ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 26ης Ιουλίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑243/16
Antonio Miravitlles Ciurana,
Alberto Marína Lorente,
Jorge Benito García,
Juan Gregorio Benito García
κατά
Contimark SA,
Jordi Socías Gispert
[αίτηση του Juzgado de lo Social no 30 de Barcelona
(δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 30 της Βαρκελώνης, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2012/30/ΕΕ – Άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δίκαιο των εταιριών – Ικανοποίηση μισθολογικών απαιτήσεων – Ταυτόχρονη και σωρευτική άσκηση, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, της ευθείας αγωγής κατά της επιχειρήσεως και κατά του διαχειριστή της εταιρίας ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνου για τις οφειλές της εταιρίας»
I. Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2, 6, 7 και 8 της οδηγίας 2009/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του [άρθρου 54, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ], για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες ( 2 ), των άρθρων 19 και 36 της οδηγίας 2012/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 54, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση ανωνύμων εταιριών και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου τους ( 3 ), καθώς και των άρθρων 20, 21 και 51 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Antonio Miravitlles Ciurana, Alberto Marina Lorente, Jorge Benito García και Juan Gregorio Benito García και, αφετέρου, της Contimark SA και του διαχειριστή της, Jordi Socías Gispert, με αντικείμενο την είσπραξη οφειλομένων μισθών και λοιπών αποζημιώσεων τις οποίες η εταιρία αυτή υποχρεώθηκε να τους καταβάλει.
3.
Το αιτούν δικαστήριο, ήτοι το Juzgado de lo Social no 30 de Barcelona (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 30 της Βαρκελώνης, Ισπανία) διερωτάται ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης περί της προστασίας των δικαιωμάτων των πιστωτών των εταιριών και ως προς τη συμβατότητά τους με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι αποκλείουν την αρμοδιότητα του δικαστή που επιλαμβάνεται της εκτελέσεως αποφάσεων βάσει των οποίων καθορίστηκε το ποσό των μισθολογικών απαιτήσεων να αποφανθεί, κατόπιν αιτήσεως του εργαζομένου, επί της ευθύνης του διαχειριστή της εταιρίας η οποία τον απασχολούσε προκειμένου ο εν λόγω διαχειριστής να υποχρεωθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην καταβολή των οφειλομένων ποσών.
4.
Με τις παρούσες προτάσεις, θα εξηγήσω, καταρχάς, τον λόγο για τον οποίο η έννομη κατάσταση από την οποία προέκυψε η υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
5.
Εν συνεχεία, θα εκθέσω τους λόγους που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι:
–
το άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30 καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία υποχρεώνει τον εργαζόμενο, πιστωτή της εταιρίας η οποία τον απασχολούσε, να προσφύγει σε δικαστήριο διαφορετικό από το δικαστήριο εργατικών διαφορών ζητώντας να αναγνωριστεί η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας, λόγω της αθετήσεως των εμπορικής φύσεως υποχρεώσεών του, τούτο δε υπό την επιφύλαξη ότι η ρύθμιση αυτή δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που διέπει παρόμοια ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου και δεν καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία αυτή, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, και
–
εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων που κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο Χάρτης
6.
Το άρθρο 20 του Χάρτη, που επιγράφεται «Ισότητα έναντι του νόμου», ορίζει ότι «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου».
7.
Το άρθρο 21 του Χάρτη, που φέρει τον τίτλο «Απαγόρευση διακρίσεων, προβλέπει τα εξής:
«1. Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
2. Εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
8.
Το άρθρο 51 του Χάρτη, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα κατωτέρω:
«1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες.
2. Ο παρών Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες.»
2. Η οδηγία 2009/101
9.
Το άρθρο 2 της οδηγίας 2009/101 προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η υποχρέωση δημοσιότητος των εταιριών να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πράξεις και στοιχεία:
α)
την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό εφόσον αυτό αποτελεί αντικείμενο ιδιαιτέρας πράξεως·
β)
τις τροποποιήσεις των κατά το στοιχείο α) πράξεων, συμπεριλαμβανομένης και της παρατάσεως της διαρκείας της εταιρίας·
γ)
μετά από κάθε τροποποίηση της ιδρυτικής πράξεως ή του καταστατικού το πλήρες κείμενο της τροποποιηθείσας πράξεως στη νέα διατύπωσή του·
δ)
τον διορισμό, την αποχώρηση καθώς και τα ατομικά στοιχεία των προσώπων τα οποία, είτε ως όργανο προβλεπόμενο από τον νόμο, είτε ως μέλη τέτοιου οργάνου:
i)
έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου· τα αναφερόμενα στη δημοσιότητα μέτρα, πρέπει να διευκρινίζουν αν τα πρόσωπα που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρία, δύνανται να ενεργούν μόνα τους ή αν οφείλουν να ενεργούν από κοινού,
ii)
συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία, ή στον έλεγχο της εταιρίας.
ε)
τουλάχιστον κατ’ έτος, το ύψος του καλυφθέντος κεφαλαίου εφ’ όσον η ιδρυτική πράξη ή το καταστατικό αναφέρονται σε εγκεκριμένο κεφάλαιο εκτός αν κάθε αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου συνεπάγεται τροποποίηση του καταστατικού·
στ)
τα λογιστικά έγγραφα κάθε χρήσεως των οποίων η δημοσίευση είναι υποχρεωτική βάσει των οδηγιών του Συμβουλίου 78/660/ΕΟΚ [ ( 4 )], 83/349/ΕΟΚ [ ( 5 )], 86/635/ΕΟ [ ( 6 )] και 91/674/ΕΟΚ [ ( 7 )]·
ζ)
οποιαδήποτε μεταφορά της έδρας της εταιρίας·
η)
τη λύση της εταιρίας·
θ)
τη δικαστική απόφαση με την οποία κηρύσσεται η ακυρότητα της εταιρίας·
ι)
τον διορισμό και τα ατομικά στοιχεία των εκκαθαριστών καθώς και τις αντίστοιχες εξουσίες τους, εκτός αν οι εν λόγω εξουσίες προκύπτουν ρητά και αποκλειστικά από το νόμο ή από το καταστατικό·
ια)
την περάτωση της εκκαθαρίσεως καθώς και τη διαγραφή από τα μητρώα σε εκείνα τα κράτη μέλη όπου η διαγραφή έχει έννομες συνέπειες.»
10.
Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής:
«Κάθε κράτος μέλος ορίζει τα υποχρεούμενα σε εκπλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας πρόσωπα.»
11.
Κατά το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις τουλάχιστον για τις περιπτώσεις:
α)
ελλείψεως της δημοσιότητας των λογιστικών εγγράφων όπως ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο στʹ·
β)
απουσίας επί των εμπορικών εγγράφων ή οποιουδήποτε διαδικτυακού τόπου της εταιρίας, των υποχρεωτικών ενδείξεων που προβλέπονται στο άρθρο 5.»
12.
Το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας προβλέπει:
«Τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει εν ονόματι εταιρίας υπό ίδρυση και προ της κτήσεως της νομικής της προσωπικότητας, εφόσον η εταιρία δεν αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν εκ των ενεργειών τους, ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία.»
3. Η οδηγία 2012/30
13.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 5 και 12 της οδηγίας 2012/30 ορίζουν τα εξής:
«(3)
Για να εξασφαλισθεί μια ελάχιστη ισοδύναμη προστασία τόσο των μετόχων όσον και των πιστωτών των εταιριών αυτών, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εναρμονισθούν οι εθνικές διατάξεις, που αφορούν τη σύστασή τους και τη διατήρηση, την αύξηση και τη μείωση του κεφαλαίου τους.
[…]
(5)
Είναι απαραίτητες ενωσιακές διατάξεις σχετικά με τη διατήρηση του κεφαλαίου που συνιστά την εγγύηση των πιστωτών, ιδίως απαγορεύοντας τη μείωσή του με αδικαιολόγητες διανομές στους μετόχους και περιορίζοντας τη δυνατότητα της εταιρίας να αποκτά δικές της μετοχές.»
[…]
(12)
Για να ενισχυθεί η ομοιόμορφη προστασία των πιστωτών σε όλα τα κράτη μέλη, οι πιστωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφεύγουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες όταν διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω μείωσης του κεφαλαίου μιας ανώνυμης εταιρίας.»
14.
Το άρθρο 19 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«1. Σε περίπτωση σημαντικής μείωσης του καλυφθέντος κεφαλαίου, συγκαλείται η γενική συνέλευση, εντός προθεσμίας που ορίζεται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών, για να εξετασθεί αν πρέπει να λυθεί η εταιρία ή να ληφθεί οποιοδήποτε άλλο μέτρο.
2. Η νομοθεσία κράτους μέλους δεν μπορεί να καθορίζει τη μείωση που θεωρείται σημαντική κατά την έννοια της παραγράφου 1, σε ποσό μεγαλύτερο από το καλυφθέν κεφάλαιο.»
15.
Το άρθρο 34 της ίδιας οδηγίας προβλέπει:
«Κάθε μείωση του καλυφθέντος κεφαλαίου, εκτός από εκείνη που επιβάλλεται από δικαστική απόφαση, πρέπει να αποφασίζεται, τουλάχιστον με απόφαση της γενικής συνελεύσεως, που αποφαίνεται σύμφωνα με τους κανόνες απαρτίας και πλειοψηφίας, οι οποίοι ορίζονται στο άρθρο 44, με την επιφύλαξη των άρθρων 40 και 41. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους κατά το άρθρο 3 της οδηγίας [2009/101].
Η πρόσκληση συγκλήσεως της συνελεύσεως πρέπει να αναφέρει τουλάχιστον τον σκοπό της μειώσεως και τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί.»
16.
Κατά το άρθρο 36 της εν λόγω οδηγίας:
«1. Σε περίπτωση μείωσης του καλυφθέντος κεφαλαίου, τουλάχιστον οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως μειώσεως έχουν τουλάχιστον το δικαίωμα να λαμβάνουν εγγύηση για τις απαιτήσεις που δεν είναι ληξιπρόθεσμες κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεώς της. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείουν το δικαίωμα αυτό μόνον όταν ο πιστωτής έχει επαρκείς εγγυήσεις ή όταν οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν είναι απαραίτητες λαμβανομένης υπόψη της εταιρικής περιουσίας.
Τα κράτη μέλη ορίζουν τις προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα να απευθύνονται στην αρμόδια διοικητική ή δικαστική αρχή για να λάβουν επαρκείς εγγυήσεις εφόσον μπορούν να αποδείξουν κατά τρόπο αξιόπιστο ότι η εν λόγω μείωση του καλυφθέντος κεφαλαίου θέτει σε κίνδυνο την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, και ότι δεν έχουν δοθεί επαρκείς εγγυήσεις από την εταιρία.
2. Οι νομοθεσίες, εξ άλλου, των κρατών μελών προβλέπουν, τουλάχιστον, ότι η μείωση είναι ανίσχυρη ή ότι καμία πληρωμή δεν επιτρέπεται να γίνει στους μετόχους, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί οι πιστωτές ή το δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ότι η αίτησή τους δεν πρέπει να γίνει δεκτή.
3. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται επίσης όταν η μείωση του καλυφθέντος κεφαλαίου γίνεται με ολική ή μερική απαλλαγή από την καταβολή των εισφορών των μετόχων.»
Β. Το ισπανικό δίκαιο
17.
Το άρθρο 236 του Ley de Sociedades de Capital (νόμου περί κεφαλαιουχικών εταιριών), ο οποίος εγκρίθηκε με το Real Decreto Legislativo 1/2010 (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/2010), της 2ας Ιουλίου 2010 ( 8 ), με τίτλο «Περιπτώσεις ευθύνης», ορίζει τα εξής:
«1. Οι διαχειριστές […] ευθύνονται έναντι της εταιρίας, των εταίρων και των εταιρικών πιστωτών για την τυχόν προκληθείσα ζημία από πράξεις ή παραλείψεις τους που αντιβαίνουν στον νόμο ή στο καταστατικό ή οι από πράξεις ή παραλείψεις τους που έλαβαν χώρα κατά παράβαση των υποχρεώσεών που συνδέονται με τα καθήκοντά τους.
2. Οι διαχειριστές δεν απαλλάσσονται επ’ ουδενί από την ευθύνη τους σε περίπτωση που η επιζήμια πράξη ή σύμβαση αποφασίστηκε, εγκρίθηκε ή επικυρώθηκε από τη γενική συνέλευση.»
18.
Το άρθρο 237 του νόμου αυτού, το οποίο επιγράφεται «Αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη», προβλέπει τα εξής:
«Τα μέλη του διοικητικού οργάνου που αποφάσισε την επιζήμια συμφωνία ή προέβη στην επιζήμια πράξη ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, εκτός εάν αποδείξουν ότι αγνοούσαν την ύπαρξη της ως άνω πράξεως ή συμφωνίας ώστε να παρέμβουν στην έκδοση ή στην εκτέλεση της ή, εάν γνώριζαν την ύπαρξή της, ότι ενήργησαν ως όφειλαν προκειμένου να αποτραπεί η ζημία ή ότι αντιτάχθηκαν ρητά στην ως άνω πράξη ή συμφωνία.»
19.
Κατά το άρθρο 238, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, που φέρει τον τίτλο «Εταιρική αγωγή αποζημιώσεως»:
«Η αγωγή αποζημιώσεως κατά των διαχειριστών ασκείται από την εταιρία, κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως, η οποία λαμβάνεται κατ’ αίτηση οποιουδήποτε εταίρου […]».
20.
Κατά το άρθρο 240 του LSC, με τίτλο «Νομιμοποίηση των πιστωτών για την πλαγιαστική άσκηση της εταιρικής αγωγής»:
«Οι εταιρικοί πιστωτές μπορούν να ασκήσουν την εταιρική αγωγή αποζημιώσεως κατά των διαχειριστών εφόσον δεν έχει ασκηθεί από την εταιρία ή τους εταίρους της, υπό τον όρον ότι η εταιρική περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.»
21.
Το άρθρο 241 του νόμου αυτού, με τίτλο «Ατομική αγωγή αποζημιώσεως», προβλέπει:
«Τα ως άνω δεν θίγουν το δικαίωμα των εταίρων και τρίτων να ασκούν αγωγές αποζημιώσεως για πράξεις των διαχειριστών που θίγουν άμεσα τα συμφέροντά τους.»
22.
Το άρθρο 362 του ίδιου νόμου, με τίτλο «Λύση λόγω διαπιστώσεως ύπαρξης λόγου προβλεπόμενου από τον νόμο ή το καταστατικό», ορίζει τα εξής:
«Οι κεφαλαιουχικές εταιρίες λύονται εφόσον η ύπαρξη λόγου προβλεπόμενου από το νόμο ή το καταστατικό διαπιστωθεί δεόντως από τη γενική συνέλευση ή με δικαστική απόφαση.»
23.
Από το άρθρο 363, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, το οποίο επιγράφεται «Λόγοι λύσεως», προκύπτει ότι:
«1. Η κεφαλαιουχική εταιρία λύεται:
a)
Λόγω παύσεως των δραστηριοτήτων που συνιστούν τον εταιρικό σκοπό. Η παύση των δραστηριοτήτων τεκμαίρεται μετά από περίοδο αδράνειας μεγαλύτερης του ενός έτους.
[…]
e)
Λόγω ζημιών που μειώνουν την καθαρή περιουσία σε ποσό χαμηλότερο του ημίσεος του εταιρικού κεφαλαίου, εκτός εάν σημειωθεί επαρκής αύξηση ή μείωση του εταιρικού κεφαλαίου και εφόσον δεν μπορεί ευλόγως να ζητηθεί η κήρυξη πτωχεύσεως.
[…]»
24.
Το άρθρο 365 του LSC, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρέωση συγκλήσεως», ορίζει:
«1. Οι διαχειριστές οφείλουν να συγκαλέσουν γενική συνέλευση εντός προθεσμίας δύο μηνών για τη λήψη αποφάσεως περί λύσεως ή, σε περίπτωση αφερεγγυότητας της εταιρίας, για την κίνηση της διαδικασίας της πτωχεύσεως.
Κάθε μέτοχος δύναται να ζητήσει από τους διαχειριστές τη σύγκληση γενικής συνελεύσεως εάν κρίνει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος λύσεως ή ότι η εταιρία είναι αφερέγγυα.
2. Η γενική συνέλευση μπορεί να λάβει απόφαση περί λύσεως της εταιρίας ή, εάν περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη, οποιαδήποτε απόφαση περί άρσεως του λόγου [λύσεως].»
25.
Κατά το άρθρο 366 του νόμου αυτού, το οποίο επιγράφεται «Λύση της εταιρίας με δικαστική απόφαση» ορίζονται τα εξής:
«1. Σε περίπτωση μη συγκλήσεως της γενικής συνελεύσεως ή όταν αυτή δεν συνέρχεται ή δεν λαμβάνει καμία από τις αποφάσεις που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει αίτηση περί λύσεως της εταιρίας ενώπιον του δικαστηρίου εμπορικών υποθέσεων του τόπου της καταστατικής έδρας της. Η αίτηση περί λύσεως απευθύνεται κατά της εταιρίας.
2. Οι διαχειριστές υποχρεούνται να ζητήσουν τη λύση της εταιρίας με δικαστική απόφαση όταν η απόφαση της γενικής συνελεύσεως είναι αντίθετη προς τη λύση ή όταν δεν λαμβάνεται καμία απόφαση.
Η αίτηση υποβάλλεται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία που προβλέπεται για τη σύγκληση της γενικής συνελεύσεως εφόσον αυτή δεν συνήλθε ή από την ημερομηνία κατά την οποία συνήλθε εάν έλαβε απόφαση αντίθετη προς τη λύση ή εάν δεν έλαβε καμία απόφαση.»
26.
Το άρθρο 367, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, με τίτλο «Αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη των διαχειριστών», προβλέπει τα εξής:
«Οι διαχειριστές ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις εταιρικές υποχρεώσεις που γεννώνται μετά την επέλευση του εκ του νόμου λόγου λύσεως αν παραλείψουν να συγκαλέσουν γενική συνέλευση εντός της προθεσμίας των δύο μηνών προκειμένου αυτή να λάβει, όπου αρμόζει, απόφαση περί λύσεως ή αν δεν ζητήσουν τη λύση της εταιρίας με δικαστική απόφαση ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την κήρυξη της εταιρίας σε πτώχευση εντός προθεσμίας δύο μηνών, η οποία αρχίζει από την προβλεπόμενη για τη σύγκληση της γενικής συνελεύσεως ημερομηνία εάν αυτή δεν συνέλθει ή από την ημερομηνία διεξαγωγής της γενικής συνελεύσεως εάν αυτή λάβει απόφαση περί μη λύσεως της εταιρίας.»
27.
Το άρθρο 9 του Ley Orgánica no 6/1985 del poder judicial (οργανικός νόμος 6/1985 περί οργανισμού των δικαστηρίων), της 1ης Ιουλίου 1985 ( 9 ), ορίζει:
«1. Τα δικαιοδοτικά όργανα επιλαμβάνονται μόνο των διαφορών τις οποίες ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά.
2. Στη δικαιοδοσία των αστικών δικαστηρίων εμπίπτουν όλες οι διαφορές τις οποίες ο νόμος δεν έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια.
[…]
5. Στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών υπάγονται διαφορές που αφορούν τον κλάδο του εργατικού και κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, είτε πρόκειται για ατομικές ή συλλογικές αγωγές, είτε για ένδικα βοηθήματα που άπτονται της κοινωνικής ασφαλίσεως ή που στρέφονται κατά του Δημοσίου, εφόσον αυτό υπέχει τη σχετική ευθύνη βάσει της εργατικής νομοθεσίας.
[…]»
28.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του νόμου αυτού προβλέπει:
«Τα δικαστήρια μπορούν να επιληφθούν διαφορών οι οποίες δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητά τους, μόνο προς τον σκοπό εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
29.
Οι ενάγοντες της κύριας δίκης εργάζονταν στην ανώνυμη εταιρία Contimark, η οποία συστάθηκε το 1992 με εταιρικό κεφάλαιο ύψους 60101, 21 ευρώ και της οποίας μοναδικός διαχειριστής ήταν από το 2010 ο J. Socías Gispert.
30.
Η εν λόγω εταιρία υπέστη σημαντικές οικονομικές ζημίες το 2012 (240150 ευρώ) και το 2013 (541559 ευρώ), ενώ ακολούθησε η παύση των δραστηριοτήτων της το δεύτερο εξάμηνο του 2013.
31.
Ο μοναδικός διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας δεν συγκάλεσε τη γενική συνέλευση των μετόχων προκειμένου να ληφθεί απόφαση περί μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου και δεν ζήτησε την υπαγωγή της εν λόγω εταιρίας στην πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με τον Ley Concursal (νόμο περί πτωχεύσεως), της 9ης Ιουλίου 2003 ( 10 ), ούτε κάλεσε τους μετόχους να διαπιστώσουν την παύση των δραστηριοτήτων ως λόγο λύσεως της εταιρίας αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 362 και 363 του LSC.
32.
Πριν την παύση των δραστηριοτήτων της Contimark, ένας από τους ενάγοντες της κύριας δίκης είχε κινήσει, τον Απρίλιο του 2013, διαδικασία ενώπιον του Juzgado de lo Social no 33 de Barcelona (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 33 της Βαρκελώνης, Ισπανία) με αίτημα να αναγνωριστεί το δικαίωμά του να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας λόγω μη καταβολής των μισθών. Οι λοιποί ενάγοντες της κύριας δίκης άσκησαν αγωγές κατά των απολύσεών τους, οι οποίες έλαβαν χώρα τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2013. Στα τέλη του 2013, το Juzgado de lo Social no 33 de Barcelona (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 33 της Βαρκελώνης) υποχρέωσε την Contimark να τους καταβάλει οφειλόμενους μισθούς και αποζημιώσεις.
33.
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες της κύριας δίκης άσκησαν αγωγή με αίτημα την είσπραξη των απαιτήσεών τους ενώπιον του Juzgado de lo Social no 30 de Barcelona (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 30 της Βαρκελώνης), ειδικώς αρμόδιου για την εκτέλεση των αποφάσεων επί εργατικών διαφορών. Λόγω της αφερεγγυότητας της εταιρίας Contimark και του ανώτατου ποσού εγγυήσεως των μισθών που προβλέπεται για τους εργαζομένους στην περίπτωση αυτή, οι απαιτήσεις τους αποσβέστηκαν μερικώς.
34.
Οι ενάγοντες της κύριας δίκης άσκησαν παρεμπίπτουσα αγωγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, κατά του διαχειριστή της Contimark, προκειμένου να αναγνωριστεί η ευθύνη του λόγω παραβάσεως των διατάξεων του LSC και να υποχρεωθεί, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εν λόγω εταιρία, στην καταβολή των υπόλοιπων οφειλομένων ποσών.
35.
Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης της πάγιας, από το 1997, νομολογίας του Sala de lo Social del Tribunal Supremo (τμήματος εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία), κατά την οποία τα δικαστήρια εμπορικών διαφορών είναι τα μόνα αρμόδια να αποφαίνονται επί της ευθύνης του διαχειριστή.
36.
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, προκειμένου να καταλήξει ότι τα δικαστήρια εργατικών διαφορών δεν είναι αρμόδια να επιληφθούν των εν λόγω αγωγών που στρέφονται κατά της επιχειρήσεως και, αλληλεγγύως, κατά του διαχειριστή λόγω της αθετήσεως, υπό την ιδιότητά του αυτή, των εμπορικής φύσεως υποχρεώσεων, το Sala de lo Social del Tribunal Supremo (τμήμα εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών του Ανωτάτου Δικαστηρίου) στηρίζει την απόφασή του στο εξής σκεπτικό:
–
η αγωγή περί αναγνωρίσεως της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης δεν συνιστά προκριματικό ζήτημα το οποίο θα ανέκυπτε στο πλαίσιο της δίκης εργατικής διαφοράς και επί του οποίου, επομένως, το δικαστήριο εργατικών διαφορών θα ήταν αρμόδιο να αποφανθεί, δεδομένου ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας αγωγής και δεν την επηρεάζει·
–
ο διαχειριστής δεν ευθύνεται για οφειλές προς τους εργαζομένους αλλά προς την εταιρία, και
–
η τυχόν συνδρομή των περιστάσεων που συνεπάγονται την εκ του νόμου υποχρέωση λύσεως της εταιρίας πρέπει πάντοτε να αποτελεί αντικείμενο προηγουμένης αποφάσεως η οποία πρέπει να εκδίδεται από τα αρμόδια για την εκδίκαση των εμπορικών διαφορών δικαστήρια, διότι το ζήτημα αυτό δεν είναι παρεπόμενο σε σχέση με τις υποχρεώσεις που ανακύπτουν στο πλαίσιο των εργατικών διαφορών.
37.
Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, μεταξύ των ετών 1997 και 2000, στο πλαίσιο άλλης νομολογιακής τάσεως, είχε κριθεί ότι τα δικαστήρια εργατικών διαφορών είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί παρεμπιπτουσών αγωγών με αίτημα την αναγνώριση της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης των διαχειριστών οι οποίοι δεν είχαν τροποποιήσει τα καταστατικά των ανωνύμων εταιριών και το ελάχιστο ποσό του εταιρικού κεφαλαίου τους πριν την 30ή Ιουνίου 1992, παρά το γεγονός ότι υπείχαν σχετική υποχρέωση βάσει ενός νόμου περί εταιριών που έχει έκτοτε καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον LSC. Το Sala de lo Social del Tribunal Supremo (τμήμα εργατικών διαφορών του Ανωτάτου Δικαστηρίου) στηριζόταν συναφώς στη διαπίστωση ότι η αιτία της αγωγής απέρρεε από τη σύμβαση εργασίας.
38.
Συγκεκριμένα, το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά, κυρίως, ότι o μισθολογικός χαρακτήρας των οφειλών της εταιρίας και η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον εκ του νόμου ευθύνη των διαχειριστών έναντι των πιστωτών της πρέπει να καθορίσουν τη διεύρυνση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εργατικών διαφορών επί διαφορών οι οποίες δεν έχουν υπαχθεί σε αυτό.
39.
Επιπροσθέτως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Ισπανός νομοθέτης προέβλεψε, με ειδικές διατάξεις, τις περιπτώσεις στις οποίες άλλα δικαστήρια, πέραν του δικαστηρίου εμπορικών διαφορών, δύνανται να αποφανθούν επί της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης των διαχειριστών. Στο πλαίσιο αυτό, τα δικαστήρια διοικητικών διαφορών ασκούν τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών αποφάσεων περί επεκτάσεως της ευθύνης για απαιτήσεις του κοινωνικοασφαλιστικού φορέα που εκδίδονται κατά των διαχειριστών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30, παράγραφος 2, του Ley General de la Seguridad Social (γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως), ο οποίος εγκρίθηκε με το Real Decreto Legislativo 1/1994 (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1994) της 20ής Ιουνίου 1994 ( 11 ). Επίσης, το άρθρο 240, παράγραφος 3, του Ley reguladora de la Jurisdicción Social (νόμος περί δικαστηρίων εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών), της 10ης Οκτωβρίου 2011 ( 12 ), επιτρέπει στα εν λόγω δικαστήρια να επεκτείνουν την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη όσον αφορά τις απαιτήσεις που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στους μετόχους, στα μέλη και στα διευθυντικά στελέχη (εν τοις πράγμασι διαχειριστές) των εμπορικών εταιριών σε περίπτωση αθετήσεως υποχρεώσεων εμπορικής φύσεως.
40.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de lo Social no 30 de Barcelona (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 30 της Βαρκελώνης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Με βάση τις οδηγίες 2009/101 και 2012/30 και τη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο με τα άρθρα 236, 237, 238, 241 και 367, μεταξύ άλλων, του [LSC], ο δανειστής της εμπορικής εταιρίας ο οποίος διεκδικεί τις απαιτήσεις του από σύμβαση εργασίας ενώπιον των αρμοδίων ισπανικών δικαστηρίων, ήτοι των δικαστηρίων εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών, έχει δικαίωμα να ασκήσει ταυτοχρόνως ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ευθεία αγωγή κατά της εταιρίας για την αναγνώριση της οφειλής από σύμβαση εργασίας και, σωρευτικώς, αγωγή κατά του φυσικού προσώπου, ήτοι του διαχειριστή της εταιρίας, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνου για τις οφειλές της εταιρίας, η οποία ερείδεται στην αθέτηση των εμπορικής φύσεως υποχρεώσεων που προβλέπονται στις εν λόγω οδηγίες και έχουν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με τον [LSC];
2)
Αντιβαίνει η νομολογία του Sala de lo Social del Tribunal Supremo (τμήμα εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών του Ανωτάτου Δικαστηρίου), όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στις αποφάσεις του της 28ης Φεβρουαρίου 1997 (υπόθεση 1997\4220), της 28ης Οκτωβρίου 1997 (υπόθεση 1997\7680), της 31ης Δεκεμβρίου 1997 (υπόθεση 1997\9644), της 13ης Απριλίου 1998 (υπόθεση 1998\4577), της 17ης Ιανουαρίου 2000 (υπόθεση 2000\918), της 9ης Ιουνίου 2000 (υπόθεση 2000\5109), της 8ης Μαΐου 2002 και της 20ής Δεκεμβρίου 2012, στα άρθρα 2, 6, 7 και 8 της οδηγίας 2009/101 και στα άρθρα 19 και 36 της οδηγίας 2012/30, κατά το μέτρο που κρίνει ότι τα ισπανικά δικαστήρια εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών δεν μπορούν να εφαρμόσουν ευθέως, όσον αφορά τις απαιτήσεις από σύμβαση εργασίας, τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω οδηγίες και μεταφερθείσες στο εσωτερικό δίκαιο με τα άρθρα 236, 237, 238, 241, 367, μεταξύ άλλων, του [LSC] εγγυήσεις υπέρ των πιστωτών των εμπορικών εταιριών, όταν τα φυσικά πρόσωπα που συνιστούν τα ανώτατα όργανα της εταιρίας δεν τηρούν τις τυπικές απαιτήσεις δημοσιότητας ουσιωδών καταστατικών πράξεων της εταιρίας, όπως οι πράξεις αυτές ορίζονται στις οδηγίες 2009/101 και 2012/30 και όπως έχουν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με τον LSC;
3)
Αντιβαίνει η νομολογία του Sala de lo Social del Tribunal Supremo (τμήμα εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών του Ανωτάτου Δικαστηρίου) όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στις αποφάσεις του της 28ης Φεβρουαρίου 1997 (υπόθεση 1997\4220), της 28ης Οκτωβρίου 1997 (υπόθεση 1997\7680), της 31ης Δεκεμβρίου 1997 (υπόθεση 1997\9644), της 13ης Απριλίου 1998 (υπόθεση 1998\4577), της 17ης Ιανουαρίου 2000 (υπόθεση 2000\918), της 9ης Ιουνίου 2000 (υπόθεση 2000\5109), της 8ης Μαΐου 2002 και της 20ής Δεκεμβρίου 2012, στα άρθρα 20 και 21, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 του [Χάρτη], κατά το μέτρο που υποχρεώνει τον δανειστή απαιτήσεως από σύμβαση εργασίας, ήτοι τον μισθωτό εργαζόμενο, να κινήσει δύο ένδικες διαδικασίες –καταρχάς ενώπιον των δικαστηρίων εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών για την αναγνώριση της απαιτήσεως από σύμβαση εργασίας έναντι της εταιρίας και στη συνέχεια ενώπιον των πολιτικών ή εμπορικών δικαστηρίων για την κήρυξη της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του διαχειριστή της εταιρίας ή άλλων φυσικών προσώπων– όταν τούτο δεν απαιτείται για κανένα άλλο είδος δανειστή, ανεξαρτήτως της φύσεως της απαιτήσεώς του, ούτε στην οδηγία 2009/101 ούτε στην οδηγία 2012/30 ούτε στις εσωτερικές νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες μεταφέρονται στο εθνικό δίκαιο οι εν λόγω κοινοτικοί κανόνες;»
IV. Ανάλυση
41.
Καταρχάς, δίνοντας συνέχεια στην ερώτηση στην οποία κλήθηκαν να απαντήσουν οι μετέχοντες στη διαδικασία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή μου, το άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30 έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης. Κατόπιν, θα προβώ στην επί της ουσίας ανάλυση των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου.
Α. Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
42.
Με βάση την αυστηρή διατύπωση των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, με το πρώτο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν οι οδηγίες 2009/101 και 2012/30 παρέχουν στον μισθωτό που είναι δανειστής απαιτήσεως κατά της εταιρίας δικαίωμα να ασκήσει ενώπιον ενός και του αυτού δικαστηρίου την αγωγή με αίτημα την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του και την αγωγή με αίτημα την κήρυξη της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του διαχειριστή της εταιρίας. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την ισπανική νομολογία η οποία εξαιρεί από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων εργατικών διαφορών αγωγές με αίτημα τη διαπίστωση της αθετήσεως των υποχρεώσεων δημοσιότητας που υπέχουν οι υπεύθυνοι της εταιρίας όσον αφορά τις ουσιώδεις καταστατικές πράξεις της εταιρίας. Το τρίτο ερώτημα έγκειται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των μισθωτών πιστωτών και άλλων, μη μισθωτών, οι οποίοι δεν υποχρεούνται να κινήσουν χωριστές διαδικασίες.
43.
Καταρχάς, δύο είναι οι δυσκολίες που ανακύπτουν ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Η πρώτη σχετίζεται με τις διατάξεις των οδηγιών 2009/101 και 2012/30 που μνημονεύονται στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού και πριν από τα υπόλοιπα ( 13 ). Η δεύτερη προκύπτει από το αντικείμενό των εν λόγω διατάξεων, ήτοι όχι από το περιεχόμενο των εθνικών διατάξεων που σκοπούν στη διασφάλιση των αποτελεσμάτων που επιβάλλουν οι οδηγίες αυτές, αλλά από την επιλογή του περιορισμού της δικαιοδοσίας ratione materiae των ισπανικών δικαστηρίων εργατικών διαφορών όσον αφορά την εφαρμογή τους.
44.
Προκειμένου να εξακριβωθεί η δυνατότητα εφαρμογής, κατά το αιτούν δικαστήριο, των οδηγιών 2009/101 και 2012/30, προτείνω, κατά πρώτον, να ληφθεί ως αφετηρία η διαπίστωση ότι αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς αποτελεί η ευθύνη του διαχειριστή λόγω αθετήσεως των υποχρεώσεών του σε συνάρτηση με την αφερεγγυότητα ή την παύση των δραστηριοτήτων της εταιρίας της οποίας αυτός ήταν διαχειριστής.
45.
Ασφαλώς, οι διατάξεις των οδηγιών 2009/101 και 2012/30 σκοπούν στη βελτίωση της προσβάσεως στα στοιχεία που αφορούν την οικονομική κατάσταση των εταιριών και στη διευκόλυνση της λήψεως αποφάσεων από τα υπεύθυνα όργανα σε περίπτωση που παρουσιαστούν δυσκολίες, προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα των τρίτων και των πιστωτών.
46.
Εντούτοις, η αναφορά στην οδηγία 2009/101, καθόσον αυτή αφορά ειδικότερα την υποχρέωση δημοσιότητας καταστατικών πράξεων και εγγράφων που παρέχουν τη δυνατότητα στους τρίτους να ασκήσουν έλεγχο, είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι στον διαχειριστή προσάπτεται, ακριβώς, ότι δεν προέβη σε καμία πράξη.
47.
Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν η αναφορά στην οδηγία 2012/30, και ειδικότερα στα άρθρα 19 και 36 αυτής, είναι λυσιτελής. Η εν λόγο οδηγία σκοπεί, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 3 αυτής, στην εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη σύσταση των εταιριών καθώς και στη διατήρηση, την αύξηση και τη μείωση του κεφαλαίου τους για να εξασφαλισθεί μια ελάχιστη ισοδύναμη προστασία τόσο των μετόχων όσον και των πιστωτών των εταιριών αυτών. Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας αυτής, διευκρινίζεται ότι «[ε]ίναι απαραίτητες ενωσιακές διατάξεις σχετικά με τη διατήρηση του κεφαλαίου που συνιστά την εγγύηση των πιστωτών […]».
48.
Προκειμένου δε να επιτευχθούν οι ανωτέρω σκοποί, το άρθρο 19, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι, «[σ]ε περίπτωση σημαντικής μείωσης του καλυφθέντος κεφαλαίου, συγκαλείται η γενική συνέλευση, εντός προθεσμίας που ορίζεται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών, για να εξετασθεί αν πρέπει να λυθεί η εταιρία ή να ληφθεί οποιοδήποτε άλλο μέτρο».
49.
Αντιθέτως, μολονότι το άρθρο 36 της οδηγίας 2012/30 εντάσσεται στην ίδια λογική, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, σκόπιμη η αναφορά σε αυτό, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, η υπό κρίση διαφορά δεν εντάσσεται στο πλαίσιο αποφάσεως περί μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου υποκείμενης στην υποχρέωση δημοσιότητας που προβλέπει το άρθρο 34 της οδηγίας αυτής.
50.
Εξάλλου, θεωρώ χρήσιμο να διευκρινίσω, δεδομένου ότι στο Δικαστήριο απόκειται να το διαπιστώσει ( 14 ), ότι, κατά την άποψή μου, καμία άλλη διάταξη δεν χρήζει ερμηνείας.
51.
Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30, στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, ουδόλως προσδιορίζει το υπεύθυνο όργανο ( 15 ) σε περίπτωση μη συγκλήσεως της γενικής συνελεύσεως.
52.
Πρέπει επίσης να επισημανθεί η διαφορετική διατύπωση σε σχέση με το άρθρο 34, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει υποχρέωση δημοσιότητας σε περίπτωση αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως περί μειώσεως του καλυφθέντος εταιρικού κεφαλαίου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η νομοθεσία κάθε κράτους μέλους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας 2009/101. Η παραπομπή αυτή είναι που καθιστά δυνατή τη συσχέτιση με το άρθρο 7 της τελευταίας οδηγίας, βάσει του οποίου τα κράτη μέλη «προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις» σε περίπτωση μη τηρήσεως της εν λόγω υποχρεώσεως δημοσιότητας.
53.
Συνεπώς, κατά δεύτερον, θα πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι για τους οποίους η κύρια δίκη, η οποία αφορά την ευθύνη οργάνου της διοικήσεως μιας εταιρίας, στο μέτρο που το όργανο αυτό δεν προέβη στις αναγκαίες πράξεις για τη διασφάλιση της εξοφλήσεως των πιστωτών, έχει ως αντικείμενο την τήρηση της υποχρεώσεως που θεσπίζει το άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30.
54.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ο επιτακτικός χαρακτήρας του γράμματος της εν λόγω διατάξεως ( 16 ). Ο χαρακτήρας αυτός έχει ως αναγκαίο συμπλήρωμα τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης, γεγονός που δικαιολογεί την επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να μην κρίνει σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να προβλέψει ότι τα κράτη μέλη ορίζουν τις προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως ( 17 ).
55.
Στη συνέχεια, το γράμμα των επίμαχων διατάξεων του εσωτερικού δικαίου οδηγεί στη διαπίστωση ότι αυτές σκοπούν στη διασφάλιση των αποτελεσμάτων που επιβάλλει η οδηγία 2012/30, προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα των πιστωτών των εταιριών, ιδίως σε περίπτωση σημαντικής μειώσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 363 του οικείου νόμου ορίζει τους λόγους λύσεως της κεφαλαιουχικής εταιρίας, ιδίως σε περίπτωση μειώσεως της καθαρής περιουσίας της κατά το ήμισυ του εταιρικού κεφαλαίου ή παύσεως της δραστηριότητάς της. Κατά το άρθρο 365 του νόμου αυτού, ο διαχειριστής οφείλει να συγκαλέσει γενική συνέλευση προκειμένου να ληφθεί απόφαση περί λύσεως της εταιρίας ή κινήσεως της διαδικασίας πτωχεύσεως. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 367 του εν λόγω νόμου αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη των διαχειριστών, σε περίπτωση μη συγκλήσεως της γενικής συνελεύσεως, αποτελεί έκφραση της σύμφωνης προς τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας βουλήσεως να κινηθούν ταχύτατα οι διαδικασίες που προστατεύουν, μεταξύ άλλων, τους πιστωτές, προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι τους οποίους ενέχει η αδράνεια των εταιρικών οργάνων. Προς ενίσχυση, εξάλλου, των συνεπειών της παραλείψεως του διαχειριστή προβλέπεται, στο άρθρο 236 του LSC, αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστησαν οι πιστωτές, ενώ το άρθρο 240 του ίδιου νόμου παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής προς τον σκοπό αυτό.
56.
Επομένως, δεδομένου ότι οι διατάξεις που θεσπίστηκαν πληρούν τη ρητή απαίτηση του άρθρου 19 της οδηγίας 2012/30 και συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα των ορισθέντων με την εν λόγω οδηγία κανόνων ( 18 ), εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, καίτοι δεν προβλέπονται ρητώς από την εν λόγω οδηγία ( 19 ).
57.
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται στο σημείο αυτό η εξέταση επί της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου και, συνακόλουθα, της δεύτερης δυσχέρειας που ανακύπτει σε σχέση με αυτά.
Β. Επί της ουσίας
1. Επί του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
58.
Όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους, υπογραμμίζεται καταρχάς η ιδιαιτερότητα του αντικειμένου τους. Συγκεκριμένα, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις επιλογές του Ισπανού νομοθέτη στο πεδίο της οργανώσεως των δικαστηρίων προκειμένου να παρασχεθεί στους πιστωτές η δυνατότητα να επικαλεστούν την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή που παρέβη τις υποχρεώσεις του και, ιδίως, την υποχρέωση που ορίζεται στο άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30.
59.
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία ( 20 ), ελλείψει σχετικής ρύθμισης του δικαίου της Ένωσης, ο καθορισμός των αρμόδιων δικαστηρίων και η θέσπιση των λεπτομερών δικονομικών κανόνων για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας των παρεχόμενων από το δίκαιο της Ένωσης δικαιωμάτων των ιδιωτών είναι, κατ’ εφαρμογή της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, ζήτημα της εσωτερικής έννομης τάξης καθενός από αυτά.
60.
Ωστόσο, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη έχουν, σε κάθε περίπτωση, την ευθύνη της διασφαλίσεως της αποτελεσματικής προστασίας αυτών των δικαιωμάτων ( 21 ), οι εν λόγω λεπτομερείς δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 22 ).
61.
Οι απαιτήσεις αυτές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ισχύουν και όσον αφορά τον καθορισμό των δικαιοδοτικών οργάνων που είναι αρμόδια να εκδικάζουν τα ένδικα βοηθήματα που στηρίζονται στο δίκαιο της Ένωσης ( 23 ).
62.
Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το υποβληθέν ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30 καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 24 ) έχουν την έννοια ότι αντίκεινται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία υποχρεώνει τον εργαζόμενο, πιστωτή της εταιρίας στην οποία εργαζόταν, να προσφύγει σε δικαστήριο διαφορετικό από το δικαστήριο εργατικών διαφορών, με αίτημα να υποχρεωθεί ο διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην καταβολή των οφειλομένων ποσών.
63.
Ωστόσο, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στα εθνικά δικαστήρια να διαπιστώσουν κατά πόσον οι λεπτομερείς δικονομικοί κανόνες οι οποίοι αποσκοπούν στη διασφάλιση, στο εσωτερικό δίκαιο, της προστασίας των παρεχόμενων από το δίκαιο της Ένωσης δικαιωμάτων των ιδιωτών είναι σύμφωνοι προς τις αρχές αυτές. Πάντως, για τους σκοπούς της εκτιμήσεως στην οποία θα πρέπει να προβεί το εθνικό δικαστήριο, το Δικαστήριο μπορεί να του παράσχει ορισμένα στοιχεία σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ( 25 ).
64.
Η τήρηση της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει ότι ο επίμαχος εθνικός κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται σε παράβαση του δικαίου της Ένωσης και σε εκείνες που στηρίζονται σε παράβαση του εσωτερικού δικαίου έχουσα παρόμοιο αντικείμενο και παρόμοια αιτία ( 26 ). Ωστόσο, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η αρχή αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει το κράτος μέλος να επεκτείνει το πλέον ευνοϊκό εσωτερικό καθεστώς στο σύνολο των ενδίκων προσφυγών που ασκούνται στον τομέα του εργατικού δικαίου ( 27 ). Προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχει τηρηθεί η αρχή της ισοδυναμίας, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, να εξετάσει τόσο το αντικείμενο όσο και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των ενδίκων προσφυγών του εσωτερικού δικαίου που προβάλλονται ως παρόμοιες ( 28 ). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η θέση της εθνικής διατάξεως στο σύνολο της διαδικασίας, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ιδιομορφίες της ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών ( 29 ).
65.
Πλην όμως, διαπιστώνεται ότι, όπως επισήμανε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε στοιχεία σχετικά με προϋποθέσεις του παραδεκτού και της διαδικασίας οι οποίες να είναι περισσότερο ευνοϊκές για την άσκηση των παρεχομένων από την εθνική νομοθεσία δικαιωμάτων και τα οποία να δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την τήρηση της εν λόγω αρχής. Οι ειδικές διατάξεις που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο ( 30 ) διέπουν διαδικασίες μη συγκρίσιμες, δεδομένου ότι δεν προβλέπουν δικαιοδοσία του δικαστηρίου των εργατικών διαφορών επί άλλων αγωγών οι οποίες δεν συνδέονται με την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετασθεί εάν ο επίμαχος κανόνας έχει εφαρμογή μόνον επί των αγωγών με αίτημα την αναγνώριση της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του διαχειριστή, ενώ, όσον αφορά άλλες αγωγές, θα αρκούσε η άσκηση ενός μόνον ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του δικαστηρίου των εργατικών διαφορών ( 31 ).
66.
Ως προς την αρχή της αποτελεσματικότητας, η δυσκολία στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν αφορά την έλλειψη ενδίκου βοηθήματος ή την εξαιρετικά δυσχερή άσκησή του ( 32 ), αλλά μόνον τα μειονεκτήματα, που μνημονεύονται κατά τρόπο γενικό ( 33 ), τα οποία συνεπάγεται η κατανομή της αρμοδιότητας μεταξύ δύο δικαστηρίων στα οποία έχει ανατεθεί η εκδίκαση διαφορετικών κατηγοριών διαφορών.
67.
Σχετικώς πρέπει να υπομνησθεί ότι η επίμαχη εθνική δικονομική διάταξη πρέπει να εξετασθεί λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και την εξέλιξη της διαδικασίας και τις ιδιομορφίες αυτής ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ενδεχομένως, οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας ( 34 ).
68.
Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, εκτιμώ ότι πρέπει να σταθμιστούν ( 35 ) τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της επιλογής της κατανομής της αρμοδιότητας μεταξύ δύο δικαστηρίων στα οποία έχει ανατεθεί η εκδίκαση διαφορετικών κατηγοριών διαφορών.
69.
Το συμφέρον του εργαζομένου πιστωτή όπως το σύνολο της διαφοράς κριθεί από ένα και μόνο δικαστήριο, για πρακτικούς λόγους που άπτονται της διάρκειας και του κόστους της διαδικασίας, είναι αδιαμφισβήτητο. Όπως υπογράμμισε ο εκπρόσωπος του Α. Marína Lorente κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στους λόγους αυτούς στηρίχθηκε το Δικαστήριο προκειμένου να κρίνει ότι η υποχρέωση του εργαζομένου με σύμβαση ορισμένου χρόνου «να ασκήσει νέο ένδικο βοήθημα, ενδεχομένως ενώπιον διαφορετικού δικαστηρίου, για τον καθορισμό της προσήκουσας κυρώσεως σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται από δικαστική αρχή η καταχρηστικότητα της προσφυγής σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου» ( 36 ), δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αποτελεσματικότητας, στον βαθμό που «τούτο συνεπάγεται για τον εργαζόμενο αυτό δικονομικής φύσεως μειονεκτήματα σχετικά, μεταξύ άλλων, με τα έξοδα, τη διάρκεια της διαδικασίας και τους κανόνες εκπροσωπήσεως» ( 37 ).
70.
Ωστόσο, φρονώ ότι η λύση αυτή δεν μπορεί να γίνει εκ νέου δεκτή. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως, επρόκειτο για περίπτωση στην οποία έπρεπε να κινηθούν δύο διαφορετικές διαδικασίες, η πρώτη προκειμένου να διαπιστωθεί κατάχρηση και η δεύτερη προκειμένου να καθοριστούν οι κυρώσεις ( 38 ). Η λύση ( 39 ) που δόθηκε στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι οι αγωγές συνδέονταν άμεσα καθώς και στην έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων, ενώ το ζήτημα της ειδικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου θεωρήθηκε παρεπόμενο ( 40 ).
71.
Κατά την άποψή μου, τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι πολύ διαφορετικά. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ζήτημα της ευθύνης του διαχειριστή δεν συνδέεται με τον προσδιορισμό της μισθολογικής απαιτήσεως. Περαιτέρω, η εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή ασκήθηκε μόλις στο στάδιο της εκτελέσεως της αποφάσεως η οποία υποχρέωνε στην καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων.
72.
Κατά συνέπεια, τα μειονεκτήματα της κινήσεως δύο διαφορετικών διαδικασιών, προκειμένου να εξεταστούν αγωγές χωρίς ουσιαστικά άμεση σχέση, πρέπει να εκτιμηθούν με γνώμονα την επιταγή της ασφάλειας δικαίου η οποία παραδοσιακώς δικαιολογεί την εξειδίκευση των δικαστηρίων, τόσο στον τομέα των εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών όσο και των εμπορικών διαφορών.
73.
Η διάκριση αυτή βασίζεται στη διαπίστωση ότι ο ιδιαίτερος και τεχνικός χαρακτήρας ορισμένων διαφορών απαιτεί τη συγκέντρωσή τους ενώπιον ενός δικαστηρίου προκειμένου να διευκολυνθεί η εξέταση και η επίλυσή τους. Τούτο ισχύει τόσο στις υποθέσεις που αφορούν την εργασιακή σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, όσο και στις υποθέσεις εμπορικού χαρακτήρα που αφορούν διαφορές σχετικές με τις ληφθείσες στο πλαίσιο των εμπορικών εταιριών αποφάσεις, ιδίως σε περίπτωση οικονομικών δυσχερειών και, ειδικότερα, με την ευθύνη των διαχειριστών των εν λόγω εταιριών ( 41 ).
74.
Η οργάνωση αυτή των δικαστηρίων ευνοεί επίσης τη σφαιρική εκτίμηση της διαφοράς, δεδομένου ότι επιτρέπει σε ένα και μόνο δικαστήριο να εξετάσει το σύνολο των αγωγών των πιστωτών, και διευκολύνει την εκτίμηση της συνδρομής των προϋποθέσεων βάσει των οποίων μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη των οργάνων διοικήσεως.
75.
Συναφώς, θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί ότι η εν λόγω εξειδίκευση συνάδει προς τον επιδιωκόμενο από τον νομοθέτη της Ένωσης σκοπό ο οποίος έγκειται στο να λαμβάνονται αποφάσεις που επηρεάζουν την εταιρική πραγματικότητα, για παράδειγμα σε περίπτωση μειώσεως του κεφαλαίου, με τρόπο που «να ενισχυθεί η ομοιόμορφη προστασία των πιστωτών σε όλα τα κράτη μέλη» ( 42 ).
76.
Συνεπώς, η επιλογή να μην παρασχεθεί σε δικαστήριο, του οποίου η αποκλειστική αρμοδιότητα σκοπεί στη διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης δικαιωμάτων που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία, η ευχέρεια να εξετάσει το ζήτημα της ευθύνης διαχειριστή το οποίο δεν συνδέεται με την εκτέλεση συμβάσεως εργασίας και το οποίο ανατίθεται σε άλλο ειδικώς αρμόδιο δικαστήριο δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να καταστήσει εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση εκ μέρους των εργαζομένων των δικαιωμάτων τους, κατά μείζονα δε λόγο στο στάδιο της αναγκαστικής εκτελέσεως των μισθολογικών απαιτήσεων, μετά την υποχρεωτική εφαρμογή της προνομιακής κατατάξεως των σχετικών απαιτήσεων και την παρέμβαση του ταμείου εγγυήσεως των μισθών ( 43 ).
77.
Επιπροσθέτως, επισημαίνεται, όπως υπομνήσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία παρέχει στους εργαζομένους τη δυνατότητα να αμυνθούν έναντι της αδράνειας των οργάνων διοικήσεως της εταιρίας ζητώντας τη λύση της εταιρίας ενώπιον του δικαστηρίου εμπορικών διαφορών ( 44 ) ή και αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί ( 45 ). Η κίνηση εκ μέρους των εργαζομένων των διαδικασιών αυτών διευκολύνεται από την παρουσία τους εντός της εταιρίας και, επομένως, από την άμεση πρόσβαση που έχουν σε χρήσιμες πληροφορίες.
78.
Παρατηρείται επίσης ότι καμία από τις διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ασκήσουν παρέμβαση σε δίκη που αφορά αγωγή περί αναγνωρίσεως της ευθύνης του διαχειριστή η οποία έχει ήδη κινηθεί από άλλους πιστωτές.
79.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30 καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία υποχρεώνει τον εργαζόμενο, πιστωτή της εταιρίας στην οποία εργαζόταν, να προσφύγει σε δικαστήριο διαφορετικό από το δικαστήριο εργατικών διαφορών ζητώντας να αναγνωριστεί η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας, λόγω της αθετήσεως των εμπορικής φύσεως υποχρεώσεών του, τούτο δε υπό την επιφύλαξη ότι η ρύθμιση αυτή δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που διέπει παρόμοια ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου και δεν καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία αυτή, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
2. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
80.
Όσον αφορά το προδικαστικό αυτό ερώτημα, ως προς το οποίο ισχύει η ίδια προϋπόθεση που αναφέρεται στην ύπαρξη συνδετικού στοιχείου με το δίκαιο της Ένωσης ( 46 ), πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διάφορες καταστάσεις και, ως εκ τούτου, τον παρόμοιο χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της πράξεως του δικαίου της Ένωσης που εισάγει την εν λόγω διάκριση. Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι σκοποί του τομέα στον οποίο εμπίπτει η επίμαχη πράξη. Η διαπίστωση αυτή χωρεί επίσης, mutatis mutandis, στο πλαίσιο εκτιμήσεως της συμβατότητας, από πλευράς της αρχής της ίσης μεταχείρισης, των εθνικών μέτρων εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ( 47 ).
81.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ανεξαρτήτως της φύσεως της απαιτήσεως, οι δικονομικές προϋποθέσεις βάσει των οποίων εξετάζεται η εγγύηση που απορρέει από την ευθύνη του διαχειριστή πρέπει να είναι οι ίδιες, και ότι, επομένως, το δικαστήριο των εργατικών διαφορών μπορεί να επιληφθεί τόσο της αγωγής περί ικανοποιήσεως της απαιτήσεως όσο και της αγωγής περί αναγνωρίσεως της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του διαχειριστή.
82.
Εκτιμώ ότι επί της ουσίας δεν συντρέχει διαφορετική μεταχείριση. Η αναγνώριση της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του διαχειριστή μπορεί να ζητηθεί ανεξαρτήτως της φύσεως της απαιτήσεως έναντι της εταιρίας.
83.
Σε επίπεδο διαδικασίας, λόγω ακριβώς της μισθολογικής φύσεως της απαιτήσεως και του ειδικού καθεστώτος εγγυήσεων που καθιερώνει σχετικά ο νόμος σε περίπτωση παύσεως της δραστηριότητας του εργοδότη ή αφερεγγυότητάς του, υφίσταται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ της ενοχικής και της εμπορικής απαιτήσεως η οποία δικαιολογεί την αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων εργατικών διαφορών.
84.
Οι ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την αναγνώριση της ευθύνης του διαχειριστή δικαιολογούν, επίσης, τη μη υπαγωγή της σχετικής διαφοράς στην αποκλειστική ειδική δικαιοδοσία των εργατικών διαφορών ( 48 ), κατά μείζονα λόγο στο στάδιο της εκτελέσεως της αποφάσεως με την οποία καθορίστηκε το ύψος της οφειλής και προσδιορίστηκε ο κύριος οφειλέτης.
85.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων που κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη, στον βαθμό που οι εργαζόμενοι της εταιρίας πιστωτές οι οποίοι οφείλουν να προσφύγουν σε δικαστήριο διαφορετικό από το δικαστήριο εργατικών διαφορών ζητώντας να αναγνωριστεί η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας, λόγω της αθετήσεως των εμπορικής φύσεως υποχρεώσεών του, δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με αυτήν των λοιπών πιστωτών της εν λόγω εταιρίας, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
V. Πρόταση
86.
Βάσει του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Juzgado de lo Social no 30 de Barcelona (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 30 της Βαρκελώνης, Ισπανία) ως εξής:
1)
Το άρθρο 19 της οδηγίας 2012/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 54, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση ανωνύμων εταιριών και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου τους, καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία υποχρεώνει τον εργαζόμενο, πιστωτή της εταιρίας στην οποία απασχολούνταν, να προσφύγει σε δικαστήριο διαφορετικό από το δικαστήριο εργατικών διαφορών ζητώντας να αναγνωριστεί η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας, λόγω της αθετήσεως των εμπορικής φύσεως υποχρεώσεών του, τούτο δε υπό την επιφύλαξη ότι η ρύθμιση αυτή δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που διέπει παρόμοια ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου και δεν καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία αυτή, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
2)
Εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων που κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον βαθμό που οι εργαζόμενοι της εταιρίας πιστωτές οι οποίοι οφείλουν να προσφύγουν σε δικαστήριο διαφορετικό από το δικαστήριο εργατικών διαφορών ζητώντας να αναγνωριστεί η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας, λόγω της αθετήσεως των εμπορικής φύσεως υποχρεώσεών του, δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με αυτήν των λοιπών πιστωτών της εν λόγω εταιρίας, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2009, L 258, σ. 11.
( 3 ) ΕΕ 2012, L 315, σ. 74.
( 4 ) Τετάρτη οδηγία του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζομένη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζʹ, της Συνθήκης, περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17).
( 5 ) Έβδομη οδηγία του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζʹ, της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ 1983, L 193, σ. 1).
( 6 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 1986, L 372, σ. 1).
( 7 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (ΕΕ 1991, L 374, σ. 7).
( 8 ) BOE αριθ. 161, της 3ης Ιουλίου 2010, σ. 58472, στο εξής: LSC.
( 9 ) BOE αριθ. 157, της 2ας Ιουλίου 1985, σ. 20632, στο εξής: LOPJ.
( 10 ) BOE αριθ. 164, της 10ης Ιουλίου 2003, σ. 26905.
( 11 ) BOE αριθ. 154, της 29ης Ιουνίου 1994, σ. 20658.
( 12 ) BOE αριθ. 245, της 11ης Οκτωβρίου 2011, σ. 106584.
( 13 ) Όταν έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτής, οι δε διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση δεν μπορούν να θεμελιώσουν, αυτές και μόνες, την αρμοδιότητα αυτή (βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 22, της 27ης Μαρτίου 2014, Torralbo Marcos, C‑265/13, EU:C:2014:187, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Delvigne, C‑650/13, EU:C:2015:648, σκέψη 27).
( 14 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2010, Ίδρυμα Τύπου (C‑81/09, EU:C:2010:622, σκέψη 31), και της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Σε αντίθεση με τα άρθρα 4, 11 ή 25 της οδηγίας που προβλέπουν περιπτώσεις στοιχειοθετήσεως ευθύνης.
( 16 ) Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι «συγκαλείται η γενική συνέλευση […]».
( 17 ) Κατά το στοιχείο αυτό είναι που διαφέρει η εν λόγω περίπτωση από αυτή της μειώσεως κεφαλαίου που προβλέπεται στο άρθρο 36 της οδηγίας 2012/30, το οποίο παρέχει συγκεκριμένο δικαίωμα, ήτοι την απόκτηση εγγυήσεων, και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις ασκήσεώς του προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά του.
( 18 ) Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, Gallotti κ.λπ., (C‑58/95, C‑75/95, C‑112/95, C‑119/95, C‑123/95, C‑135/95, C‑140/95, C‑141/95, C‑154/95 και C‑157/95, EU:C:1996:323, σκέψη 14 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 19 ) Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund (C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 39).
( 20 ) Βλ., μεταξύ άλλων, δύο πρόσφατες αποφάσεις με τις οποίες δίδεται απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τον περιορισμό της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου σε τομείς στους οποίους προβλέπεται αυξημένη προστασία του ενάγοντος (καταναλωτή στην πρώτη απόφαση, μισθωτού στη δεύτερη απόφαση): αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová (C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψεις 37 και 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 21 ) Βλ. όσον αφορά την εν λόγω υποχρέωση, συναφώς, αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 45), και της 27ης Ιουνίου 2013, Agrokonsulting (C‑93/12, EU:C:2013:432, σκέψη 35).
( 22 ) Κατά πάγια νομολογία, βλ., ιδίως στο πλαίσιο του εργατικού δικαίου, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez (C‑326/96, EU:C:1998:577, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Προτείνεται η αναδιατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, με την προσθήκη των όρων αυτών, ελλείψει ειδικότερων διευκρινίσεων στην απόφαση περί παραπομπής. Η εν λόγω διατύπωση στηρίζεται σε εκείνη που ακολουθείται στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Orizzonte Salute (C‑61/14, EU:C:2015:655, σκέψη 42). Φρονώ ότι δεν απαιτείται να περιληφθεί αναφορά στο άρθρο 47 του Χάρτη, κατά το πρότυπο της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2016, Toma και Biroul Executorului Judecătoresc Horațiu-Vasile Cruduleci (C‑205/15, EU:C:2016:499, σκέψη 38), με την οποία υφίσταται κάποια αναλογία στο μέτρο που η απόφαση αυτή απαντά σε προδικαστικό ερώτημα που αφορά τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη, επί των οποίων ερείδεται το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπό κρίση υπόθεση (βλ. σημεία 80 επ. των παρουσών προτάσεων). Συγκεκριμένα, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της νομολογίας, φρονώ ότι αρκεί η αναφορά στην αρχή της αποτελεσματικότητας που αντιστοιχεί πλήρως στο αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης που αφορά την οργάνωση των λεπτομερών δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος (βλ. σημείο 66 των παρουσών προτάσεων). Κατά την άποψή μου, η αναφορά στην αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας ή στο άρθρο 47 και στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη φαίνεται να είναι αναγκαία μόνο στις αιτήσεις ερμηνείας που αφορούν περιπτώσεις ελλείψεως ενδίκου βοηθήματος ή εφαρμογής των προϋποθέσεων παραδεκτού που ορίζει η εθνική νομοθεσία και οι οποίες έχουν ως συνέπεια να θίγεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος προσβάσεως στη δικαιοσύνη, για παράδειγμα, με την επιβολή αποτρεπτικών δικαστικών εξόδων, μη καλυπτόμενων από τη δικαστική αρωγή, με τον περιορισμό του κύκλου των προσώπων που έχουν ενεργητική νομιμοποίηση, με τη θέσπιση προκαθορισμένων αποκλειστικών προθεσμιών, με τη μη τροποποίηση των προϋποθέσεων κοινοποιήσεως ελλείψει προσώπων που να έχουν έννομο συμφέρον, κλπ.
( 25 ) Βλ., ιδίως, σκέψη 40 της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez (C‑326/96, EU:C:1998:577).
( 26 ) Βλ., ιδίως, σκέψη 41 της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez (C‑326/96, EU:C:1998:577).
( 27 ) Βλ. σκέψη 42 της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez (C‑326/96, EU:C:1998:577).
( 28 ) Βλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez (C‑326/96, EU:C:1998:577, σκέψεις 39 και 43 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 16ης Μαΐου 2000, Preston κ.λπ. (C‑78/98, EU:C:2000:247, σκέψη 49).
( 29 ) Βλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez (C‑326/96, EU:C:1998:577, σκέψη 44), και της 27ης Ιουνίου 2013, Agrokonsulting (C‑93/12, EU:C:2013:432, σκέψη 38).
( 30 ) Βλ. σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.
( 31 ) Βλ., ενδεικτικώς, σκέψεις 51 και 52 της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez (C‑326/96, EU:C:1998:577), κατ’ αντιστοιχία προς τις αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 2009, Pontin (C‑63/08, EU:C:2009:666, σκέψη 55), και της 27ης Ιουνίου 2013, Agrokonsulting (C‑93/12, EU:C:2013:432, σκέψη 41).
( 32 ) Βλ. ενδεικτικώς, όσον αφορά τα κριτήρια, απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψεις 51 έως 55).
( 33 ) Συναφώς, ο εκπρόσωπος του A. Marína Lorente εξέθεσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τις περιστάσεις λόγω των οποίων το «99 % των εργαζομένων» αποτρέπεται από το να ασκήσει αγωγή: η ένδικη διαδικασία λαμβάνει χώρα μετά από ένα πρώτο στάδιο απόπειρας ικανοποιήσεως της απαιτήσεως, το οποίο διαρκεί περίπου δύο έτη, και η αρχή της δωρεάν διεξαγωγής της διαδικασίας δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των εργαζομένων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Οι εν λόγω εργαζόμενοι ενδέχεται επίσης να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι λοιποί πιστωτές μπορούν να ζητήσουν την αναγνώριση της ευθύνης του διαχειριστή στο πλαίσιο ταχύτερης διαδικασίας, οι απαιτήσεις τους, στην πράξη, εξοφλούνται ολοσχερώς πριν από τις απαιτήσεις των εργαζομένων.
( 34 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψη 61).
( 35 ) Κατά το μέτρο που, σύμφωνα με τον συνήθη ορισμό της αρχής της ισοδυναμίας, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη της Ένωσης καθίσταται «υπερβολικά δυσχερής».
( 36 ) Βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψη 63).
( 37 ) Βλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 51). Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C-184/15 και C-197/15, EU:C:2016:680, σκέψη 63).
( 38 ) Βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψεις 31 και 63).
( 39 ) Βλ. επίσης, υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψεις 50 και 51).
( 40 ) Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680) και, ειδικότερα, τη διαφορετική διατύπωση της σκέψεως 63 και του σημείου 2 του διατακτικού).
( 41 ) Η περίπτωση αυτή πρέπει να διακρίνεται από εκείνη κατά την οποία διαπιστώνεται αντικειμενικώς η παράλειψη τροποποιήσεως του καταστατικού ή αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου και στην οποία στηρίζεται η νομολογιακή τάση η οποία εκτίθεται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου (βλ. σημείο 37 των παρουσών προτάσεων). Επιπροσθέτως, η εφαρμογή του άρθρου 367 του LSC διέπεται από διαφορετικές προϋποθέσεις των οποίων η συνδρομή πρέπει να εξακριβωθεί, ιδίως σχετικά με την ημερομηνία γενέσεως των απαιτήσεων οι οποίες πρέπει να μεταγενέστερες της επελεύσεως της εκ νόμου λόγου λύσεως της εταιρίας.
( 42 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2012/30.
( 43 ) Δικαιώματα τα οποία επισήμανε ο Α. Marína Lorente με τις γραπτές παρατηρήσεις του. Ειδικότερα, όσον αφορά το ταμείο εγγυήσεως των μισθών, βλ. οδηγία 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ 2008, L 283, σ. 36).
( 44 ) Βλ. άρθρο 366 του LSC.
( 45 ) Βλ. άρθρο 241 του LSC.
( 46 ) Βλ. σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.
( 47 ) Βλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, IBV & Cie (C‑195/12, EU:C:2013:598, σκέψεις 50 και 52 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Βλ. σημείο 73 των παρουσών προτάσεων.