ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤOY ΓΕΝΙΚOY ΕΙΣΑΓΓΕΛΕA
MICHAL BOBEK
της 8ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C-268/16 P
Binca Seafoods GmbH
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 834/2007 – Παραγωγή και επισήμανση βιολογικών προϊόντων – Κανονισμός (ΕΚ) 889/2008 και εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 1358/2014 – Έννομο συμφέρον – Έννοια προσωπικού οφέλους»
I. Εισαγωγή
1.
Η Binca Seafoods GmbH (στο εξής: Binca) είναι εισαγωγέας ιχθύων pangasius –ενός τύπου γατόψαρου– από το Βιετνάμ. Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 1358/2014 (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) ( 2 ) είναι ο τελευταίος μιας σειράς κανονισμών που τροποποιούν τους λεπτομερείς κανόνες για την παραγωγή και την επισήμανση των «βιολογικών» ιχθύων.
2.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός προβλέπει ειδικές εξαιρέσεις που επιτρέπουν ορισμένοι ιχθύες να καλούνται «βιολογικοί», ακόμη και όταν η παραγωγή τους περιλαμβάνει μη βιολογικές παραμέτρους (επί παραδείγματι, τη χρησιμοποίηση ιχθυδίων ελεύθερης αλιείας για τον εμπλουτισμό των αποθεμάτων). Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε λίγο πριν από τη λήξη μιας γενικής μεταβατικής περιόδου, η οποία είχε εισαγάγει μια ευρεία εξαίρεση: προϊόντα που παράγονταν με καθιερωμένες μεθόδους παραγωγής –όπως της Binca– μπορούσαν να χαρακτηριστούν «βιολογικά», μολονότι αυτές οι μέθοδοι δεν θα πληρούσαν ειδάλλως τις απαιτήσεις της «βιολογικής» παραγωγής.
3.
Η Binca άσκησε προσφυγή ακυρώσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το βασικό επιχείρημα της Binca ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ήταν ότι οι ειδικές εξαιρέσεις του προσβαλλόμενου κανονισμού εισήγαγαν διακρίσεις, διότι είναι μεν χρήσιμες για την παραγωγή ορισμένων ειδών, αλλά όχι για την παραγωγή του pangasius. Αδυνατώντας να επωφεληθεί από αυτές τις ειδικές εξαιρέσεις ή από την ευρύτερη εξαίρεση βάσει της οσονούπω εκπνέουσας γενικής μεταβατικής περιόδου, η Binca δεν επιτρεπόταν πλέον να χαρακτηρίζει τα προϊόντα της «βιολογικά».
4.
Με τη διάταξη της 11ης Μαρτίου 2016, Binca Seafoods κατά Επιτροπής (Τ‑94/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:164), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως της Binca ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη). Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή της Binca σκοπούσε στην παράταση της γενικής μεταβατικής περιόδου. Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, αφού η προσφυγή ακυρώσεως δεν μπορούσε να οδηγήσει σε παράταση της μεταβατικής περιόδου, δεν μπορούσε και να αποφέρει το επιδιωκόμενο από την Binca όφελος. Ως εκ τούτου, η Binca στερούνταν εννόμου συμφέροντος.
5.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Binca ζητεί την ακύρωση τόσο της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως όσο και του προσβαλλόμενου κανονισμού. Όσον αφορά την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, κατ’ ουσίαν, το κύριο επιχείρημα της Binca είναι ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε ανεπαρκή και/ή ανακόλουθη αιτιολογία όσον αφορά τη διαπίστωσή του περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος» είναι κομβικής σημασίας στην παρούσα αναίρεση.
II. Νομικό πλαίσιο
A. Κανονισμός 834/2007
6.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 834/2007 ( 3 ) είναι ο βασικός κανονισμός για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων (στο εξής: βασικός κανονισμός).
7.
Το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού περιλαμβάνει τους εξής ορισμούς:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)
“βιολογική παραγωγή”: η χρήση της μεθόδου παραγωγής σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό σε όλα τα στάδια παραγωγής, παρασκευής και διανομής·
[…]
δ)
“επιχείρηση”: τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν ευθύνη να εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού στις βιολογικές επιχειρήσεις που ελέγχουν·
[…]».
8.
Το άρθρο 15 του βασικού κανονισμού τιτλοφορείται «Κανόνες παραγωγής για τα ζώα υδατοκαλλιέργειας»:
«1. Για την παραγωγή ζώων υδατοκαλλιέργειας, επιπλέον των γενικών κανόνων γεωργικής παραγωγής που καθορίζονται στο άρθρο 11, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
ως προς την προέλευση των ζώων υδατοκαλλιέργειας:
i)
η βιολογική υδατοκαλλιέργεια βασίζεται στην εκτροφή νέων ζώων που προέρχονται από βιολογικούς γεννήτορες και από βιολογικές εκμεταλλεύσεις·
ii)
όταν δεν υπάρχουν νέα ζώα από βιολογικούς γεννήτορες ή βιολογικές εκμεταλλεύσεις, επιτρέπεται να εισάγονται σε εκμετάλλευση ζώα που δεν έχουν εκτραφεί με βιολογική μέθοδο, υπό ειδικούς όρους·
[…]
γ)
ως προς την αναπαραγωγή:
[…]
iii)
καθορίζονται ειδικές συνθήκες για τα συγκεκριμένα είδη για τη διαχείριση των γεννητόρων, τις διασταυρώσεις και την παραγωγή νεαρών ζώων·
[…]
2. Τα μέτρα και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή των κανόνων παραγωγής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφος 2.»
9.
Ο τίτλος IV (άρθρα 23 έως 26) ορίζει διάφορες απαιτήσεις επισημάνσεως, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στη χρήση του όρου «βιολογικός», των υποχρεωτικών ενδείξεων και της χρήσεως των λογοτύπων.
10.
Ο τίτλος VI (άρθρα 32 και 33) σχετικά με το εμπόριο με τρίτες χώρες καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους προϊόντα μπορούν να εισάγονται ως βιολογικά από χώρες εκτός της Ένωσης. Κατ’ ουσίαν, απαιτείται να τηρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του βασικού κανονισμού ή να παρέχονται ισοδύναμες εγγυήσεις.
11.
Το άρθρο 38 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του βασικού κανονισμού. Το άρθρο 42 προβλέπει ότι ο βασικός κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2009.
B. Οι εκτελεστικοί κανονισμοί
12.
Ο βασικός κανονισμός εφαρμόστηκε για πρώτη φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 889/2008 ( 4 ) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός). Ο εκτελεστικός κανονισμός εξαιρούσε αρχικά από το πεδίο εφαρμογής του τα προϊόντα που προέρχονται από υδατοκαλλιέργεια (άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ).
13.
Στη συνέχεια, ο εκτελεστικός κανονισμός τροποποιήθηκε τέσσερις φορές, ήτοι με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΚ) 710/2009 ( 5 ) (στο εξής: πρώτος τροποποιητικός κανονισμός), με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1030/2013 ( 6 ) (στο εξής: δεύτερος τροποποιητικός κανονισμός), με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1364/2013 ( 7 ) (στο εξής: τρίτος τροποποιητικός κανονισμός) και με τον κανονισμό 1358/2014, ήτοι με τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Όλοι αυτοί οι τροποποιητικοί κανονισμοί εξετάζονται διαδοχικώς κατωτέρω.
1. Ο πρώτος τροποποιητικός κανονισμός
14.
Ο πρώτος τροποποιητικός κανονισμός επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του εκτελεστικού κανονισμού σε ορισμένα ζώα υδατοκαλλιέργειας ( 8 ) και ενσωμάτωσε σε αυτόν ειδικούς κανόνες παραγωγής για τα εν λόγω ζώα, στον τίτλο II, κεφάλαιο 2α, με τίτλο «Παραγωγή ζώων υδατοκαλλιέργειας». Με το άρθρο 25ε του εν λόγω κεφαλαίου με τίτλο «Καταγωγή και διαχείριση των μη βιολογικών ζώων υδατοκαλλιέργειας» ορίστηκαν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούσαν να εμπλακούν στη διαδικασία παραγωγής μη βιολογικά ζώα υδατοκαλλιέργειας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 25ε, παράγραφος 3, προέβλεπε τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μειούμενου ποσοστού μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας: 80 % έως το τέλος του 2011, 50 % έως το τέλος του 2013 και 0 % έως το τέλος του 2015 (στο εξής: κανόνας της μειούμενης χρήσεως μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας). Το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, καθόριζε τις περιοριστικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συλλογή άγριων ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας. Στην αρχική του μορφή, το γράμμα του άρθρου 25ε προέβλεπε τα εξής:
«1. Για σκοπούς αναπαραγωγής ή για τη βελτίωση του γενετικού αποθέματος και στην περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμα βιολογικά ζώα υδατοκαλλιέργειας, μπορούν να εισάγονται σε μία εκμετάλλευση άγρια ή μη βιολογικά ζώα υδατοκαλλιέργειας. Τα ζώα αυτά αποτελούν αντικείμενο βιολογικής διαχείρισης για τρε[ι]ς μήνες τουλάχιστον πριν από την ενδεχόμενη χρήση για αναπαραγωγή.
2. Για σκοπούς εκτροφής και στην περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμα βιολογικά ιχθύδια υδατοκαλλιέργειας μπορούν να εισάγονται σε μία εκμετάλλευση μη βιολογικά ιχθύδια υδατοκαλλιέργειας. Τουλάχιστον τα τελευταία δύο τρίτα της διάρκειας του κύκλου παραγωγής αποτελούν αντικείμενο βιολογικής διαχείρισης.
3. Το ανώτατο ποσοστό μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας που εισάγεται στην εκμετάλλευση είναι: 80 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, 50 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013 και 0 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015.
4. Για σκοπούς εκτροφής, η συλλογή άγριων ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας περιορίζεται ειδικότερα στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
φυσικής εισροής προνυμφών και ιχθυδίων μαλακόστρακων ή ιχθύων κατά την πλήρωση των δεξαμενών, των συστημάτων συγκράτησης και των περιφραγμένων χώρων·
β)
του ευρωπαϊκού χελιού στο στάδιο του γυαλόχελου, υπό τον όρο ότι εφαρμόζεται εγκεκριμένο σχέδιο διαχείρισης χελιών για την τοποθεσία και ότι παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα της τεχνητής γονιμοποίησης.»
15.
Η αιτιολογική σκέψη 9 του πρώτου τροποποιητικού κανονισμού προέβλεπε ότι, «δεδομένου του πρώιμου σταδίου της βιολογικής παραγωγής ζώων υδατοκαλλιέργειας, δεν είναι διαθέσιμοι βιολογικοί γεννήτορες σε επαρκείς ποσότητες. Πρέπει, άρα, να προβλεφθεί η εισαγωγή, υπό όρους, μη βιολογικών γεννητόρων και ιχθυδίων».
16.
Ο πρώτος τροποποιητικός κανονισμός τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2010 (άρθρο 2) αλλά ενσωμάτωσε στον εκτελεστικό κανονισμό και ένα νέο άρθρο, το 95, παράγραφος 11, το οποίο προέβλεπε ένα μεταβατικό καθεστώς (στο εξής: μεταβατική περίοδος). Η μεταβατική περίοδος επρόκειτο να λήξει την 1η Ιουλίου 2013. Η μεταβατική περίοδος, στην πράξη, παρείχε τη δυνατότητα στις υφιστάμενες μονάδες παραγωγής να συνεχίσουν να λειτουργούν έως την ημερομηνία αυτή σύμφωνα με το προηγούμενο καθεστώς, διατηρώντας τον χαρακτηρισμό των μονάδων «βιολογικής παραγωγής», υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το εν λόγω άρθρο όριζε τα εξής:
«11.
Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει, για περίοδο που λήγει την 1η Ιουλίου 2013, στις μονάδες παραγωγής ζώων υδατοκαλλιέργειας και φυκιών, οι οποίες είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν βάσει εθνικά αποδεκτών κανόνων πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, να συνεχίσουν να θεωρούνται βιολογικές κατά τη διάρκεια της προσαρμογής τους στους κανόνες του παρόντος κανονισμού, υπό τον όρο ότι τα ύδατα δεν ρυπαίνονται αδικαιολόγητα με ουσίες οι οποίες δεν επιτρέπονται στη βιολογική παραγωγή. Οι επιχειρηματίες που επωφελούνται από το μέτρο αυτό γνωστοποιούν στην αρμόδια αρχή τις σχετικές εγκαταστάσεις, ιχθυοδεξαμενές, κλωβούς ή παρτίδες φυκιών.»
17.
Το άρθρο 2 του πρώτου τροποποιητικού κανονισμού προέβλεπε επίσης ότι, αν είναι δεόντως αιτιολογημένες, θα μπορούσαν να γίνουν περαιτέρω τροποποιήσεις στον εκτελεστικό κανονισμό από την 1η Ιουλίου 2013 (οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατόπιν με τον δεύτερο και τον τρίτο τροποποιητικό κανονισμό, καθώς και με τον προσβαλλόμενο κανονισμό).
2. Δεύτερος τροποποιητικός κανονισμός
18.
Ο δεύτερος τροποποιητικός κανονισμός επέκτεινε τη μεταβατική περίοδο από την 1η Ιουλίου 2013 έως την 1η Ιουλίου 2015. Αυτό έγινε λόγω της πολυπλοκότητας του τομέα και της ανάγκης για περισσότερο χρόνο προκειμένου να εξεταστούν οι προτάσεις τροποποιήσεως των ρυθμίσεων (αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4).
19.
Ο δεύτερος τροποποιητικός κανονισμός δεν μετέβαλε τον κανόνα της μειούμενης χρήσεως μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας (που θεσπίστηκε με το άρθρο 25ε, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού).
3. Τρίτος τροποποιητικός κανονισμός
20.
Ο τρίτος τροποποιητικός κανονισμός μετέβαλε τον κανόνα της μειούμενης χρήσεως μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας (που θεσπίστηκε με το άρθρο 25ε, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού). Συγκεκριμένα, μετέθεσε την ημέρα λήξεως της περιόδου κατά την οποία επιτρεπόταν η χρήση μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας έως και κατά 50 % από την 31η Δεκεμβρίου 2013 στην 31η Δεκεμβρίου 2014. Η ημέρα έως την οποία το ποσοστό αυτό έπρεπε να μειωθεί στο 0 % διατηρήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2015.
21.
Ο τρίτος τροποποιητικός κανονισμός δεν μετέβαλε τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 95, παράγραφος 11, του εκτελεστικού κανονισμού.
4. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός
22.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός τροποποίησε διάφορες διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού. Ειδικότερα, μετέβαλε τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συλλογή άγριων ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας, τροποποιώντας το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού, με την προσθήκη μιας νέας περιπτώσεως (25ε, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ):
«4. Για σκοπούς εκτροφής, η συλλογή άγριων ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας περιορίζεται ειδικότερα στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
φυσικής εισροής προνυμφών και ιχθυδίων μαλακόστρακων ή ιχθύων κατά την πλήρωση των δεξαμενών, των συστημάτων συγκράτησης και των περιφραγμένων χώρων·
β)
του ευρωπαϊκού χελιού στο στάδιο του γυαλόχελου, υπό τον όρο ότι εφαρμόζεται εγκεκριμένο σχέδιο διαχείρισης χελιών για την τοποθεσία και ότι παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα της τεχνητής γονιμοποίησης·
γ)
της συλλογής άγριων ιχθυδίων άλλων ειδών εκτός του ευρωπαϊκού χελιού, για σκοπούς εκτροφής σε παραδοσιακές εκτατικές υδατοκαλλιέργειες σε υγρότοπους όπως δεξαμενές υφάλμυρων υδάτων, περιοχές στις οποίες εκδηλώνεται παλίρροια και παράκτιες λιμνοθάλασσες, περίκλειστες με αναχώματα, υπό τον όρο ότι:
i)
ο εμπλουτισμός του πληθυσμού είναι σύμφωνος με μέτρα διαχείρισης που εγκρίθηκαν από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση των εν λόγω ιχθυαποθεμάτων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η βιώσιμη εκμετάλλευση των εκάστοτε ειδών, και
ii)
οι ιχθύες τρέφονται αποκλειστικά με φυσικές ζωοτροφές που είναι διαθέσιμες στο περιβάλλον.»
23.
Η εν λόγω τροποποίηση επεξηγήθηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 του προσβαλλόμενου κανονισμού ως εξής:
«(3)
Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007, επιτρέπεται να εισάγονται σε εκμετάλλευση ζώα που δεν έχουν εκτραφεί με βιολογική μέθοδο, υπό ειδικούς όρους, όταν δεν υπάρχουν νεαρά ζώα από βιολογικούς γεννήτορες ή βιολογικές εκμεταλλεύσεις. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 889/2008 καθορίζει τους ειδικούς περιορισμούς όσον αφορά τα άγρια ζώα υδατοκαλλιέργειας, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής άγριων ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας. Ορισμένες παραδοσιακές πρακτικές εκτατικής ιχθυοκαλλιέργειας σε υγρότοπους όπως δεξαμενές υφάλμυρων υδάτων, περιοχές στις οποίες εκδηλώνεται παλίρροια και παράκτιες λιμνοθάλασσες, περίκλειστες με αναχώματα, υφίστανται εδώ και αιώνες και είναι πολύτιμες σε όρους πολιτιστικής κληρονομιάς, προστασίας της βιοποικιλότητας και οικονομικής προοπτικής για τις τοπικές κοινότητες. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι πρακτικές αυτές δεν επηρεάζουν την κατάσταση των αποθεμάτων των εκάστοτε ειδών.
(4)
Ως εκ τούτου, η συλλογή άγριων ιχθυδίων για σκοπούς εκτροφής στις εν λόγω παραδοσιακές πρακτικές υδατοκαλλιέργειας θεωρείται ότι είναι σύμφωνη με τους στόχους, τα κριτήρια και τις αρχές της βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, υπό τον όρο ότι εφαρμόζονται μέτρα διαχείρισης που εγκρίνονται από την αρχή που είναι αρμόδια για τη διαχείριση των εν λόγω ιχθυαποθεμάτων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η βιώσιμη εκμετάλλευση των εκάστοτε ειδών, ότι ο εμπλουτισμός των αποθεμάτων συνάδει με τα εν λόγω μέτρα, καθώς και ότι τα ψάρια τρέφονται αποκλειστικά με φυσικές ζωοτροφές που είναι διαθέσιμες στο περιβάλλον.»
24.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός τροποποίησε επίσης το άρθρο 25ια του εκτελεστικού κανονισμού, επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, για τα σαρκοφάγα ζώα υδατοκαλλιέργειας, τη χρήση τροφών που παράγονται από ορισμένους άλλους ιχθύς (άρθρο 25ια, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ) και τη χρήση ιστιδίνης (άρθρο 25ια, παράγραφος 5) ως εξής:
«Ειδικοί κανόνες για τις τροφές των σαρκοφάγων ζώων υδατοκαλλιέργειας
1. Κατά την προμήθεια ζωοτροφών για τα σαρκοφάγα ζώα υδατοκαλλιέργειας τηρούνται οι ακόλουθες προτεραιότητες:
[…]
ε)
προϊόντα ζωοτροφών που παράγονται από ολόκληρους ιχθύς από αλιεύματα που έχουν πιστοποιηθεί ως βιώσιμα στο πλαίσιο συστήματος που αναγνωρίζεται από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
[…]
5. Επιτρέπεται η χρήση ιστιδίνης παραγόμενης με ζύμωση στο σιτηρέσιο σολομοειδών ιχθύων, εφόσον οι πηγές ζωοτροφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν παρέχουν επαρκή ποσότητα ιστιδίνης για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών των ιχθύων και την πρόληψη σχηματισμού καταρράκτη.»
25.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν μετέβαλε τον κανόνα της μειούμενης χρήσεως μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας (που θεσπίστηκε με το άρθρο 25ε, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού).
26.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν μετέβαλε τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 95, παράγραφος 11, του εκτελεστικού κανονισμού.
III. Τα πραγματικά περιστατικά και η διοικητική διαδικασία
27.
Τα πραγματικά περιστατικά και η διοικητική διαδικασία περιγράφονται στις σκέψεις 37 έως 48 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
28.
Η Binca είναι γερμανική επιχείρηση, η οποία εισάγει στη Γερμανία ιχθύς τύπου pangasius παραγωγής Βιετνάμ, ως βιολογικό προϊόν. Η Binca μεταπωλεί τους ιχθύς σε πελάτες στη Γερμανία, την Αυστρία και τη Σκανδιναβία. Από το 2005, η Binca αγοράζει ιχθύς pangasius, πιστοποιημένους ως βιολογικούς από την IMO Suisse, σύμφωνα με τα πρότυπα που ορίζει η Naturland.
29.
Η Binca αγοράζει κατεψυγμένους ιχθύς pangasius από μεσολαβήτρια επιχείρηση εγκατεστημένη στο Βιετνάμ, η οποία φέρει επίσης πιστοποίηση βιολογικής παραγωγής. Η μεσολαβήτρια επιχείρηση υποβάλλει σε επεξεργασία και καταψύχει τους ιχθύς. Στη συνέχεια, χρεώνει την Binca για το παραδοθέν προϊόν, το οποίο η τελευταία εξάγει κατόπιν στην Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παραγωγής, η Binca αγοράζει η ίδια τα συστατικά των ιχθυοτροφών, τα οποία παραδίδει στη μεσολαβήτρια, και αφαιρεί το αντίστοιχο ποσόν από το τίμημα αγοράς που καταβάλλει στη μεσολαβήτρια.
30.
Τον Σεπτέμβριο του 2014, η Binca απευθύνθηκε εγγράφως στην Επιτροπή προτείνοντας τροποποιήσεις στον εκτελεστικό κανονισμό. Συγκεκριμένα, πρότεινε τροποποίηση του κανόνα της μειούμενης χρήσεως μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας (άρθρο 25ε, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού), ζητώντας παράταση της δυνατότητας χρήσεως τέτοιων ιχθυδίων έως το 2021.
31.
Τον Οκτώβριο του 2014, με επιστολή της, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Binca ότι είχε κινηθεί η διαδικασία τροποποιήσεως του εκτελεστικού κανονισμού και ότι θα λαμβάνονταν υπόψη οι θέσεις των κρατών μελών και των ενδιαφερομένων μερών.
32.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2014.
33.
Με επιστολή τής 18ης Φεβρουαρίου 2015, η Binca, επικαλούμενη το άρθρο 265 ΣΛΕΕ, ζήτησε από την Επιτροπή να παρατείνει τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 95, παράγραφος 11, του εκτελεστικού κανονισμού έως την 1η Ιανουαρίου 2018 για τους ιχθύς τύπου pangasius καταγωγής Βιετνάμ.
34.
Η Binca άσκησε προσφυγή ακυρώσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 2015.
35.
Με επιστολή τής 22ας Απριλίου 2015, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Binca ότι δεν σκόπευε να παρατείνει εκ νέου τη μεταβατική περίοδο ή να τροποποιήσει τον κανόνα της μειούμενης χρήσεως μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
A. Επιχειρήματα των διαδίκων
36.
Με την προσφυγή της ακυρώσεως, η Binca προέβαλε ότι είχε υποστεί δυσμενή διάκριση. Εάν η μεταβατική περίοδος είχε απλώς αφεθεί να λήξει ως προς όλους τους παραγωγούς, δεν θα είχε υπάρξει τέτοια διάκριση. Αντιθέτως, ο προσβαλλόμενος κανονισμός προέβλεπε ορισμένα ειδικά μεταβατικά μέτρα και παρεκκλίσεις, από τα οποία στην πράξη ωφελήθηκαν οι ανταγωνιστές της Binca, αλλά δεν προέβλεπε μεταβατικά μέτρα και παρεκκλίσεις υπέρ της Binca. Επίσης, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν επέκτεινε τη μεταβατική περίοδο. Αυτά τα μεταβατικά μέτρα και παρεκκλίσεις, από τα οποία η Binca προέβαλε ότι στην πράξη επωφελήθηκαν μόνον άλλες βιολογικές υδατοκαλλιέργειες, αφορούσαν ιδίως την προέλευση των ιχθυδίων.
37.
Η Binca προέβαλε ότι άλλες επιχειρήσεις μπορούσαν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την ένδειξη «βιολογικό προϊόν», υπό περιστάσεις που, στην πράξη, δεν ήταν διαθέσιμες για την ίδια. Συναφώς, η Binca αναφέρθηκε ρητώς στην ύπαρξη άνισης μεταχειρίσεως μεταξύ της παραγωγής στο δέλτα του Μεκόνγκ, σε σύγκριση με τις υφάλμυρες ευρωπαϊκές ζώνες.
38.
Η Binca θεώρησε ότι εθίγη άμεσα από τον προσβαλλόμενο κανονισμό, διότι υποβλήθηκε στο σύνολο των κανόνων της Ένωσης περί βιολογικής υδατοκαλλιέργειας και, συνεπεία του προσβαλλόμενου κανονισμού, στερήθηκε τη δυνατότητα εμπορίας των προϊόντων της ως βιολογικών.
39.
Η Binca υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός παραβιάζει την επιχειρηματική ελευθερία και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων (επικαλούμενη τα άρθρα 16, 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), καθώς και την αρχή της καλής πίστεως (δεδομένου ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι η αμιγώς βιολογική καλλιέργεια του pangasius δεν ήταν ακόμα δυνατή ( 9 )). Επίσης, η Binca υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την εντολή που της ανατέθηκε από το Συμβούλιο, δεδομένου ότι δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την κατάσταση της τεχνικής αναπτύξεως της βιολογικής καλλιέργειας κατά τον προσδιορισμό της κατάλληλης μεταβατικής περιόδου. Τέλος, η Binca επικαλέστηκε περιορισμούς στο διεθνές εμπόριο.
40.
Στις 21 Μαΐου 2015, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής ακυρώσεως της Binca. Η Binca υπέβαλε παρατηρήσεις προς αντίκρουση της ενστάσεως στις 9 Ιουλίου 2015.
41.
Με την ένσταση απαραδέκτου της, η Επιτροπή προέβαλε ότι η προσφυγή δεν ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (νυν άρθρο 76), δεδομένου ότι δεν ήταν επαρκώς ακριβής, ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να προετοιμάσει την άμυνά της. Συναφώς, η Επιτροπή προέβαλε ότι η προσφυγή δεν περιείχε καμία μνεία του λόγου για τον οποίο έπρεπε να ακυρωθεί ο προσβαλλόμενος κανονισμός, παρεκτός σε σχέση με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού).
42.
Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η Binca στερούνταν εννόμου συμφέροντος και ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν την αφορούσε άμεσα.
43.
Όσον αφορά το κατά πόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός αφορούσε άμεσα την προσφεύγουσα, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Binca, ως εισαγωγέας και όχι παραγωγός του pangasius, δεν επηρεάστηκε άμεσα από τον φερόμενο ως εισάγοντα διακρίσεις κανόνα σχετικά με τη χρήση νεαρών ζώων, του οποίου ζητούσε την ακύρωση. Οι διατάξεις ενδεχομένως να έχουν επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα της Binca, αλλά όχι άμεσα στη νομική της κατάσταση.
44.
Όσον αφορά το έννομο συμφέρον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, ακόμη και αν διαπιστωνόταν ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού (που τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού) εισάγει διακρίσεις και ακυρωνόταν, τούτο δεν θα ασκούσε επίδραση στη νομική κατάσταση της Binca. Η μεταβατική περίοδος θα έληγε ούτως ή άλλως.
45.
Απαντώντας στα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον την αφορά άμεσα ο προσβαλλόμενος κανονισμός, η Binca υποστήριξε ότι επηρεάστηκε άμεσα από αυτόν, διότι της απαγορεύτηκε η εμπορία του pangasius ως βιολογικού προϊόντος. Τούτο ερχόταν σε αντίθεση με την κατάσταση των ανταγωνιστών της, οι οποίοι, δυνάμει των διατάξεων του προσβαλλόμενου κανονισμού, μπορούσαν να διατηρήσουν τις υφιστάμενες μεθόδους παραγωγής και να συνεχίσουν να εμπορεύονται τα προϊόντα ως βιολογικά. Οι καταναλωτές, για τους οποίους τα διάφορα είδη βιολογικών ιχθύων είναι εναλλάξιμα, θα σταματούσαν να αγοράζουν τα προϊόντα της Binca και θα στρέφονταν στους ανταγωνιστές της.
46.
Η Binca δήλωσε ότι, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε η Επιτροπή, δεν ζήτησε παράταση της μεταβατικής περιόδου για την ίδια, αναγνωρίζοντας ότι τούτο δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως. Αντιθέτως, επιδίωξε την άρση της καταστάσεως που θεωρούσε ότι συνιστά διάκριση και η οποία προκλήθηκε από τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
47.
Όσον αφορά την ανταγωνιστική σχέση στην πράξη, η Binca επισήμανε ότι, αν δεν υπήρχε ο προσβαλλόμενος κανονισμός, οι παραγωγοί σολομού και πέστροφας δεν θα μπορούσαν πλέον να πωλούν τα προϊόντα τους ως βιολογικά. Συναφώς, η Binca επισήμανε ότι επιτράπηκε στους εν λόγω παραγωγούς να χρησιμοποιούν ιστιδίνη και τροφές που προέρχονται από άλλους ιχθύς για την κάλυψη των διατροφικών τους αναγκών (άρθρο 1, παράγραφος 3, και άρθρο 1, παράγραφος 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού, τα οποία τροποποιούν αντιστοίχως το άρθρο 25ια, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 25ια, παράγραφος 5, του εκτελεστικού κανονισμού).
48.
Η Binca δήλωσε ότι δεν είχε αμφισβητήσει τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, διότι δεν μπορούσε πλέον να το πράξει (είχε καθοριστεί από προηγούμενους τροποποιητικούς κανονισμούς). Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να το πράξει τότε επειδή η παραχώρηση αυτής της περιόδου ήταν ευεργετική για την ίδια και διότι η μεταβατική περίοδος καθ’ εαυτήν δεν εισήγαγε διακρίσεις μεταξύ των επιχειρήσεων.
B. Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
49.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Binca κατ’ ουσίαν επιδιώκει παράταση της μεταβατικής περιόδου (σκέψη 67).
50.
Το Γενικό Δικαστήριο σημειώνει, περαιτέρω, ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν τροποποίησε τη μεταβατική περίοδο ούτε μετέβαλε το χρονοδιάγραμμα όσον αφορά τον κανόνα της μειούμενης χρήσεως των ιχθυδίων (άρθρο 95, παράγραφος 11, και άρθρο 25ε, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού, αντιστοίχως) (σκέψεις 68 και 69).
51.
Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ίδια η Binca παραδέχεται ότι δεν μπορεί να επιτύχει παράταση της μεταβατικής περιόδου μέσω της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως. Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν θα επέτρεπε στην Binca να εισάγει ιχθύς τύπου pangasius ως βιολογικό προϊόν και άρα συμπεραίνει ότι η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ακυρωθεί ο κανονισμός. Ως εκ τούτου, η προσφυγή είναι απαράδεκτη (σκέψεις 72 και 73).
52.
Το Γενικό Δικαστήριο προσθέτει ότι, προκειμένου να αμφισβητήσει τη μεταβατική περίοδο, η Binca θα έπρεπε να είχε προσβάλει τον πρώτο και/ή τον δεύτερο τροποποιητικό κανονισμό με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή είχε υποχρέωση να προβλέψει στις εν λόγω πράξεις μεγαλύτερη μεταβατική περίοδο. Θα έπρεπε να είχε ζητήσει από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 264 ΣΛΕΕ, να αναστείλει τη διαδικασία ακυρώσεως, εν αναμονή της θεσπίσεως νέας πράξεως με μεγαλύτερη μεταβατική περίοδο.
V. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
53.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Binca ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τη Binca στα δικαστικά έξοδα.
54.
Η Binca προβάλλει 15 διαφορετικά επιχειρήματα στο πλαίσιο της αιτήσεώς της, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής:
–
Πρώτη δέσμη επιχειρημάτων: ανεπαρκής ή ανακόλουθη αιτιολογία, η οποία έγκειται: α) στην έλλειψη συνεκτιμήσεως των επιχειρημάτων σχετικά με την προστασία του ανταγωνισμού και την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και β) στην εσφαλμένη αναδιατύπωση του σκοπού της προσφυγής·
–
Δεύτερη δέσμη επιχειρημάτων: το Γενικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε το παραδεκτό της προσφυγής, ως προσφυγής σκοπούσας στην προστασία του ανταγωνισμού·
–
Τρίτη δέσμη επιχειρημάτων: προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και συγκεκριμένα παράλειψη εξετάσεως του βασίμου της υποθέσεως·
–
Τέταρτη δέσμη επιχειρημάτων: προσβολή του δικαιώματος δημόσιας ακροάσεως·
–
Πέμπτη δέσμη επιχειρημάτων: παραβίαση της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως.
55.
Όσον αφορά την πρώτη δέσμη επιχειρημάτων, η Binca υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς παρέλειψε να λάβει υπόψη τα επιχειρήματά της που αντλούνται από άνιση μεταχείριση στο στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού και από εσφαλμένη ερμηνεία της προσφυγής της ως σκοπούσας στην παράταση της μεταβατικής περιόδου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αρκούντως τα επιχειρήματα της Binca και δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Binca δεν θα αντλούσε κανένα όφελος από την ακύρωση.
VI. Νομική εκτίμηση
56.
Μόνο η πρώτη δέσμη των ως άνω λόγων αναιρέσεως απαιτεί, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερη ανάλυση. Κατά τα λοιπά, φρονώ ότι η προσφυγή είναι είτε προδήλως απαράδεκτη, είτε προδήλως αβάσιμη.
1. Ανεπαρκής και/ή ανακόλουθη αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου
57.
Όπως επιβεβαιώνεται στην σκέψη 1 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Τ‑94/15 επιδιώκει την ακύρωση του κανονισμού 1358/2014.
58.
Στις σκέψεις 72 και 73 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι: i) η ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν θα επιτρέψει στην Binca να εισάγει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ιχθύς pangasius με βιολογική επισήμανση και ii) η Binca δεν έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
59.
Συμφωνώ με την πρώτη διαπίστωση, αλλά διαφωνώ με τη δεύτερη.
60.
Σε αντίθεση με το συμπέρασμα που συνάγεται σαφώς από τον συνδυασμό των σκέψεων 72 και 73, φρονώ ότι, εν προκειμένω, το προβαλλόμενο έννομο συμφέρον της Binca δεν συνίσταται στην αναγνώριση του δικαιώματος εισαγωγής προϊόντων στην Ένωση, αλλά στην εξουδετέρωση των δυσμενών διακρίσεων που εισήγαγε ο προσβαλλόμενος κανονισμός, δια της ακυρώσεώς του. Με άλλα λόγια, απαγορεύεται στην Binca να επισημάνει τα προϊόντα της ως βιολογικά, και θα έπρεπε να ισχύει ανάλογη απαγόρευση και για άλλες επιχειρήσεις. Τούτο δεν θα ήταν μεν ιδανικό για την Binca, αλλά, όπως ισχυρίζεται η ίδια, θα ήρε τουλάχιστον τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που την επηρεάζει αρνητικά, η οποία προκύπτει/απορρέει από τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
61.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη απλώς δεν εξετάζει το εν λόγω επιχείρημα. Αντιθέτως, «αναδιατυπώνει» τον σκοπό της προσφυγής, παρά τη σαφή της διατύπωση, και στη συνέχεια απορρίπτει τον αναδιατυπωμένο σκοπό ως απαράδεκτο, χωρίς να εξετάζει το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος σε σχέση με τον αρχικώς δηλωθέντα σκοπό της προσφυγής.
62.
Αληθεύει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάζει ρητώς κάθε επιχείρημα των διαδίκων ( 10 ). Όμως, η προβαλλόμενη εισαγωγή διακρίσεων από τον προσβαλλόμενο κανονισμό είναι το κύριο επιχείρημα της Binca. Η παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να εξετάσει, έστω και εν συντομία, τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες για την Binca από την εν λόγω δυσμενή διάκριση και το αντίστοιχο έννομο συμφέρον της Binca προς ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού συνιστά, κατά τη γνώμη μου, σοβαρή παράλειψη του σκεπτικού.
63.
Το Γενικό Δικαστήριο συνοψίζει μεν τα επιχειρήματα της Binca επ’ αυτού (βλ. σκέψεις 58 έως 63 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως), αλλά δεν απαντά σε αυτούς. Ομοίως, ούτε η συλλογιστική της σκέψεως 77 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της και η οποία επίσης συζητήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρέχει περαιτέρω διευκρινίσεις. Στη σκέψη αυτή διευκρινίζεται απλώς ότι, κατά την εκτίμηση του εάν η Binca έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την παράταση της μεταβατικής περιόδου, η κατάσταση των ανταγωνιστών της δεν ασκεί καμία επιρροή.
64.
Και πάλι, όμως, η Binca δεν ισχυρίζεται ότι το όφελος που θα αντλούσε από την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού έγκειται στην ενδεχόμενη παράταση της μεταβατικής περιόδου. Αντιθέτως, το προβαλλόμενο όφελος συνίσταται στην κατάργηση των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού, οι οποίες, κατά την Binca, εισάγουν διακρίσεις.
65.
Φρονώ ότι η σύγχυση αυτή απορρέει εν μέρει από την επιμονή του Γενικού Δικαστηρίου ότι αυτό κατά του οποίου βάλλει στην πραγματικότητα η Binca είναι η άρνηση της Επιτροπής να παρατείνει τη μεταβατική περίοδο (βλ. ιδίως τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Η στάση της Binca δεν τη βοήθησε εν προκειμένω. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η Binca ανέφερε επανειλημμένως στην προσφυγή της ότι το ιδανικό σενάριο θα ήταν η παράταση της μεταβατικής περιόδου. Εντούτοις, παρά τις αναφορές αυτές, από το δικόγραφο της προσφυγής και από τη σκέψη 1 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια ότι το αντικείμενο της προσφυγής στην πραγματικότητα είναι η ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
66.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως είναι ανεπαρκής. Η πρώτη δέσμη επιχειρημάτων της Binca είναι βάσιμη.
67.
Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο, προτού αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, μπορεί ήδη από αυτό το στάδιο να αποφανθεί ως προς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Όσον αφορά άλλες πτυχές της υποθέσεως, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, να αποφανθεί οριστικά.
68.
Για τους λόγους που παρατίθενται κατωτέρω, φρονώ ότι η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον σκοπεί στην ακύρωση διατάξεων του προσβαλλόμενου κανονισμού πέραν του άρθρου 1, παράγραφος 1, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού (βλ. ενότητα 2 των παρουσών προτάσεων). Όσον αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού, φρονώ ότι η Binca έχει έννομο συμφέρον όσον αφορά την ακύρωσή του (βλ. ενότητα 3 των ανά χείρας προτάσεων).
2. Το περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής ακυρώσεως
69.
Με την προσφυγή της, η Binca ζητεί την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού στο σύνολό του. Στην αρχική της προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η μόνη διάταξη του προσβαλλόμενου κανονισμού για την οποία η Binca προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα, ήταν το άρθρο 1, παράγραφος 1, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού. Στη συνέχεια, με την απάντησή της επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής, η Binca προέβαλε επίσης συγκεκριμένα επιχειρήματα σε σχέση με το άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού, με τις οποίες προστέθηκαν στον εκτελεστικό κανονισμό το άρθρο 25ια, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 25ια, παράγραφος 5, αντιστοίχως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Binca επιβεβαίωσε ότι επιδίωκε την ακύρωση κυρίως του άρθρου 1, παράγραφος 1, αλλά και του άρθρου 1, παράγραφοι 3 και 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού.
70.
Το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ( 11 ) προβλέπουν ότι η προσφυγή ακυρώσεως περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων λόγων. Η συνοπτική έκθεση των λόγων των οποίων γίνεται επίκληση πρέπει να είναι επαρκώς σαφής και ακριβής, ώστε να μπορεί ο μεν καθού να προετοιμάζει την άμυνά του, το δε Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή, εν ανάγκη χωρίς πρόσθετες πληροφορίες ( 12 ).
71.
Κατά τη γνώμη μου, εξαιρουμένων των λόγων που αφορούν το άρθρο 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού, η αρχική προσφυγή της Binca ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις. Ειδικότερα, σε εκείνο το δικόγραφο δεν προσδιορίζονταν οι διατάξεις τις οποίες κατά των οποίων έβαλλε η Binca.
72.
Δεν μπορεί να αποκλειστεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, η συνοπτική έκθεση των λόγων τους οποίους επικαλείται ο προσφεύγων να μπορεί να θεωρηθεί αρκούντως σαφής και ακριβής, μολονότι δεν απαριθμεί ρητώς και ειδικώς όλες τις επίμαχες διατάξεις. Τούτο, ωστόσο, δεν ισχύει εν προκειμένω. Συναφώς, μολονότι η προσφυγή της Binca καθιστά σαφές ότι το ζήτημα που εγείρει είναι ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός εισάγει διακρίσεις, η φύση και η προέλευση των εν λόγω διακρίσεων δεν είναι καθόλου αυτονόητη κατά την εξέταση του προσβαλλόμενου κανονισμού. Για τον λόγο αυτό, η Binca όφειλε να προσδιορίσει με σαφήνεια τις διατάξεις που θεωρούσε ότι εισήγαγαν διακρίσεις, καθώς και τον λόγο, έστω και συνοπτικά, προκειμένου να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
73.
Ούτε μπορεί να θεραπευτεί αυτή η αοριστία της αρχικής προσφυγής μέσω ειδικών παραπομπών σε άλλες διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στην απάντηση της Binca στην ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ( 13 ), κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία ( 14 ).
74.
Για τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι η προσφυγή ακυρώσεως της Binca θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον σκοπεί στην ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού, εξαιρουμένου του άρθρου 1, παράγραφος 1, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού.
75.
Πριν περάσω στην προβαλλόμενη ύπαρξη έννομου συμφέροντος της Binca όσον αφορά την ακύρωση της τελευταίας αυτής διατάξεως, αξίζει να διευκρινιστούν δύο σημεία. Πρώτον, το ότι η Binca αμφισβήτησε στο σύνολό του τον προσβαλλόμενο κανονισμό, αλλά δεν τήρησε τις προϋποθέσεις τού παραδεκτού σε σχέση με το μεγαλύτερο μέρος της εν λόγω πράξεως, δεν στερεί αφ’ εαυτού την Binca από το έννομο συμφέρον της σε σχέση με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού ( 15 ). Δεύτερον, δεν διακρίνω κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα ως προς τη δυνατότητα διαχωρισμού του άρθρου 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, ούτε προβάλλεται κανένα επιχείρημα προς τούτο. Κατά συνέπεια, θεωρητικά θα ήταν δυνατή η ακύρωση της διατάξεως αυτής, αφήνοντας ανέπαφες τις λοιπές διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού ( 16 ).
3. Ύπαρξη εννόμου συμφέροντος
76.
Η έννοια του «εννόμου συμφέροντος» προϋποθέτει την ύπαρξη ορισμένου οφέλους για τον προσφεύγοντα σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της προσφυγής του ( 17 ). Το προσωπικό όφελος που θεμελιώνει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος μπορεί να είναι πραγματικό ή νομικό. Έχω αναφερθεί λεπτομερώς, σε άλλη περίπτωση, στους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό συνάγεται σαφώς από τη νομολογία ( 18 ). Δεν θα αναλύσω εκ νέου αυτούς τους λόγους εδώ.
77.
Εντούτοις, αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή δέχθηκε ότι, οσάκις μέτρο της Ένωσης παρέχει ορισμένα πλεονεκτήματα σε φορείς της αγοράς, οι ανταγωνιστές τους ενδεχομένως να έχουν «έννομο συμφέρον» για την ακύρωση του μέτρου αυτού. Η Επιτροπή έθεσε προϋποθέσεις για την αποδοχή ενός τέτοιου συμφέροντος. Θεώρησε ότι η ανταγωνιστική σχέση πρέπει να είναι «προφανής» (patent) και, σε άλλο σημείο, ότι το πλεονέκτημα για τους ανταγωνιστές πρέπει να είναι «πρόδηλο» (manifeste). Θα επανέλθω σε αυτές τις προϋποθέσεις στη συνέχεια. Σε αυτό το στάδιο, ωστόσο, εκείνο που προέχει είναι ότι το έννομο συμφέρον μπορεί κατ’ αρχήν να είναι πραγματικής φύσεως. Μπορεί να συνίσταται σε εμπορικό όφελος που θα προέκυπτε από την ακύρωση του προσβαλλόμενου μέτρου.
78.
Διαθέτει η Binca τέτοιο «πραγματικό» έννομο συμφέρον για την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού;
79.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απάντηση είναι αρνητική και θέτει, συναφώς, δύο ζητήματα. Πρώτον, η Binca, ως εισαγωγέας ιχθύων, δραστηριοποιείται σε αγορά μεταγενέστερου σταδίου της εφοδιαστικής αλυσίδας και δεν ανταγωνίζεται τις επιχειρήσεις που φέρονται να επωφελούνται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Για να αποδειχθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος σε περίπτωση όπως η επίδικη, η ανταγωνιστική σχέση πρέπει να είναι «προφανής» (patent) ή «καταφανής» (caractérisé). Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, ο τύπος ιχθύων που εισάγει η Binca –pangasius– δεν ανταγωνίζεται άλλους τύπους ιχθύων που κατά την Binca έχουν επωφεληθεί από τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Για να αποδειχθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος σε περίπτωση όπως η επίδικη, το φερόμενο ανταγωνιστικό μειονέκτημα πρέπει να είναι «πρόδηλο» (manifeste).
80.
Διαφωνώ με αυτή την ερμηνεία της έννοιας του εννόμου συμφέροντος και των σχετικών προϋποθέσεων. Δεν θεωρώ ότι για να αποδειχθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος πρέπει απαρέγκλιτα να υπάρχει άμεση ανταγωνιστική σχέση, ούτε, κατά μείζονα λόγο, ότι πρέπει να είναι «προφανής» ή «καταφανής» ή να έχει ως αποτέλεσμα «πρόδηλο» πλεονέκτημα για κάποιον ανταγωνιστή, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή. Κατ’ εμέ, αυτές οι απαιτήσεις δεν έχουν βάση ( 19 ).
81.
Επ’ αυτού αξίζει να γίνουν τρεις ακόμα διευκρινίσεις.
82.
Πρώτον, θεωρώ απολύτως εύλογο το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν μια πράξη της Ένωσης παρέχει πλεονεκτήματα σε ορισμένους οικονομικούς φορείς, τούτο έχει σοβαρές εμπορικές επιπτώσεις, όχι μόνο για τους ανταγωνιστές, αλλά και για τους φορείς που δραστηριοποιούνται σε αγορές προγενέστερων και μεταγενέστερων σταδίων της εφοδιαστικής αλυσίδας. Αν ένα προϊόν επηρεάζεται αρνητικά από μέτρο της Ένωσης στην πράξη, είναι εντελώς τεχνητό να υποστηριχθεί ως γενική παραδοχή ότι ο εν λόγω αρνητικός αντίκτυπος θα περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Αυτό θα εξαρτάται από την πραγματική συναρμογή των στοιχείων της εκάστοτε περιπτώσεως.
83.
Δεύτερον, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, ο ακριβής χαρακτήρας του ρόλου της Binca στην εφοδιαστική αλυσίδα είναι πιο σύνθετος από τον «απλό» ρόλο του εισαγωγέα. Συναφώς, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη επιβεβαιώνει ότι η Binca όντως προμηθεύει τις τροφές που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των ιχθύων που κατόπιν αγοράζει ( 20 ).
84.
Τρίτον, όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι απαιτήσεις βιολογικής επισημάνσεως στις οποίες υπόκεινται οι εισαγωγείς προϊόντων υδατοκαλλιέργειας ενσωματώνουν τις απαιτήσεις παραγωγής που επιβάλλει ο προσβαλλόμενος κανονισμός. Για τον λόγο αυτό, και σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν είναι δυνατόν, προκειμένου να διαπιστωθεί το παραδεκτό μιας προσφυγής, να διακρίνονται οι οικονομικοί φορείς σε παραγωγούς που είναι «αποδέκτες» του προσβαλλόμενου κανονισμού και των απαιτήσεών του και σε άλλους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι δεν είναι.
85.
Οι παρατηρήσεις αυτές, κατά τη γνώμη μου, υπογραμμίζουν την ανάγκη να αποφευχθεί η συναγωγή πρόσθετων γενικών απαιτήσεων σχετικά με τη φύση των οικείων ανταγωνιστικών σχέσεων, ως προϋποθέσεων για τη διαπίστωση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος.
86.
Η Binca, ανεξαρτήτως του ακριβούς ρόλου της στην εφοδιαστική αλυσίδα, προκειμένου να θεμελιώσει έννομο συμφέρον, οφείλει να αποδείξει ότι θα αντλούσε προσωπικό όφελος, νομικό ή πραγματικό, από την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού.
87.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι οι προβλεπόμενες από την ως άνω διάταξη εξαιρέσεις σκοπούν στη διευκόλυνση της αδιάλειπτης παραγωγής βιολογικών ιχθύων, που ειδάλλως θα είχε διακοπεί. Η ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού θα καταργούσε αυτές τις εξαιρέσεις και θα καθιστούσε δυσχερέστερη ή ακόμη και αδύνατη τη «βιολογική» παραγωγή ορισμένων τύπων ιχθύων, υπό την έννοια του βασικού κανονισμού και των εκτελεστικών πράξεων.
88.
Εντούτοις, μια τέτοια ακύρωση θα ωφελούσε μόνο την Binca και θα μπορούσε να θεμελιώσει έννομο συμφέρον, εφόσον: i) οι εν λόγω εξαιρέσεις δεν έχουν καμιά ή έχουν μικρότερη χρησιμότητα για την παραγωγή των ιχθύων που εισάγει η Binca και ii) οι ιχθύες που εισάγει η Binca ανταγωνίζονται με προϊόντα που επωφελούνται από τις εξαιρέσεις.
89.
Εκ πρώτης όψεως, η Binca απέδειξε τη συνδρομή αμφοτέρων αυτών των στοιχείων. Αυτό αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να αποδειχθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος.
90.
Όσον αφορά το σημείο i, η Binca διευκρίνισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ως προς το άρθρο 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού, ότι, εξαιτίας των ιδιαίτερων παλιρροιών και του ανάγλυφου του δέλτα του Μεκόνγκ, η συλλογή άγριων ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας δεν είναι δυνατή με τον ίδιο τρόπο όπως στα ευρωπαϊκά ύδατα (εξαιρουμένων των πιλοτικών έργων και της έρευνας μικρής κλίμακας). Όσον αφορά το σημείο ii, μολονότι δεν είναι σαφής η ακριβής σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του βιολογικού pangasius και άλλων ιχθύων, εκ πρώτης όψεως φαίνεται εύλογη η θέση ότι οι βιολογικοί ιχθύες ενός τύπου ανταγωνίζονται τους βιολογικούς ιχθύς άλλων τύπων. Η Binca προφανώς δεν εισάγει κλημεντίνες ή ρουλεμάν (ούτε μη βιολογικούς ιχθύς) ( 21 ).
91.
Η Επιτροπή αμφισβήτησε αμφότερα τα ως άνω σημεία. Ειδικότερα, όσον αφορά την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ του pangasius και άλλων ιχθύων, η Επιτροπή μίλησε εκτενώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επικαλούμενη οικονομικές μελέτες, αξιολογήσεις ελέγχου συγκεντρώσεων, ψαροκροκέτες και καλά ιταλικά εστιατόρια.
92.
Ωστόσο, η ανάγκη για μια τόσο λεπτομερή ανάλυση επιβεβαιώνει ότι, σε αυτό το σημείο, τα επιχειρήματα έχουν μεταστραφεί σε μια αυτοτελή συζήτηση ουσίας, ήτοι στην εκτίμηση του κατά πόσο η Binca έχει πράγματι υποστεί διάκριση και ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι για τη νομοθετική διαφοροποίηση που εφαρμόζει η Επιτροπή.
93.
Για τη θεμελίωση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν πρέπει να απαιτείται από τον προσφεύγοντα κάτι περισσότερο από το να αποδείξει εκ πρώτης όψεως τις επιπτώσεις της προσβαλλομένης πράξεως για τον ίδιο (γεγονός από το οποίο συνάγεται η ύπαρξη προσωπικού οφέλους από την ακύρωση της πράξεως). Σκοπός της απαιτήσεως περί υπάρξεως εννόμου συμφέροντος είναι η άσκηση ενός προκαταρκτικού ελέγχου για τον αποκλεισμό προσφυγών υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και προσφυγών που επιδιώκουν τη διατύπωση νομικών θέσεων ή θέτουν ένα γενικό ή υποθετικό ερώτημα ( 22 ). Προκαταρκτικός έλεγχος που δύναται να διενεργηθεί μόνο με λεπτομερή αξονική τομογραφία δεν μπορεί να καλείται πλέον «προκαταρκτικός».
94.
Πρέπει να γίνουν δύο ακόμα καταληκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, η Επιτροπή, επιχειρηματολογώντας κατά της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος στην παρούσα υπόθεση, θέτει ζήτημα «actio popularis». Ο προβληματισμός αυτός, κατά τη γνώμη μου, απορρίπτεται εύκολα. Η actio popularis είναι αγωγή που ασκείται από μέλος του κοινού υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Από τις γραπτές της παρατηρήσεις προκύπτει μάλλον σαφώς ότι η Binca δεν είναι απλώς μέλος του κοινού. Δραστηριοποιείται στις σχετικές αγορές εδώ και πολλά χρόνια. Και δεν ενεργεί αποκλειστικά υπέρ του γενικού δημοσίου συμφέροντος, αλλά προς ίδιο εμπορικό συμφέρον.
95.
Δεύτερον, η πραγματική ανησυχία της Επιτροπής φαίνεται να είναι το να μην τεθεί «πολύ χαμηλά» το κατώφλι του εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα άνοιγε τους κρουνούς της μαζικής ασκήσεως προσφυγών ακυρώσεως. Και πάλι, οι προβληματισμοί αυτοί απορρίπτονται εύκολα. Για λόγους αρχής ως προς τον ορισμό των εννοιών, η ύπαρξη «εννόμου συμφέροντος» δεν πρέπει να προσαρμόζεται προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα ορισμένο επίπεδο ένδικων διαφορών. Το ζήτημα είναι αν ο προσφεύγων αντλεί νομικό ή πραγματικό προσωπικό όφελος από την ακύρωση. Επιπλέον, το «έννομο συμφέρον» είναι μόνο μία από τις πολλές σωρευτικές προϋποθέσεις του παραδεκτού. Μάλιστα θα έπρεπε να θεωρείται η λιγότερο απαιτητική προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, είναι κατ’ ουσίαν ένας προκαταρκτικός μηχανισμός ελέγχου.
96.
Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η Binca δεν είχε έννομο συμφέρον όσον αφορά την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25ε, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού.
VII. Πρόταση
97.
Προτείνω στο Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Μαρτίου 2016, Binca Seafoods κατά Επιτροπής (T‑94/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:164), καθόσον απορρίπτει την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά του άρθρου 1, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 1358/2014 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 889/2008 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την καταγωγή των ζώων βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, τις ζωοτεχνικές πρακτικές υδατοκαλλιέργειας, τις ζωοτροφές για τα ζώα βιολογικής υδατοκαλλιέργειας και τα προϊόντα και τις ουσίες των οποίων η χρήση επιτρέπεται στη βιολογική υδατοκαλλιέργεια·
–
να απορρίψει, κατά τα λοιπά, την αίτηση αναιρέσεως·
–
να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου·
–
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 889/2008 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την καταγωγή των ζώων βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, τις ζωοτεχνικές πρακτικές υδατοκαλλιέργειας, τις ζωοτροφές για τα ζώα βιολογικής υδατοκαλλιέργειας και τα προϊόντα και τις ουσίες των οποίων η χρήση επιτρέπεται στη βιολογική υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ 2014, L 365, σ. 97).
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 (ΕΕ 2007, L 189, σ. 1).
( 4 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων όσον αφορά τον βιολογικό τρόπο παραγωγής, την επισήμανση και τον έλεγχο των προϊόντων (ΕΕ 2008, L 250, σ. 1).
( 5 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 5ης Αυγούστου 2009, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 889/2008 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για τη βιολογική παραγωγή ζώων υδατοκαλλιέργειας και φυκιών (ΕΕ 2009, L 204, σ. 15).
( 6 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 889/2008 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων όσον αφορά τον βιολογικό τρόπο παραγωγής, την επισήμανση και τον έλεγχο των προϊόντων (ΕΕ 2013, L 283, σ. 15).
( 7 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 889/2008 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τη χρήση μη βιολογικών ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας και μη βιολογικού γόνου δίθυρων οστρακοειδών στη βιολογική υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ 2013, L 343, σ. 29).
( 8 ) Συγκεκριμένα, τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα XIIIα (βλ. άρθρο 25α, το οποίο εισήχθη με τον πρώτο τροποποιητικό κανονισμό). Σε αυτά περιλαμβάνεται το pangasius (τμήμα 9 του παραρτήματος ΧΙΙΙα).
( 9 ) Λόγω προβλημάτων που σχετίζονται με την φυσική ωοτοκία χωρίς χρήση ορμονών.
( 10 ) Απόφαση της 22ας Μαΐου 2008, Evonik Degussa κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (C‑266/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:295, σκέψη 103).
( 11 ) Νυν άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
( 12 ) Βλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, Joynson κατά Επιτροπής (T‑231/99, EU:T:2002:84, σκέψη 154), και διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 2016, Gregis κατά EUIPO – DM9 Automobili (ATS) (T‑5/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:552, σκέψη 18).
( 13 ) Νυν άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
( 14 ) Διάταξη της 14ης Απριλίου 2016, KS Sports κατά EUIPO (C‑480/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:266, σκέψη 23).
( 15 ) Συναφώς, βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, Europe Chemi-Con (Deutschland) κατά Συμβουλίου (T‑89/00, EU:T:2002:213, σκέψη 35).
( 16 ) Συναφώς, βλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 2013, Du Pont de Nemours (France) κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑31/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:167).
( 17 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, ATM κατά Επιτροπής (T‑178/94, EU:T:1997:210, σκέψεις 59 έως 62).
( 18 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Bionorica και Diapharm κατά Επιτροπής (C‑596/15 P και C‑597/15 P, EU:C:2017:297, σημεία 49 έως 52). Η θέση αυτή συνάγεται επίσης από το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι τύποι μη υλικών πραγματικών συμφερόντων, τα οποία το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι συνιστούν έννομο συμφέρον, όπως το ηθικό συμφέρον ή οι νόμιμες προσδοκίες [βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1973, Kley κατά Επιτροπής (35/72, EU:C:1973:73, σκέψη 4), και της 28ης Μαΐου 1998, W κατά Επιτροπής (T‑78/96 και T‑170/96, EU:T:1998:112, σκέψη 47)].
( 19 ) Πράγματι, όταν ρωτήθηκε ειδικώς σχετικά με την αναγκαιότητα υπάρξεως «καταφανούς» ανταγωνιστικής σχέσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι η απαίτηση αυτή δεν έχει έρεισμα στη νομολογία.
( 20 ) Σκέψεις 41 και 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
( 21 ) Ως εκ τούτου, οι περιστάσεις διαφέρουν από εκείνες της υποθέσεως Andechser Molkerei, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι τα βιολογικά και τα μη βιολογικά γιαούρτια τελούν σε σχέση ανταγωνισμού, δεδομένου ότι τα εν λόγω προϊόντα υπόκεινται σε δύο πολύ διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα (βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Andechser Molkerei Scheitz κατά Επιτροπής, C‑682/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:356, σκέψεις 35 έως 37).
( 22 ) Van Raepenbusch, S., «L’Intérêt à agir dans le contentieux communautaire», σε Mélanges en hommage à Georges Vandersanden, Βρυξέλλες, Bruyant, 2008, σ. 381.