ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ THΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 20ής Δεκεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑258/16
Finnair Oyj
κατά
Keskinäinen Vakuutusyhtiö Fennia
[αίτηση του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Διεθνείς αεροπορικές μεταφορές – Σύμβαση του Μόντρεαλ – Άρθρο 31 – Ευθύνη του μεταφορέα για βλάβη σε αποσκευή που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο – Απαιτήσεις όσον αφορά τον τύπο και το περιεχόμενο γραπτής διαμαρτυρίας προς τον μεταφορέα – Βεβαίωση αεροπορικής εταιρίας όσον αφορά βλάβη αποσκευής επιβάτη, συνταχθείσα κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου για να τη χρησιμοποιήσει για τη διεκδίκηση αξιώσεως κατά της ασφαλιστικής του εταιρίας»
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία υπογράφτηκε στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999 (στο εξής: Σύμβαση του Μόντρεαλ), και ειδικότερα την ερμηνεία των απαιτήσεων του άρθρου της 31, κατά το οποίο τυχόν διαμαρτυρία ως προς αποσκευή που έχει περάσει από τον σχετικό έλεγχο πρέπει να υποβληθεί «γραπτώς» και εντός επτά ημερών από την παραλαβή της αποσκευής.
2.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ μιας ασφαλιστικής εταιρίας (της Keskinäinen Vakuutusyhtiö Fennia, στο εξής: Fennia) και μιας αεροπορικής εταιρίας (της Finnair), με αντικείμενο τη ζημία που προκάλεσε η απώλεια αντικειμένων από ελεγχθείσα αποσκευή ιδιοκτησίας της K. Mäkelä-Dermedesiotis, η οποία ήταν επιβάτης σε πτήση της εν λόγω αεροπορικής εταιρίας. Η K. Mäkelä-Dermedesiotis είχε ασφαλιστεί στη Fennia έναντι ενός τέτοιου κινδύνου και η Fennia, έχουσα προηγουμένως αποζημιώσει την Κ. Mäkelä-Dermedesiotis και έχουσα υποκατασταθεί στην αξίωση της τελευταίας, άσκησε δικαστικώς το αναγωγικό δικαίωμά της κατά της Finnair.
Κανονισμός 2027/97
3.
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 2027/97 ( 2 ) του Συμβουλίου ορίζει:
«Ο παρών κανονισμός θέτει σε εφαρμογή τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σε ό,τι αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους και καθορίζει μερικές επιπλέον διατάξεις. […]».
4.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97 ορίζει:
«Η ευθύνη ενός [ενωσιακού] αερομεταφορέα έναντι επιβατών και των αποσκευών τους διέπεται από όλες τις διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σχετικά με την εν λόγω ευθύνη.»
Σύμβαση του Μόντρεαλ
5.
Η Σύμβαση του Μόντρεαλ εγκρίθηκε εξ ονόματος της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2001/539/ΕΚ ( 3 ) του Συμβουλίου.
6.
Στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι «είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές και ότι χρειάζεται δίκαιη αποζημίωση με βάση την αρχή της επανόρθωσης».
7.
Συναφώς, στο πέμπτο εδάφιο του προοιμίου εκτίθεται ότι «η συλλογική δράση των κρατών για την περαιτέρω εναρμόνιση και κωδικοποίηση ορισμένων κανόνων […] μέσω νέας σύμβασης, είναι το πλέον κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί θεμιτή ισορροπία συμφερόντων».
8.
Το άρθρο 1 («Πεδίο εφαρμογής») αναφέρει ότι η Σύμβαση του Μόντρεαλ εφαρμόζεται «σε όλες τις επ’ αμοιβή διεθνείς αεροπορικές μεταφορές επιβατών, αποσκευών και φορτίου».
9.
Το άρθρο 17 επιγράφεται «Θάνατος και τραυματισμός επιβάτη – Ζημία αποσκευών». Η παράγραφός του 2 προβλέπει στην ουσία ότι ο μεταφορέας έχει αντικειμενική ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται σε περίπτωση βλάβης αποσκευής που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο.
10.
Στο άρθρο 22 προβλέπονται χρηματικά όρια της ευθύνης των μεταφορέων, μεταξύ άλλων, για βλάβη αποσκευών.
11.
Το άρθρο 29 (το οποίο επιγράφεται «Βάση των αξιώσεων») αναφέρει ότι «κάθε αγωγή αποζημίωσης» απορρέουσα από τη μεταφορά αποσκευών δύναται να ασκηθεί μόνον υπό τους όρους και εντός των ορίων που προβλέπονται στη Σύμβαση του Μόντρεαλ.
12.
Το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, το οποίο επιγράφεται «Προθεσμία διαμαρτυρίας», έχει ως εξής:
«1. Η χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή ελεγμένων αποσκευών […] από τον παραλήπτη αποδεικνύει, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι οι αποσκευές και το φορτίο παραδόθηκαν σε καλή κατάσταση και σύμφωνα με τον τίτλο μεταφοράς ή με το πρωτόκολλο που τηρείται με τα άλλα μέσα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 […] [ ( 4 )].
2. Σε περίπτωση ζημίας, ο δικαιούχος της παραλαβής οφείλει να υποβάλει διαμαρτυρία στον μεταφορέα, αμέσως μετά τη διαπίστωση της ζημίας, και, το αργότερο, εντός προθεσμίας επτά ημερών από την ημερομηνία παραλαβής, εφόσον πρόκειται για αποσκευές που έχουν περάσει από έλεγχο […]. Σε περίπτωση καθυστέρησης, η διαμαρτυρία υποβάλλεται, το αργότερο εντός προθεσμίας είκοσι μιας ημερών, από την ημερομηνία κατά την οποία οι αποσκευές […] τέθηκαν στη διάθεση του.
3. Η διαμαρτυρία πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να επιδίδεται ή να αποστέλλεται εντός των προαναφερομένων προθεσμιών.
4. Εφόσον δεν υποβληθεί διαμαρτυρία εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, κάθε αγωγή κατά του μεταφορέα είναι απαράδεκτη, εκτός από την περίπτωση απάτης εκ μέρους του.»
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
13.
Η K. Mäkelä-Dermedesiotis ήταν επιβάτης πτήσεως της Finnair από τη Μάλαγα (Ισπανία) προς το Ελσίνκι (Φινλανδία). Κατά την άφιξή της στο Ελσίνκι, την 1η Νοεμβρίου 2010, διαπίστωσε ότι έλειπαν αντικείμενα από την αποσκευή της που είχε περάσει από τον σχετικό έλεγχο.
14.
Την ίδια ημέρα, η Κ. Mäkelä-Dermedesiotis ενημέρωσε τηλεφωνικώς εκπρόσωπο της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών της Finnair. Προσδιόρισε τα απολεσθέντα αντικείμενα και ενημέρωσε τον εκπρόσωπο για την αξία τους. Ο εκπρόσωπος καταχώρισε στο ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών της Finnair τα στοιχεία που του παρέσχε η Κ. Mäkelä-Dermedesiotis. Στις 3 Νοεμβρίου 2010, η K. Mäkelä-Dermedesiotis τηλεφώνησε εκ νέου στην υπηρεσία εξυπηρετήσεως των πελατών της Finnair και ζήτησε να λάβει βεβαίωση προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει την αξίωσή της βάσει του ασφαλιστηρίου της με τη Fennia. Η Finnair χορήγησε σε αυτήν δεόντως την εν λόγω βεβαίωση.
15.
Κατόπιν αυτού, η Fennia αποζημίωσε την Κ. Mäkelä-Dermedesiotis για την προκληθείσα ζημία και –έχουσα υποκατασταθεί στην αρχική αξίωση της Κ. Mäkelä-Dermedesiotis– άσκησε στις 2 Σεπτεμβρίου 2011 αγωγή ενώπιον του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του Ελσίνκι, Φινλανδία) προβάλλοντας αναγωγικό δικαίωμα κατά της Finnair.
16.
Η Finnair αρνήθηκε την αγωγή ισχυριζόμενη, κατ’ ουσίαν, ότι η αναγωγή είναι απαράδεκτη καθόσον η K. Mäkelä-Dermedesiotis δεν υπέβαλε γραπτή διαμαρτυρία εντός της προθεσμίας του άρθρου 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ. Το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ελσίνκι, Φινλανδία) αποφάνθηκε υπέρ της Finnair και απέρριψε την αγωγή με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2012.
17.
Η Fennia άσκησε έφεση ενώπιον του Helsingin hovioikeus (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου του Ελσίνκι, Φινλανδία). Το δικαστήριο αυτό εξέτασε, μεταξύ άλλων, τις οδηγίες προς τους επιβάτες που ήσαν αναρτημένες στον ιστότοπο της Finnair, οι οποίες περιείχαν διάφορες πληροφορίες όσον αφορά τη δήλωση ζημίας και την κατά κυριολεξία υποβολή γραπτής διαμαρτυρίας. Η δήλωση ζημίας μπορούσε να υποβληθεί τηλεφωνικώς, ενώ η γραπτή διαμαρτυρία έπρεπε να υποβληθεί μέσω ειδικού εντύπου εντός επτά ημερών από την παραλαβή της αποσκευής. Το ως άνω δικαστήριο εκτίμησε ότι οι οδηγίες που ήσαν αναρτημένες στον ιστότοπο της Finnair «δεν ήσαν αρκούντως σαφείς και μονοσήμαντες για έναν επιβατή ως καταναλωτή». Δεδομένου ότι οι οδηγίες αυτές δεν αναφέρουν τον σκοπό για τον οποίο πρέπει να υποβληθεί δήλωση ζημίας, ο επιβάτης, ως καταναλωτής, θεμιτά μπορούσε να νομίσει ότι επίσης η διαμαρτυρία που υποβάλλεται τηλεφωνικώς και καταχωρίζεται από υπάλληλο της επιχειρήσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις μιας τυπικής γραπτής διαμαρτυρίας. Ο επιβάτης δήλωσε επακριβώς στη Finnair την απώλεια και έλαβε γραπτή βεβαίωση από την οποία προκύπτει ότι η διαμαρτυρία καταχωρίστηκε εμπροθέσμως στο σύστημα πληροφοριών της επιχειρήσεως. Μετά την παραλαβή της δηλώσεως, η Finnair δεν ενημέρωσε τον επιβάτη ότι θεωρεί ότι η δήλωση αυτή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της και ότι χρειάζεται να υποβληθεί επιπλέον γραπτή δήλωση.
18.
Το Helsingin hovioikeus (δευτεροβάθμιο δικαστήριο του Ελσίνκι), στηριζόμενο στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, συνήγαγε ότι ο επιβάτης είχε εμπροθέσμως υποβάλει έγκυρη διαμαρτυρία κατά του μεταφορέα. Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2014, το συγκεκριμένο δικαστήριο εξαφάνισε την απόφαση του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του Ελσίνκι) και υποχρέωσε τη Finnair να ικανοποιήσει την αναγωγική αξίωση της Fennia.
19.
Η Finnair κατέθεσε ενώπιον του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία) αίτηση αναιρέσεως ζητώντας να αναιρεθεί η απόφαση του Helsingin hovioikeus (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου του Ελσίνκι) και να επικυρωθεί η απόφαση του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του Ελσίνκι).
20.
Το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 31, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι προϋπόθεση για τη διατήρηση του δικαιώματος ασκήσεως αγωγής αποτελεί, πέραν της εμπρόθεσμης υποβολής της διαμαρτυρίας, επίσης και ότι η διαμαρτυρία πρέπει να υποβάλλεται, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, γραπτώς κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 3;
2)
Σε περίπτωση που προϋπόθεση για τη διατήρηση του δικαιώματος ασκήσεως αγωγής αποτελεί ότι η εμπρόθεσμη διαμαρτυρία υποβάλλεται γραπτώς, πρέπει το άρθρο 31, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο υποχρεωτικός έγγραφος τύπος μπορεί να γίνει δεκτό ότι τηρείται και στο πλαίσιο ηλεκτρονικής διαδικασίας καθώς επίσης και μέσω καταχωρίσεως της δηλωθείσας ζημίας στο τηρούμενο από τον αερομεταφορέα σύστημα καταγραφής πληροφοριών;
3)
Αντιτίθεται η Σύμβαση του Μόντρεαλ στην ερμηνεία ότι ο υποχρεωτικός έγγραφος τύπος μπορεί να γίνει δεκτό ότι τηρείται όταν εκπρόσωπος του αερομεταφορέα καταχωρίζει γραπτώς τη δήλωση ζημίας/διαμαρτυρία, εν γνώσει του επιβάτη, είτε σε χαρτί είτε ηλεκτρονικώς στο σύστημα καταγραφής πληροφοριών του αερομεταφορέα;
4)
Θέτει το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ περαιτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας πέραν της προϋποθέσεως ότι η προκληθείσα ζημία πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αερομεταφορέα;»
21.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Finnair, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
22.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Μαρτίου 2017, η Finnair, η Fennia και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν προφορικές παρατηρήσεις.
Ανάλυση
Γενικές παρατηρήσεις
23.
Οι διατάξεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ αποτελούν, από τις 28 Ιουνίου 2004, αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης και ως εκ τούτου το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις επί της ερμηνείας τους ( 5 ).
24.
Η Σύμβαση του Μόντρεαλ δεν περιέχει ορισμό των εκφράσεων «υποβάλλεται γραπτώς» ή «γραπτώς». Επομένως, «δεδομένου του σκοπού της εν λόγω Συμβάσεως, ο οποίος συνίσταται στην ενοποίηση των εφαρμοζόμενων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές κανόνων, οι εν λόγω έννοιες πρέπει να ερμηνεύονται με ομοιόμορφο και αυτοτελή τρόπο, ανεξαρτήτως των διαφόρων ερμηνειών που δίνουν σε αυτές τα εθνικά δίκαια των συμβαλλομένων κρατών» και «επιβάλλεται η ερμηνεία [τους] […] κατά τρόπο σύμφωνο προς τους δεσμευτικούς για την Ένωση κανόνες ερμηνείας του γενικού διεθνούς δικαίου» ( 6 ).
25.
Συναφώς, το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών (στο εξής: ΣΒΔΣ) ( 7 ), το οποίο κωδικοποιεί τους κανόνες γενικού διεθνούς δικαίου, διευκρινίζει ότι μια συνθήκη πρέπει να ερμηνεύεται με καλή πίστη, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια των όρων της, λαμβανομένων υπόψη των συμφραζομένων και υπό το πρίσμα του αντικειμένου της και του σκοπού της ( 8 ).
26.
Ως προς το τελευταίο ζήτημα, το τρίτο και το πέμπτο εδάφιο του προοιμίου της Συμβάσεως του Μόντρεαλ αναφέρουν ότι είναι «σημαντικό να εξασφαλισθεί η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές και ότι χρειάζεται δίκαιη αποζημίωση με βάση την αρχή της επανόρθωσης» και ότι η συλλογική δράση των κρατών μέσω νέας συμβάσεως «είναι το πλέον κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί θεμιτή ισορροπία συμφερόντων».
Το πρώτο ερώτημα
27.
Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν είναι απαράδεκτη, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, αγωγή που ασκήθηκε κατά μεταφορέα λόγω βλάβης ελεγχθείσας αποσκευής, όταν υποβλήθηκε διαμαρτυρία εντός της προθεσμίας του άρθρου 31, παράγραφος 2, αλλά η διαμαρτυρία αυτή δεν πληροί την προϋπόθεση να έχει υποβληθεί «γραπτώς» κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμβάσεως.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις – «απώλεια αποσκευών» ή «βλάβη αποσκευών»
28.
Θα υπενθυμίσω ότι η αρχική αξίωση της Κ. Mäkelä-Dermedesiotis αφορούσε είδη τα οποία είχαν τοποθετηθεί στην αποσκευή της που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο και τα οποία έλειπαν όταν η αποσκευή παραδόθηκε σε αυτήν στο Ελσίνκι. Όπως η Επιτροπή επισήμανε με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τούτο θέτει το ζήτημα αν η ζημία που προκαλείται όταν χάνονται αντικείμενα τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε αποσκευή που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο πρέπει να χαρακτηριστεί ως «βλάβη αποσκευών» ή ως «απώλεια αποσκευών».
29.
Το άρθρο 17, παράγραφος 2, της Συμβάσεως αναφέρει ότι ο «μεταφορέας ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας, ή βλάβης αποσκευών που είχαν περάσει από τον σχετικό έλεγχο, υπό [συγκεκριμένες προϋποθέσεις] […]». Το άρθρο 31, παράγραφος 2, προβλέπει ότι διαμαρτυρίες λόγω βλάβης αποσκευής που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο πρέπει να υποβληθούν στον μεταφορέα εντός επτά ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αποσκευής. Ωστόσο, στο άρθρο 31 δεν ορίζεται συγκεκριμένη προθεσμία για τις διαμαρτυρίες λόγω απώλειας αποσκευής ( 9 ).
30.
Κατά τη γνώμη μου, είναι ορθότερο να χαρακτηριστεί ως «βλάβη αποσκευών» η απώλεια αντικειμένων από αποσκευή η οποία πέρασε από τον σχετικό έλεγχο. Συναφώς, το κριτήριο διακρίσεως πρέπει να είναι αν η αποσκευή που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο παρελήφθη από τον επιβάτη (έστω και αν δεν παρελήφθη σε τέλεια κατάσταση), όπως συνέβη εν προκειμένω, ή δεν παρελήφθη καθόλου.
31.
Το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ αναφέρει ότι η χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή ελεγμένων αποσκευών από τον παραλήπτη αποδεικνύει, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι οι αποσκευές παραδόθηκαν σε καλή κατάσταση. Μετά την παραλαβή, ο επιβάτης είναι σε θέση να εξακριβώσει αν οι αποσκευές είναι σε καλή κατάσταση ή όχι, όπως και αν είναι άθικτες. Σε περίπτωση βλάβης, ο επιβάτης πρέπει να υποβάλει διαμαρτυρία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και σύμφωνα με τον αναγκαίο τύπο προκειμένου να διατηρήσει τα δικαιώματά του. Άπαξ ο μεταφορέας παραδώσει τις αποσκευές που έχουν περάσει από τον σχετικό έλεγχο, δεν ασκεί έλεγχο επ’ αυτών και διαθέτει περιορισμένα μέσα προκειμένου να εξακριβώσει αν οποιαδήποτε βλάβη που δηλώθηκε στη συνέχεια προκλήθηκε όσο οι αποσκευές βρίσκονταν υπό τη φύλαξή του ή αν στην πραγματικότητα υπέστησαν βλάβη μετά την παράδοσή τους. Οι ανησυχίες αυτές υπάρχουν κατά μείζονα λόγο όταν δηλώνεται ότι αντικείμενα λείπουν από αποσκευές που έχουν περάσει από τον σχετικό έλεγχο. Επομένως, είναι εύλογο να απαιτείται οι επιβάτες να αναφέρουν τυχόν βλάβη των αποσκευών τους εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από την παράδοσή τους. Ομοίως, διαμαρτυρία για βλάβη σε αποσκευές που έχουν περάσει από τον σχετικό έλεγχο ή στο περιεχόμενό τους είναι πιθανόν να είναι κάτι πιο περίπλοκο από μια απλή δήλωση του τύπου «χάθηκε η τσάντα μου». Κατά συνέπεια, είναι εύλογο, για την αποτελεσματική και ομαλή διεκπεραίωση των υποθέσεων, να απαιτείται γραπτή υποβολή μιας τέτοιας διαμαρτυρίας.
32.
Οι εν λόγω ανησυχίες δεν είναι βάσιμες όταν απωλέσθη αποσκευή που είχε περάσει από τον σχετικό έλεγχο. Ο μεταφορέας ανέλαβε τη φύλαξη της αποσκευής που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο. Η απώλεια έλαβε χώρα όσο η αποσκευή βρισκόταν υπό τη φροντίδα του μεταφορέα. Επομένως, δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη τυπικών προϋποθέσεων σχετικών με προθεσμίες δηλώσεως ή καθορισμού του τύπου που πρέπει να έχει η υποβλητέα δήλωση. Θα παρατηρήσω επίσης ότι, εφόσον δεν υπάρχει «παραλαβή» από τον επιβάτη –κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1– της αποσκευής που χάθηκε (αυτό είναι στην πραγματικότητα το όλο πρόβλημα του επιβάτη!), νομίζω ότι κανένα σημείο του άρθρου 31, παράγραφος 1, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε περιστάσεις υπό τις οποίες οι αποσκευές που πέρασαν από τον σχετικό έλεγχο αγνοούνται και ουδέποτε παραδόθηκαν στον επιβάτη.
33.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η από επιβάτη παραλαβή αποσκευών οι οποίες πέρασαν από τον σχετικό έλεγχο αλλά στις οποίες λείπουν αντικείμενα αποτελεί παραλαβή αποσκευών που «υπέστησαν βλάβη» και όχι «απώλεια αποσκευών». Επομένως, όντως έχουν εφαρμογή οι απαιτήσεις του άρθρου 31.
Πρέπει η διαμαρτυρία να υποβληθεί γραπτώς εντός της επταήμερης προθεσμίας προκειμένου να είναι έγκυρη;
34.
Το άρθρο 31, παράγραφος 4, κατά το οποίο η αγωγή κατά του μεταφορέα είναι απαράδεκτη αν η διαμαρτυρία δεν υποβλήθηκε εμπροθέσμως, δεν αναφέρει ρητώς ότι η διαμαρτυρία πρέπει να «υποβληθεί γραπτώς». Η απαίτηση αυτή δηλώνεται ρητώς μόνο στο άρθρο 31, παράγραφος 3. Τούτο θέτει το ζήτημα ποιες είναι οι συνέπειες εμπρόθεσμης διαμαρτυρίας υπό μορφή όμως που δεν ικανοποιεί την απαίτηση να «υποβάλλεται γραπτώς».
35.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο μεταφορέας ενημερώνεται αν η διαμαρτυρία έχει υποβληθεί προφορικά· και ότι η απαίτηση γραπτής υποβολής είναι απλώς απαίτηση σχετική με αποδείξεις. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή, κατά την άποψή μου, δεν στηρίζεται από μια απλή ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 31. Το άρθρο 31, παράγραφος 3, αναφέρει ότι «η διαμαρτυρία πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς» και να επιδίδεται ή να αποστέλλεται εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Ο γενικός αυτός κανόνας υποδηλώνει ότι μια μη γραπτή διαμαρτυρία θα ήταν ελαττωματική για τους σκοπούς της Συμβάσεως του Μόντρεαλ. Η λογική συνέπεια είναι ότι, για να διαφυλαχθεί το δικαίωμα αγωγής, η διαμαρτυρία πρέπει να υποβληθεί όχι μόνον εντός των ειδικώς καθορισμένων προθεσμιών, αλλά επίσης (εντός των προθεσμιών αυτών) «γραπτώς».
36.
Συνεπώς, θα προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την απάντηση ότι κατά τη Σύμβαση του Μόντρεαλ είναι απαράδεκτη αγωγή που ασκήθηκε κατά μεταφορέα λόγω βλάβης ελεγχθείσας αποσκευής, όταν υποβλήθηκε διαμαρτυρία εντός της προθεσμίας του άρθρου 31, παράγραφος 2, αλλά η διαμαρτυρία αυτή δεν πληροί την προϋπόθεση να έχει υποβληθεί «γραπτώς» κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμβάσεως.
Το δεύτερο ερώτημα
37.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 31, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαίτηση έγγραφου τύπου δύναται να τηρηθεί με μια ηλεκτρονική διαδικασία –όπως είναι, για παράδειγμα, η καταχώριση της αξιώσεως στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα.
38.
Μολονότι το συγκεκριμένο ερώτημα αφορά σαφώς το αν η καταγραφή σε ηλεκτρονικά μέσα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «γραπτή υποβολή», εδώ το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν η Σύμβαση του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μόνον έγγραφα γραμμένα σε χαρτί (το συμβατικό μέσο γραπτής επικοινωνίας κατά τον χρόνο συντάξεως της Συμβάσεως του Μόντρεαλ) συνιστούν έγκυρες δηλώσεις βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 3, της Συμβάσεως αυτής. Αν η εν λόγω Σύμβαση δεν πρέπει να ερμηνευθεί τόσο στενά, τότε ποια είναι τα είδη των μέσων με τα οποία μια διαμαρτυρία, άπαξ έχει υποβληθεί, πρέπει να έχει υποβληθεί προκειμένου να θεωρηθεί «γραπτή»;
39.
Είναι χρήσιμο, πρώτον, να υπενθυμίσω τι εστί «γραφή» και για ποιους σκοπούς επιβάλλεται να είναι «γραπτή» η δήλωση.
40.
Η γραφή αποτέλεσε μέρος της ιστορίας της ανθρωπότητας για σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με τη δυνατότητα του ανθρώπου να πετάει. Γραπτά κείμενα έχουν παραχθεί σε μεγάλο αριθμό διαφορετικών μέσων που κυμαίνονται από πήλινους δίσκους, περγαμηνή, χαρτί και πάπυρο έως τις ρουνικές ράβδους και τις πλάκες από μάρμαρο και γρανίτη –και, όλως προσφάτως, τα ηλεκτρονικά μέσα. Όλα αυτά τα κείμενα είναι «γραπτά» με τη συνήθη έννοια του όρου.
41.
Ο όρος «γραπτό» στις περιπτώσεις αυτές περιγράφει την τελική κατάσταση του κειμένου στην οποία αυτό βρέθηκε και καταγράφτηκε για τις επόμενες γενεές. Δεν αποτελεί δήλωση σχετικά με την έμπνευση για το κείμενο ή τον συγγραφέα του κειμένου. Επομένως, είναι εξαιρετικά απίθανο ο συγγραφέας του διατάγματος που εκδόθηκε στη Μέμφιδα της Αιγύπτου το 196 π.Χ. εξ ονόματος του βασιλιά Πτολεμαίου Εʹ να ήταν ο άνθρωπος που στην πραγματικότητα χάραξε τα γράμματα των τριών παράλληλων αποδόσεων (στην ιερογλυφική γραφή, στη δημώδη αιγυπτιακή γραφή και στα αρχαία ελληνικά) σε μια στήλη από γρανοδιορίτη –αλλά τούτο ουδόλως θίγει το συμπέρασμα ότι το τελικό κείμενο της Στήλης της Ροζέττας είναι «γραπτό».
42.
Αναλογιζόμενη τι διακρίνει ένα γραπτό μήνυμα από κάποιο που μεταφέρθηκε προφορικά, οι κύριες διαφορές που αβίαστα μπορώ να σκεφτώ είναι η μονιμότητα της γραπτής μορφής και ο ανακτήσιμος χαρακτήρας της. Οι γραπτές δηλώσεις μπορούν γενικώς να αρχειοθετούνται και να ανακτώνται, και ακόμη μπορούν να διασταυρώνονται με διάφορους τρόπους προκειμένου να ενισχυθεί η απόδειξη (μεταξύ άλλων) της προελεύσεώς τους, του ανόθευτου περιεχομένου τους και του ακριβούς χρόνου εκφοράς τους.
43.
Οι προφορικές δηλώσεις, μολονότι μπορούν να ανακληθούν στη μνήμη των μερών, είναι πολύ λιγότερο κατάλληλες ως απόδειξη· και συχνά ανακύπτουν διαφωνίες ως προς το τι ακριβώς ελέχθη ή δηλώθηκε και πότε ακριβώς συνέβη αυτό.
44.
H θέση ότι μόνο το κείμενο που έχει γραφτεί σε χαρτί ικανοποιεί την απαίτηση να «έχει υποβληθεί γραπτώς» δεν αντικατοπτρίζει τη συνήθη έννοια του όρου «γραπτό». Στο μέτρο που θα απέκλειε μορφές επικοινωνίας (όπως είναι η τηλεομοιοτυπία και εσχάτως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) που χρησιμοποιούνται καθημερινά στο εμπόριο, στη βιομηχανία και στις επιχειρήσεις, φαίνεται όντως αρχαϊκή ως ερμηνεία. Εξάλλου, δεν έχει νόημα στο πλαίσιο των σύγχρονων αεροπορικών ταξιδιών και του τρόπου με τον οποίο οι αεροπορικές εταιρίες έχουν διαδραστική σχέση με τους πελάτες τους. Είναι πασίδηλο ότι οι αεροπορικές εταιρίες προβαίνουν σε εκτεταμένη χρήση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας στις συναλλαγές τους με τους πελάτες τους –συμπεριλαμβανομένων της ηλεκτρονικής αγοράς εισιτηρίων, του ηλεκτρονικού check-in, της ηλεκτρονικής κάρτας επιβιβάσεως και των σε απευθείας σύνδεση πληροφοριών σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής παραπόνων. Επομένως, στενή ερμηνεία του όρου «γραπτώς» θα ερχόταν σε αντίθεση επίσης με έναν από τους δηλωμένους στόχους της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, δηλαδή «να εξασφαλισθεί η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή» (όπως αναγνωρίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της Συμβάσεως αυτής). Συνοπτικώς, σε κανένα σημείο της Συμβάσεως του Μόντρεαλ δεν βρίσκω ρητή απαίτηση ότι η γραπτή διαμαρτυρία πρέπει να υποβάλλεται σε χαρτί· ούτε βλέπω κάποιον πειστικό λόγο για τον οποίο η καταγραφή σε ηλεκτρονικά μέσα δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ως «γραπτή» διαμαρτυρία όσο η καταγραφή αυτή υπηρετεί τον σκοπό που δικαιολογεί την εν λόγω απαίτηση.
45.
Ασφαλώς, κάποια πρόσθετη δυνατότητα εφαρμογής στην πράξη και κάποια γενική απαίτηση να ενεργούν τα μέρη με καλή πίστη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των διατάξεων της Συμβάσεως του Μόντρεαλ που αφορούν τη γνωστοποίηση των αξιώσεων. Αν οι μεταφορείς πρέπει να διεκπεραιώνουν γρήγορα τις διαμαρτυρίες των επιβατών, ορισμένες μορφές γραπτής γνωστοποιήσεως των διαμαρτυριών (για παράδειγμα, σε ένα κομμάτι βράχο ή σε μια πλάκα από πηλό) μπορεί να είναι λιγότερο χρήσιμες από άλλες ( 10 ). Αντιστρόφως, μια διαμαρτυρία η οποία υπό το πρίσμα όλων των πρακτικών αναγκών ικανοποιεί τους σκοπούς της απαιτήσεως γραπτού τύπου δεν πρέπει να τεθεί κατά μέρος επειδή δεν γράφτηκε σε πραγματικό χαρτί. Επομένως, είμαι της γνώμης ότι η ερμηνεία του όρου «γραπτώς» εύλογα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον σκοπό της απαιτήσεως, ζητήματα πρακτικής εφαρμογής και την κοινή χρήση κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Ο ερμηνευτής δεν μπορεί, δίχως να οδηγηθεί σε παράλογα αποτελέσματα, να αγνοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις συνήθως δουλεύουν με τους πελάτες τους.
46.
Σήμερα, αποτελούν συνήθη επιχειρηματική πρακτική σε πολλούς τομείς της οικονομίας η σάρωση και η αποθήκευση εγγράφων μόνο σε ηλεκτρονική μορφή και η εκτύπωση των εγγράφων αυτών σε χαρτί μόνον αν και όταν τούτο απαιτείται για ειδικό λόγο.
47.
Η Finnair δεν υποστήριξε ότι η «γραφή» στους σκληρούς δίσκους του δικού της συστήματος πληροφοριών δεν υπηρετεί τους σκοπούς μονιμότητας και ανακτησιμότητας τόσο επαρκώς όσο η γραφή σε χαρτί. Το χαρτί είναι συγκρίσιμο με ένα σωστά υποστηριζόμενο σύστημα πληροφορικής όσον αφορά τη φθαρτότητα· και αναμφισβήτητα είναι πιο πιθανό να τοποθετηθεί κατά λάθος κάπου ή να χαθεί από ό,τι ένα ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί στο σχετικό ηλεκτρονικό μέσο. Ομοίως, δεν προβλήθηκε ότι όσον αφορά την τεκμηρίωση ένα ηλεκτρονικό κείμενο έχει μικρότερη αξία από ό,τι ένα εκτυπωμένο κείμενο (δηλαδή σε χαρτί) προκειμένου να αποδειχθεί πότε γνωστοποιήθηκαν στον μεταφορέα οι πληροφορίες σχετικά με τη βλάβη αποσκευών που είχαν περάσει από τον σχετικό έλεγχο και οι τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις ή προσθήκες.
48.
Είμαι της γνώμης ότι, αν οι αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη βλάβη των ελεγμένων αποσκευών έχουν καταγραφεί σε μέσο το οποίο διασφαλίζει μονιμότητα και ανακτησιμότητα και αυτό βρίσκεται στην κατοχή του μεταφορέα και υπό τον έλεγχό του, τούτο αρκεί για να θεωρηθεί ότι η δήλωση υποβλήθηκε «γραπτώς» κατά την έννοια της Συμβάσεως του Μόντρεαλ. Συναφώς, ουδεμία σημασία πρέπει να έχει αν το μέσο αποθηκεύσεως της διαμαρτυρίας είναι χαρτί και ο τρόπος ανακτήσεως περιλαμβάνει τη μετάβαση σε κάποιο υλικό αρχείο, το τράβηγμα ενός συρταριού και την εξαγωγή του αντιγράφου ή αν το μέσο είναι ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή και η ανάκτηση γίνεται με το άνοιγμα του σχετικού αρχείου και με την ανάγνωσή του στην οθόνη του υπολογιστή (ή με την εκτύπωση σε χαρτί).
49.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Finnair εξέδωσε βεβαίωση αξιώσεων, τυπωμένη σε χαρτί, η οποία παραδόθηκε στον επιβάτη και αυτός τη χρησιμοποίησε προκειμένου να διεκδικήσει την αξίωσή του κατά της ασφαλιστικής του εταιρίας. Σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστεί το εν λόγω έγγραφο προκειμένου η αξίωση να προβληθεί γραπτώς. Η μετατροπή σε γραπτό κείμενο των πληροφοριών που η Κ. Mäkelä-Dermedesiotis έδωσε τηλεφωνικώς στον εκπρόσωπο της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών της Finnair συντελέστηκε όταν ο εν λόγω εκπρόσωπος εισήγαγε τις πληροφορίες στο σύστημα πληροφοριών της Finnair. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ίδιος ή άλλος εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών της Finnair, κάνοντας κλικ στην επιλογή «εκτύπωση», μπορούσε να εκτυπώσει βεβαίωση που μπορούσε να χρησιμεύσει (και όντως χρησίμευσε) ως απόδειξη της αξιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρίας του επιβάτη υπογραμμίζει το γεγονός ότι η Finnair διέθετε σε γραπτή μορφή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την αξίωση.
50.
Επομένως, θα προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαίτηση έγγραφου τύπου δύναται να τηρηθεί με μια ηλεκτρονική διαδικασία, περιλαμβανομένης της καταχωρίσεως της αξιώσεως στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα.
Το τρίτο ερώτημα
51.
Με το τρίτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν οι απαιτήσεις του άρθρου 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ ικανοποιούνται όταν ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών του μεταφορέα καταχωρίζει γραπτώς τη διαμαρτυρία, είτε σε χαρτί είτε ηλεκτρονικώς στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα, για λογαριασμό του επιβάτη.
52.
Δεν αμφισβητείται ότι ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών της Finnair καταχώρισε στο σύστημα πληροφοριών της Finnair τις πληροφορίες που του έδωσε η Κ. Mäkelä-Dermedesiotis. Έτσι, ο επιβάτης ήταν τόσο η πηγή των πληροφοριών όσο και ο πραγματικός συντάκτης της διαμαρτυρίας. Στη συνέχεια, η Finnair παρέσχε βεβαίωση για την Κ. Mäkelä-Dermedesiotis, την οποία απέστειλε σε αυτήν. Δεν είναι σαφές αν η Finnair κράτησε σε χαρτί αντίγραφο της βεβαιώσεως αυτής για το αρχείο της.
53.
Ενώ το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είχε ως αντικείμενο το «τι σημαίνει “γραπτώς”;», το τρίτο του ερώτημα αφορά το εξής ζήτημα: «πρέπει να είναι ο ίδιος ο επιβάτης εκείνος που υποβάλλει γραπτώς την καταγγελία· ή αρκεί η καταγγελία να υποβάλλεται γραπτώς με δική του πρωτοβουλία και υπό την καθοδήγησή του;».
54.
Το κείμενο του άρθρου 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ δεν λέγει κατά λέξη ότι η διαμαρτυρία «πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς από τον επιβάτη». Αντιθέτως, το άρθρο 31, παράγραφος 2, αναφέρει ότι, «Σε περίπτωση ζημίας, ο δικαιούχος της παραλαβής οφείλει να υποβάλει διαμαρτυρία στον μεταφορέα [εντός συγκεκριμένων αυστηρών προθεσμιών]»· και το άρθρο 31, παράγραφος 3, περιορίζεται στη απαίτηση ότι «Η διαμαρτυρία πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να επιδίδεται ή να αποστέλλεται εντός των προαναφερομένων προθεσμιών» ( 11 ). Αναγνωρίζω ότι το γαλλικό κείμενο, ακολουθώντας τους συνήθεις γλωσσικούς κανόνες που χρησιμοποιούνται στη σύνταξη γαλλικών νομοθετημάτων (όπου η τάση είναι να χρησιμοποιούνται ουσιαστικά και όχι ρήματα) και χρησιμοποιώντας το ουσιαστικό «protestation» τόσο στο άρθρο 31, παράγραφος 2, όσο και στο άρθρο 31, παράγραφος 3, υποδηλώνει πιθανότατα ότι ο ίδιος ο επιβάτης πρέπει να είναι εκείνος που προβαίνει στη διαμαρτυρία σε γραπτή μορφή, η οποία στη συνέχεια «remise ou expédiée» (επιδίδεται ή αποστέλλεται) στον μεταφορέα. Πάντως, το αγγλικό κείμενο, με τη χρήση ρημάτων, είναι περισσότερο ευέλικτο. Η έκφραση «πρέπει να υποβάλλεται» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 31, παράγραφος 2, δείχνει απλώς ότι η διαμαρτυρία πρέπει να προέρχεται από τον «δικαιούχο της παραλαβής» (το ποιητικό αίτιο του ρήματος υποβάλλεται). Το ρήμα «υποβάλλεται» έχει ως υποκείμενο τη «διαμαρτυρία». Εντεύθεν δεν συνάγεται αυτομάτως ότι η διαμαρτυρία πρέπει να έχει γραφτεί από τον ίδιο τον επιβάτη. Τουναντίον, περιγράφει τι πρέπει να υπάρχει στο τέλος της διαδικασίας διαμαρτυρίας (δηλαδή μια γραπτή διαμαρτυρία) για να είναι έγκυρη η διαμαρτυρία.
55.
Οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ είναι εξίσου αυθεντικές ( 12 ). Εφαρμοζομένου του άρθρου 31 της ΣΒΔΣ, το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ «δέον να ερμηνεύηται καλή τη πίστει, συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης, εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου [της Συμβάσεως] και του σκοπού της». Θεωρώ ότι το ίδιο το γράμμα αφήνει περιθώριο για να εξεταστεί αν μια διαμαρτυρία που προέρχεται από τον επιβάτη αλλά περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο από κάποιον άλλο μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη αν η ερμηνεία αυτή στοιχεί καλύτερα με το αντικείμενο και τον σκοπό της Συμβάσεως του Μόντρεαλ υπό τις συνθήκες του 21ου αιώνα.
56.
Εδώ, θα σημειώσω επίσης ότι η Σύμβαση του Μόντρεαλ δεν αναφέρει ότι η διαμαρτυρία πρέπει να υπογραφεί· ούτε απαιτεί τη χρήση συστημένης επιστολής (ή κάποια άλλη συγκεκριμένη μορφή παραδόσεως) ως απόδειξη της προελεύσεως της διαμαρτυρίας. Πράγματι, η Σύμβαση του Μόντρεαλ δεν απαιτεί καν ταχυδρομική αποστολή της διαμαρτυρίας: το άρθρο 31, παράγραφος 3, αναφέρει απλώς ότι η διαμαρτυρία πρέπει «να επιδίδεται ή να αποστέλλεται». Ούτε ρυθμίζει τον τρόπο αποδείξεως του περιεχομένου και του χρονικού σημείου μιας αξιώσεως, αν τα μέρη στη συνέχεια διαφωνούν ως προς τα ζητήματα αυτά (ή διαφωνούν ακόμη και ως προς το αν υποβλήθηκε διαμαρτυρία). Όλα αυτά απόκεινται στους δικονομικούς κανόνες των συμβαλλομένων κρατών. Η διαμαρτυρία απλώς χρησιμεύει για να προβάλει ο επιβάτης την αξίωσή του κατά του μεταφορέα. Δεν προκύπτει ότι έχει άλλες έννομες συνέπειες.
57.
Έτσι, ουδέν στοιχείο στο γράμμα της Συμβάσεως του Μόντρεαλ απαγορεύει ρητώς στον επιβάτη να ζητήσει τη συνδρομή άλλου προσώπου για να περιβληθεί γραπτό τύπο η διαμαρτυρία την οποία αυτός επιθυμεί να υποβάλει.
58.
Θα αρχίσω με δύο προφανή παραδείγματα.
59.
Ο επιβάτης Α είναι επιχειρηματίας. Ανοίγοντας, μετά από επαγγελματικό ταξίδι, την αποσκευή του που πέρασε από τον σχετικό έλεγχο διαπιστώνει με δυσαρέσκεια ότι αυτή έχει παραβιαστεί και ότι διάφορα αντικείμενα έχουν εξαφανιστεί. Την επόμενη ημέρα, καλεί τη γραμματέα του στο γραφείο του και της υπαγορεύει τις απαραίτητες πληροφορίες εν είδει σύντομης επιστολής. Εκείνη τη δακτυλογραφεί. Αυτός μονογράφει (δυσανάγνωστα) την εκτύπωση στο κάτω μέρος της και λέγει στη γραμματέα του να την αποστείλει. Εκείνη σαρώνει την εκτύπωση και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποστέλλει την επιστολή στην αεροπορική εταιρία.
60.
Ο επιβάτης Β ταξιδεύει σε απομακρυσμένο προορισμό για να ξεκινήσει δεκαπενθήμερες διακοπές πεζοπορίας. Φθάνει αργά τη νύχτα και, όταν παραλαμβάνει το σακίδιο που είχε περάσει από τον σχετικό έλεγχο, διαπιστώνει ότι αυτό έχει υποστεί βλάβη. Στο γραφείο με την ένδειξη «πληροφορίες» δεν βρίσκεται κανείς και το μέσο για την περαιτέρω μεταφορά του πρόκειται να αναχωρήσει. Υπάρχει μια μεγάλη πινακίδα στη διεθνή αγγλική λέγοντας «Πρόβλημα με την τσάντα; Κάλεσε [έναν αριθμό τηλεφώνου]». Γράφει βιαστικά τον αριθμό και το επόμενο πρωί (όσο ακόμη έχει σήμα) χρησιμοποιεί το κινητό του τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με το προσωπικό εδάφους και να υποβάλει τη διαμαρτυρία του. Ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως πελατών εισάγει τις πληροφορίες στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων της αεροπορικής εταιρίας και αποστέλλει μήνυμα κειμένου με συνημμένο στο κινητό τηλέφωνο του επιβάτη Β, με αντίγραφο στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο.
61.
Η διαμαρτυρία του επιβάτη Α έχει υποστεί ηλεκτρονική επεξεργασία από πρόσωπο που ενεργεί υπό την άμεση καθοδήγησή του, έχει εκτυπωθεί, στη συνέχεια μετατραπεί εκ νέου σε ηλεκτρονική μορφή και αποσταλεί. Μήπως όλη αυτή η διαδικασία ακυρώνει τη διαμαρτυρία; Θα είχε σημασία αν ο επιχειρηματίας υπέγραφε ολογράφως την επιστολή αντί να τη μονογράψει (ή αν δεν την υπέγραφε καθόλου) ή αν η γραμματέας του την είχε αποστείλει ως συστημένη επιστολή;
62.
Ο επιβάτης Β βρέθηκε σε κατάσταση στην οποία ήταν πρακτικώς αδύνατο να υποβάλει ο ίδιος γραπτώς τη διαμαρτυρία του και να την αποστείλει στην αεροπορική εταιρία εντός επτά ημερών από την παραλαβή του σακιδίου του που υπέστη βλάβη. Οι αεροπορικές εταιρίες συχνά χρησιμοποιούν προσωπικό εδάφους για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούν απώλεια αποσκευών σε αεροδρόμια όπου δεν έχουν φυσική παρουσία. Το προσωπικό εδάφους δεν ήταν εκεί κατά την άφιξη της πτήσεως του επιβάτη Β· αλλά υπήρχε αριθμός επαφής. Ο επιβάτης Β έκανε αυτό ακριβώς που έπρεπε να κάνει προκειμένου να υποβάλει εμπροθέσμως την καταγγελία του μέσω του προσωπικού εδάφους το οποίο θα τη διαβίβαζε περαιτέρω στον μεταφορέα.
63.
Σε αμφότερα τα παραδείγματά μου, η διαμαρτυρία σαφώς προέρχεται από τον επιβάτη. Είναι η διαμαρτυρία του επιβάτη. Έχει απλώς μετατραπεί σε γραπτό κείμενο από κάποιον άλλο. Ως εκ τούτου, τώρα υπάρχει σαφής καταγραφή του περιεχομένου της διαμαρτυρίας. Νομίζω ότι αυτό στοιχεί με το αντικείμενο και τον σκοπό της Συμβάσεως του Μόντρεαλ. Με πιο τεχνική διατύπωση: για τους σκοπούς του άρθρου 31, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να είναι αρκετό ότι η γραπτή υποβολή έγινε για λογαριασμό του επιβάτη ή υπό την καθοδήγηση του επιβάτη, οπότε οι πληροφορίες που αποτελούν το αντικείμενο της διαμαρτυρίας σαφώς προέρχονται από τον επιβάτη και η καταγγελία που καταχωρίστηκε αντιστοιχεί πραγματικά στην αξίωση του επιβάτη.
64.
Δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο ο εκπρόσωπος ενός μεταφορέα δεν θα πρέπει να είναι σε θέση να καταχωρίσει γραπτώς την αξίωση για λογαριασμό του επιβάτη. Οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των αεροπορικών εταιριών, συστηματικά παρέχουν υπηρεσίες για τους πελάτες τους –μερικές φορές έναντι πληρωμής για τη συγκεκριμένη πράξη αλλά συχνά στο πλαίσιο της παροχής άλλων υπηρεσιών ή της παραδόσεως αγαθών για τα οποία ο πελάτης έχει ήδη πληρώσει. Είθισται στη βοήθεια αυτή να περιλαμβάνεται η συνδρομή των πελατών κατά την υποβολή διαμαρτυρίας ( 13 ).
65.
Κάθε επιβάτης θεμιτά μπορεί να προσδοκά ότι ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών του μεταφορέα θα ενεργήσει με καλή πίστη και ότι θα καταχωρίσει εγγράφως τη διαμαρτυρία στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα για τη διεκπεραίωση των διαμαρτυριών –και τούτο, κατά μείζονα λόγο, όταν η υπηρεσία εξυπηρετήσεως πελατών του μεταφορέα εκδίδει βεβαίωση με την οποία πιστοποιεί την καταχώριση στο μηχανογραφημένο σύστημα.
66.
Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως δεν είναι ασυνήθιστα. Εντός των καθορισμένων προθεσμιών, ο επιβάτης καλεί την υπηρεσία εξυπηρετήσεως των πελατών ενός μεταφορέα, μέσω τηλεφωνικού αριθμού που ο μεταφορέας παρέχει για τον σκοπό αυτόν, προκειμένου να γνωστοποιήσει αξίωσή του λόγω βλάβης της αποσκευής. Ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών του μεταφορέα καταγράφει και επεξεργάζεται για λογαριασμό του επιβάτη τις πληροφορίες που του παρέχει ο επιβάτης (τώρα αυτό συνήθως γίνεται ηλεκτρονικά). Όλα τα απαραίτητα στοιχεία είναι στη διάθεση του μεταφορέα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του. Ο εκπρόσωπος του μεταφορέα, καταγράφοντας τις πληροφορίες που παρέσχε ο επιβάτης, είναι σχεδόν αδύνατο να υπερβάλει προς όφελος του τελευταίου όσον αφορά την αξίωσή του. Νομίζω ότι από έναν τυπικό επιβάτη που ταξιδεύει ως καταναλωτής δεν αναμένεται να πρέπει στη συνέχεια να αναλάβει την (εκ πρώτης όψεως ανούσια) πρόσθετη ενέργεια να καταθέσει γραπτώς τις ίδιες ακριβώς πληροφορίες τις οποίες ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών του μεταφορέα μόλις προηγουμένως καταχώρισε στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα και να τις αποστείλει ο ίδιος στον μεταφορέα.
67.
Μολονότι τελικά πρόκειται για ζήτημα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, καθόσον το δικαστήριο αυτό είναι ο μόνος κριτής των πραγματικών περιστατικών, νομίζω ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, υφίσταται έγκυρη γραπτή διαμαρτυρία βάσει του άρθρου 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ.
68.
Τέλος, θα παρατηρήσω ότι η τελολογική ερμηνεία του άρθρου 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ συνάδει με τον σκοπό προστασίας των καταναλωτών που αναγνωρίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της εν λόγω Συμβάσεως και με τη φιλική προς τον καταναλωτή προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθέτησε κατά την από μέρους του ερμηνεία του δικαιώματος αποζημιώσεως των επιβατών από τις αεροπορικές εταιρίες βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 (κανονισμός των επιβατών αεροπορικών εταιριών) ( 14 ).
69.
Επομένως, θα προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο ερώτημα την απάντηση ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ ικανοποιούνται όταν ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών του μεταφορέα καταχωρίζει γραπτώς τη διαμαρτυρία, είτε σε χαρτί είτε ηλεκτρονικώς στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα, για λογαριασμό του επιβάτη.
Το τέταρτο ερώτημα
70.
Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ υποβάλλει μια διαμαρτυρία σε περαιτέρω ουσιαστικές προϋποθέσεις πέραν της προϋποθέσεως ότι η προκληθείσα ζημία πρέπει να γνωστοποιηθεί στον μεταφορέα.
71.
Αρκεί η παρατήρηση ότι το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ (όπως δείχνει ο τίτλος του) αφορά αποκλειστικώς την «προθεσμία διαμαρτυρίας». Επομένως, αφορά αποκλειστικώς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται πριν από την άσκηση αγωγής κατά του μεταφορέα (ήτοι η διαμαρτυρία πρέπει να υποβληθεί εμπροθέσμως και γραπτώς). Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, τότε –πέρα από την περίπτωση της απάτης εκ μέρους του μεταφορέα– κάθε αγωγή κατά του μεταφορέα είναι απαράδεκτη (άρθρο 31, παράγραφος 4). Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η αγωγή κατά του μεταφορέα είναι παραδεκτή. Αν ο μεταφορέας αμφισβητήσει την αξίωση, τότε το αν, σε εύθετο χρόνο, η αγωγή θα γίνει δεκτή ή θα απορριφθεί εξαρτάται από την τήρηση των εφαρμοστέων δικονομικών και αποδεικτικών κανόνων και από το υλικό που έχει προσκομιστεί ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υποθέσεως. Πάντως, κανένα από τα θέματα αυτά δεν αντιμετωπίζεται από το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ.
72.
Επομένως, θα προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τέταρτο ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ δεν εξαρτά το παραδεκτό μιας διαμαρτυρίας από ουσιαστικές προϋποθέσεις άλλες από την προϋπόθεση ότι η προκληθείσα ζημία πρέπει να γνωστοποιηθεί στον μεταφορέα εντός των προθεσμιών που προβλέπονται και υπό τον τύπο που καθορίζεται στο συγκεκριμένο άρθρο.
Πρόταση
73.
Κατόπιν των ανωτέρω κρίσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία) ως εξής:
1)
Αγωγή που ασκήθηκε κατά μεταφορέα λόγω βλάβης αποσκευής που είχε περάσει από τον σχετικό έλεγχο είναι απαράδεκτη σύμφωνα με τη Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία υπογράφτηκε στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999, όταν υποβλήθηκε διαμαρτυρία εντός της προθεσμίας του άρθρου 31, παράγραφος 2, αλλά η διαμαρτυρία αυτή δεν πληροί την προϋπόθεση να έχει υποβληθεί «γραπτώς» κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμβάσεως.
2)
Το άρθρο 31, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαίτηση έγγραφου τύπου δύναται να τηρηθεί με μια ηλεκτρονική διαδικασία, περιλαμβανομένης της καταχωρίσεως της αξιώσεως στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα.
3)
Οι απαιτήσεις του άρθρου 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ ικανοποιούνται όταν ο εκπρόσωπος της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως των πελατών του μεταφορέα καταχωρίζει γραπτώς τη διαμαρτυρία, είτε σε χαρτί είτε ηλεκτρονικώς στο σύστημα πληροφοριών του μεταφορέα, για λογαριασμό του επιβάτη.
4)
Το άρθρο 31 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ δεν εξαρτά το παραδεκτό μιας διαμαρτυρίας από ουσιαστικές προϋποθέσεις άλλες από την προϋπόθεση ότι η προκληθείσα ζημία πρέπει να γνωστοποιηθεί στον μεταφορέα εντός των προθεσμιών που προβλέπονται και υπό τον τύπο που καθορίζεται στο συγκεκριμένο άρθρο.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη των αερομεταφορέων όσον αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους (ΕΕ 1997, L 285, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 889/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2002 (ΕΕ 2002, L 140, σ. 2).
( 3 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001, για τη σύναψη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα της Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές (Σύμβαση του Μόντρεαλ) (ΕΕ 2001, L 194, σ. 38).
( 4 ) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, αναφέρει ότι «[ο]ιοδήποτε άλλο μέσο το οποίο διατηρεί [συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον τόπο αναχωρήσεως και προορισμού και, ενδεχομένως, τους ενδιάμεσους σταθμούς] μπορεί να υποκαθιστά την έκδοση του τίτλου μεταφοράς […]. Όταν χρησιμοποιείται αυτό το άλλο μέσο, ο μεταφορέας παραδίδει στον επιβάτη γραπτή δήλωση με τις διατηρούμενες πληροφορίες».
( 5 ) Βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2010, Walz (C‑63/09, EU:C:2010:251, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 6 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Μαΐου 2010, Walz (C‑63/09, EU:C:2010:251, σκέψεις 21 και 22) (τα παρατιθέμενα χωρία αφορούν τον ορισμό της έννοιας «ζημία» κατά το άρθρο 22 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ).
( 7 ) Υπογράφτηκε στη Βιέννη στις 23 Μαΐου 1969 (United Nations Treaty Series, τόμος 1155, σ. 331).
( 8 ) Βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2010, Walz (C‑63/09, EU:C:2010:251, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 9 ) Το άρθρο 17, παράγραφος 3, απλώς αναφέρει ότι, αν ο μεταφορέας αποδέχεται την απώλεια αποσκευών που είχαν περάσει από έλεγχο ή αν οι αποσκευές που είχαν περάσει από έλεγχο δεν φθάσουν μετά την πάροδο 21 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχουν φθάσει, o επιβάτης δικαιούται να επικαλεστεί έναντι του μεταφορέα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση μεταφοράς, χωρίς να προβλέπει κάποιον περιορισμό ως προς τον χρόνο ή τον τύπο της καταγγελίας, πέραν της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 35, το οποίο προβλέπει την απόσβεση του δικαιώματος αποζημιώσεως σε περίπτωση κατά την οποία η αγωγή δεν ασκηθεί εντός προθεσμίας δύο ετών.
( 10 ) Όσοι μελετούν το αγγλικό κοινοδίκαιο διασκεδάζουν με την ιστορία (μυθοπλασίας) του Albert Haddock, ο οποίος τακτοποίησε τις φορολογικές του εκκρεμότητες με την HM Inland Revenue (βρετανική εφορία) γράφοντας επιταγή με το οφειλόμενο ποσό στην πλάτη μιας αγελάδας (Board of Inland Revenue κατά Haddock: η υπόθεση της διαπραγματεύσιμης αγελάδας). Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο σατιρικό περιοδικό Punch ως μέρος της σειράς με τίτλο Misleading Cases in the Common Law του ίδιου συγγραφέα και στη συνέχεια αναδείχθηκε σχεδόν σε θρύλο ως μέρος συλλογής με παρόμοιες έξυπνες παρωδίες: βλ. Herbert, A.P., Uncommon Law (Methuen, 1935) –ή, αν αυτό δεν είναι εύκολα διαθέσιμο, of Inland Revenue v Haddock.
( 11 ) Το γαλλικό κείμενο έχει ως εξής: «En cas d’avarie, le destinataire doit adresser au transporteur une protestation immédiatement après la découverte de l’avarie […]» (άρθρο 31, παράγραφος 2) και «Toute protestation doit être faite par réserve écrite et remise ou expédiée dans le délai prévu pour cette protestation» (άρθρο 31, παράγραφος 3). Δεδομένου ότι η γραμματική δομή της ισπανικής γλώσσας είναι, από την άποψη αυτή, παρόμοια με εκείνη της γαλλικής, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι το κείμενο στην ισπανική απόδοση χρησιμοποιεί ομοίως το ίδιο ουσιαστικό («una protesta») τόσο στο άρθρο 31, παράγραφος 2, όσο και στο άρθρο 31, παράγραφος 3, («[…] el destinatario deberá presentar […] una protesta […]» και «Toda protesta deberá hacerce por escrito y darse o expedirse dentro de los plazos mencionados», αντιστοίχως).
( 12 ) H Σύμβαση του Μόντρεαλ συντάχθηκε «στην αγγλική, αραβική, κινεζική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά».
( 13 ) Βλ., για παράδειγμα, την περιγραφή από το Bureau of Labor Statistics, U.S. Department of Labor, Occupational Outlook Handbook, Customer Service Representatives, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα (επίσκεψη στις 30 Οκτωβρίου 2017). Υπό τον τίτλο «Τι κάνουν οι εκπρόσωποι υπηρεσίας εξυπηρετήσεως πελατών», το εγχειρίδιο αναφέρει ότι: «Οι εκπρόσωποι υπηρεσίας εξυπηρετήσεως πελατών έχουν διαδραστική σχέση με τους πελάτες για να χειρίζονται διαμαρτυρίες, να διεκπεραιώνουν παραγγελίες και να παρέχουν πληροφορίες για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες συγκεκριμένου οίκου» (η επισήμανση δική μου).
( 14 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημιώσεως των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 295/91 (ΕΕ 2004, L 46, σ. 1). Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2009, Sturgeon κ.λπ. (C‑402/07 και C‑432/07, EU:C:2009:716), και της 23ης Οκτωβρίου 2012, Nelson κ.λπ. (C‑581/10 και C‑629/10, EU:C:2012:657).
Full & Egal Universal Law Academy