ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 6ης Σεπτεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑244/16 P
Industrias Químicas del Vallés SA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή μερικής ακυρώσεως – Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Κανονιστική πράξη η οποία δεν απαιτεί εκτελεστικά μέτρα – Ζήτημα αν η πράξη αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα – Ένσταση μερικής ελλείψεως νομιμότητας – Φυτοπροστατευτικά προϊόντα – Κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009 – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 540/2011 – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/408 – Διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και κατάρτιση καταλόγου ουσιών υποψήφιων προς υποκατάσταση – Metalaxyl»
I. Εισαγωγή
1.
Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι η αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησε η Industrias Químicas del Vallés SA (στο εξής: IQV) κατά της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2016, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (T‑296/15, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2016:79).
2.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή με την οποία η IQV ζητούσε τη μερική ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/408 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και τον καθορισμό καταλόγου υποψηφίων προς υποκατάσταση (στο εξής: επίδικος κανονισμός) ( 2 ). Κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα και, αφετέρου, ότι ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει, έναντι αυτής, εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
3.
Η αίτηση αναιρέσεως της IQV παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει την ερμηνεία του ρήματος «περιλαμβάνουν», το οποίο χρησιμοποιείται στην εν λόγω διάταξη ( 3 ). Ειδικότερα, ο όρος αυτός, αν και ουσιώδης για την εφαρμογή της προμνημονευθείσας διατάξεως, στην πραγματικότητα δεν έχει αποτελέσει ακόμη αντικείμενο ερμηνείας από το Δικαστήριο, ακόμη και στις υποθέσεις, για παράδειγμα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852), ή της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284).
II. Το νομικό πλαίσιο
A. Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ
4.
Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων ( 4 ), περιλάμβανε, στο παράρτημά της Ι, κατάλογο εγκεκριμένων δραστικών ουσιών για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.
5.
Με το άρθρο 1 και το παράρτημα της οδηγίας 2010/28/ΕΕ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2010, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου ώστε να καταχωριστεί η ουσία metalaxyl ως δραστική ουσία ( 5 ), ο κατάλογος του παραρτήματος Ι της οδηγίας 91/414 τροποποιήθηκε προκειμένου να προστεθεί σε αυτόν, ιδίως, το metalaxyl.
B. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009
6.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414 του Συμβουλίου ( 6 ), ορίζει στο άρθρο 50, το οποίο τιτλοφορείται «Συγκριτική αξιολόγηση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν ουσίες υποψήφιες για υποκατάσταση», τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διενεργούν συγκριτική αξιολόγηση όταν αξιολογούν αίτηση αδειοδότησης φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει δραστική ουσία η οποία έχει εγκριθεί ως ουσία υποψήφια για υποκατάσταση. Τα κράτη μέλη δεν αδειοδοτούν ή περιορίζουν τη χρήση φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ουσία υποψήφια για υποκατάσταση προς χρήση σε συγκεκριμένη καλλιέργεια, εφόσον η συγκριτική αξιολόγηση, η οποία σταθμίζει τους κινδύνους και τα οφέλη, όπως ορίζεται στο παράρτημα IV, αποδεικνύει ότι:
[…]
4. Όσον αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν ουσία υποψήφια για υποκατάσταση, τα κράτη μέλη διενεργούν την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 συγκριτική αξιολόγηση τακτικά και το αργότερο κατά την ανανέωση ή την τροποποίηση της άδειας.
Βάσει των αποτελεσμάτων της εν λόγω συγκριτικής αξιολόγησης, τα κράτη μέλη διατηρούν, ανακαλούν ή τροποποιούν την άδεια.»
7.
Στο κεφάλαιο XI, το οποίο τιτλοφορείται «Μεταβατικές και τελικές διατάξεις», περιλαμβάνεται το άρθρο 80 του κανονισμού 1107/2009, υπό τον τίτλο «Μεταβατικά μέτρα», το οποίο, στην παράγραφο 7, ορίζει τα εξής:
«Μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 2013, η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο ουσιών που περιέχονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 4 του παραρτήματος ΙΙ του παρόντος κανονισμού και στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 50 του παρόντος κανονισμού.»
8.
Το άρθρο 83 του κανονισμού 1107/2009, το οποίο τιτλοφορείται «Κατάργηση», ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 80, οι οδηγίες 79/117/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 46)] και 91/414/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τις πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα V, καταργούνται με ισχύ από τις 14 Ιουνίου 2011, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις καταληκτικές ημερομηνίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που ορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.
Οι παραπομπές στις καταργούμενες οδηγίες λογίζονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό. […]»
Γ. Οι εκτελεστικοί κανονισμοί
1. Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 540/2011
9.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 1 και το άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 540/2011 της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2011, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον κατάλογο των εγκεκριμένων δραστικών ουσιών ( 7 ), οι δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 λογίζονται εγκεκριμένες δυνάμει του κανονισμού 1107/2009.
2. Ο επίδικος κανονισμός
10.
Το άρθρο 1 του επίδικου κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Υποψήφιοι προς υποκατάσταση», ορίζει τα εξής:
«Οι δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 4 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) […] 1107/2009, είναι αυτές που περιέχονται στον κατάλογο του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού.
Η πρώτη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης σε δραστικές ουσίες που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) […] 1107/2009, σύμφωνα με τα μεταβατικά μέτρα του άρθρου 80 παράγραφος 1.»
11.
Ο κατάλογος του παραρτήματος του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει το:
«[…]
metalaxyl
[…]».
III. Το ιστορικό της διαφοράς
12.
Το ιστορικό της διαφοράς εκτέθηκε συνοπτικά από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 1 έως 9 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.
13.
Η αναιρεσείουσα είναι ισπανική εταιρεία, στις δραστηριότητες της οποίας περιλαμβάνεται η παραγωγή, η πώληση, η διανομή, η αντιπροσωπεία και η διάθεση στο εμπόριο φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ζωοτροφών και άλλων χημικών προϊόντων. Εισάγει στην Ισπανία, μεταξύ άλλων, μια δραστική χημική ουσία, το metalaxyl, και εμπορεύεται φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν την εν λόγω δραστική ουσία σε διάφορα κράτη μέλη.
14.
Τον Απρίλιο του 1995 η αναιρεσείουσα και μία άλλη εταιρεία υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές της Πορτογαλικής Δημοκρατίας αίτηση καταχωρίσεως του metalaxyl στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.
15.
Με την απόφαση 2003/308/ΕΚ, της 2ας Μαΐου 2003, σχετικά με τη μη καταχώριση της ουσίας metalaxyl στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414 και την απόσυρση των εγκρίσεων για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία ( 8 ), η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του metalaxyl στον κατάλογο δραστικών ουσιών ο οποίος περιλαμβάνεται στο εν λόγω παράρτημα και κάλεσε τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν τις άδειες φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την εν λόγω δραστική ουσία και να μην χορηγούν πλέον νέες άδειες για τέτοια προϊόντα.
16.
Με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (T‑158/03, EU:T:2005:253), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως την οποία άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της αποφάσεως 2003/308. Ωστόσο, η απόφαση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου αναιρέθηκε από το Δικαστήριο ( 9 ). Επιπλέον, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η διαφορά ήταν ώριμη προς εκδίκαση, απεφάνθη επί της ουσίας της υποθέσεως, με βάση τη δεύτερη περίοδο του άρθρου 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ακύρωσε την απόφαση 2003/308.
17.
Κατόπιν της ως άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, στις 23 Απριλίου 2010, εξέδωσε την οδηγία 2010/28 για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414 ώστε να καταχωριστεί η ουσία metalaxyl ως δραστική ουσία. Η οδηγία 2010/28 καταργήθηκε εν τέλει με τον κανονισμό 1107/2009. Ωστόσο, κατά την αιτιολογική σκέψη 1 και το άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011, οι δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 λογίζονται στο εξής εγκεκριμένες δυνάμει του κανονισμού 1107/2009.
18.
Στις 11 Μαρτίου 2015 η Επιτροπή εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό με σκοπό την εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 7, του κανονισμού 1107/2009, διατάξεως που ορίζει ότι η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο ουσιών που περιέχονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια προκειμένου να θεωρούνται ως ουσίες υποψήφιες προς υποκατάσταση και στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 50 του κανονισμού αυτού. Ο εν λόγω κατάλογος, ο οποίος περιέχεται στο παράρτημα του επίδικου κανονισμού, περιλαμβάνει το metalaxyl.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
19.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Ιουνίου 2015 η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση του επίδικου κανονισμού και την κήρυξη του κανονισμού 1107/2009 ως μερικώς ανεφάρμοστου.
20.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή. Έκρινε, αφενός, ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, αφετέρου, ότι ο κανονισμός αυτός αποτελεί κανονιστική πράξη που περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
21.
Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή προέβαλε προσβολή του δικαιώματός της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
V. Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22.
Με την αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, να κρίνει παραδεκτή την προσφυγή ακυρώσεως κατά του επίδικου κανονισμού και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας. Επίσης, ζητεί να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
23.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
VI. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
24.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους. Πρώτον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός αποτελεί κανονιστική πράξη που περιλαμβάνει, έναντι αυτής, εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Δεύτερον, προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η απόρριψη της προσφυγής της ως απαράδεκτης δεν την αποστερεί από την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Τέλος, τρίτον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός δεν την αφορά ατομικά.
25.
Επιπλέον, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ο επίδικος κανονισμός την αφορά άμεσα.
Α. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η απουσία εκτελεστικών μέτρων του επίδικου κανονισμού
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
26.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τις σκέψεις 39 έως 41, 43 έως 46, 48 έως 50, 58 και 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
27.
Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, για τον χαρακτηρισμό του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση» και για τη συνακόλουθη εφαρμογή του καθεστώτος που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009 δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα.
28.
Καταρχάς, μολονότι η ενδεχόμενη ανανέωση της άδειας του metalaxyl συντελείται επίσημα με πράξη της Επιτροπής κατόπιν σχετικής αιτήσεως της IQV, η πράξη αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί ως εκτελεστική του επίδικου κανονισμού, αλλά ως εκτελεστική του κανονισμού 1107/2009, ο οποίος ρυθμίζει τη διαδικασία ανανεώσεως της εγκρίσεως δραστικών ουσιών.
29.
Εν συνεχεία, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι άμεση συνέπεια του επίδικου κανονισμού είναι η υπαγωγή των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν metalaxyl, για τα οποία η IQV είναι κάτοχος άδειας, καθώς και της χρήσεώς τους στη συγκριτική αξιολόγηση την οποία προβλέπει το άρθρο 50 του κανονισμού 1107/2009. Ειδικότερα, το άρθρο 50, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού επιβάλλει στα κράτη μέλη να διενεργούν τη συγκριτική αξιολόγηση τακτικά και το αργότερο κατά την ανανέωση ή την τροποποίηση της άδειας.
30.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ότι η διεξαγωγή της συγκριτικής αξιολογήσεως δεν επηρεάζει τους όρους της εκ μέρους των κρατών μελών χορηγήσεως ή αρνήσεως χορηγήσεως, ανανεώσεως, ανακλήσεως ή τροποποιήσεως των αδειών για διάθεση στην αγορά χωρίς να λάβει υπόψη ότι η ως άνω συνέπεια του επίδικου κανονισμού είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε απόφαση που λαμβάνεται από εθνική αρχή.
31.
Τα μέτρα που λαμβάνονται, κατά περίπτωση, από τις εθνικές αρχές δεν μπορούν να θεωρηθούν εκτελεστικά μέτρα του επίδικου κανονισμού, δεδομένου ότι δεν επηρεάζουν ούτε το νομικό καθεστώς του metalaxyl ως ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση ούτε το καθεστώς που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009.
32.
Τέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και όσον αφορά την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των φυτοπροστατευτικών προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών. Ειδικότερα, λόγω της εκδόσεως του επίδικου κανονισμού, η αμοιβαία αναγνώριση προϊόντος που περιέχει ουσία υποψήφια προς υποκατάσταση δεν είναι πλέον αυτόματη, αντίθετα προς τα όσα ισχύουν για κάθε άλλη δραστική ουσία.
33.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
34.
Η Επιτροπή δέχεται, κατά τα φαινόμενα, ότι νομική βάση των πράξεων που πρόκειται να εκδοθούν από την ίδια ή τα κράτη μέλη λόγω της καταχωρίσεως του metalaxyl στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών δεν θα είναι ο επίδικος κανονισμός, αλλά ο κανονισμός 1107/2009. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι οι πράξεις αυτές αποτελούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι παρέχουν στην αναιρεσείουσα πρόσβαση σε δικαστήριο, «σύμφωνα με τη ratio της διατάξεως αυτής» ( 10 ).
35.
Εν συνεχεία, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι οι πράξεις της Επιτροπής ή των κρατών μελών ουδόλως θα επηρεάσουν τον χαρακτηρισμό του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση», αλλά ούτε και το νομικό καθεστώς που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009 για την εν λόγω κατηγορία ουσιών, δεν είναι βάσιμο. Ειδικότερα, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η αναιρεσείουσα μπορεί να προβάλει παρεμπιπτόντως την έλλειψη νομιμότητας του χαρακτηρισμού του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση» καθώς και του νομικού καθεστώτος που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009 για τις εν λόγω ουσίες.
36.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβούν στη συγκριτική αξιολόγηση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν metalaxyl χωρίς προηγούμενη αίτηση άδειας ή αίτηση ανανεώσεως δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η σχετική απόφαση των κρατών μελών δύναται να προσβληθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων εφόσον μεταβάλλει την έννομη κατάσταση της αναιρεσείουσας. Επιπλέον, στην περίπτωση που η συγκριτική αξιολόγηση είναι αρνητική για ένα ή περισσότερα προϊόντα και ενδέχεται, κατά συνέπεια, να θίξει τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, το κράτος μέλος θα ανακαλέσει την άδεια που χορηγήθηκε για τα προϊόντα αυτά. Η εν λόγω ανάκληση θα έχει τη μορφή πράξεως που είναι επίσης δεκτική προσβολής.
2. Ανάλυση
α) Προκαταρκτική παρατήρηση επί της ερμηνείας του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ
37.
Με την αίτηση αναιρέσεως η IQV υποστηρίζει ότι ο χαρακτηρισμός του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση» και η συνακόλουθη εφαρμογή του καθεστώτος που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009 συντελούνται κατά τρόπο «άμεσο και ευθύ», χωρίς να είναι απαραίτητο κάποιο εκτελεστικό μέτρο ( 11 ).
38.
Συνεπώς, ενώπιον του Δικαστηρίου τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα αν η υπαγωγή του metalaxyl σε ειδικούς κανόνες που προβλέπονται από τον κανονισμό 1107/2009 αποτελεί απλή «συνέπεια» του επίδικου κανονισμού για την οποία δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα stricto sensu ή αν, αντίθετα, οι πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή ή τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογήν των ειδικών κανόνων του κανονισμού 1107/2009 πρέπει να θεωρηθούν εκτελεστικά μέτρα του επίδικου κανονισμού, επειδή οι εν λόγω κανόνες παράγουν συγκεκριμένες συνέπειες έναντι της αναιρεσείουσας μόνο μέσω των πράξεων αυτών.
39.
Σε πιο θεωρητικό επίπεδο, τίθεται το ζήτημα αν το ρήμα «περιλαμβάνουν» στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ αφορά αποκλειστικά τα εκτελεστικά μέτρα που λαμβάνονται με άμεσο θεμέλιο μια κανονιστική πράξη «Β» ή αν το περιεχόμενό του μπορεί να επεκταθεί ώστε να καταλαμβάνει και τις πράξεις που εκδίδονται με βάση έναν προγενέστερο κανονισμό «Α», αλλά κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού «Β» η θέσπιση του οποίου είναι αναγκαία για την εφαρμογή του προγενέστερου κανονισμού, δηλαδή στο πλαίσιο μιας έμμεσης αλυσιδωτής ακολουθίας ή, τρόπον τινά, εξ αντανακλάσεως.
40.
Είναι περιττό να υπομνησθεί ότι το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τροποποιήθηκε δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας ούτως ώστε να παρέχει μια τρίτη δυνατότητα άμεσης προσβάσεως στον δικαστή της νομιμότητας. Πλέον, «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί […] να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα» ( 12 ).
41.
Το Δικαστήριο, μολονότι αναγνώρισε ότι το τρίτο αυτό σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «καθιστά ηπιότερες τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από φυσικά και νομικά πρόσωπα» ( 13 ), εντούτοις υιοθέτησε συναφώς περιοριστική ερμηνεία.
42.
Καταρχάς, ερμήνευσε την «κανονιστική πράξη» υπό την έννοια ότι «η τροποποίηση του δικαιώματος προσφυγής των φυσικών και νομικών προσώπων, κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αποσκοπούσε στην παροχή στα πρόσωπα αυτά της δυνατότητας να ασκήσουν, υπό ηπιότερες προϋποθέσεις, προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεων γενικής ισχύος εξαιρουμένων [ωστόσο] των νομοθετικών πράξεων» ( 14 ).
43.
Εν συνεχεία, όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την απουσία εκτελεστικών μέτρων, ένα γενικό πλαίσιο αναλύσεως καθορίστηκε επ’ ευκαιρία της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852):
–
πρώτον, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, όταν μια κανονιστική πράξη περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα, «ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της έννομης τάξεως της Ένωσης διασφαλίζεται ανεξαρτήτως του αν τα εν λόγω μέτρα προέρχονται από την Ένωση ή από τα κράτη μέλη» ( 15 ). Ειδικότερα, ο ιδιώτης μπορεί, στην πρώτη περίπτωση, να ασκήσει ευθεία προσφυγή κατά των εκτελεστικών μέτρων ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης και, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, να επικαλεστεί προς στήριξη της προσφυγής του την έλλειψη νομιμότητας της βασικής πράξεως και, στη δεύτερη περίπτωση, να αμφισβητήσει το κύρος της βασικής πράξεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία μπορούν να υποβάλουν σχετικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ( 16 )·
–
δεύτερον, το Δικαστήριο περιορίζει την εξέταση σχετικά με την ύπαρξη εκτελεστικών μέτρων «[στην] κατάσταση του προσώπου που επικαλείται το δικαίωμα προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ. Είναι, επομένως, αδιάφορο αν η επίμαχη πράξη επάγεται εκτελεστικά μέτρα που αφορούν άλλους πολίτες» ( 17 ), και,
–
τρίτον, η εξέταση πρέπει «να γίνεται αποκλειστικά με βάση το αντικείμενο της προσφυγής και, στην περίπτωση που ο προσφεύγων ζητεί τη μερική μόνον ακύρωση της πράξεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον τα εκτελεστικά μέτρα τα οποία περιλαμβάνει ενδεχομένως το μέρος αυτό της πράξεως» ( 18 ).
44.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284), ενέμεινε στην περιοριστική ερμηνεία, εκτιμώντας ότι ο ισχυρισμός ότι τα μέτρα που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο είχαν απλώς διεκπεραιωτικό χαρακτήρα «στερείται […] σημασίας στο πλαίσιο της εξετάσεως του κατά πόσον για την εφαρμογή των [επίμαχων] κανονισμών απαιτούνταν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ» ( 19 ). Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι «η προϋπόθεση σχετικά με την απουσία εκτελεστικών μέτρων δεν πρέπει να συγχέεται με τη προϋπόθεση η πράξη να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα» ( 20 ).
45.
Το Δικαστήριο, εξαιρώντας τις νομοθετικές πράξεις από την έννοια της «κανονιστικής πράξεως» και περιλαμβάνοντας στην έννοια του «εκτελεστικού μέτρου» κάθε πράξη που εκδίδει η Ένωση ή κράτος μέλος με βάση πράξη γενικής ισχύος του δικαίου της Ένωσης, περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ στην απλούστερη δυνατή εκδοχή του.
46.
Αν, επιπλέον, γίνει δεκτό ότι ο όρος «περιλαμβάνουν» έχει την έννοια ότι καλύπτει κάθε πράξη που εκδίδεται κατόπιν πράξεως της Ένωσης, τότε οφείλω να αναγνωρίσω ότι ήταν ορθή η άποψη εκείνων που έσπευσαν να συμπεράνουν ότι, με την εκτεθείσα στα σημεία 42 έως 44 των παρουσών προτάσεων ερμηνεία της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η πρόσβαση των ιδιωτών στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ουδόλως μεταβλήθηκε στην πράξη ( 21 ).
47.
Ωστόσο, όπως υπενθύμισε πρόσφατα το Δικαστήριο προκειμένου να θεμελιώσει την αρμοδιότητά του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, αφενός, «το άρθρο 47 […] του Χάρτη, το οποίο επιβεβαιώνει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ορίζει ότι, σε περιπτώσεις προσβολής των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει, στην πράξη, τη δυνατότητα να προσφύγει στη δικαιοσύνη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο [και, αφετέρου,] η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου προς διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κράτους δικαίου» ( 22 ). Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τυχόν δικονομικές δυσχέρειες, ιδίως από απόψεως κόστους, διάρκειας και κανόνων εκπροσωπήσεως, δεν στερούνται σημασίας για την εκτίμηση του σεβασμού της εν λόγω αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα κράτη μέλη ( 23 ). Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι δεν ισχύει το ίδιο και για την Ένωση. Τέτοιες δικονομικές δυσχέρειες ασφαλώς και θα δημιουργούνταν αν επιβαλλόταν στον ιδιώτη να ασκήσει παρεμπίπτον ένδικο βοήθημα –αν υποτεθεί ότι υφίσταται τέτοιο βοήθημα– ενώ μπορεί να του επιτραπεί η ευθεία προσφυγή, και μάλιστα χωρίς να παραβιασθούν οι προϋποθέσεις των Συνθηκών.
β) Επί της έννοιας του όρου «περιλαμβάνουν»
48.
Με βάση το συμπέρασμα της προκαταρκτικής μου παρατηρήσεως, φρονώ ότι το ρήμα «περιλαμβάνουν» της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αφορά αποκλειστικά τα εκτελεστικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται κατ’ ανάγκην με άμεσο θεμέλιο ορισμένη κανονιστική πράξη.
49.
Αυτή η ερμηνεία του όρου «περιλαμβάνουν» επιρρωννύεται από τη γραμματική ερμηνεία, από τον επιδιωκόμενο με την τροποποίηση του άρθρου 230 ΕΚ σκοπό και από την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
50.
Καταρχάς, εστιάζοντας στην έννοια της λέξεως «comporter» (περιλαμβάνουν) στη γαλλική απόδοση της διατάξεως, παρατηρώ ότι αυτή σημαίνει «inclure en soi» (ενέχουν) ( 24 ). Συνεπώς, κανονιστική πράξη που δεν περιλαμβάνει εκτελεστικό μέτρο είναι μια πράξη η εφαρμογή της οποίας δεν επιβάλλει ή δεν απαιτεί καμία συμπληρωματική πράξη, δηλαδή μια πράξη αυτοτελής ( 25 ).
51.
Από τα ανωτέρω δεν συνάγεται επομένως ότι η διαπίστωση περί υπάρξεως μέτρου που ελήφθη κατόπιν της επίμαχης κανονιστικής πράξεως αρκεί, αφ’ εαυτής, για την απόρριψη της προσφυγής που ασκείται κατά της πράξεως αυτής. Τουναντίον, δεδομένου ότι η πράξη γενικής ισχύος, η οποία είναι προσβλητή με βάση την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να είναι αυτοτελής προκειμένου να αποτελέσει αντικείμενο ευθείας προσβολής με αυτό το θεμέλιο, η χρήση της λέξεως «περιλαμβάνουν» (comporter) επιβάλλει την ύπαρξη άμεσου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ως άνω μέτρου και της ρυθμίσεως γενικής ισχύος ( 26 ). Ελλείψει τέτοιου συνδέσμου μεταξύ των δύο πράξεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη πράξη επιβάλλεται ή απαιτείται από την πρώτη.
52.
Προκειμένου να αποφεύγονται, στο μέτρο του δυνατού, τυχόν διαφωνίες και δυσχέρειες, ο εν λόγω αιτιώδης σύνδεσμος πρέπει να εξομοιώνεται με τη νομική βάση. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση προς την ερμηνεία του νομικού συνδέσμου που είναι απαραίτητος για την εφαρμογή του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, η έμμεση παρεμβολή της προσβαλλομένης πράξεως στη διαδικασία εκδόσεως του διαπιστωνόμενου εκτελεστικού μέτρου δεν αρκεί ( 27 ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο επίδικος κανονισμός τυγχάνει εφαρμογής μόνον έμμεσα στην ένδικη διαφορά που θα ανακύψει κατόπιν των μέτρων που ενδέχεται να εκδοθούν από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη με άμεσο θεμέλιο τον κανονισμό 1107/2009.
53.
Εν συνεχεία, την ανωτέρω γραμματική ερμηνεία επιβεβαιώνει και ο σκοπός που επιδιώκεται με την προσθήκη, στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τρίτης δυνατότητας προσβάσεως στον δικαστή της νομιμότητας. Πράγματι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 60 της αποφάσεως της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625), η τροποποίηση του δικαιώματος προσφυγής των φυσικών και νομικών προσώπων, κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αποσκοπούσε στην παροχή προς τα πρόσωπα αυτά της δυνατότητας να ασκούν προσφυγή υπό ηπιότερες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, «η Συνθήκη της Λισσαβώνας, προκειμένου να ενισχύσει τη δικαστική προστασία των φυσικών και νομικών προσώπων έναντι πράξεων της Ένωσης, διεύρυνε τις προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως με τη θέσπιση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ το οποίο επιτρέπει την άσκηση τέτοιας προσφυγής και κατά των κανονιστικών πράξεων που αφορούν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο άμεσα χωρίς να απαιτούν εκτελεστικά μέτρα» ( 28 ).
54.
Πλην όμως, όσο διευρύνεται το περιεχόμενο της προϋποθέσεως σχετικά με την ύπαρξη εκτελεστικών μέτρων τόσο περιορίζεται το περιεχόμενο της προσθήκης στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
55.
Τέλος, υπέρ της οριοθετήσεως του περιεχομένου του όρου «περιλαμβάνουν» συνηγορούν και λόγοι ασφάλειας δικαίου. Ειδικότερα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, κατά την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, TWD Textilwerke Deggendorf (C-188/92, EU:C:1994:90), ένας ιδιώτης που, χωρίς αμφιβολία, θα νομιμοποιούνταν ενεργητικώς κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ να προσβάλει πράξη της Ένωσης με προσφυγή ακυρώσεως δεν δύναται, μετά την παρέλευση της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να αμφισβητήσει το κύρος της πράξεως αυτής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που καθιερώνει το άρθρο 277 ΣΛΕΕ ( 29 ). Το Δικαστήριο είχε πρόσφατα την ευκαιρία να επιβεβαιώσει ότι η διεύρυνση των προϋποθέσεων του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας δεν σηματοδότησε εγκατάλειψη της νομολογίας αυτής ( 30 ).
56.
Κατά συνέπεια, όσο πιο ασθενής είναι ο σύνδεσμος μεταξύ της κανονιστικής πράξεως και του εκτελεστικού μέτρου τόσο πιο δύσκολο είναι για τον ιδιώτη να εκτιμήσει αν μπορεί να προσβάλει ευθέως την εν λόγω κανονιστική πράξη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η αβεβαιότητα αυτή δημιουργεί όχι μόνο κίνδυνο για τον ιδιώτη –σε περίπτωση που η προσφυγή ακυρώσεως κατά της κανονιστικής πράξεως κριθεί απαράδεκτη από το Γενικό Δικαστήριο ή το εθνικό δικαστήριο αρνηθεί να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως– αλλά και ανασφάλεια στην έννομη τάξη της Ένωσης, καθώς η διαπίστωση περί υπάρξεως εκτελεστικού μέτρου συνδεόμενου με την επίμαχη κανονιστική πράξη ενδέχεται να διαφέρει ανά άτομο ή ανά δικαστήριο.
57.
Εν κατακλείδι, με βάση τη γραμματική και την τελολογική ερμηνεία καθώς και την αρχή της ασφάλειας δικαίου, φρονώ ότι το ρήμα «περιλαμβάνουν» στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αφορά αποκλειστικά τα εκτελεστικά μέτρα που λαμβάνονται με άμεσο και αναγκαίο θεμέλιο ορισμένη κανονιστική πράξη.
58.
Είναι αλήθεια ότι η μεμονωμένη θεώρηση του επίδικου κανονισμού μπορεί να φαίνεται τεχνητή. Ειδικότερα, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, αν ο κατάλογος των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών είχε προσαρτηθεί στον κανονισμό 1107/2009 και όχι σε διακριτό κανονισμό, το ζήτημα της υπάρξεως εκτελεστικών μέτρων πιθανόν δεν θα ετίθετο, καθώς οι συνέπειες του χαρακτηρισμού των ενώσεων χαλκού ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση» θα επέρχονταν κατ’ ανάγκην με μέτρα εκτελεστικά του κανονισμού αυτού και μόνον. Ωστόσο, έχω τη γνώμη ότι η σκέψη αυτή δεν επηρεάζει την ανωτέρω ανάλυση. Υπό την επιφύλαξη της καταχρήσεως εξουσίας ή της παραβιάσεως κανόνα κατανομής αρμοδιοτήτων, οι οποίες θα καθιστούσαν άκυρη την οικεία πράξη, η επιλογή του νομικού μέσου εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οργάνου που εκδίδει την πράξη και όχι του Δικαστηρίου.
γ) Επί της εφαρμογής από το Γενικό Δικαστήριο του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ
59.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός αποτελεί κανονιστική πράξη κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αμφισβητείται.
60.
Όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 31 και 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, πρόκειται, αφενός, για πράξη γενικής ισχύος που εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς καθοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων που προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Αφετέρου, ο επίδικος κανονισμός πρέπει να θεωρηθεί ως μη νομοθετική πράξη, διότι, σύμφωνα με τα κριτήρια που δέχεται το Δικαστήριο για την εφαρμογή της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν εκδόθηκε σύμφωνα με συνήθη ή ειδική νομοθετική διαδικασία.
61.
Αντιθέτως, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 41, 44 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, αντίστοιχα, ότι:
–
«οι συνέπειες του [επίδικου] κανονισμού ως προς τη διάρκεια ισχύος της ανανεώσεως της εγκρίσεως ήδη εγκεκριμένης ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση, όπως το metalaxyl, πρόκειται να παραχθούν έναντι της [IQV] μόνο μέσω κανονισμού που θα εκδώσει η Επιτροπή για την ανανέωση της εν λόγω εγκρίσεως» και ότι, συνεπώς, ο κανονισμός αυτός που θα εκδώσει η Επιτροπή αποτελεί εκτελεστικό μέτρο κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ·
–
«οι συνέπειες του [επίδικου] κανονισμού ως προς τη διεξαγωγή, από τα κράτη μέλη, συγκριτικής αξιολογήσεως των κινδύνων για την υγεία ή το περιβάλλον από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν metalaxyl σε σχέση με κάποιο προϊόν υποκαταστάσεως ή με μη χημική μέθοδο προλήψεως ή καταπολεμήσεως των επιβλαβών οργανισμών πρόκειται να παραχθούν έναντι της [IQV] μόνο μέσω πράξεων που θα εκδώσουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών» και ότι, συνεπώς, οι πράξεις αυτές αποτελούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ· και ότι
–
«οι συνέπειες του [επίδικου] κανονισμού ως προς τη διαδικασία αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών διαθέσεως στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν ουσία υποψήφια προς υποκατάσταση αφορούν αποκλειστικά το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη μέλη προκειμένου να αποφανθούν επί των σχετικών αιτήσεων. Οι συνέπειες αυτές θα παραχθούν, κατά περίπτωση, έναντι της [IQV] μόνο μέσω των πράξεων με τις οποίες οι εθνικές αρχές αποφαίνονται επί αιτήσεων αμοιβαίας αναγνωρίσεως που υποβάλλονται από την προσφεύγουσα» και ότι, συνεπώς, οι πράξεις αυτές αποτελούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
62.
Ειδικότερα, αντίθετα προς τα όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, έχω τη γνώμη ότι οι διάφορες προμνημονευθείσες πράξεις δεν αποτελούν εκτελεστικά μέτρα του επίδικου κανονισμού κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι δεν εκδίδονται με άμεσο θεμέλιο τον κανονισμό αυτό. Αντιθέτως, όπως φαίνεται να δέχεται η ίδια η Επιτροπή, έκαστη εκ των πράξεων αυτών θα έχει ως νομική βάση διάταξη του κανονισμού 1107/2009 ( 31 ).
63.
Βεβαίως, η έκδοση του επίδικου κανονισμού ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1107/2009 σχετικά με τις υποψήφιες προς υποκατάσταση ουσίες. Ωστόσο, μετά από την εγγραφή της δραστικής ουσίας, δυνάμει του επίδικου κανονισμού, στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών, οι ειδικές διατάξεις του κανονισμού 1107/2009 για τις ουσίες αυτές έχουν αυτομάτως εφαρμογή. Συνεπώς, ο επίδικος κανονισμός δεν αποτελεί το άμεσο θεμέλιο των μέτρων που πρόκειται να εκδοθούν από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη.
64.
Αντιθέτως, όπως ορθώς υποστηρίζει η IQV, ο επίδικος κανονισμός παράγει per se τις ειδικές συνέπειές του. Είναι, με άλλα λόγια, αυτοτελής: η καταχώριση του metalaxyl ως ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση συντελείται άμεσα και ευθέως κατ’ εφαρμογήν του επίδικου κανονισμού και μόνον.
65.
Ακριβώς αυτή η καταχώριση αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η IQV. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να ληφθούν υπόψη τα μέτρα που θα εκδοθούν, ενδεχομένως, από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη με βάση τον κανονισμό 1107/2009 όσον αφορά το metalaxyl, δεδομένου ότι ουδόλως θα επηρεάσουν την καταχώρισή του στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών. Πράγματι, προκειμένου να εκτιμηθεί το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται με βάση την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η ύπαρξη εκτελεστικών μέτρων πρέπει να εξακριβώνεται αποκλειστικά με βάση την κατάσταση του προσώπου που επικαλείται το δικαίωμα προσφυγής καθώς και το αντικείμενο της προσφυγής ( 32 ).
66.
Επιπλέον, δεν συμμερίζομαι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι πράξεις που εκδίδονται με βάση τον κανονισμό 1107/2009 αποτελούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ «δεδομένου ότι παρέχουν […] πρόσβαση σε δικαστήριο, σύμφωνα με τη ratio της διατάξεως αυτής» ( 33 ).
67.
Βεβαίως, το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τροποποιήθηκε ώστε ο ιδιώτης να μην υποχρεούται να παραβιάσει το δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο. Ωστόσο, ο προβληματισμός αυτός και η συνακόλουθη τροποποίηση των Συνθηκών πρέπει να εντάσσονται στο συνολικό πλαίσιο του συστήματος ενδίκων βοηθημάτων, όπως το αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, η συνοχή του οποίου διασφαλίζει την πληρότητα του καθιερούμενου από τις Συνθήκες συστήματος ελέγχου της νομιμότητας.
68.
Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι «η Συνθήκη ΛΕΕ, με τα άρθρα της 263 και 277, αφενός, και με το άρθρο της 267, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον δικαστή της Ένωσης» ( 34 ), στηρίζεται σε διορθωτική λογική. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το εν λόγω σύστημα είναι πλήρες διότι, χάρη στην ένσταση ελλείψεως νομιμότητας και στην προδικαστική παραπομπή προς εκτίμηση του κύρους, «[μ]ε τον τρόπο αυτό προστατεύονται τα φυσικά και νομικά πρόσωπα από την εφαρμογή έναντι αυτών πράξεων γενικού περιεχομένου που δεν μπορούν να προσβάλουν απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω των ειδικών προϋποθέσεων περί παραδεκτού που καθορίζει το άρθρο [263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ]» ( 35 ). Επομένως, οι παρεμπίπτοντες μηχανισμοί ελέγχου της νομιμότητας επιτελούν αντισταθμιστική λειτουργία ( 36 ).
69.
Κατά τη γνώμη μου, η τυχόν διεύρυνση του περιεχομένου κάποιας από τις προϋποθέσεις που καθιερώνει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ κατά τρόπον ώστε η ακυρωτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποκλείεται υπέρ ενός παρεμπίπτοντος ελέγχου θα ανέτρεπε τη λογική του συστήματος. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις περί παραδεκτού του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα ενός υποθετικού αντισταθμιστικού μέσου παροχής ένδικης προστασίας. Αντιθέτως, οι προϋποθέσεις των αντισταθμιστικών αυτών μέσων παροχής ένδικης προστασίας πρέπει, κατά περίπτωση, να τυγχάνουν ευρείας ερμηνείας στην περίπτωση που η ευθεία πρόσβαση στα δικαστήρια της Ένωσης δεν είναι δυνατή.
70.
Φρονώ ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προσέγγιση αυτή επ’ ευκαιρία της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2000, Schiocchet κατά Επιτροπής (C‑289/99 P, EU:C:2000:641). Ειδικότερα, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει στη διάταξη αυτή ότι η παρεχόμενη από το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δυνατότητα προβολής του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού μπορεί να αποτελεί μόνο λόγο ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής και όχι το αντικείμενο της προσφυγής αυτής και ότι, «συνεπώς, το παραδεκτό των προσφυγών πρέπει να κρίνεται βάσει των αιτημάτων τους, ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας που μπορούν να προβληθούν προς στήριξή τους» ( 37 ).
71.
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η IQV προέβαλε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του κανονισμού 1107/2009, φρονώ ότι δεν είναι ασυνεπές το να γίνεται επίκληση των κανόνων του κανονισμού αυτού στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξετάσεως της προσφυγής ακυρώσεως που στρέφεται κατά του επίδικου κανονισμού, αλλά οι κανόνες αυτοί να μη λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του παραδεκτού της εν λόγω προσφυγής. Επομένως, φρονώ ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η IQV σεβάστηκε πλήρως τη διάρθρωση των μέσων παροχής ένδικης προστασίας καθώς, αφενός, προσέβαλε τον επίδικο κανονισμό και, αφετέρου, προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 1107/2009 ( 38 ).
72.
Αυτή η δικονομική επιλογή διαφοροποιεί, εξάλλου, την υπό κρίση υπόθεση από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284).
73.
Εκ πρώτης όψεως, η τελευταία αυτή υπόθεση φαίνεται να αφορά παρόμοιο μηχανισμό, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία ένα στοιχείο ουσιώδες για την εφαρμογή του εκτελεστικού κανονισμού Χ, με βάση τον οποίο πρόκειται να εκδοθούν εκτελεστικά μέτρα, καθορίζεται με τον εκτελεστικό κανονισμό Υ.
74.
Ωστόσο, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, αλλά είχαν ζητήσει την ακύρωση δύο κανονισμών. Τα εκτελεστικά μέτρα των οποίων την ύπαρξη διαπίστωσε το Δικαστήριο στη σκέψη 40 της αποφάσεως αυτής θεμελιώνονται ρητώς στους δύο επίμαχους κανονισμούς: μολονότι οι αιτήσεις πιστοποιητικών βασίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 302/2011 της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 2011, σχετικά με το άνοιγμα έκτακτης δασμολογικής ποσόστωσης εισαγωγής για ορισμένες ποσότητες ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 2010/2011 ( 39 ), εντούτοις οι αποφάσεις που εκδίδονται από τις εθνικές αρχές επί των αιτήσεων αυτών εφαρμόζουν τους συντελεστές που καθορίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 393/2011 της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 2011, σχετικά με τον καθορισμό συντελεστή κατανομής για την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής που ζητήθηκαν από την 1η έως τις 7 Απριλίου 2011 για προϊόντα του τομέα της ζάχαρης στο πλαίσιο ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων και την αναστολή της υποβολής αιτήσεων για τα πιστοποιητικά αυτά ( 40 ).
75.
Ειδικότερα, στη σκέψη 40 της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284), το Δικαστήριο έκρινε ότι, «ως προς τους εκτελεστικούς κανονισμούς 302/2011 και 393/2011, διαπιστώνεται ότι αυτοί παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα έναντι των αναιρεσειουσών μόνο μέσω των πράξεων που εξέδωσαν οι εθνικές αρχές κατόπιν της καταθέσεως των αιτήσεων χορηγήσεως πιστοποιητικών βάσει του εκτελεστικού κανονισμού 302/2011». Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «[με τις] αποφάσεις για τη χορήγηση τέτοιων πιστοποιητικών […] εφαρμόστηκαν στις περιπτώσεις των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων οι συντελεστές που καθορίζονταν στον κανονισμό 393/2011» και ότι, ως εκ τούτου, «οι αποφάσεις περί πλήρους ή μερικής απορρίψεως των σχετικών αιτήσεων συνιστούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ».
76.
Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, η IQV δεν ζητεί την ακύρωση του κανονισμού με βάση τον οποίο πρόκειται να εκδοθούν τα ενδεχόμενα εκτελεστικά μέτρα.
3. Συμπέρασμα επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
77.
Δεδομένου ότι τα εκτελεστικά μέτρα την ύπαρξη των οποίων διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο είναι μέτρα τα οποία δεν θεμελιώνονται άμεσα στον επίδικο κανονισμό αλλά στον κανονισμό 1107/2009, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η IQV πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
78.
Κατά συνέπεια, θα εξετάσω τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μόνον επικουρικώς.
Β. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά το ζήτημα αν ο επίδικος κανονισμός αφορά ατομικά την IQV
79.
Θα εξετάσω πρώτα τον τρίτο λόγο αναιρέσεως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά το ζήτημα της ελλείψεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της αναιρεσείουσας στην περίπτωση που αυτή δεν έχει δικαίωμα ευθείας προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την προϋπόθεση η πράξη να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα. Κατά συνέπεια, αν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η IQV ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι δυνατόν να γίνει δεκτή, υπό τον όρο ο επίδικος κανονισμός να αφορά την IQV και άμεσα.
80.
Επομένως, το ζήτημα αν η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη θίγει το δικαίωμα της IQV σε αποτελεσματική δικαστική προστασία ανακύπτει μόνον εάν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή της IQV απαράδεκτη βάσει ορθής ερμηνείας του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, είναι πιο λογικό να αντιστραφεί η σειρά εξετάσεως του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως ( 41 ).
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
81.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 28 και 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός δεν την αφορά ατομικά.
82.
Προς στήριξη του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα επικαλείται το γεγονός ότι ήταν η μόνη που κοινοποίησε το metalaxyl και, ως εκ τούτου, η μόνη που υπερασπίστηκε την ουσία αυτή κατά τη διαδικασία αδειοδοτήσεώς της στην Ένωση. Οι προγενέστερες προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου έχουν επίσης σημασία για την εξατομίκευση της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι οδήγησαν στην ακύρωση μιας πρώτης, αρνητικής, αποφάσεως της Επιτροπής και στην έκδοση οδηγίας για την καταχώριση του metalaxyl ( 42 ).
83.
Επομένως, δεδομένου ότι η IQV είναι η μοναδική επιχείρηση που υποστήριξε την καταχώριση του metalaxyl στην Ένωση κατά την έκδοση του επίδικου κανονισμού και, ως εκ τούτου, η μόνη υπεύθυνη για την καταχώριση αυτή, ο εν λόγω κανονισμός την αφορά ατομικά. Η περίσταση αυτή τη διαφοροποιεί, όσον αφορά το metalaxyl, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
84.
Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι, κατά την αιτιολογική του σκέψη 4, ο επίδικος κανονισμός εκδόθηκε με βάση, μεταξύ άλλων, εκθέσεις ανασκοπήσεως των ουσιών. Σε μία από τις εκθέσεις αυτές επισημαίνεται ότι η κοινοποίηση του metalaxyl έγινε μόνο από την ίδια.
85.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει επιχειρήματα από τα οποία να προκύπτει ότι εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι η ίδια ήταν η μόνη που υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως του metalaxyl στον κατάλογο των δραστικών ουσιών που περιλαμβάνεται στον κανονισμό 1107/2009 δεν αρκεί για να την εξατομικεύσει σε σχέση με τον επίδικο κανονισμό.
86.
Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι, κατά την Επιτροπή, αβάσιμος, επειδή, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο επίδικος κανονισμός αφορά την αναιρεσείουσα αποκλειστικά και μόνο λόγω της αντικειμενικής της ιδιότητας ως εισαγωγέα metalaxyl και ως πωλητή προϊόντων που περιέχουν την εν λόγω ουσία, εξίσου με κάθε άλλο φορέα ο οποίος βρίσκεται, πραγματικά ή δυνητικά, σε όμοια κατάσταση.
2. Ανάλυση
87.
Συμμερίζομαι τις παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με το παραδεκτό του τρίτου λόγου που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως.
88.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 169 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι προβαλλόμενοι λόγοι πρέπει να προσδιορίζουν «με ακρίβεια τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου που αμφισβητούνται». Κατά πάγια νομολογία, αυτό σημαίνει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα τα οποία στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό ( 43 ). Κατά συνέπεια, ο λόγος ο οποίος δεν περιέχει κανένα νομικό επιχείρημα προς απόδειξη του σε τι συνίσταται η πλάνη περί το δίκαιο του Γενικού Δικαστηρίου και ο οποίος συνίσταται σε απλό αίτημα επανεξετάσεως του δικογράφου της προσφυγής δεν πληροί τις απαιτήσεις αυτές ( 44 ).
89.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσδιορίζει τις σκέψεις της διατάξεως τις οποίες προτίθεται να αμφισβητήσει. Επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι δεν αναπτύσσει κανένα νομικό επιχείρημα προς απόδειξη της υπάρξεως πλάνης περί το δίκαιο στις σκέψεις 28 και 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Ειδικότερα, η IQV απλώς επαναλαμβάνει τις πραγματικές περιστάσεις που ενδέχεται να την εξατομικεύουν, τις οποίες είχε ήδη θέσει υπόψη του Γενικού Δικαστηρίου, επισημαίνοντας μάλιστα τα οικεία σημεία του δικογράφου της προσφυγής ( 45 ), χωρίς να διατυπώνει την παραμικρή κριτική κατά του νομικού συλλογισμού στον οποίο στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
90.
Επομένως, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ζητείται, στην πραγματικότητα, από το Δικαστήριο η απλή επανεξέταση των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Γ. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά την αποτελεσματική δικαστική προστασία της IQV
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
91.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι η απόρριψη της προσφυγής της ως απαράδεκτης δεν θα την αποστερούσε από την αποτελεσματική δικαστική προστασία.
92.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να αμφισβητήσει εθνικό εκτελεστικό μέτρο το οποίο να της παρέχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τις συνέπειες του επίδικου κανονισμού. Ειδικότερα, ενόσω καμία εθνική αρχή δεν αποφασίζει να προβεί στην υποκατάσταση του metalaxyl, η δραστική αυτή ουσία θα υπόκειται σε τακτικές συγκριτικές αξιολογήσεις. Ωστόσο, αν η εθνική αρχή, κατόπιν των συγκριτικών αυτών αξιολογήσεων, δεν αποφασίσει την υποκατάσταση του metalaxyl, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορεί να προσβάλει τις «αποφάσεις» αυτές, διότι δεν θα έχει έννομο συμφέρον να στραφεί κατά πράξεως που δεν της προκαλεί βλάβη.
93.
Επομένως, η αναιρεσείουσα υποχρεούται να προκαλέσει την έκδοση αρνητικής αποφάσεως από τις εθνικές αρχές προκειμένου να μπορέσει να την προσβάλει και να αμφισβητήσει, στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, τον χαρακτηρισμό του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση».
94.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, επειδή η IQV απλώς επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου χωρίς να προσδιορίζει πλάνη περί το δίκαιο στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη. Επικουρικώς, προβάλλει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
2. Ανάλυση
95.
Θα έτεινα, a priori, και εγώ να συμμεριστώ τις παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με το παραδεκτό του δεύτερου λόγου που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως.
96.
Ειδικότερα, αντίθετα προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 169 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και από την υπομνησθείσα στο σημείο 88 των παρουσών προτάσεων νομολογία, η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως κατά των οποίων βάλλει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
97.
Ωστόσο, γίνεται ευχερώς κατανοητό ότι η κριτική της αφορά το σύνολο του σκεπτικού του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη δικαστική προστασία της αναιρεσείουσας, δηλαδή τις σκέψεις 51 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Η πλάνη περί το δίκαιο έγκειται στο συμπέρασμα που το Γενικό Δικαστήριο αντλεί με βάση το σκεπτικό αυτό.
98.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτός. Στην περίπτωση αυτή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο απλώς εφάρμοσε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η Συνθήκη ΛΕΕ, με τα άρθρα της 263 και 277, αφενός, και με το άρθρο της 267, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον δικαστή της Ένωσης ( 46 ), μολονότι η νομολογία αυτή επικρίθηκε ευρέως στη θεωρία για τον λόγο ότι η «πληρότητα» του συστήματος αποτελεί ενίοτε αυταπάτη.
99.
Στο πλαίσιο αυτό, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία δεν μπορούν, λόγω των προϋποθέσεων παραδεκτού που καθορίζει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να προσβάλουν ευθέως ενώπιον του δικαστή της Ένωσης μια κανονιστική πράξη της Ένωσης προστατεύονται από την εφαρμογή έναντι αυτών της εν λόγω πράξεως με τη δυνατότητα να προσβάλουν τα εκτελεστικά μέτρα που απαιτεί η πράξη αυτή ( 47 ).
100.
Ειδικότερα, «[ό]ταν η υλοποίηση των πράξεων αυτών απόκειται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τα [φυσικά ή νομικά πρόσωπα] μπορούν να ασκήσουν ευθεία προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης κατά των πράξεων εφαρμογής υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και να επικαλεστούν, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, προς στήριξη της προσφυγής τους, την έλλειψη νομιμότητας της γενικής βασικής πράξεως. Όταν η εν λόγω υλοποίηση απόκειται στα κράτη μέλη, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να επικαλεστούν την ακυρότητα των επίμαχων πράξεων της Ένωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, υποχρεώνοντάς τα να υποβάλουν σχετικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα» ( 48 ).
101.
Εν προκειμένω, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να μην ακολουθήσει την ερμηνεία μου για την κανονιστική πράξη «που δεν περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα», θα είναι ορθή η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
102.
Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο κανονισμός 1107/2009 όσο και ο επίδικος κανονισμός πρέπει να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παρεμπίπτοντος ελέγχου. Βεβαίως, ο επίδικος κανονισμός δεν θα συνιστά τη νομική βάση, υπό στενή έννοια, των εκτελεστικών μέτρων. Ωστόσο, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν επιβάλλει τέτοιο βαθμό αυστηρότητας κατά τον προσδιορισμό του νομικού συνδέσμου που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της προσβαλλομένης πράξεως και της πράξεως κατά της οποίας προβάλλεται η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, προκειμένου να έχει εφαρμογή το άρθρο 277 ΣΛΕΕ ( 49 ). Στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, τίθεται το ζήτημα αν η έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως θα ήταν δυνατή εάν δεν υφίστατο ο κανόνας κατά του οποίου στρέφεται η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας ( 50 ).
103.
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα εκτελεστικά μέτρα που ενδεχομένως θα ληφθούν με βάση τον κανονισμό 1107/2009 δεν θα μπορούσαν να θεσπιστούν αν το metalaxyl δεν είχε, προηγουμένως, καταχωρισθεί στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών δυνάμει του επίδικου κανονισμού.
104.
Επιπλέον, η τυχόν απόρριψη της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας κατά του επίδικου κανονισμού θα οδηγούσε σε πλήρη εξαίρεση του τελευταίου από τον δικαστικό έλεγχο, επειδή η ευθεία προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου θα αποκλειόταν λόγω των εκτελεστικών μέτρων που αυτός ο κανονισμός «περιλαμβάνει». Η εξαίρεση αυτή θα ήταν αναμφίβολα αντίθετη προς την Ένωση δικαίου, στην οποία τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υπόκεινται σε έλεγχο της συμφωνίας των πράξεων τους, μεταξύ άλλων, με τη Συνθήκη ΛΕΕ και τις γενικές αρχές του δικαίου ( 51 ). Επομένως, η εξαίρεση αυτή θα συνιστούσε έλλειμμα στο σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών που καθιερώνει η Συνθήκη ΛΕΕ προκειμένου να αναθέσει στο Δικαστήριο τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης. Κατά συνέπεια, το εν λόγω σύστημα θα έπαυε να είναι πλήρες.
3. Συμπέρασμα επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και συμπληρωματικές παρατηρήσεις επί της σημασίας του άρθρου 19 ΣΕΕ
105.
Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει αβάσιμο τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, τότε το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι έπρεπε να απορριφθεί το επιχείρημα της αναιρεσείουσας σχετικά με την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Ειδικότερα, ακόμη κι αν η IQV δεν μπορεί, λόγω των προϋποθέσεων παραδεκτού που καθιερώνει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να προσβάλει ευθέως τον επίδικο κανονισμό ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, δύναται, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 59 της εν λόγω διατάξεως, να προβάλει παρεμπιπτόντως την ακυρότητα του κανονισμού αυτού ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.
106.
Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω από το επιχείρημα ότι η αναιρεσείουσα δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει τη συγκριτική αξιολόγηση που διενεργείται από τα κράτη μέλη ενόσω οι εθνικές αρχές αποφασίζουν την ανανέωση της άδειας φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει metalaxyl, διότι η απόφαση αυτή δεν μεταβάλλει την έννομη κατάσταση της αναιρεσείουσας και συνεπώς δεν αναγνωρίζεται ως δεκτική προσβολής από τα ισπανικά δικαστήρια.
107.
Πράγματι, όπως έκρινε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέψουν τα ένδικα βοηθήματα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.
108.
Εξάλλου, η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) και του Tribunal Constitucional (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ισπανία) σχετικά με την απαίτηση εννόμου συμφέροντος, την οποία επικαλείται η IQV προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν δύναται να μεταβάλει το περιεχόμενο του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
109.
Ειδικότερα, δεδομένου ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρέωση αποτελέσματος, «απόκειται στα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και τους επιμέρους δικονομικούς κανόνες που έχουν εφαρμογή επί των προσφυγών που ασκούνται ενώπιόν τους, όπως η απαίτηση περί εννόμου συμφέροντος, κατά τρόπον ώστε η εφαρμογή των κανόνων αυτών να συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης, ο οποίος υπενθυμίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ( 52 ).
110.
Επιπλέον, αν η ερμηνεία αυτή δεν είναι εφικτή, τότε επιβάλλεται η διαπίστωση ότι «από την οικονομία της επίμαχης εθνικής εννόμου τάξεως [προκύπτει] ότι δεν υφίσταται κανένα ένδικο μέσο που να επιτρέπει, έστω και παρεμπιπτόντως, τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης» ( 53 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, απόκειται στο οικείο κράτος μέλος να δημιουργήσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, προς διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, νέα μέσα παροχής ένδικης προστασίας ( 54 ).
111.
Βεβαίως, οι λύσεις που εκτίθενται στα δύο προηγούμενα σημεία εμφανίζονται κάπως παράδοξες σε σχέση με την αυστηρότητα με την οποία το Δικαστήριο ερμηνεύει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως ( 55 ). Ωστόσο, συνάδουν με τη ratio του άρθρου 19 ΣΕΕ και είναι οι μόνες που μπορούν να διασφαλίσουν την αποτροπή ελλείμματος στη δικαστική προστασία των πολιτών της Ένωσης.
112.
Εν κατακλείδι, με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VII. Επί του παραδεκτού της προσφυγής της αναιρεσείουσας και επί της αναπομπής στο Γενικό Δικαστήριο
113.
Ολοκληρώνοντας την ανάλυση των λόγων που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
114.
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
115.
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά το στάδιο της εξετάσεως του παραδεκτού, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να αποφανθεί τελεσιδίκως επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε πρωτοδίκως η Επιτροπή. Ειδικότερα, τόσο η IQV όσο και η Επιτροπή διατύπωσαν τις απόψεις τους σχετικά με το κατά πόσον ο επίδικος κανονισμός αφορά άμεσα την πρώτη. Πρόκειται για τη μοναδική προϋπόθεση που καθιερώνει η τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ η οποία δεν έχει εξεταστεί ακόμη, δεδομένου ότι ο κανονιστικός χαρακτήρας του επίδικου κανονισμού είναι βέβαιος και δεν αμφισβητείται.
116.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο επίδικος κανονισμός την αφορά άμεσα. Ειδικότερα, υπενθυμίζει, αφενός, ότι ο επίδικος κανονισμός χαρακτηρίζει τη δραστική ουσία metalaxyl ως «δραστική ουσία υποψήφια προς υποκατάσταση», υπάγοντάς την άμεσα στις ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού 1107/2009. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το metalaxyl υπάγεται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με εκείνες που έχουν εφαρμογή στις μη υποψήφιες προς υποκατάσταση δραστικές ουσίες. Αφετέρου, η συνέπεια αυτή απορρέει άμεσα από τον επίδικο κανονισμό και δεν καταλείπει στην Επιτροπή, κατά τις μελλοντικές διαδικασίες ανανεώσεως της εγκρίσεως του metalaxyl, ή στις εθνικές αρχές, κατά τις διαδικασίες ανανεώσεως των εθνικών αδειών φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν metalaxyl ή στο πλαίσιο των αιτήσεων αμοιβαίας αναγνωρίσεως, κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον χαρακτηρισμό του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση».
117.
Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο επίδικος κανονισμός θα αφορούσε άμεσα την αναιρεσείουσα μόνον εάν παρήγε συνέπειες επί της έννομης καταστάσεώς της. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει τις συνέπειες του χαρακτηρισμού του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση» για την έννομη κατάστασή της. Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα αδυνατεί να παράσχει τέτοιες διευκρινίσεις, επειδή οι συνέπειες που επικαλείται δεν απορρέουν άμεσα από την καταχώριση του metalaxyl στον εν λόγω κατάλογο, αλλά από ενδεχόμενες μεταγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής ή των κρατών μελών, η έκδοση των οποίων προϋποθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως.
118.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια πράξη της Ένωσης αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο εφόσον παράγει «άμεσα αποτελέσματα έναντι της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη και [δεν] αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, καθόσον αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την [ενωσιακή] ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων» ( 56 ).
119.
Εν προκειμένω, αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ο επίδικος κανονισμός παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της έννομης καταστάσεως της αναιρεσείουσας, χωρίς να χρειάζεται παρέμβαση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή των εθνικών αρχών κράτους μέλους. Ειδικότερα, λόγω και μόνον της εγγραφής του metalaxyl στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών δυνάμει του επίδικου κανονισμού, το νομικό καθεστώς της ουσίας αυτής μεταβάλλεται.
120.
Μολονότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στο πλαίσιο των αιτήσεων ανανεώσεως της εγκρίσεως δραστικής ουσίας ή της ανανεώσεως των αδειών φυτοπροστατευτικών προϊόντων καθώς και επ’ ευκαιρία της συγκριτικής αξιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 50 του κανονισμού 1107/2009, δεν έχουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον χαρακτηρισμό του metalaxyl ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση» ούτε, κατά συνέπεια, ως προς το εφαρμοστέο καθεστώς. Το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής ή των κρατών μελών ισχύει μόνο στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 1107/2009. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν επιδιώκει την ακύρωση του κανονισμού αυτού.
121.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η αναιρεσείουσα μπορεί παραδεκτώς να ζητήσει την ακύρωση του επίδικου κανονισμού με βάση την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι αυτός αποτελεί κανονιστική πράξη που την αφορά άμεσα και δεν περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
VIII. Πρόταση
122.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ένας ιδιώτης όπως η IQV δεν μπορεί να προσφύγει παραδεκτώς κατά του κανονισμού 1107/2009. Ειδικότερα, δύο από τις τρεις προϋποθέσεις της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεν πληρούνται. Αφενός, ο κανονισμός αυτός, μολονότι είναι κανονιστικής φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, περιλαμβάνει κατ’ ανάγκην εκτελεστικά μέτρα. Αφετέρου, δεν μεταβάλλει την έννομη κατάσταση των ενδιαφερομένων προσώπων χωρίς την άσκηση, από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη, της εξουσίας εκτιμήσεώς τους.
123.
Επομένως, φρονώ ότι η αναιρεσείουσα σεβάστηκε πλήρως τη διαλεκτική των ενδίκων βοηθημάτων την οποία καθιερώνουν οι Συνθήκες και την οποία υπενθυμίζει παγίως το Δικαστήριο. Ζητεί την ακύρωση ενός κανονισμού που συνεπάγεται, έναντι αυτής, την εφαρμογή ενός βλαπτικού καθεστώτος και επικαλείται, στο πλαίσιο της ευθείας αυτής προσφυγής και με βάση το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού ο οποίος καθιερώνει το εν λόγω παρεκκλίνον καθεστώς. Αυτή η δικονομική δυναμική δύναται να διασφαλίσει, αφενός, την αποτελεσματική δικαστική προστασία της αναιρεσείουσας αλλά επίσης, αφετέρου, και την ασφάλεια της έννομης τάξεως της Ένωσης. Ειδικότερα, παρέχει ομοιόμορφη λύση σε ένα πρόβλημα νομιμότητας μέσω μιας ενιαίας, ταχύτερης και λιγότερο δαπανηρής διαδικασίας σε σχέση με ένα πλήθος υποθετικών και μελλοντικών προδικαστικών παραπομπών.
124.
Συνεπώς, με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
– Κυρίως:
1)
Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2016, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (T‑296/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:79).
2)
Κρίνει παραδεκτή την προσφυγή της Industrias Químicas del Vallés SA κατά του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/408 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και τον καθορισμό καταλόγου υποψηφίων προς υποκατάσταση.
3)
Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας.
4)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
– Επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει αβάσιμο τον πρώτο λόγο αναιρέσεως:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Η Industrias Químicas del Vallés SA φέρει τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2015, L 67, σ. 18.
( 3 ) Βλ., επίσης, αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Απριλίου 2016, European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής (T‑310/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:265) (υπόθεση C‑384/16 P, European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής), και σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής.
( 4 ) ΕΕ 1991, L 230, σ. 1.
( 5 ) ΕΕ 2010, L 104, σ. 57.
( 6 ) ΕΕ 2009, L 309, σ. 1.
( 7 ) ΕΕ 2011, L 153, σ. 1.
( 8 ) ΕΕ 2003, L 113, σ. 8.
( 9 ) Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (C‑326/05 P, EU:C:2007:443).
( 10 ) Βλ. σημείο 12 του υπομνήματος της Επιτροπής επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 11 ) Βλ. σημείο 33 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 12 ) Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η υπογράμμιση δική μου.
( 13 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 57).
( 14 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 60· η υπογράμμιση δική μου). Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να επισημάνω, η ερμηνεία αυτή οδηγεί στο παράδοξο ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C‑50/00 P, EU:C:2002:462), θα κατέληγε και πάλι σε κρίση περί απαραδέκτου, μολονότι στάθηκε αφορμή για την τροποποίηση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ. σημείο 58 των προτάσεών μου στην υπόθεση Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑132/12 P, EU:C:2013:335).
( 15 ) Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 28).
( 16 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 29).
( 17 ) Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 30).
( 18 ) Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 31).
( 19 ) Σκέψη 42. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Canon Europa κατά Επιτροπής (C‑552/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:804, σκέψη 47), και της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Kyocera Mita Europe κατά Επιτροπής (C‑553/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:805, σκέψη 46).
( 20 ) Διάταξη της 14ης Ιουλίου 2015, Forgital Italy κατά Συμβουλίου (C‑84/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:517, σκέψη 43).
( 21 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, Mastroianni, R., και Pezza, A., «Striking the Right Balance: Limits on the Right to Bring an Action under Article 263(4) of the Treaty on the Functioning of the European Union», American University International Law Review, 2015, (30:4), σ. 443 έως 795, ιδίως σ. 793. Οι συγγραφείς αυτοί φτάνουν μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξουν ότι η ερμηνεία της έννοιας των «εκτελεστικών μέτρων» κατά την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ την οποία υιοθετεί το Δικαστήριο καθιστά «πρακτικώς αδύνατη» την πρόσβαση των ιδιωτών στα δικαστήρια της Ένωσης («makes it practically impossible for private applicants […] to bring a case before EU Courts»).
( 22 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C-72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 73).
( 23 ) Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου [για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP], σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικούς δικονομικούς κανόνες οι οποίοι υποχρεώνουν τον εργαζόμενο ορισμένου χρόνου να ασκήσει νέο ένδικο βοήθημα για τον καθορισμό της προσήκουσας κυρώσεως σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται από δικαστική αρχή η καταχρηστικότητα της προσφυγής σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κατά το μέτρο που τούτο συνεπάγεται για τον εργαζόμενο αυτό δικονομικές δυσχέρειες, από απόψεως ιδίως κόστους, διάρκειας και κανόνων εκπροσωπήσεως, ικανές να καταστήσουν υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία του απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης» (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López, C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψη 64· η υπογράμμιση δική μου). Το Δικαστήριο, μολονότι εξετάζει το ζήτημα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, στη σκέψη 59 της αποφάσεως αυτής υπενθυμίζει ότι οι απαιτήσεις της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας «εκφράζουν τη γενική υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης» (η υπογράμμιση δική μου).
( 24 ) Βλ. Dixel Dictionnaire – Le Robert, έκδ. 2011.
( 25 ) Όσον αφορά το άρθρο ΙΙΙ-365, παράγραφος 4, της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, που είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, βλ., υπό την έννοια αυτή, Coutron, L., La contestation incidente des actes de l’Union européenne, Bruylant, 2007, σ. 488. Βλ., επίσης, Blumann, C., «L’amélioration de la protection juridictionnelle effective des personnes physiques et morales résultant du traité de Lisbonne», L’homme et le droit. En hommage au professeur Jean-François Flauss, Éditions Pedone, 2014, σ. 77 έως 100, ιδίως σ. 98. Την ιδέα αυτή εκφράζουν εναργέστερα άλλες γλωσσικές αποδόσεις των Συνθηκών. Ειδικότερα, στην αγγλική γλωσσική απόδοση χρησιμοποιείται η λέξη «entail», συνώνυμη των ρημάτων «necessitate» (απαιτώ), «make necessary» (καθιστώ αναγκαίο), «require» (αξιώνω), «need» (χρειάζομαι), ή και «demand» (ζητώ) (βλ. Oxford Thesaurus of English, 2η έκδ., Oxford University Press, 2004). Βλ., επίσης, την πολωνική γλωσσική απόδοση «nie wymagają środków wykonawczych» ή και την πορτογαλική γλωσσική απόδοση «que não necessitam de medidas de execução» (η υπογράμμιση δική μου).
( 26 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, Rhimes, M., «The EU Courts Stand Their Ground: Why Are the Standing Rules for Direct Actions Still So Restrictive?», European Journal of Legal Studies, 2016, vol. 9, no 1, σ. 103 έως 172, ιδίως σ. 124.
( 27 ) Ήδη στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, Ιταλία κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (32/65, EU:C:1966:42), το Δικαστήριο έκρινε ότι η γενικής ισχύος ρύθμιση η νομιμότητα της οποίας αμφισβητείται με βάση το άρθρο 277 ΣΛΕΕ πρέπει να εφαρμόζεται «άμεσα ή έμμεσα στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής» (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 441· η υπογράμμιση δική μου). Το Γενικό Δικαστήριο εξακολουθεί να εφαρμόζει τον κανόνα αυτόν (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2015, Plantavis και NEM κατά Επιτροπής και EFSA, T-334/12, EU:T:2015:376, σκέψη 51).
( 28 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, A κ.λπ. (C-158/14, EU:C:2017:202, σκέψη 68).
( 29 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, Simmenthal κατά Επιτροπής (92/78, EU:C:1979:53, σκέψη 39).
( 30 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, A κ.λπ. (C-158/14, EU:C:2017:202, σκέψη 69).
( 31 ) «Η αναιρεσείουσα περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι οι εν λόγω πράξεις δεν είναι εκτελεστικές του επίδικου κανονισμού, αλλά του κανονισμού 1107/2009 (σημεία 34, 42 και 45 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως). Μολονότι είναι αλήθεια ότι νομική βάση των εν λόγω πράξεων δεν είναι ο επίδικος κανονισμός, αλλά ο κανονισμός 1107/2009, εντούτοις, οι πράξεις αυτές, από τις οποίες και μόνον απορρέουν οι συνέπειες που επικαλέστηκε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα, αποτελούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι παρέχουν στην αναιρεσείουσα πρόσβαση σε δικαστήριο» (σημείο 12 του υπομνήματος της Επιτροπής επί της αιτήσεως αναιρέσεως· η υπογράμμιση δική μου).
( 32 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψεις 30 και 31).
( 33 ) Σημείο 12 του υπομνήματος της Επιτροπής επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 34 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 92). Η διαπίστωση αυτή εμφανίζεται για πρώτη φορά στη σκέψη 23 της αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166). Έχει έκτοτε επαναληφθεί πολλάκις. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 40), της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 57), της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψη 45), ή και της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 66).
( 35 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 23). Η υπογράμμιση δική μου.
( 36 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, Berrod, F., La systématique des voies de droit communautaires, Dalloz, Παρίσι, 2003, αρ. 294 για την προδικαστική παραπομπή και αρ. 834 για την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, καθώς και Coutron, L., La contestation incidente des actes de l’Union européenne, Bruylant, Bρυξέλλες, 2007, σ. 129 και 213.
( 37 ) Σκέψη 25· η υπογράμμιση δική μου.
( 38 ) Βλ. σκέψη 13 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 39 ) ΕΕ 2011, L 81, σ. 8.
( 40 ) ΕΕ 2011, L 104, σ. 39.
( 41 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη18).
( 42 ) Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουλίου 2007, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (C‑326/05 P, EU:C:2007:443), και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (T‑158/03, EU:T:2005:253.
( 43 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ (C‑234/06 P, EU:C:2007:514, σκέψη 44), και της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑220/14 P, EU:C:2015:147, σκέψη 111).
( 44 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ (C‑234/06 P, EU:C:2007:514, σκέψεις 45 και 46).
( 45 ) Βλ. σημεία 56 και 59 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως της IQV.
( 46 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, σημείο 68 των παρουσών προτάσεων και νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 34. Μεταξύ πολυάριθμων σχολιασμών, βλ., ιδίως, Meij, A., «Standing in Direct Actions in the EU Courts After Lisbon», σε De Rome à Lisbonne: les juridictions de l’Union européenne à la croisée des chemins – Mélanges en l’honneur de Paolo Mengozzi, Βρυξέλλες, Bruylant, 2013, σ. 301 έως 312 Turmo, A., «Nouveau refus d’élargir l’accès des particuliers au recours en annulation contre les actes de l’Union européenne», R.A.E, 2013, σ. 825 έως 835 Waelbroeck, D., και Bombois, T., «Des requérants “privilégiés” et des autres… À propos de l’arrêt Inuit et de l’exigence de protection juridictionnelle effective des particuliers en droit européen», Cahiers de droit européen, 2014/1, σ. 21 έως 76· Van Malleghem, P.-A., και Baeten, N., «Before the Law Stands a Gatekeeper -Or, What is a “Regulatory Act” in Article 263(4) TFEU? Inuit Tapiriit Kanatami», Common Market Law Review, 2014, vol. 51, σ. 1187 έως 1216.
( 47 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 28), και της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψη 30).
( 48 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 93). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 29), καθώς και της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψη 31).
( 49 ) Για ένα παράδειγμα όπου το Δικαστήριο δέχτηκε να εξετάσει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβαλλόταν κατά πράξεως η οποία δεν αποτελούσε τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως, βλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408).
( 50 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, Barav, A., «The Exception of Illegality in Community Law: a Critical Analysis», Common Market Law Review, 1974, σ. 366 έως 386, ιδίως σ. 374.
( 51 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Ε και F (C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 44).
( 52 ) Διάταξη της 14ης Ιουλίου 2015, Forgital Italy κατά Συμβουλίου (C‑84/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:517, σκέψη 66).
( 53 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 104).
( 54 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 103 σε συνδυασμό με τη σκέψη 104).
( 55 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, Arnull, A., «Arrêt “Inuit”: la recevabilité des recours en annulation introduits par des particuliers contre des actes réglementaires», Journal de droit européen, 2014, σ. 14 έως 16, ιδίως σ. 15. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για «παράδοξο», στο μέτρο που «το Δικαστήριο επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια απαιτήσεις τις οποίες το ίδιο δεν είναι πρόθυμο να εκπληρώσει».
( 56 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Επιτροπή κατά Infront WM (C‑125/06 P, EU:C:2008:159, σκέψη 47). Η ερμηνεία αυτή, μολονότι διατυπώθηκε από το Δικαστήριο σχετικά με το δεύτερο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ισχύει κατά τη γνώμη μου και για το τρίτο σκέλος. Βλ., συναφώς, σημείο 66 και υποσημείωση 21 των προτάσεών μου στην υπόθεση Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑132/12 P, EU:C:2013:335).