ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 12ης Σεπτεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑267/16
Albert Buhagiar,
Wayne Piri,
Stephanie Piri,
Arthur Taylor,
Henry Bonifacio,
Colin Tomlinson,
Darren Sheriff,
κατά
The Hon. Gilbert Licudi QC MP Minister for Justice
[αίτηση του Supreme Court of Gibraltar
(Ανωτάτου Δικαστηρίου του Γιβραλτάρ, Ηνωμένο Βασίλειο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Αρμοδιότητα – Έννοια του δικαστηρίου κράτους μέλους – Γιβραλτάρ – Άρθρο 29 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου – Τελωνειακή ένωση – Οδηγία σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων – Οδηγία 91/477 – Ερμηνεία των διατάξεων περί κυνηγών και αθλητών σκοποβολής – Ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου – Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων»
I. Εισαγωγή
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Supreme Court of Gibraltar (Ανώτατο Δικαστήριο του Γιβραλτάρ, Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να διευκρινιστεί αν η οδηγία 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων ( 2 ), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2008/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008 ( 3 ) (στο εξής: οδηγία 91/477), τυγχάνει εφαρμογής επί της επικράτειας του Γιβραλτάρ.
2.
Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού καθεστώτος του Γιβραλτάρ, το οποίο εξαιρείται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν, παρά το γεγονός ότι η οδηγία 91/477 φαίνεται να εμπίπτει στους σχετικούς με τις εμπορικές συναλλαγές κανόνες του δικαίου της Ένωσης και δεν πρέπει επομένως να έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ, εντούτοις ορισμένες διατάξεις της οδηγίας αυτής, οι οποίες αφορούν το ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου (στο εξής: ΕΔΠΟ) που χορηγείται στους κυνηγούς και στους αθλητές σκοποβολής, που μεταφέρουν τα όπλα τους, προκειμένου να ταξιδέψουν σε διάφορα κράτη μέλη, μπορούν να έχουν εφαρμογή στο Γιβραλτάρ.
3.
Όπως θα διευκρινίσω στις παρούσες προτάσεις μου, φρονώ ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση.
II. Νομικό πλαίσιο
4.
Κατά το άρθρο 355 ΣΛΕΕ:
«Πλην των διατάξεων του άρθρου 52 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση περί του πεδίου εδαφικής εφαρμογής των Συνθηκών, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:
[…]
3. Οι διατάξεις των Συνθηκών εφαρμόζονται στα ευρωπαϊκά εδάφη, για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων υπεύθυνο είναι ένα κράτος μέλος.
[…]»
5.
Το άρθρο 28 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και περί των προσαρμογών των Συνθηκών ( 4 ) (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως του 1972) ορίζει τα εξής:
«Οι πράξεις των οργάνων της Κοινότητος οι σχετικές με τα προϊόντα του παραρτήματος II της συνθήκης ΕΟΚ και με τα προϊόντα τα οποία κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση συνεπεία της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς επίσης και οι πράξεις οι σχετικές με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των Κρατών μελών περί των φόρων κύκλου εργασιών δεν εφαρμόζονται στο Γιβραλτάρ, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίζοντας ομοφώνως προτάσει της Επιτροπής ορίσει άλλως.»
6.
Βάσει του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό με το παράρτημα I, μέρος I, σημείο 4, της ίδιας πράξεως, το Γιβραλτάρ εξαιρείται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
7.
Κατά την τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/477:
«Εκτιμώντας […] ότι η Επιτροπή τόνισε στη Λευκή της Βίβλο “Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς” ότι η κατάργηση των ελέγχων της ασφάλειας των μεταφερομένων αντικειμένων και των προσώπων προϋποθέτει μεταξύ άλλων την προσέγγιση των νομοθεσιών που αφορούν τα όπλα·
[Εκτιμώντας] ότι, για την εξάλειψη των ελέγχων για κατοχή όπλων στα ενδοκοινοτικά σύνορα, απαιτούνται αποτελεσματικοί κανόνες που θα επιτρέπουν να ελέγχεται στο εσωτερικό των κρατών μελών η απόκτηση και η κατοχή πυροβόλων όπλων και η μεταφορά τους σε άλλο κράτος μέλος […]·
[Εκτιμώντας] ότι οι κανόνες αυτοί θα δημιουργήσουν μεγαλύτερη αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της προστασίας της ασφάλειας των προσώπων, στο μέτρο που αυτή βασίζεται σε νομοθεσίες εν μέρει εναρμονισμένες· ότι θα πρέπει, για τον σκοπό αυτό, να προβλεφθούν κατηγορίες πυροβόλων όπλων των οποίων η απόκτηση και η κατοχή από ιδιώτες είτε θα απαγορεύεται είτε θα υπόκειται σε άδεια ή δήλωση·
[Εκτιμώντας] ότι ενδείκνυται καταρχήν η απαγόρευση της μετακίνησης από το ένα κράτος μέλος σε άλλο με όπλα και ότι εξαίρεση μπορεί να γίνεται αποδεκτή μόνον εάν τηρείται διαδικασία που να επιτρέπει στα κράτη μέλη να πληροφορούνται το γεγονός της εισαγωγής ενός πυροβόλου όπλου στο έδαφός τους·
[Εκτιμώντας] ότι όμως, πρέπει να θεσπιστούν ελαστικότεροι κανόνες για το κυνήγι και τον αθλητισμό προκειμένου να μην εμποδιστεί πέρα από τον αναγκαίο βαθμό η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων».
8.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/477:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “πυροβόλο όπλο” νοείται οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη το οποίο εξακοντίζει, είναι σχεδιασμένο να εξακοντίζει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εξακοντίζει σφαίρα, βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, εκτός εάν εξαιρείται για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο μέρος ΙΙΙ του παραρτήματος Ι. Τα πυροβόλα όπλα κατατάσσονται σε κατηγορίες στο μέρος II του παραρτήματος I.
[…]»
9.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/477:
«Το [ΕΔΠΟ] είναι έγγραφο το οποίο χορηγείται από τις αρχές των κρατών μελών, μετά από αίτησή του, σε πρόσωπο το οποίο καθίσταται νόμιμος κάτοχος και χρήστης πυροβόλου όπλου. Το δελτίο αυτό ισχύει για μέγιστη περίοδο πέντε ετών, η οποία μπορεί να παραταθεί, και περιέχει τα στοιχεία που ορίζει το παράρτημα II. Το [ΕΔΠΟ] δεν μεταβιβάζεται και επ’ αυτού αναγράφονται το ή τα πυροβόλα όπλα που κατέχει και χρησιμοποιεί ο κάτοχος του δελτίου. Το δελτίο πρέπει να βρίσκεται πάντα στην κατοχή του προσώπου που χρησιμοποιεί το πυροβόλο όπλο και κάθε μεταβολή της κατοχής ή των χαρακτηριστικών του πυροβόλου όπλου, καθώς και ενδεχόμενη απώλεια ή κλοπή του, αναγράφεται στο δελτίο.»
10.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 91/477 ορίζει:
«Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που παρέχονται στους κατοίκους των κρατών μελών στο άρθρο 12 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να συμπεριλάβουν στη νομοθεσία τους διατάξεις αυστηρότερες από αυτές που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»
11.
Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/477 ορίζει:
«3. Αν κάποιο κράτος μέλος απαγορεύει ή υποβάλλει σε άδεια την απόκτηση και κατοχή πυροβόλου όπλου της κατηγορίας Β, Γ ή Δ, στο έδαφός του, ενημερώνει σχετικά τα άλλα κράτη μέλη, τα οποία αναγράφουν σχετική μνεία επί του [ΕΔΠΟ] που, ενδεχομένως, εκδίδουν για ένα τέτοιο όπλο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 2.»
12.
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/477 προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 12, τα πυροβόλα όπλα μπορούν να μεταφερθούν από ένα κράτος μέλος σε άλλο μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις ακόλουθες παραγράφους. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης στην περίπτωση μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατόπιν πωλήσεως δι’ αλληλογραφίας.»
13.
Κατά το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 91/477:
«1. Αν δεν ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 11, η κατοχή πυροβόλου όπλου κατά τη διάρκεια ταξιδίου διά μέσου δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών επιτρέπεται μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει την άδεια των εν λόγω κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν την άδεια αυτή για ένα ή περισσότερα ταξίδια, για περίοδο ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο, με δυνατότητα ανανέωσης. Οι άδειες αυτές εγγράφονται στο [ΕΔΠΟ], το οποίο ο ταξιδιώτης οφείλει να επιδεικνύει κάθε φορά που αυτό ζητείται από τις αρχές των κρατών μελών.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι κυνηγοί, όσον αφορά τις κατηγορίες Γ και Δ, και οι σκοπευτές, όσον αφορά τις κατηγορίες Β, Γ και Δ, δύνανται να φέρουν, για το σκοπό της δραστηριότητάς τους, χωρίς προηγούμενη άδεια, ένα ή περισσότερα πυροβόλα όπλα κατά τη διάρκεια ταξιδιού μέσω δύο ή περισσότερων κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι κατέχουν [ΕΔΠΟ] στο οποίο εμφαίνονται τα συγκεκριμένα πυροβόλα όπλα και είναι σε θέση να τεκμηριώσουν τους λόγους του ταξιδιού τους, προσκομίζοντας πρόσκληση ή άλλη απόδειξη της κυνηγετικής ή σκοπευτικής δραστηριότητάς τους στο κράτος μέλος προορισμού τους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την αποδοχή του [ΕΔΠΟ] από την πληρωμή οποιουδήποτε τέλους ή επιβάρυνσης.
Ωστόσο, η παρέκκλιση αυτή δεν ισχύει για τα ταξίδια προς κράτος μέλος το οποίο, δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 3, απαγορεύει την απόκτηση και την κατοχή του εν λόγω όπλου ή την εξαρτά από προηγούμενη άδεια. Σε αυτή την περίπτωση, θα γίνεται ρητή μνεία στο [ΕΔΠΟ] […].
[…]»
14.
Το παράρτημα I της οδηγίας 91/477 περιλαμβάνει τον ορισμό των πυροβόλων όπλων, τα οποία στη συνέχεια κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Κατηγορία A – Απαγορευμένα πυροβόλα όπλα, Κατηγορία B – Πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια, Κατηγορία Γ – Πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση, και Κατηγορία Δ – Λοιπά πυροβόλα όπλα.
15.
Το παράρτημα II καθορίζει τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το δελτίο. Το παράρτημα αυτό, στο στοιχείο ηʹ, προβλέπει τα εξής:
«Το δικαίωμα πραγματοποίησης ταξιδίου με το ή τα όπλα των κατηγοριών Β, Γ ή Δ που αναφέρονται στο παρόν δελτίο, προς ένα άλλο κράτος μέλος, εξαρτάται από την ή τις αντίστοιχες προηγούμενες άδειες του εν λόγω κράτους μέλους. Η ή οι άδειες αυτές μπορούν να σημειώνονται επί του δελτίου.
Η εν λόγω προηγούμενη άδεια δεν είναι καταρχήν απαραίτητη όταν πρόκειται για ταξίδι που έχει προορισμό το κυνήγι με όπλο της κατηγορίας Γ ή Δ ή τη σκοποβολή με όπλο των κατηγοριών Β, Γ ή Δ, εφόσον κατέχεται το δελτίο του όπλου και ο λόγος του ταξιδίου μπορεί να αποδειχθεί.
Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος πληροφορήσει τα άλλα κράτη μέλη, κατά το άρθρο 8 παράγραφος 3, ότι η κατοχή ορισμένων πυροβόλων όπλων των κατηγοριών Β, Γ ή Δ απαγορεύεται ή υπόκειται σε άδεια, προστίθεται ένα από τα ακόλουθα κείμενα:
“Το ταξίδι στο... (όνομα του ή των συγκεκριμένων κρατών) με το όπλο... (προσδιορισμός του όπλου) απαγορεύεται.”
“Το ταξίδι στο... (όνομα του ή των συγκεκριμένων κρατών) με το όπλο... (προσδιορισμός του όπλου) υπόκειται σε άδεια.”»
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
16.
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είναι μέλη του συλλόγου σκοποβολής Gibraltar Target Shooting Association. Στις 19 Μαΐου 2015, ο Albert Buhagiar, πρόεδρος του εν λόγω συλλόγου, απηύθυνε επιστολή στον καθού, Υπουργό Δικαιοσύνης του Γιβραλτάρ (στο εξής: Υπουργός Δικαιοσύνης), ζητώντας του τη χορήγηση ΕΔΠΟ σε καθέναν από τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης.
17.
Στις 2 Ιουνίου 2015, ο Υπουργός Δικαιοσύνης απάντησε ότι, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την οποία η οδηγία 91/477 δεν έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ, η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ αποφάσισε να μην προβεί στη μεταφορά της στo εσωτερικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν μπορούσε να χορηγήσει στους προσφεύγοντες της κύριας δίκης τα ΕΔΠΟ τα οποία αιτήθηκαν. Κατόπιν της αρνήσεως αυτής, οι τελευταίοι προσέφυγαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
18.
Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 355, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το δίκαιο της Ένωσης τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στο Γιβραλτάρ, πλην των προβλεπόμενων από τα άρθρα 28 έως 30 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 εξαιρέσεων. Το άρθρο 29 της ίδιας πράξεως, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, τμήμα Ι, σημείο 4, αυτής διευκρινίζει ότι το Γιβραλτάρ αποκλείεται από το κοινό τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
19.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο διευκρίνισε τα αποτελέσματα της εξαιρέσεως αυτής στην απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489, σκέψη 59), με την οποία έκρινε ότι η εφαρμογή των οδηγιών που έχουν ως νομική βάση τα άρθρα 114 και 115 ΣΛΕΕ, και ως κύριο σκοπό την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, αποκλείεται στο έδαφος του Γιβραλτάρ.
20.
Εντούτοις, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης προβάλλουν καινοφανή επιχειρήματα.
21.
Πρώτον, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης διατείνονται ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού των παρεκκλίσεων που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως του 1972 καθώς και υπό το πρίσμα της αρχής της συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρέσεων, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων οι οποίες δεν θίγουν τον σκοπό των προβλεπομένων από την Πράξη Προσχωρήσεως του 1972 παρεκκλίσεων πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής στο Γιβραλτάρ. Κατά την άποψη των προσφευγόντων της κύριας δίκης, τούτο πρέπει να ισχύει για τις διατάξεις της οδηγίας 91/477 που αφορούν το ΕΔΠΟ και έχουν τεθεί προς όφελος των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής. Το εν λόγω δελτίο χορηγείται αποκλειστικώς και μόνο για ταξίδια από και προς κράτη μέλη, με σκοπό τη συμμετοχή σε αθλητικές διοργανώσεις, και δεν σχετίζεται με εμπορική συναλλαγή με αντικείμενο τα συγκεκριμένα εμπορεύματα.
22.
Δεύτερον, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις σχετικά με το ΕΔΠΟ εμπίπτουν στο πεδίο της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών. Για τον λόγο αυτό, οι εν λόγω διατάξεις μπορούν να τύχουν εφαρμογής στο Γιβραλτάρ και επομένως θα έπρεπε να μεταφερθούν στην εσωτερική του έννομη τάξη. Η μη μεταφορά αυτή αποτελεί δυσμενή διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, σε βάρος των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής που κατοικούν στο Γιβραλτάρ, οι οποίοι πρέπει να υποβληθούν σε δαπάνες και πρόσθετες διοικητικές καθυστερήσεις εφόσον ταξιδεύουν εντός της Ένωσης με πυροβόλα όπλα προκειμένου να συμμετάσχουν σε διοργανώσεις και διαγωνισμούς θήρας ή σκοποβολής. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω πυροβόλα όπλα δεν συνιστούν εμπορεύματα στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών, αλλά αθλητικό εξοπλισμό απαραίτητο για τη δραστηριότητά τους.
23.
Τέλος, και επικουρικώς, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αμφισβητούν το κύρος της οδηγίας 91/477. Οι εν λόγω προσφεύγοντες προβάλλουν ότι οι σχετικές με το ΕΔΠΟ διατάξεις της οδηγίας 91/477 άπτονται της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Τούτο επιβεβαιώνεται από την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής. Επομένως, η εν λόγω οδηγία στηρίχθηκε σε εσφαλμένη νομική βάση. Συγκεκριμένα, η οδηγία στηρίζεται στο άρθρο 100 A της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (μετέπειτα, άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ, νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ), μολονότι το άρθρο 100 A, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ αποκλείει τη δυνατότητα εκδόσεως θεσπίσεως πράξεων σχετικών με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
24.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Αν οι διατάξεις της οδηγίας 91/477 […] περί ΕΔΠΟ αφορούν μόνον την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, είναι παρά ταύτα δυνατό να έχουν εφαρμογή στο Γιβραλτάρ, λόγω του ότι δεν αφορούν το εμπόριο ή τις εμπορικές συναλλαγές και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παρεκκλίσεων που χορηγήθηκαν στο Γιβραλτάρ βάσει της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972;
2.
Τυγχάνουν οι διατάξεις της οδηγίας [91/477] περί ΕΔΠΟ εφαρμογής στο Γιβραλτάρ, όσον αφορά τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής, λόγω του ότι αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών;
3.
Είναι οι διατάξεις της οδηγίας [91/477] περί ΕΔΠΟ ανίσχυρες όσον αφορά τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής, λόγω του ότι αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και, συνεπώς, θεσπίσθηκαν επί εσφαλμένης νομικής βάσεως;»
25.
Επί των ερωτημάτων αυτών υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επίσης, οι ανωτέρω μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Μαΐου 2017.
IV. Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
26.
Είναι η πρώτη φορά που το Supreme Court of Gibraltar (Ανώτατο Δικαστήριο του Γιβραλτάρ) υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Παρά το ειδικό καθεστώς του Γιβραλτάρ ως προς το δίκαιο της Ένωσης, τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι μετέχοντες στη διαδικασία δεν αμφισβήτησαν την ιδιότητα του Supreme Court of Gibraltar (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Γιβραλτάρ) ως δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
27.
Συμφωνώ με την άποψη αυτή.
28.
Καταρχάς δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις των Συνθηκών εφαρμόζονται στο Γιβραλτάρ δυνάμει του άρθρου 355, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθόσον το Ηνωμένο Βασίλειο είναι υπεύθυνο για τις εξωτερικές σχέσεις του εν λόγω ευρωπαϊκού εδάφους.
29.
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, οι διατάξεις περί των εξουσιών και αρμοδιοτήτων των οργάνων των Κοινοτήτων ισχύουν και ως προς τη Συνθήκη αυτή. Επομένως, η αρμοδιότητα εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων την οποία απονέμει στο Δικαστήριο το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ισχύει και όσον αφορά την Πράξη Προσχωρήσεως του 1972 ( 5 ).
30.
Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ιδιότητα του δικαστηρίου, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, σε δικαιοδοτικά όργανα άλλων ευρωπαϊκών εδαφών που διέπονται από τις επιμέρους παραγράφους του άρθρου 355 ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τις αγγλονορμανδικές νήσους και τη Νήσο του Μαν, για τις οποίες το άρθρο 355, παράγραφος 5, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ διευκρινίζει ότι οι διατάξεις των Συνθηκών εφαρμόζονται επί αυτών μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλισθεί η εφαρμογή του καθεστώτος που προβλέπει για τις νήσους αυτές η Πράξη Προσχωρήσεως του 1972, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι τα δικαιοδοτικά όργανα των εδαφών αυτών μπορούσαν να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης όπως αυτό έχει εφαρμογή στα εν λόγω εδάφη ( 6 ). Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε, σιωπηρά, στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε δικαστήριο των νήσων Åland, ως προς τις οποίες είναι γνωστό ότι η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο εν λόγω έδαφος της Δημοκρατίας της Φινλανδίας ρυθμίζεται σύμφωνα με το άρθρο 355, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ ( 7 ).
31.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν και κατά πόσον η οδηγία 91/477 μπορεί να τύχει εφαρμογής στο Γιβραλτάρ, λαμβανομένου υπόψη του καθεστώτος αυτού.
32.
Είναι σαφές ότι το ζήτημα άπτεται της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στο σημείο 30 των προτάσεών μου. Επομένως, εκτιμώ ότι το Supreme Court of Gibraltar (Ανώτατο Δικαστήριο του Γιβραλτάρ) πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί δικαστήριο που δύναται να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
V. Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
33.
Το άρθρο 355, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στο Γιβραλτάρ, υπό την επιφύλαξη των ρητώς προβλεπόμενων στην Πράξη Προσχωρήσεως του 1972 εξαιρέσεων.
34.
Οι εξαιρέσεις αυτές αφορούν τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ( 8 ), αλλά όχι αυτές που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ( 9 ) ή την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
35.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής και τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο δεν αμφιβάλλει ότι η οδηγία 91/477 αποτελεί, σε σημαντικό τουλάχιστον βαθμό, μέρος της σχετικής με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων νομοθεσίας, γεγονός που συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, τη μη εφαρμογή της στο Γιβραλτάρ, δυνάμει του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972.
36.
Συμμερίζομαι πλήρως την παραδοχή επί της οποίας στηρίχθηκε η συλλογιστική του αιτούντος δικαστηρίου, κατά την οποία η οδηγία 91/477 συγκαταλέγεται στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
37.
Η ερμηνεία αυτή προκύπτει ήδη από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου που διατυπώθηκαν με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143). Συγκεκριμένα, υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία 91/477, του συστήματος στο οποίο εντάσσεται και της εν γένει οικονομίας της, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι η εν λόγω πράξη θεσπίζει αποτελεσματική ρύθμιση η οποία διασφαλίζει την εναρμόνιση ορισμένων διοικητικής φύσεως προϋποθέσεων σχετικά με την απόκτηση όπλων, την κατοχή τους και τη διασυνοριακή κυκλοφορία τους ( 10 ). Επομένως, πρόκειται σαφώς για ρύθμιση η οποία αφορά τον έλεγχο και την κυκλοφορία πυροβόλων όπλων, καθόσον τα όπλα αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία των εμπορευμάτων.
38.
Από την ανωτέρω διαπίστωση δεν μπορούν ωστόσο να συναχθούν απαντήσεις στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.
39.
Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το οποίο ρυθμίζει τη διαδικασία σχετικά με την κατοχή πυροβόλων όπλων σε περίπτωση ταξιδιών που πραγματοποιούν κυνηγοί ή αθλητές σκοποβολής κάτοχοι ΕΔΠΟ προς δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, θα μπορούσε εντούτοις να διαχωριστεί από τον γενικό χαρακτήρα της οδηγίας της οδηγίας 91/477 ως πράξεως αφορώσας την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και, επομένως, να έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις.
40.
Η πρώτη περίπτωση έγκειται στο αν το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 θα μπορούσε να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, λόγω του ότι το άρθρο αυτό θα έπρεπε να ερμηνεύεται συσταλτικώς, οπότε δεν εφαρμόζονται στο Γιβραλτάρ μόνον τα μέτρα που αφορούν εμπορικές συναλλαγές ή το εμπόριο. Η εν λόγω περίπτωση στηρίζεται στην παραδοχή ότι η διαδικασία που διέπεται από το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 δεν αφορά τις εν λόγω εμπορικές συναλλαγές ή το εμπόριο.
41.
Η δεύτερη και η τρίτη περίπτωση ‐που αφορούν, αντιστοίχως, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα‐ τίθενται υπό το πρίσμα εναλλακτικών επικουρικών λύσεων. Αφενός, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ερώτημα εάν το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 μπορεί να αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και, επομένως, να τύχει εφαρμογής στο Γιβραλτάρ. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο, μολονότι διατυπώνει το ερώτημά του σε συνάρτηση με το κύρος της οδηγίας 91/477, θέτει, κατ’ ουσίαν, το ερώτημα εάν το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 εμπίπτει στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και τι συνεπάγεται το γεγονός αυτό.
42.
Δεν πείθομαι ότι συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές.
43.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα τρία ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώ ότι επιβάλλεται πρωτίστως η εξέταση της φύσεως των σχετικών με το ΕΔΠΟ διατάξεων της οδηγίας 91/477, ιδίως του άρθρου 12, παράγραφος 2, αυτής. Από την εξέταση αυτή μπορεί να δοθεί στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 επιδιώκει διττό σκοπό, προεχόντως, όμως, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ακολούθως, πρέπει να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί εάν, βάσει στενής ερμηνείας του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχει περιορισμένο πεδίο στο πλαίσιο των σχέσεων με το Γιβραλτάρ. Εκ προοιμίου επισημαίνω ότι, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω περίπτωση πρέπει να αποκλειστεί. Τέλος, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί την ανάλυσή μου και κρίνει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 έχει διττό σκοπό (ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων), χωρίς ο πρώτος να υπερισχύει του δεύτερου, θα διατυπώσω επικουρικώς ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις συνέπειες μιας τέτοιας προσεγγίσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης.
Α. Επί της φύσεως του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 και επί της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών ή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων
44.
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης διατείνονται, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 υπηρετεί σκοπό αυτοτελή σε σχέση με τον σκοπό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Πρώτον, το άρθρο αυτό σκοπεί αποκλειστικώς και μόνο στη διευκόλυνση του ταξιδιού των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής που φέρουν πυροβόλα όπλα, προκειμένου αυτοί να μπορούν να παράσχουν και να λάβουν υπηρεσίες εντός της Ένωσης. Δεύτερον, επικουρικώς, ο σκοπός του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 συνίσταται στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής με πυροβόλα όπλα σε ολόκληρη την Ένωση. Προς στήριξη του επιχειρήματός τους, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης επικαλούνται την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143).
45.
Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 91/477 προβλέπει διαδικασία σχετικά με την κυκλοφορία των πυροβόλων όπλων που κατέχει πρόσωπο κατά τη διάρκεια ταξιδιού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών.
46.
Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/477, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να λάβει προηγουμένως άδεια από τα εν λόγω κράτη μέλη, η οποία εγγράφεται στο ΕΔΠΟ που ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής.
47.
Κατά παρέκκλιση από την ως άνω διαδικασία, το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 παρέχει στους κυνηγούς και στους αθλητές σκοποβολής το δικαίωμα να ταξιδέψουν χωρίς προηγούμενη άδεια εντός της Ένωσης με πυροβόλα όπλα που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες που προβλέπει το εν λόγω άρθρο, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν το ΕΔΠΟ στο οποίο γίνεται μνεία του συγκεκριμένου πυροβόλου όπλου (ή πυροβόλων όπλων) και είναι σε θέση να αποδείξουν τον λόγο του ταξιδιού.
48.
Το Δικαστήριο, ερωτηθέν ως προς περιεχόμενο των σχετικών με το ΕΔΠΟ διατάξεων της οδηγίας 91/477 όσον αφορά τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής, έκρινε, με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143), ότι οι εν λόγω διατάξεις σκοπούν μεν στη διευκόλυνση της διασυνοριακής μετακινήσεως των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής με τα όπλα τους, χωρίς όμως ο σκοπός αυτός να υπερισχύει του κύριου σκοπού της οδηγίας αυτής ο οποίος αφορά την απόκτηση, την κατοχή και την κυκλοφορία όπλων.
49.
Συγκεκριμένα, μολονότι είναι αληθές ότι με τις σκέψεις 53 και 57 της αποφάσεως της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143), επισημαίνεται, αντιστοίχως, ότι η οδηγία 91/477 παρέχει ρητώς δικαίωμα στους κυνηγούς και στους αθλητές σκοποβολής και ότι «η εισαγωγή του [ΕΔΠΟ] είχε ως σκοπό να καταστήσει δυνατή την ελεύθερη κυκλοφορία των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής, οι οποίοι ταξιδεύουν κατέχοντας τα όπλα τους, από το ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος κατά το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο», η σκέψη 52 επιβεβαιώνει ότι «το άρθρο 1, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 2, αυτής, αποσκοπεί κυρίως στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των όπλων που προορίζονται για χρήση που αφορά το κυνήγι ή για αθλητικές δραστηριότητες» ( 11 ).
50.
Η επιχειρηματολογία αυτή επιρρωννύεται από την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/477 καθώς και από την οικονομία της. Συγκεκριμένα, αφενός, η έβδομη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι οι ελαστικότεροι κανόνες που θεσπίζονται για το κυνήγι και τον αθλητισμό δεν πρέπει να εμποδίζουν πέρα από τον αναγκαίο βαθμό την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 3 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Διατυπώσεις που απαιτούνται για την κυκλοφορία των όπλων στην Κοινότητα» ( 12 ). Εξάλλου, η μετακίνηση των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής, ακόμα και αυτών που διαθέτουν ΕΔΠΟ, μπορεί να περιοριστεί, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/477, σε περίπτωση που κράτος μέλος απαγορεύει την απόκτηση και την κατοχή στο έδαφός του πυροβόλου όπλου που συγκαταλέγεται στις προβλεπόμενες από το εν λόγω άρθρο κατηγορίες. Πάντως, η απαγόρευση αυτή δεν στηρίζεται σε προσωπικό κριτήριο σχετικό με τα ατομικά χαρακτηριστικά των ενδιαφερομένων, αλλά σε ουσιαστικό κριτήριο, δηλαδή το είδος των συγκεκριμένων όπλων.
51.
Συνεπώς, η ανάλυση του Δικαστηρίου στην απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143), αναιρεί το επιχείρημα των προσφευγόντων της κύριας δίκης κατά το οποίο το κριτήριο του κέντρου βάρους πράξεως του παραγώγου δικαίου της Ένωσης περιορίζεται στη σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών νομικών βάσεων.
52.
Πράγματι το εν λόγω κριτήριο χρησιμοποιείται τακτικά στο πλαίσιο του καθορισμού της ορθής νομικής βάσεως πράξεως του παραγώγου δικαίου της Ένωσης. Υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του εν λόγω κριτηρίου, η επιλογή πράξεως της Ένωσης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως αυτής. Αν από την εξέταση μιας πράξεως αποδεικνύεται ότι αυτή επιδιώκει διττό σκοπό ή ότι απαρτίζεται από δύο συνιστώσες, και ότι από τους σκοπούς ο ένας μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύριος, ενώ ο δεύτερος απλώς ως παρεπόμενος, η πράξη πρέπει να στηρίζεται σε μία και μόνο νομική βάση, ήτοι εκείνη που απαιτείται από τον κύριο ή πρωτεύοντα σκοπό ή συνιστώσα. Στην περίπτωση μέτρου το οποίο επιδιώκει συγχρόνως πολλούς σκοπούς, ή απαρτίζεται από πλείονες συνιστώσες, οι οποίοι είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους, χωρίς ο ένας να είναι παρεπόμενος σε σχέση με τον άλλο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, εφόσον είναι εφαρμοστέες διάφορες διατάξεις της Συνθήκης, το μέτρο αυτό πρέπει κατ’ εξαίρεση να στηρίζεται στις αντίστοιχες διαφορετικές νομικές βάσεις ( 13 ).
53.
Ωστόσο, από τη νομολογία προκύπτει ότι το κριτήριο αυτό έχει, κατ’ ουσίαν, χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο προκειμένου επίσης να διαπιστωθεί, για παράδειγμα, με βάση ποια ή ποιες από τις ελευθερίες κυκλοφορίας που διασφαλίζει το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εξεταστεί εθνική ρύθμιση που σχετίζεται με περισσότερες από τις ελευθερίες αυτές ( 14 ), ή προκειμένου να χαρακτηριστεί συγκεκριμένη σύνθετη πράξη στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας ως «παράδοση αγαθών» ή ως «παροχή υπηρεσιών» ( 15 ). Επομένως πρόκειται για κριτήριο γενικού χαρακτήρα. Εφόσον το κριτήριο αυτό αφορά πράξη του παραγώγου δικαίου της Ένωσης, καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του σκοπού ή των σκοπών της πράξεως αυτής, ειδικότερα προκειμένου να ερμηνευθούν οι διατάξεις της, και, ενδεχομένως, να προσδιοριστεί ποια ή ποιες είναι οι ορθές νομικές βάσεις αυτής.
54.
Εξάλλου, πολύ πριν την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman, (C‑543/12, EU:C:2014:2143), το κριτήριο αυτό είχε εφαρμοστεί στην απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489), αναφορικά με την προβαλλόμενη παράλειψη μεταφοράς στην έννομη τάξη του Γιβραλτάρ ορισμένων οδηγιών, στην οποία δεν είχε αμφισβητηθεί η νομική βάση των εν λόγω πράξεων, γεγονός που οδηγεί στη διαπίστωση ότι το κριτήριο του κέντρου βάρους δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά κατά τον καθορισμό της ορθής νομικής βάσεως πράξεως του παραγώγου δικαίου της Ένωσης.
55.
Επιπλέον, με την απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κύριος σκοπός των οδηγιών αυτών συνίστατο στην κατάργηση των εμποδίων στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και συνεπώς αφορούσε τον αποκλεισμό της εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο Γιβραλτάρ, δυνάμει του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972. Παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω οδηγίες επιδίωκαν και σκοπούς σχετικούς με την προστασία του περιβάλλοντος, οι σκοποί αυτοί κρίθηκαν απλώς ως παρεπόμενοι (γεγονός που ήταν ανεπαρκές για την εφαρμογή των οδηγιών αυτών στο Γιβραλτάρ). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο απέρριψε τον καταλογισμό παραβάσεως από την Επιτροπή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
56.
Παρόμοια συλλογιστική μπορεί εγκύρως να διατυπωθεί στην υπό κρίση υπόθεση, όπως, ορθώς, πρότειναν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και τα τρία θεσμικά όργανα που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, και σύμφωνα με την εκτίμηση που εκτίθεται στα σημεία 48 έως 50 των προτάσεών μου, ο σκοπός που άπτεται της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων παραμένει επικουρικός προς τον κύριο ή πρωτεύοντα σκοπό του άρθρου αυτού ο οποίος έγκειται στην κυκλοφορία των πυροβόλων όπλων.
57.
Η εκτίμηση αυτή επιτρέπει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
58.
Πρώτον, αντίθετα προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, διαπιστώνω ότι καμία διάταξη της οδηγίας 91/477 δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση ή στον καθορισμό της παροχής και της λήψεως υπηρεσιών από τα κέντρα σκοποβολής ή τις περιοχές θήρας, όπως εμμέσως προκύπτει από την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143). Μολονότι η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών μπορεί προφανώς να διευκολυνθεί από τη δυνατότητα που παρέχεται στους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής να μετακινούνται με τα πυροβόλα όπλα τους, εντούτοις πρόκειται μόνον για παρεπόμενη συνέπεια της θεσπίσεως του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477.
59.
Εξάλλου, το ΕΔΠΟ συνιστά ταξιδιωτικό έγγραφο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί άδεια για χρήση που αφορά τη σκοποβολή ή το κυνήγι ( 16 ). Κατά μείζονα λόγο, το ΕΔΠΟ δεν αντικαθιστά τις άδειες που χορηγούν κέντρα σκοποβολής ή ιδιοκτήτες περιοχών θήρας για την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της υπάρξεως αναλογίας μεταξύ της χορηγήσεως του ΕΔΠΟ και της παροχής, εκ μέρους φυσικού ή νομικού προσώπου, του δικαιώματος αλιείας σε ιδιωτική επιφάνεια την οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, Jägerskiöld (C‑97/98, EU:C:1999:515, σκέψη 36), την οποία επικαλούνται εσφαλμένως, κατά την άποψή μου, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης.
60.
Συνεπώς, κατά την άποψή μου, στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 91/477 δεν αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
61.
Όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, η προηγηθείσα ανάλυση επιβεβαιώνει ότι, στον βαθμό που ο κύριος σκοπός της οδηγίας 91/477, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 12, παράγραφος 2, αυτής, εμπίπτει στο πεδίο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η εν λόγω πράξη, κατ’ εφαρμογή της παρατιθέμενης στο σημείο 52 των παρουσών προτάσεων νομολογίας, μπορούσε νομίμως να θεσπισθεί βάσει του άρθρου 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ), δεδομένου ότι η οδηγία 91/477 συνιστά μέτρο εναρμονίσεως των διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την απόκτηση, κατοχή και διασυνοριακή κυκλοφορία των πυροβόλων όπλων, το οποίο αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
62.
Δεδομένου ότι ο κύριος σκοπός της οδηγίας 91/477, περιλαμβανομένου του άρθρου 12, παράγραφος 2, αυτής, συνίσταται στην κυκλοφορία των πυροβόλων όπλων, ζητείται, εν προκειμένω, να εξακριβωθεί αν, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, το πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταβάλλεται λόγω της ανάγκης να ερμηνεύεται συσταλτικά το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972.
Β. Επί της στενής ερμηνείας του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 και επί της επιρροής του στο πεδίο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο πλαίσιο των σχέσεων με το Γιβραλτάρ
63.
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν την άποψη ότι το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 πρέπει να τύχει στενής ερμηνείας.
64.
Το επιχείρημα αυτό είναι σύμφωνο με την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑349/03, EU:C:2005:488). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι μολονότι, δυνάμει του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, το Γιβραλτάρ αποκλείεται από το κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, εντούτοις η εξαίρεση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενά ( 17 ). Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε με την εν λόγω απόφαση ότι πράξη του παραγώγου δικαίου αφορώσα αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών στον τομέα των έμμεσων φόρων κατανάλωσης είχε εφαρμογή στο Γιβραλτάρ, μολονότι οι διατάξεις της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης ( 18 ), οι οποίες αφορούν την εναρμόνιση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για τους έμμεσους φόρους κατανάλωσης, δεν είχαν εφαρμογή στο Γιβραλτάρ ( 19 ).
65.
Είμαι πρόθυμος να δεχθώ ότι μία εξαίρεση στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο Γιβραλτάρ πρέπει να ερμηνευθεί στενά. Εντούτοις, η έκταση του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους δεν μεταβάλλεται από μία τέτοια στενή ερμηνεία.
66.
Με άλλα λόγια, τούτο σημαίνει πάντοτε ότι, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, η εξαίρεση που εισάγει το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, ήτοι «η εξαίρεση του Γιβραλτάρ από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας συνεπάγεται ότι δεν τυγχάνουν επ’ αυτού εφαρμογής ούτε οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ούτε οι κανόνες του παραγώγου κοινοτικού δικαίου που σκοπούν, ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, να διασφαλίσουν την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, σύμφωνα με τα άρθρα [114 και 115 ΣΛΕΕ]» ( 20 ).
67.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση αυτή δεν παρουσιάζει αναντιστοιχία με την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑349/03, EU:C:2005:488, σκέψεις 52 και 53), λόγω του ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση εκείνη, αποφάνθηκε μόνον επί της δυνατότητας εφαρμογής στο Γιβραλτάρ μιας πράξεως του παραγώγου δικαίου η οποία δεν είχε ως σκοπό την προσέγγιση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τους έμμεσους φόρους κατανάλωσης.
68.
Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το αντικείμενο της οδηγίας 91/477 συνίσταται στην εναρμόνιση ορισμένων διοικητικής φύσεως προϋποθέσεων σχετικά με την απόκτηση όπλων, την κατοχή τους και τη διασυνοριακή κυκλοφορία τους, κατά το άρθρο 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ), όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143, σκέψη 47).
69.
Εν αντιθέσει προς όσα διατείνονται οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, η στενή ερμηνεία του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 δεν συνεπάγεται ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων πρέπει να τυγχάνει στενότερης ερμηνείας στο πλαίσιο των σχέσεων με το Γιβραλτάρ σε σχέση με την ερμηνεία που απορρέει από τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ.
70.
Ειδικότερα, δεν αντιλαμβάνομαι πώς η ελευθερία αυτή μπορεί να περιοριστεί στις εμπορικές συναλλαγές ή το εμπόριο, ούτως ώστε το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 να έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ.
71.
Συγκεκριμένα, ακόμη και αν γίνει δεκτό το επιχείρημα των προσφευγόντων της κύριας δίκης ότι το ταξίδι ενός κυνηγού ή ενός αθλητή σκοποβολής με το πυροβόλο όπλο του δεν αφορά εμπορικές συναλλαγές ή εμπόριο, γεγονός παραμένει ότι η περίπτωση αυτή εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2015, Pfotenhilfe-Ungarn (C‑301/14, EU:C:2015:793, σκέψεις 46 και 47), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η τελωνειακή ένωση εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν τα κρίσιμα εμπορεύματα μεταφέρονται εκτός των εθνικών συνόρων με σκοπό την πώληση ή μεταπώληση ή μάλλον την προσωπική χρήση ή κατανάλωση.
72.
Για τον λόγο αυτόν, τα πυροβόλα όπλα που αναφέρονται στην οδηγία 91/477 εμπίπτουν στο σύνολό τους στο πεδίο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η μεταφορά τους εντός της Ένωσης πραγματοποιείται, για παράδειγμα, στο πλαίσιο εξ αποστάσεως πωλήσεως ή ταξιδιού κυνηγού ή αθλητή σκοποβολής.
73.
Η πρόβλεψη διαφορετικού νομικού καθεστώτος στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης αναλόγως του αν τα προϊόντα προορίζονται για πώληση ή για προσωπική χρήση μπορεί να προκαλέσει ανυπέρβλητες πρακτικές δυσκολίες. Συγκεκριμένα, το ίδιο αγαθό μπορεί να εμπίπτει ή να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ανάλογα με τη χρήση του, άλλοτε εμπορική, άλλοτε προσωπική, ήτοι βάσει ενός υποκειμενικού κριτηρίου, το οποίο θα πρέπει να καθοριστεί κατά περίπτωση.
74.
Όπως συνάγεται από την προεκτεθείσα ανάλυση, η στενή ερμηνεία του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 δεν συνεπάγεται ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων περιορίζεται στα αγαθά που αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών. Επομένως, το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας 91/477 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελευθερίας αυτής και, βάσει του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, δεν έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ.
Γ. Επικουρικές παρατηρήσεις σχετικά με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα
75.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμμεριστεί την προηγηθείσα ανάλυση και κρίνει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 επιδιώκει τους άρρηκτα συνδεδεμένους σκοπούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, χωρίς ο πρώτος να υπερισχύει του δεύτερου, η εν λόγω οδηγία καθίσταται προφανώς άκυρη. Συγκεκριμένα, η οδηγία 91/477 θα έχει ανεπαρκή νομική βάση, δεδομένου ότι το άρθρο 100 A, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού δεν έχει εφαρμογή επί των διατάξεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
76.
Στην περίπτωση αυτή, δεν χρειάζεται να εξεταστεί η ενδεχόμενη δυνατότητα διαχωρισμού των διατάξεων της οδηγίας 91/477 σχετικά με το ΕΔΠΟ από τις υπόλοιπες διατάξεις της οδηγίας αυτής. Συγκεκριμένα, μολονότι οι διάδικοι της κύριας δίκης διατύπωσαν ορισμένες απόψεις ως προς το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο των παρατηρήσεών τους, πρόκειται για επιχείρημα πρακτικής και επικουρικής φύσεως, το οποίο αφορά την εκτέλεση της εκδοθησόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, μία εκ των δύο περιπτώσεων μπορεί να συντρέχει: είτε, όπως επισήμανα ανωτέρω, η οδηγία 91/477 επιδιώκει έναν κύριο σκοπό (κυκλοφορία των εμπορευμάτων) και έναν παρεπόμενο σκοπό (κυκλοφορία των προσώπων), οπότε θεσπίσθηκε επί ορθής νομικής βάσεως και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής στο Γιβραλτάρ, είτε η οδηγία 91/477 επιδιώκει δύο ισοδύναμους σκοπούς, οπότε η μεν νομική βάση είναι ανεπαρκής, η δε οδηγία 91/477 είναι συνεπώς άκυρη και απόκειται στις αρμόδιες αρχές του Γιβραλτάρ να αντλήσουν τις συνέπειες της εκδοθησόμενης αποφάσεως, μεταφέροντας στην εσωτερική έννομη τάξη μόνο τις αναγκαίες για την έκδοση του ΕΔΠΟ διατάξεις ( 21 ).
77.
Εντούτοις, έως τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων μεταφοράς τίθεται το πρόσθετο ερώτημα ‐το οποίο δεν υποβάλλεται αυτό καθαυτό από το αιτούν δικαστήριο‐ αν οι κυνηγοί και οι αθλητές σκοποβολής του Γιβραλτάρ, ειδικότερα οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, μπορούν να επικαλεστούν απευθείας το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 και να ζητήσουν τη χορήγηση εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης των ΕΔΠΟ που έχουν αιτηθεί.
78.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες προκύπτει ότι οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι, από άποψη περιεχομένου, απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως ακριβείς, οι ιδιώτες δικαιούνται να τις προβάλλουν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά του Δημοσίου, είτε όταν το τελευταίο δεν έχει μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο είτε όταν έχει προβεί σε πλημμελή μεταφορά της ( 22 ).
79.
Όπως έχω ήδη επισημάνει, το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 παρέχει στους κυνηγούς και στους αθλητές σκοποβολής το δικαίωμα να ταξιδεύουν εντός της Ένωσης χωρίς προηγούμενη άδεια μεταφέροντας τα πυροβόλα όπλα των κατηγοριών που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν ΕΔΠΟ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, στο οποίο γίνεται ρητή μνεία του συγκεκριμένου πυροβόλου όπλου (ή όπλων) και μπορούν να αποδείξουν τον λόγο του ταξιδιού τους.
80.
Με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143, σκέψεις 52 έως 54), το Δικαστήριο συνήγαγε από το άρθρο 1, παράγραφος 4, και το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να χορηγούν ΕΔΠΟ στους κυνηγούς και στους αθλητές σκοποβολής καθ’ o μέτρο, ελλείψει χορηγήσεως τέτοιου δελτίου, αυτές οι κατηγορίες προσώπων δεν θα μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχει ρητώς η εν λόγω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν πρέπει να παρακωλύεται από τη θέσπιση, εκ μέρους των κρατών μελών, αυστηρότερων εθνικών διατάξεων.
81.
Επομένως, βάσει του περιεχομένου του, το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 είναι αρκούντως ακριβές και απαλλαγμένο αιρέσεων, κατά την έννοια της παρατιθέμενης στο σημείο 78 ανωτέρω νομολογίας, ώστε να παράσχει το δικαίωμα στους προσφεύγοντες της κύριας δίκης να το επικαλεστούν απευθείας έναντι του Υπουργού Δικαιοσύνης. ( 23 )
82.
Τούτο δοθέντος, όπως προανέφερα, οι εν λόγω εκτιμήσεις θα ήταν χρήσιμες μόνο σε περίπτωση που η οδηγία 91/477 είχε εφαρμογή στο Γιβραλτάρ, γεγονός που, κατ’ εμέ και για τους λόγους που προεκτέθηκαν, δεν ισχύει.
VI. Πρόταση
83.
Βάσει του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Supreme Court of Gibraltar (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Γιβραλτάρ, Ηνωμένο Βασίλειο) ως εξής:
1)
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2008/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008, αφορά κυρίως την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ανεξαρτήτως του αν τα πυροβόλα όπλα αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών ή όχι, οπότε το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας αυτής δεν τυγχάνει εφαρμογής στο Γιβραλτάρ.
2)
Καμία διάταξη της οδηγίας 91/477 δεν αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
3)
Η οδηγία 91/477, καθόσον εναρμονίζει ορισμένες διοικητικής φύσεως προϋποθέσεις σχετικά με την απόκτηση πυροβόλων όπλων, την κατοχή τους και τη διασυνοριακή κυκλοφορία τους, ορθώς θεσπίσθηκε βάσει του άρθρου 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (μετέπειτα, άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ, νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ).
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1991, L 256, σ. 51.
( 3 ) ΕΕ 2008, L 179, σ. 5.
( 4 ) JO 1972, L 73, σ. 14.
( 5 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, Barr και Montrose Holdings (C‑355/89, EU:C:1991:287, σκέψη 8).
( 6 ) Αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1991, Barr και Montrose Holdings (C‑355/89, EU:C:1991:287, σκέψεις 9 και 10), της 16ης Ιουλίου 1998, Pereira Roque (C‑171/96, EU:C:1998:368), καθώς και της 8ης Νοεμβρίου 2005, Jersey Produce Marketing Organisation (C‑293/02, EU:C:2005:664). Βλ. επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. La Pergola στην υπόθεση Pereira Roque (C‑171/96, EU:C:1997:425, σημείο 24).
( 7 ) Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, Lindman (C‑42/02, EU:C:2003:613).
( 8 ) Βλ. απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489, σκέψη 59).
( 9 ) Απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, The Gibraltar Betting and Gaming Association (C‑591/15, EU:C:2017:449, σκέψεις 30 και 39).
( 10 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143, σκέψεις 43 και 47).
( 11 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 12 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 13 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑130/10, EU:C:2012:472, σκέψεις 42 έως 45).
( 14 ) Βλ., για παράδειγμα, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2010, Ker-Optika (C‑108/09, EU:C:2010:725, σκέψη 43), και της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Josemans (C‑137/09, EU:C:2010:774, σκέψη 50). Βλ. επίσης, υπό την ίδια έννοια, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Μαΐου 2016, NN (L) International (C‑48/15, EU:C:2016:356, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2007, Aktiebolaget NN (C‑111/05, EU:C:2007:195, σκέψεις 27 και 28 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman (C‑543/12, EU:C:2014:2143, σκέψη 51).
( 17 ) Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑349/03, EU:C:2005:488, σκέψη 51).
( 18 ) ΕΕ 1992, L 76, σ. 1.
( 19 ) Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑349/03, EU:C:2005:488, σκέψεις 52 και 53).
( 20 ) Απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489, σκέψη 59).
( 21 ) Προς υπόμνηση και για κάθε περίπτωση, μολονότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκτιμά ότι δεν ήταν δυνατός ο διαχωρισμός των διατάξεων, χωρίς να θιγεί η συνοχή της εν λόγω πράξεως στο σύνολό της και ότι, επομένως, δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα μερική μεταφορά της εν λόγω πράξεως στην εθνική νομοθεσία, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι, προκειμένου να υλοποιηθεί η χορήγηση του ΕΔΠΟ, είναι δυνατή η μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη αυτόνομα του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 4, των άρθρων 2, 4α, 5, και 12 καθώς και των παραρτημάτων I και II της οδηγίας 91/477.
( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2017, British Film Institute (C‑592/15, EU:C:2017:117, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Κατά τα λοιπά, οι υποχρεωτικές επισημάνσεις που πρέπει να φέρει το ΕΔΠΟ απαριθμούνται στο παράρτημα II και ενιαίο υπόδειγμα του ΕΔΠΟ επισυνάπτεται στη σύσταση της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 1993 σχετικά με το ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου (ΕΕ 1993, L 93, σ. 39).