύχουν την πληρωμή από τον κάτοχο του δελτίου TIR. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, κατά την άποψή της, το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR δεν απαιτεί τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των άμεσων οφειλετών.
39.
Συντάσσομαι με τη θέση της Επιτροπής, της Βουλγαρικής Κυβέρνησης και του τελωνείου του Burgas. Κατά την άποψή μου, το γράμμα, η οικονομία, αλλά και ο σκοπός του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν απλώς να ζητήσουν την πληρωμή (ήτοι, να κοινοποιήσουν την απαίτηση και να αξιώσουν την πληρωμή). Δεν υποχρεούνται επίσης να έχουν εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες είσπραξης του ποσού μέσω της λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης προκειμένου να αποκτήσουν έπειτα τη δυνατότητα να αξιώσουν την πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό.
40.
Όσον αφορά το γράμμα της εν λόγω διάταξης, το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR επιβάλλει απλώς την υποχρέωση να απαιτηθεί η πληρωμή από τους άμεσους οφειλέτες ( 13 ).
41.
Οι επεξηγηματικές σημειώσεις που έχουν θεσπιστεί για την ερμηνεία της Σύμβασης TIR είναι πιο κατατοπιστικές ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ( 14 ). Η επεξηγηματική σημείωση για το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR αναφέρει ειδικώς ότι «[τ]α μέτρα τα οποία οφείλουν να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές για να απαιτούν την πληρωμή από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία αποτελούν τους άμεσους οφειλέτες, περιλαμβάνουν τουλάχιστον γνωστοποίηση της μη εξόφλησης της πράξης μεταφοράς με δελτίο TIR και/ή διαβίβαση της απαίτησης πληρωμής στον κάτοχο του δελτίου TIR» ( 15 ).
42.
Επομένως, η επεξηγηματική σημείωση αναφέρει ως μέτρα για την απαίτηση πληρωμής αποκλειστικά τη γνωστοποίηση της μη εξόφλησης της πράξης μεταφοράς και τη διαβίβαση της απαίτησης. Καθιστά σαφές ότι, προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να αποκτήσουν τη δυνατότητα να απαιτήσουν την πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 7, της Σύμβασης TIR, δεν απαιτείται η λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης.
43.
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR δεν συνάγεται η υποχρέωση εξάντλησης των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης προκύπτει με σαφήνεια από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, το οποίο ενισχύεται περαιτέρω και από την επεξηγηματική σημείωση που συνοδεύει την εν λόγω διάταξη. Κατά την άποψή μου, εάν η τελωνειακή οφειλή δεν εξοφληθεί εντός της προθεσμίας που τάσσεται προς πληρωμή, θα πρέπει να γίνεται δεκτό ότι πληρούται ο όρος περί «απαίτησης πληρωμής».
44.
Την ερμηνεία αυτή ενισχύουν επίσης ορισμένα συστηματικά επιχειρήματα. Πρώτον, είναι σκόπιμο να τονιστεί ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR ορίζει ότι οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον. Γενικά, αυτή η μορφή ευθύνης ( 16 ) σημαίνει ότι έκαστος οφειλέτης ευθύνεται για το συνολικό ποσό της οφειλής και ότι ο δανειστής παραμένει, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να απαιτήσει την καταβολή της οφειλής αυτής από έναν ή περισσότερους οφειλέτες της επιλογής του ( 17 ).
45.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η απαίτηση που επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 7, συνιστά επιβαλλόμενη από τη Σύμβαση TIR υποχρέωση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σχετικής ευθύνης. Οι αρχές οφείλουν να καταβάλλουν προσπάθεια ώστε, αρχικά, να απαιτηθεί η πληρωμή από τους άμεσους οφειλέτες. Όμως, από τη στιγμή που πληρούται η επιβαλλόμενη από το άρθρο 8, παράγραφος 7, διαδικαστική προϋπόθεση που συνίσταται στη γνωστοποίηση και τη διαβίβαση της απαίτησης πληρωμής στους άμεσους οφειλέτες, στοιχειοθετείται η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του εγγυοδοτικού οργανισμού, και οι εθνικές αρχές μπορούν να απαιτήσουν την πληρωμή από αυτόν.
46.
Δεύτερον, η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR θα πρέπει επίσης να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τους χρονικούς περιορισμούς που θέτει το άρθρο 11 της ίδιας Σύμβασης. Πιο συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της Σύμβασης TIR, η απαίτηση πληρωμής απευθύνεται μεν προς τον εγγυοδοτικό οργανισμό όχι νωρίτερα από την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εν λόγω οργανισμός ειδοποιήθηκε ότι δεν εξοφλήθηκε η πράξη μεταφοράς, πλην όμως, το αργότερο, εντός δύο ετών από την ίδια ως άνω ημερομηνία ( 18 ). Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ με ποιον τρόπο θα μπορούσαν οι αρμόδιες αρχές να τηρήσουν τις ως άνω προθεσμίες έχοντας, παράλληλα, εξαντλήσει όλα τα πιθανά μέτρα αναγκαστικής είσπραξης της οφειλής από τον(τους) άμεσο(-ους) οφειλέτη (-ες).
47.
Τέλος, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σκοπός της Σύμβασης TIR είναι η διευκόλυνση της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων. Προς τούτο, η εν λόγω σύμβαση ορίζει ότι τα εμπορεύματα δεν υπόκεινται σε πληρωμή ή παρακαταθήκη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων στα τελωνεία διέλευσης (άρθρο 4). Η διευκόλυνση αυτή καθίσταται εφικτή λόγω του γεγονότος ότι οι πράξεις διαμετακόμισης καλύπτονται από κάποιον από τους εγγυοδοτικούς οργανισμούς που συνδέονται μεταξύ τους ως αλυσίδα εγγυήσεων τους οποίους διαχειρίζεται η Διεθνής Ένωση Οδικών Μεταφορών, η οποία υποστηρίζεται από διεθνείς ασφαλιστικές επιχειρήσεις ( 19 ). Με άλλα λόγια, υπάρχει μία ισορροπία: αφενός, τα μεμονωμένα κράτη μέλη διέλευσης δεν διενεργούν πλέον αυτοτελείς ελέγχους ούτε επιβάλλουν δασμούς. Από την άλλη, οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί αναλαμβάνουν την ευθύνη για λογαριασμό κατόχων δελτίων TIR μη εγκατεστημένων στο κράτος που απαιτεί την πληρωμή, από τους οποίους η είσπραξη της οφειλής ενδέχεται να μην είναι πάντοτε εφικτή.
48.
Αυτός ο βασικός σκοπός (και αυτή η ισορροπία) της Σύμβασης TIR θα υπονομευόταν εάν η προβλεπόμενη από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR «απαίτηση πληρωμής» ερμηνευόταν ως υποχρέωση λήψης του συνόλου των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης έναντι όλων των οφειλετών κατά των οποίων δύναται να στραφεί ένα κράτος μέλος σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Σε αυτή την περίπτωση θα ανέκυπτε εύλογα το εξής ερώτημα: ποιος ο λόγος ύπαρξης της Σύμβασης TIR;
49.
Στην υπό κρίση υπόθεση, και υπό την επιφύλαξη της σχετικής επιβεβαίωσης εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου, δεν αμφισβητείται ότι οι αρμόδιες αρχές τήρησαν τις προθεσμίες που τάσσει το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της Σύμβασης TIR. Η μη εξόφληση της πράξης μεταφοράς με δελτίο TIR κοινοποιήθηκε τόσο στη Sargut OOD όσο και στην AEBTRI. Απαιτήθηκε η πληρωμή από τη Sargut OOD μέσω της έκδοσης απόφασης επιβολής δασμών η οποία, μετά την άσκηση ένδικης προσφυγής, κατέστη εκτελεστή. Πέραν όλων αυτών, κινήθηκε επίσης η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της Sargut OOD. Μετά την ανεπιτυχή έκβαση και αυτής της διαδικασίας, οι εθνικές αρχές απαίτησαν την καταβολή των ποσών από την AEBTRI.
50.
Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής, του διευθυντή του τελωνείου του Burgas και της Βουλγαρικής Κυβέρνησης ότι, εν προκειμένω, οι βουλγαρικές αρχές εκπλήρωσαν δεόντως την απορρέουσα από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR υποχρέωσή τους.
51.
Κατά την άποψή μου δε, οι βουλγαρικές αρχές υπερέβησαν το απολύτως αναγκαίο μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR: όπως συνάγεται με σαφήνεια από τη συλλογιστική που εκτίθεται σε αυτό το τμήμα παρουσών προτάσεων, η κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του κατόχου δελτίου TIR προτού απαιτηθεί η πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό δεν προβλέπεται ως υποχρέωση από τη Σύμβαση TIR. Πρόκειται περί μιας δυνατότητας που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές του κράτους μέλους ενόψει των πραγματικών περιστατικών κάθε μεμονωμένης υπόθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να είναι πλήρως δικαιολογημένη· σε άλλες, ίσως είναι απολύτως περιττή. Τα πάντα εξαρτώνται από το κατά πόσον υπάρχουν ή όχι περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν δυνητικώς να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.
52.
Ως εκ τούτου, προτείνω η απάντηση που θα δοθεί στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, να είναι η εξής: το άρθρο 457, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτούν την πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό όταν, σε περιπτώσεις όπως αυτή της παρούσας υπόθεσης, έχουν πρώτα απαιτήσει την πληρωμή μέσω της προβολής αξιώσεως πληρωμής από τον κάτοχο του δελτίου TIR ως άμεσο οφειλέτη.
Γ. Τρίτο και τέταρτο ερώτημα: ο παραλήπτης ως άμεσος οφειλέτης
53.
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί ποια ακριβώς είναι η θέση στην οποία ευρίσκεται ο παραλήπτης των εμπορευμάτων όταν αποκτά ή κατέχει εμπόρευμα το οποίο γνωρίζει ότι μεταφέρθηκε βάσει δελτίου TIR, ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι το εμπόρευμα αυτό προσκομίστηκε στο τελωνείο προορισμού ή ότι πραγματοποιήθηκε εκεί η σχετική διασάφηση. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον αυτός ο παραλήπτης μπορεί να θεωρηθεί ότι, λόγω αυτού και μόνο του γεγονότος, συνιστά πρόσωπο το οποίο όφειλε να γνωρίζει ότι το εν λόγω εμπόρευμα έχει απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση και, ως εκ τούτου, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον κατά την έννοια της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 203, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα.
54.
Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί, ουσιαστικά, να μάθει εάν η παράλειψη των τελωνειακών αρχών να απαιτήσουν την πληρωμή της τελωνειακής οφειλής από τον εν λόγω παραλήπτη αποκλείει την απορρέουσα από το άρθρο 457, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής ευθύνη του εγγυοδοτικού οργανισμού, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ιστʹ, της Σύμβασης TIR.
55.
Κατά την άποψή μου, τα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν από κοινού. Αμφότερα αφορούν το ενδεχόμενο να χαρακτηριστεί ο παραλήπτης των εμπορευμάτων «άμεσος οφειλέτης» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR.
56.
Στο επόμενο τμήμα των παρουσών προτάσεων, θα δώσω την ενιαία αυτή απάντηση μέσω τριών σταδίων. Καταρχάς, θα εξετάσω τη σχέση μεταξύ των παραγράφων 1 και 7 του άρθρου 8 της Σύμβασης TIR (υπό 1). Δεύτερον, θα αναλύσω το ζήτημα εάν, κατά το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα, μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, στο πλαίσιο του καθεστώτος TIR, εμπίπτει στους οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής για τους σκοπούς καθορισμού των άμεσων οφειλετών στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR (υπό 2). Τρίτον, θα εξετάσω τις συνέπειες που έχει το σύστημα της από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης που καθιερώνει το άρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα του συστήματος όσον αφορά την επιβαλλόμενη από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR υποχρέωση (υπό 3).
1. Άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 7, της Σύμβασης TIR
57.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR θεσπίζει το βασικό πλαίσιο αναφοράς των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί: οι οργανισμοί αυτοί ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα πρόσωπα που υποχρεούνται στην καταβολή απαιτητών εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και φόρων προσαυξημένων, ενδεχομένως, κατά τους τόκους υπερημερίας.
58.
Όπως προαναφέρθηκε ( 20 ), η από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη έχει την έννοια ότι κάθε οφειλέτης ευθύνεται για το συνολικό ποσό της οφειλής. Ο δανειστής είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να απαιτήσει την πληρωμή από οποιονδήποτε οφειλέτη, κατά το δοκούν.
59.
Το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR αποτελεί διάταξη η οποία, κατά κάποιον τρόπο, περιορίζει δικονομικά τη συγκεκριμένη επιλογή, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιεί τον χαρακτήρα της σχετικής ευθύνης. Η εν λόγω διάταξη εισάγει μια συγκεκριμένη προϋπόθεση που θα πρέπει να πληρούται προκειμένου οι αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους να θεμελιώσουν ευθύνη εκ μέρους του εγγυοδοτικού οργανισμού: θα πρέπει πρώτα να έχουν απαιτήσει την πληρωμή από τον(-ους) άμεσο(-ους) οφειλέτη(-ες).
60.
Ποιο είναι το «[…] πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν αμέσως τα [εν λόγω] ποσά» κατά το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR;
61.
Η Βουλγαρική Κυβέρνηση και ο διευθυντής του τελωνείου του Burgas υποστηρίζουν ότι σύμφωνα με τη Σύμβαση TIR κανένα άλλο πρόσωπο πέραν του κατόχου του δελτίου TIR δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά «άμεσο οφειλέτη». Προβάλλουν ιδίως ότι η Σύμβαση TIR δεν επιβάλλει καμία σχετική υποχρέωση στους παραλήπτες των εμπορευμάτων.
62.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
63.
Αφενός, είναι πράγματι αληθές ότι το άρθρο 8, παράγραφος 7, σιωπά όσον αφορά τον καθορισμό των άμεσων οφειλετών. Οι ερμηνευτικές διευκρινίσεις της επεξηγηματικής σημείωσης του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR ουδόλως αποσαφηνίζουν το συγκεκριμένο ζήτημα. Τουναντίον, η επεξηγηματική σημείωση αναφέρει ρητώς μόνον ότι τα ελάχιστα μέτρα τα οποία οφείλουν να ληφθούν απευθύνονται στον κάτοχο του δελτίου TIR.
64.
Όμως, τούτο, κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αποκλείει την ύπαρξη άλλων πιθανών οφειλετών. Η αποκλειστική αναφορά μόνον στον κάτοχο του δελτίου TIR μπορεί επίσης να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, βασικός οφειλέτης είναι, κατά κανόνα, ο κάτοχος του δελτίου TIR. Πράγματι, το άρθρο 1, στοιχείο ιστʹ, της Σύμβασης TIR ορίζει ως κάτοχο δελτίου TIR το πρόσωπο το οποίο είναι «[…] υπεύθυνο για την προσκόμιση του οδικού οχήματος, του συνόλου οχημάτων ή του εμπορευματοκιβωτίου με το σχετικό φορτίο και το δελτίο TIR στο τελωνείο αναχώρησης, στο τελωνείο διέλευσης και στο τελωνείο προορισμού, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης». Επομένως, υπεύθυνος για την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού μετά τη διαμετακόμισή τους είναι ο κάτοχος του δελτίου TIR.
65.
Αφετέρου, αυτό που είναι, ενδεχομένως, σημαντικότερο από τη ρητή αναφορά μόνο στον κάτοχο του δελτίου TIR είναι το γεγονός ότι το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR αναφέρεται ξεκάθαρα στο «[…] πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν αμέσως τα […] ποσά». Η χρήση του πληθυντικού αριθμού τόσο στο κείμενο της διάταξης όσο και στην επεξηγηματική σημείωση καταδεικνύει σαφώς ότι τα πρόσωπα που ευθύνονται άμεσα ενδέχεται να είναι περισσότερα του ενός. Συνεπώς, είναι προφανές ότι οι συντάκτες του κειμένου είχαν προβλέψει την πιθανότητα να υπάρχουν περισσότεροι οφειλέτες πέραν απλώς του κατόχου του δελτίου TIR.
66.
Επομένως, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR αφήνει ανοικτό το ζήτημα ποια ακριβώς πρόσωπα είναι άμεσοι οφειλέτες. Ως εκ τούτου, τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να καθορίζονται βάσει των κανόνων του εθνικού δικαίου των συμβαλλόμενων μερών.
2. Ο καθορισμός των οφειλετών κατά το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα
67.
Στο πλαίσιο της έννομης τάξης της Ένωσης, ο καθορισμός των οφειλετών προβλέπεται εξαντλητικά από τον τελωνειακό κώδικα ( 21 ). Το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τις περιπτώσεις στις οποίες γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή λόγω απομάκρυνσης υποκείμενων σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση ( 22 ). Στο άρθρο 203, παράγραφος 3, απαριθμούνται οι οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή υπό ευρεία μάλλον έννοια ( 23 ). Πέραν του προσώπου που απομάκρυνε τα εμπορεύματα από την τελωνειακή επιτήρηση, βάσει της εν λόγω διατάξεως χαρακτηρίζεται επίσης ως «οφειλέτης» και το πρόσωπο το οποίο αποκτά τα επίμαχα εμπορεύματα.
68.
Πάντως, όσον αφορά τα πρόσωπα που αποκτούν τα επίμαχα εμπορεύματα, ήτοι τους παραλήπτες των εμπορευμάτων, ο χαρακτηρισμός τους ως οφειλετών εξαρτάται από την πλήρωση ενός υποκειμενικού όρου: τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει «[…] να γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής του εμπορεύματος, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που είχε [απομακρυνθεί] από την τελωνειακή επιτήρηση […]». Επομένως, το άρθρο 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα εισάγει μια διάκριση: το πρόσωπο που απομακρύνει τα εμπορεύματα από την τελωνειακή επιτήρηση ευθύνεται άνευ όρων για την οφειλή, αλλά το πρόσωπο που αποκτά τα επίμαχα προϊόντα αποκτά την ιδιότητα του οφειλέτη μόνον εάν πληρούται ο προαναφερθείς υποκειμενικός όρος ( 24 ).
69.
Με το τρίτο προδικαστικό του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται στην περίπτωση εκείνη όπου ο παραλήπτης αποκτά την κατοχή ή την κυριότητα του εμπορεύματος γνωρίζοντας ότι αυτό είχε μεταφερθεί βάσει δελτίου TIR χωρίς ωστόσο να καθίσταται σαφές εάν το εμπόρευμα προσκομίστηκε ή έχει υποβληθεί σε διασάφηση στο τελωνείο προορισμού.
70.
Κατ’ εμέ, μια τέτοια κατάσταση μπορεί να πληροί το υποκειμενικό στοιχείο που προβλέπεται από την τρίτη περίπτωση του άρθρου 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, εάν διαπιστωθεί ότι ο συγκεκριμένος παραλήπτης γνώριζε ή, βάσει των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης, όφειλε εύλογα να γνωρίζει ότι τα επίμαχα εμπορεύματα είχαν απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση. Στο μέτρο που ο καθορισμός των στοιχείων αυτών αφορά εκτιμήσεις πραγματικού χαρακτήρα, εναπόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστή ( 25 ).
71.
Συναφώς, είναι σκόπιμο να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η φράση «όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν» (στο άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα) «[…] αναφέρεται στη συμπεριφορά ενημερωμένου και επιμελή επιχειρηματία» ( 26 ). Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προβεί σε συνολική εκτίμηση των περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του ο έμπορος, προκειμένου να εξακριβώσει εάν ο παραλήπτης όφειλε να είναι ενήμερος σχετικά με τις τελωνειακές του υποχρεώσεις και εάν, στην περίπτωση αυτή, προέβη σε όλες τις ενέργειες που ευλόγως μπορεί να αναμένονται από αυτόν προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τα εμπορεύματα δεν απομακρύνθηκαν από την τελωνειακή επιτήρηση ( 27 ).
72.
Υπό τις περιστάσεις της προκείμενης υπόθεσης, η οποία αφορά την απομάκρυνση εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, ο παραλήπτης των εμπορευμάτων μπορεί να χαρακτηριστεί ως οφειλέτης στο μέτρο που πληρούται το προαναφερθέν υποκειμενικό στοιχείο. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει επίσης και για τους σκοπούς του καθεστώτος TIR. Πράγματι, οι γενικές διατάξεις που αφορούν τη γένεση της τελωνειακής οφειλής έχουν εφαρμογή στα καθεστώτα διαμετακόμισης ( 28 ).
73.
Εν συντομία, παραλήπτης εμπορευμάτων ο οποίος πληροί το υποκειμενικό στοιχείο που προβλέπεται από το άρθρο 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα μπορεί να χαρακτηριστεί ως άμεσος οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR. Ωστόσο, κατ’ εμέ, το κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω είναι διαφορετικό, έγκειται δηλαδή στο αν η μη απαίτηση πληρωμής από παραλήπτη, ο οποίος θεωρείται εν τέλει οφειλέτης βάσει του τελωνειακού κώδικα, δύναται να αποκλείσει την αξίωση πληρωμής από τον εγγυοδοτικό οργανισμό. Στο ζήτημα αυτό θα στραφώ τώρα.
3. Επί των συνεπειών της από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης (άρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα)
74.
Ποιες συνέπειες έχουν τα άρθρα 203 και 213 του τελωνειακού κώδικα για την εξακρίβωση του κατά πόσον πληρούται η επιβαλλόμενη από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR υποχρέωση;
75.
Κατά το άρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα, σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών για την αυτή τελωνειακή οφειλή, ευθύνονται όλοι αλληλέγγυα για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής.
76.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, προκειμένου να θεμελιωθεί η ευθύνη που υπέχει ο εγγυοδοτικός οργανισμός από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR, στη διαδικαστική προϋπόθεση γνωστοποίησης και διαβίβασης της αξίωσης προς τους άμεσους οφειλέτες που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 7, της ίδιας Σύμβασης μπορεί να περιλαμβάνεται και η διαβίβαση της αξίωσης στους υπόχρεους κατά το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, στην προκείμενη υπόθεση, οι βουλγαρικές αρχές δεν ήταν υποχρεωμένες να απαιτήσουν πρώτα την πληρωμή από τον παραλήπτη των εμπορευμάτων διότι δεν είχαν στην κατοχή τους αποδεικτικά στοιχεία ή επιβεβαίωση από τις ρουμανικές αρχές σχετικά με την ιδιότητα του παραλήπτη ως οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής. Όμως, εάν οι βουλγαρικές αρχές είχαν στην κατοχή τους ένα τέτοιο έγγραφο όταν διαπίστωσαν την ύπαρξη της τελωνειακής οφειλής το 2009, τούτο θα σήμαινε ότι οι εν λόγω αρχές υπείχαν την υποχρέωση να εξακριβώσουν εάν είναι δυνατή η είσπραξη της οφειλής από τον παραλήπτη των εμπορευμάτων.
77.
Κατ’ ουσίαν, η ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή σημαίνει ότι προκειμένου να εκπληρώσουν την προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR οι εθνικές αρχές οφείλουν, πριν ακόμη τους επιτραπεί να στραφούν κατά του εγγυοδοτικού οργανισμού, να έχουν απαιτήσει πρώτα την πληρωμή της οφειλής από κάθε οφειλέτη που απαριθμείται στο άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα.
78.
Χωρίς να αμφισβητώ το γεγονός ότι, κατά το δίκαιο της Ένωσης, τα άρθρα 203 και 213 του τελωνειακού κώδικα εφαρμόζονται όντως για τον καθορισμό του «[…] προσώπου ή των προσώπων που ευθύνονται αμέσως», διαφωνώ με την προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR.
79.
Καταρχάς, και κατά κύριο λόγο, η ερμηνεία αυτή συνεπάγεται την επιβολή πρόσθετων υποχρεώσεων οι οποίες δεν απορρέουν από το γράμμα της Σύμβασης TIR. Έχει ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση του άρθρου 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα στο άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR. Δημιουργεί έναν κατάλογο οφειλετών κατά των οποίων θα πρέπει υποχρεωτικώς να στρέφονται οι αρμόδιες αρχές προκειμένου να αποκτήσουν τη δυνατότητα να απαιτήσουν την πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό.
80.
Δεύτερον, και ακόμη σημαντικότερο, η ερμηνεία αυτή μεταλλάσσει πλήρως τον χαρακτήρα της ευθύνης των εγγυοδοτικών οργανισμών, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR. Η ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή θα μετέτρεπε την από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη των εγγυοδοτικών οργανισμών σε ενός είδους υπό όρους, επικουρική ευθύνη η οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί αποκλειστικά και μόνον εάν οι εθνικές αρχές απαιτούσαν την πληρωμή από το σύνολο των οφειλετών που απαριθμούνται στο άρθρο 203, παράγραφος 3. Επιπλέον, παραγνωρίζει πλήρως το γεγονός ότι η αρχή της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης παρέχει στους εγγυοδοτικούς οργανισμούς τη δυνατότητα να αναζητήσουν την καταβληθείσα από τους ίδιους αποζημίωση μέσω της άσκησης αγωγής εξ αναγωγής κατά των λοιπών οφειλετών.
81.
Τρίτον, η συγκεκριμένη ερμηνεία είναι ασφαλώς αντίθετη προς τους σκοπούς της Σύμβασης TIR, η οποία σκοπεί στη διευκόλυνση της διεθνούς μεταφοράς των εμπορευμάτων επί τη βάσει ενός συμβιβασμού: τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει να μην απαιτούν την πληρωμή ή παρακαταθήκη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων στα τελωνεία διέλευσης, επί τη βάσει ενός συστήματος εγγυήσεων μέσω των εγγυοδοτικών οργανισμών. Η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία θα περιόριζε σημαντικά την αποτελεσματικότητα του συστήματος εγγυήσεων που θεσπίστηκε με τη Σύμβαση TIR ( 29 ).
82.
Τέλος, όσον αφορά το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης, η εν λόγω ερμηνεία αντιβαίνει επίσης προς τους σκοπούς, αφενός, του ευρέος ορισμού του «οφειλέτη» κατά το άρθρο 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα και, αφετέρου, του συστήματος της από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης που καθιερώνει το άρθρο 213 του ίδιου κώδικα. Ο στόχος του άρθρου 213 του τελωνειακού κώδικα συνίσταται ακριβώς στην επίτευξη της πραγματικής είσπραξης της τελωνειακής οφειλής. Πρόκειται για ένα «[…] συμπληρωματικό νομικό μέσο στη διάθεση των εθνικών αρχών προς ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ενεργειών τους στον τομέα της εισπράξεως της τελωνειακής οφειλής» ( 30 ).
83.
Ωστόσο, με την ερμηνεία που προτείνεται από την Επιτροπή, το γεγονός ότι στο άρθρο 203, παράγραφος 3, περιλαμβάνεται πληθώρα πιθανών οφειλετών, λειτουργεί, κατ’ ουσίαν, εις βάρος της ευχέρειας των εθνικών αρχών να αναζητήσουν την ευθύνη του εγγυοδοτικού οργανισμού. Όπως ορθά όμως υπενθύμισε ο διευθυντής του τελωνείου του Burgas, οι εθνικές αρχές είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να προστατεύουν τους πόρους της Ένωσης ( 31 ).
84.
Συνεπώς, προκειμένου να θεωρηθεί ότι πληρούται η απαίτηση του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης των εγγυοδοτικών οργανισμών βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της εν λόγω Σύμβασης, οι εθνικές αρχές είναι υποχρεωμένες να απαιτούν την πληρωμή από τους άμεσους οφειλέτες. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR, οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί συνεχίζουν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους οφειλέτες των ποσών που είναι απαιτητά. Αυτά επίσης τα πρόσωπα με τη σειρά τους ενέχονται, βάσει του άρθρου 213 του τελωνειακού κώδικα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μεταξύ τους.
85.
Λογικά, η συγκέντρωση δύο ομάδων από κοινού και εις ολόκληρον ευθυνών σημαίνει ότι, εν τέλει, υφίσταται μία ενιαία από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη, η οποία υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR. Η πρακτική εφαρμογή αυτής της συγκέντρωσης έχει την έννοια ότι, κατά το δίκαιο της Ένωσης, οι εθνικές αρχές μπορούν να επιλέξουν να απαιτήσουν την πληρωμή από οποιοδήποτε εκ των προσώπων που χαρακτηρίζονται ως (άμεσα υπεύθυνοι) οφειλέτες βάσει της συγκεκριμένης διάταξης του τελωνειακού κώδικα. Η άσκηση της συγκεκριμένης επιλογής θα βασιστεί στις περιστάσεις έκαστης υπόθεσης, στις ιδιότητες των μερών καθώς και στη μορφή της παράβασης ή της πλημμέλειας.
86.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι βουλγαρικές αρχές γνώριζαν τους παραλήπτες των εμπορευμάτων στο σημείο προορισμού, οι εν λόγω αρχές εκπλήρωσαν την απορρέουσα από το άρθρο 8, παράγραφος 7, υποχρέωσή τους απαιτώντας την πληρωμή από τη Sargut OOD, ήτοι τον κάτοχο του δελτίου TIR. Προκειμένου να στραφούν στον εγγυοδοτικό οργανισμό για την πληρωμή της τελωνειακής οφειλής, οι βουλγαρικές αρχές ασφαλώς και δεν ήταν υποχρεωμένες να έχουν απαιτήσει πρώτα την πληρωμή από κάθε πιθανό οφειλέτη που ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον βάσει του άρθρου 213 του τελωνειακού κώδικα. Ο χαρακτήρας του μηχανισμού της από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης καθιστά σαφές ότι οι αρχές έχουν τη δυνατότητα, και όχι την υποχρέωση, να αναζητήσουν την ευθύνη των διαφόρων δυνητικών οφειλετών ( 32 ).
87.
Ως εκ τούτου, προτείνω η απάντηση που θα δοθεί στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα να είναι η εξής:
—
Το άρθρο 457, παράγραφος 2, του κανονισμού 2454/93, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 7, της Σύμβασης TIR, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, προκειμένου να απαιτήσουν την πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό, οι αρμόδιες αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να έχουν πρώτα απαιτήσει την πληρωμή από όλα τα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον σύμφωνα με το άρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα, όπως αυτά καθορίζονται στις διατάξεις του εν λόγω κώδικα.
—
Παραλήπτης εμπορευμάτων ο οποίος αποκτά ή κατέχει εμπόρευμα που έχει μεταφερθεί βάσει δελτίου TIR, όταν δεν διευκρινίζεται εάν αυτό το εμπόρευμα προσκομίστηκε στο τελωνείο προορισμού ή εάν πραγματοποιήθηκε εκεί η σχετική διασάφηση, μπορεί να χαρακτηριστεί ως «οφειλέτης» κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, εφόσον γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το εν λόγω εμπόρευμα είχε απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση, διαπίστωση η οποία εναπόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου. Πάντως, η μη απαίτηση πληρωμής από τον παραλήπτη των εμπορευμάτων δεν αποκλείει την ευθύνη του εγγυοδοτικού οργανισμού εφόσον οι αρμόδιες αρχές επέλεξαν να απαιτήσουν την πληρωμή από κάποιον άλλο άμεσο οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR.
V. Πρόταση
88.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) ως εξής:
—
Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει την τελωνειακή σύμβαση περί της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων βάσει των δελτίων TIR, της 14ης Νοεμβρίου 1975 (Σύμβαση TIR).
—
Το άρθρο 457, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε εσχάτως από τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτήσουν την πληρωμή από εγγυοδοτικό οργανισμό όταν, σε περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υπόθεσης, έχουν απαιτήσει πρώτα την πληρωμή μέσω της προβολής αξιώσεως πληρωμής από τον κάτοχο του δελτίου TIR ως άμεσο οφειλέτη.
—
Το άρθρο 457, παράγραφος 2, του κανονισμού 2454/93, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 7, της Σύμβασης TIR, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, προκειμένου να απαιτήσουν την πληρωμή από τον εγγυοδοτικό οργανισμό, οι αρμόδιες αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να έχουν πρώτα απαιτήσει την πληρωμή από όλα τα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον σύμφωνα με το άρθρο 213 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως αυτά καθορίζονται στις διατάξεις του εν λόγω κώδικα.
—
Παραλήπτης εμπορευμάτων ο οποίος απέκτησε ή κατέχει εμπόρευμα το οποίο μεταφέρθηκε βάσει δελτίου TIR, όταν δεν διευκρινίζεται εάν αυτό το εμπόρευμα προσκομίστηκε στο τελωνείο προορισμού ή εάν πραγματοποιήθηκε εκεί η σχετική διασάφηση, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά «οφειλέτη» κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, του κανονισμού 2913/92, εφόσον γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, ότι το εν λόγω εμπόρευμα είχε απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση, διαπίστωση η οποία εναπόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου. Πάντως, η μη απαίτηση πληρωμής από τον παραλήπτη των εμπορευμάτων δεν αποκλείει την ευθύνη του εγγυοδοτικού οργανισμού εφόσον οι αρμόδιες αρχές επέλεξαν να απαιτήσουν την πληρωμή από κάποιον άλλο άμεσο οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 7, της Σύμβασης TIR.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Η τελωνειακή σύμβαση περί της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων βάσει των δελτίων TIR (στο εξής: Σύμβαση TIR), της 14ης Νοεμβρίου 1975 (UNTS, τόμος 1079, σ. 89, τόμος 1142, σ. 413), εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2112/78 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, και τέθηκε σε ισχύ στις 20 Ιουνίου 1983. Εγκρίθηκε με την απόφαση 2009/477/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2009 (ΕΕ 2009, L 165, σ. 1).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως από τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 363, σ. 1).
( 4 ) Κανονισμός της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με τον κανονισμό (ΕΚ) 214/2007 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 2007 (ΕΕ 2007, L 62, σ. 6) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός).
( 5 ) Στη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 455α του κανονισμού εφαρμογής όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1192/2008 της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 329, σ. 1). Ωστόσο, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, το νέο κείμενο του άρθρου 455 έχει εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 2009 και εντεύθεν, ενώ το νέο κείμενο του άρθρου 455α εφαρμόζεται από 1ης Ιουλίου 2009 και εντεύθεν. Λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης καθώς και των προθεσμιών που τάσσουν οι εν λόγω διατάξεις, το εφαρμοστέο κείμενο των άρθρων 455 και 455α είναι αυτό που περιέχει ο κανονισμός 2454/93, όπως αυτός τροποποιήθηκε εσχάτως με τον κανονισμό 214/2007, ο οποίος παρατίθεται στην υποσημείωση 4 των παρουσών προτάσεων.
( 6 ) OJ 1978, L 252, σ. 1. Η απόφαση 2009/477 του Συμβουλίου αναφέρει ότι η νομική βάση για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη συγκεκριμένη διεθνή σύμβαση είναι η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 133 σε συνδυασμό με την πρώτη φράση του άρθρου 300, παράγραφος 3, της Συνθήκης αυτής (νυν άρθρα 207 και 218 ΣΛΕΕ).
( 7 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 8 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, BGL (C‑78/01, EU:C:2003:490), της 14ης Μαΐου 2009, Internationaal Verhuis- en Transportbedrijf Jan de Lely (C‑161/08, EU:C:2009:308), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, ASTIC (C‑488/09, EU:C:2010:820).
( 9 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση BGL (C‑78/01, EU:C:2003:14, σημεία 3 έως 14).
( 10 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, BGL (C‑78/01, EU:C:2003:490, σκέψη 45), της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑105/02, EU:C:2006:637, σκέψη 78), και της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑377/03, EU:C:2006:638, σκέψη 84).
( 11 ) Όπ.π.
( 12 ) Από τις 13 Σεπτεμβρίου 2012, το άρθρο 8, παράγραφος 7, της σύμβασης TIR έχει καταργηθεί. Πάντως, η διάταξη που το αντικατέστησε, ήτοι το άρθρο 11, παράγραφος 2, έχει σχεδόν την ίδια διατύπωση: «[ό]ταν καθίστανται απαιτητά τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 8[,] παράγραφοι 1 και 2, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν, στο[ν] μέγιστο δυνατό βαθμό, την πληρωμή τους από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν αμέσως τα εν λόγω ποσά, πριν τα απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό». [Τροποποίηση της τελωνειακής σύμβασης περί της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων βάσει των δελτίων TIR (Σύμβαση TIR 1975) – Σύμφωνα με την κοινοποίηση C.N.326.2011.TREATIES–2 του ΟΗΕ, οι ακόλουθες τροποποιήσεις της σύμβασης TIR αρχίζουν να ισχύουν από τις 13 Σεπτεμβρίου 2012 για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη (ΕΕ 2012, L 244, σ. 1)].
( 13 ) Στα γαλλικά, τα οποία αποτελούν επίσης αυθεντική γλώσσα του κειμένου της σύμβασης TIR, η συγκεκριμένη διάταξη έχει ως ακολούθως: «[l]es autorités compétentes doivent, dans la mesure du possible, en requérir le paiement de la (ou des) personne(s) directement redevables de ces sommes avant d’introduire une réclamation près l’association garante».
( 14 ) Το άρθρο 43 της Σύμβασης TIR ορίζει ότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις δίδουν την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της σύμβασης και περιλαμβάνουν ορισμένες συνιστώμενες πρακτικές. Περαιτέρω, το άρθρο 51 προβλέπει ότι τα παραρτήματα (συμπεριλαμβανομένου του παραρτήματος 6 το οποίο περιέχει τις επεξηγηματικές σημειώσεις) αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης.
( 15 ) Όπως προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 12, το άρθρο 8, παράγραφος 7, έχει πλέον αντικατασταθεί από το νέο άρθρο 11, παράγραφος 2. Η επεξηγηματική σημείωση στο νέο αυτό άρθρο 11, παράγραφος 2, της σύμβασης TIR έχει ως εξής: «[ο]ι προσπάθειες που οφείλουν να καταβάλλουν οι αρμόδιες αρχές για να απαιτούν την πληρωμή από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία αποτελούν τους άμεσους οφειλέτες περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστον, την αποστολή της απαίτησης για εξόφληση στον κάτοχο του δελτίου TIR, στη διεύθυνσή του που αναγράφεται στο δελτίο TIR, ή στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία φέρουν την ευθύνη, εάν είναι άλλα από τον κάτοχο του δελτίου TIR, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Η απαίτηση πληρωμής προς τον κάτοχο του δελτίου TIR είναι δυνατόν να συνδυάζεται με την ειδοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 α του παρόντος άρθρου».
( 16 ) Σε ορισμένες έννομες τάξεις, η αρχή αυτή καλείται «αλληλέγγυα ευθύνη». Βλ., για παράδειγμα, European Group on Tort Law, «Principles of European Tort Law», το άρθρο 9:101(2) της οποίας ορίζει ότι «[…] στις περιπτώσεις όπου τα πρόσωπα ευθύνονται αλληλεγγύως, ο ζημιωθείς δύναται να αξιώσει πλήρη αποζημίωση από έναν ή περισσότερους οφειλέτες, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική αποζημίωση που θα λάβει δεν θα υπερβαίνει τη συνολική ζημία που υπέστη». Παρόμοιος ορισμός απαντά και στο von Bar, C., κ.λπ., Principles, Definitions and Model Rules of European Private Law Draft Common Frame of Reference (DCFR), III.–4:102: Ενοχές αλληλέγγυες, από κοινού και εις ολόκληρον: «(1) Μια ενοχή είναι αλληλέγγυα όταν κάθε οφειλέτης υπέχει ευθύνη για την πλήρη ικανοποίησή της και ο δανειστής δύναται να αξιώσει την εκπλήρωσή της από οποιονδήποτε οφειλέτη μέχρι την πλήρη ικανοποίησή του».
( 17 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Latvijas dzelzceļš (C‑154/16, EU:C:2017:392, σκέψη 85).
( 18 ) Ή, όσον αφορά διαφορές οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο δικαστικής διενέξεως, εντός ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται εκτελεστή η σχετική δικαστική απόφαση. Βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑312/04, EU:C:2006:643, σκέψη 51).
( 19 ) Βλ., εγχειρίδιο TIR της UNECE (Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη), δέκατη αναθεωρημένη έκδοση, ECE/TRANS/TIR/6/REV.10, Νέα Υόρκη και Γενεύη, 2013, σ. 9 και 27 επ.
( 20 ) Βλ. σημείο 44 και υποσημειώσεις 16 και 17 των παρουσών προτάσεων.
( 21 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Jestel (C‑454/10, EU:C:2011:752, σκέψη 12 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Σχετικά με την έννοια της «απομάκρυνσης», βλ. για παράδειγμα, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2014, SEK Zollagentur (C‑75/13, EU:C:2014:1759, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, Spedition Ulustrans (C‑414/02, EU:C:2004:551, σκέψεις 25 και 31), και της 25ης Ιανουαρίου 2017, Ultra-Brag (C‑679/15, EU:C:2017:40, σκέψη 25).
( 24 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, D. Wandel (C‑66/99, EU:C:2001:69, σκέψη 49), ή επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, Spedition Ulustrans (C‑414/02, EU:C:2004:551, σκέψεις 27 επ.).
( 25 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Jestel (C‑454/10, EU:C:2011:752, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Jestel (C‑454/10, EU:C:2011:752, σκέψη 22).
( 27 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Jestel (C‑454/10, EU:C:2011:752, σκέψεις 23 έως 25).
( 28 ) Βλ. για παράδειγμα, όσον αφορά το κοινοτικό καθεστώς διαμετακόμισης, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Latvijas dzelzceļš (C‑154/16, EU:C:2017:392, σκέψη 91). Όσον αφορά το καθεστώς TIR, βλ. για παράδειγμα, αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2010, Dansk Transport og Logistik (C‑230/08, EU:C:2010:231, σκέψεις 103 έως 107), ή της 22ας Δεκεμβρίου 2010, ASTIC (C‑488/09, EU:C:2010:820, σκέψεις 25 και 26).
( 29 ) Βλ., επίσης, σημεία 47 και 48 των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Berel κ.λπ. (C‑78/10, EU:C:2011:93, σκέψη 48), και της 18ης Μαΐου 2017, Latvijas dzelzceļš (C‑154/16, EU:C:2017:392, σκέψη 88).
( 31 ) Βλ. γενικώς, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς TIR, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑105/02, EU:C:2006:637), της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑377/03, EU:C:2006:638), και της 19ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑275/07, EU:C:2009:169).
( 32 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Latvijas dzelzceļš (C‑154/16, EU:C:2017:392, σκέψη 89).