ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 11ης Μαΐου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑278/16
Ποινική δίκη κατά Frank Sleutjes,
έτερος μετέχων στη διαδικασία:
Staatsanwaltschaft Aachen (εισαγγελία του Άαχεν, Γερμανία)
[αίτηση του Landgericht Aachen (πλημμελειοδικείου του Άαχεν, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Οδηγία 2010/64/ΕΕ – Άρθρο 3 – Δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας – Έννοια του “ουσιώδους εγγράφου” – Ποινική απόφαση εκδοθείσα με συνοπτική διαδικασία (Strafbefehl)»
1.
Το σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας, το οποίο κατοχυρώνεται με την οδηγία 2010/64/ΕΕ ( 2 ), αποτελεί ορόσημο στην πορεία για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων που είναι ύποπτα ή κατηγορούνται για την τέλεση αξιόποινης πράξεως, όπως επιδιώκεται με το πρόγραμμα της Στοκχόλμης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ( 3 ). Όπως έχει καταστεί σαφές από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «[ο] ύποπτος ή κατηγορούμενος πρέπει να μπορεί να κατανοεί τι συμβαίνει και να μπορεί να γίνει κατανοητός. Ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος που δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στη διαδικασία θα χρειάζεται διερμηνέα και μετάφραση των βασικών δικογράφων» ( 4 ). Σε αυτό το πλαίσιο, η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θα δώσει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εδραιώσει τη νομολογία που έχει διαμορφώσει βάσει της οδηγίας 2010/64 ( 5 ).
2.
Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, το Landgericht Aachen (πλημμελειοδικείο του Άαχεν, Γερμανία) ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν μια Strafbefehl (ποινική απόφαση εκδοθείσα με συνοπτική διαδικασία) πρέπει να χαρακτηριστεί ως «ουσιώδες έγγραφο» σε ποινική διαδικασία, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2010/64, πρέπει να μεταφραστεί αν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται δεν κατανοεί τη γερμανική γλώσσα.
3.
Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, προτείνω να δώσει το Δικαστήριο καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
I. Το νομικό πλαίσιο
A. Η οδηγία 2010/64
4.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 14, 16 και 30 της οδηγίας 2010/64 εκτίθενται τα εξής:
«(14)
Το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση για τα πρόσωπα που δεν ομιλούν ή κατανοούν τη γλώσσα της διαδικασίας θεσπίζεται στο άρθρο 6 της [Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, στο εξής: ΕΣΔΑ], όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η παρούσα οδηγία διευκολύνει την εφαρμογή του δικαιώματος αυτού στην πράξη. Προς τον σκοπό αυτόν, ο στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να διασφαλίσει το δικαίωμα των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία, ώστε να διαφυλάσσεται το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη.
[…]
(16)
Σε ορισμένα κράτη μέλη, κάποια αρχή πλην δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικά ζητήματα είναι αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων για σχετικά ήσσονος σημασίας αδικήματα. Τούτο μπορεί να συμβαίνει, λόγου χάριν, στην περίπτωση παραβάσεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας που διαπράττονται σε μεγάλη κλίμακα και οι οποίες ενδεχομένως διαπιστώνονται ύστερα από έλεγχο κυκλοφορίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν θα πρέπει να απαιτείται από την αρμόδια αρχή να διασφαλίζει όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει την επιβολή κυρώσεων για ήσσονος σημασίας αδικήματα από τέτοια αρμόδια αρχή και εφόσον υφίσταται δικαίωμα έφεσης ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει επομένως να εφαρμόζεται μόνο στη διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου.
[…]
(30)
Προκειμένου να διασφαλίζεται η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, τα ουσιώδη έγγραφα, ή τουλάχιστον τα σχετικά χωρία των εγγράφων αυτών, απαιτείται να μεταφράζονται προς χάριν των υπόπτων ή κατηγορουμένων, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Ορισμένα έγγραφα θα πρέπει να θεωρούνται πάντοτε ουσιώδη έγγραφα προς τον σκοπό αυτόν και, συνεπώς, να μεταφράζονται, όπως οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση. Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αποφασίζουν, με δική τους πρωτοβουλία ή ύστερα από αίτημα των υπόπτων ή των κατηγορουμένων ή των συνηγόρων τους, ποια άλλα έγγραφα είναι ουσιώδη για τη διασφάλιση της διεξαγωγής δίκαιης δίκης και, συνεπώς, θα πρέπει επίσης να μεταφράζονται.»
5.
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 2010/64 («Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής») ορίζει:
«1. Η παρούσα οδηγία καθορίζει κανόνες σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία […]
2. Το δικαίωμα της παραγράφου 1 ισχύει για πρόσωπα από τη στιγμή κατά την οποία ενημερώνονται από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, με επίσημη κοινοποίηση ή με άλλο τρόπο, ότι είναι ύποπτα ή κατηγορούνται για την τέλεση αξιόποινης πράξης έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας, που συνίσταται στον τελικό προσδιορισμό του κατά πόσον έχουν διαπράξει το αδίκημα, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον απαιτείται, της καταδίκης και της απόφασης επί ενδεχόμενης προσφυγής.
3. Εφόσον η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει την επιβολή κυρώσεων για ήσσονος σημασίας αδικήματα από αρχή πλην δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικά ζητήματα και εφόσον οι κυρώσεις αυτές μπορούν να προσβληθούν ενώπιον τέτοιου δικαστηρίου, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται μόνο στη διαδικασία ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου κατόπιν προσφυγής.»
6.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 2010/64 («Δικαίωμα μετάφρασης ουσιωδών εγγράφων») έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε στους υπόπτους ή στους κατηγορουμένους που δεν κατανοούν τη γλώσσα της σχετικής ποινικής διαδικασίας να παρέχεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος γραπτή μετάφραση όλων των εγγράφων που είναι ουσιώδη, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι είναι σε θέση να ασκήσουν το δικαίωμα υπεράσπισής τους και προκειμένου να διασφαλιστεί η διεξαγωγή δίκαιης δίκης.
2. Τα ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση.
3. Οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εάν κάποιο άλλο έγγραφο είναι ουσιώδες. Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι ή οι συνήγοροί τους δύνανται να υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα προς τον σκοπό αυτό.
4. Δεν υφίσταται απαίτηση μετάφρασης χωρίων ουσιωδών εγγράφων τα οποία δεν συμβάλλουν στην κατανόηση, εκ μέρους των υπόπτων ή των κατηγορουμένων, του περιεχομένου της εναντίον τους δικογραφίας.
5. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο, οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι να έχουν το δικαίωμα να αντικρούσουν απόφαση σύμφωνα με την οποία δεν χρειάζεται η μετάφραση εγγράφων ή χωρίων εγγράφων και, όταν έχει παρασχεθεί μετάφραση, να έχουν τη δυνατότητα να διαμαρτυρηθούν ότι η ποιότητα της μετάφρασης δεν είναι επαρκής, προκειμένου να διασφαλιστεί η διεξαγωγή δίκαιης δίκης.
[…]
9. Η μετάφραση που διατίθεται δυνάμει του παρόντος άρθρου πρέπει να έχει επαρκή ποιότητα ώστε να διασφαλίζεται η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ιδίως διασφαλίζοντας ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι γνωρίζουν το περιεχόμενο της εναντίον τους δικογραφίας και είναι σε θέση να ασκήσουν το δικαίωμα υπεράσπισής τους.»
B. Το γερμανικό δίκαιο
7.
Το άρθρο 184 του Gerichtsverfassungsgesetz (νόμου για την οργάνωση των δικαστηρίων, στο εξής: GVG) ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η γλώσσα διαδικασίας των δικαστηρίων είναι η γερμανική.
8.
Το άρθρο 187 του GVG, όπως τροποποιήθηκε για τη μεταφορά των οδηγιών 2010/64 και 2012/13/ΕΕ ( 6 ), ορίζει:
«1. Το δικαστήριο ορίζει διερμηνέα ή μεταφραστή για τον κατηγορούμενο ή τον καταδικασθέντα ο οποίος δεν είναι γνώστης της γερμανικής γλώσσας ή είναι άτομο με προβλήματα ακοής ή ομιλίας, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων του. Το δικαστήριο ενημερώνει τον κατηγορούμενο σε γλώσσα που αυτός κατανοεί ότι σε μια τέτοια περίπτωση δύναται να ζητήσει τη δωρεάν αρωγή από διερμηνέα ή μεταφραστή για ολόκληρη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.
2. Για την άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ο οποίος δεν είναι γνώστης της γερμανικής γλώσσας, κατά κανόνα είναι αναγκαία η γραπτή μετάφραση των στερητικών της ελευθερίας ενταλμάτων, καθώς και των κατηγορητηρίων, των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη συνοπτική διαδικασία και των μη αμετάκλητων αποφάσεων […]».
9.
Το άρθρο 37, παράγραφος 3, του Strafprozessordnung (γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας, στο εξής: StPO) ορίζει ότι «αν, βάσει του άρθρου 187, παράγραφοι 1 και 2, του GVG, πρέπει να τεθεί στη διάθεση προσώπου μετέχοντος σε ποινική διαδικασία μετάφραση αποφάσεως, η απόφαση επιδίδεται στο πρόσωπο αυτό μαζί με την εν λόγω μετάφραση».
10.
Το άρθρο 407, παράγραφος 1, του StPO, το οποίο αφορά τη δυνατότητα εκδόσεως ποινικής αποφάσεως με συνοπτική διαδικασία, ορίζει ότι «στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας […] οι ποινικές συνέπειες του αδικήματος δύνανται να καθορισθούν, κατόπιν γραπτής αιτήσεως της εισαγγελικής αρχής, με γραπτή απόφαση άνευ επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η εισαγγελική αρχή διατυπώνει σχετική αίτηση αν εκτιμά ότι, κατόπιν της προκαταρκτικής εξετάσεως, δεν απαιτείται επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Με την αίτηση πρέπει να προτείνονται συγκεκριμένες ποινικές συνέπειες. Με την αίτηση ασκείται η ποινική δίωξη».
11.
Το άρθρο 410 του StPO, το οποίο αφορά τις αντιρρήσεις κατά της εκδοθείσας με τη συνοπτική διαδικασία ποινικής αποφάσεως και την ισχύ του δεδικασμένου, έχει ως εξής:
«1. Ο κατηγορούμενος δύναται να υποβάλει, εγγράφως ή με δήλωση για την οποία συντάσσεται πρακτικό στη γραμματεία του δικαστηρίου, αντιρρήσεις κατά της εκδοθείσας κατά τη συνοπτική διαδικασία αποφάσεως ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε, εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση της αποφάσεως αυτής […]
2. Οι αντιρρήσεις μπορούν να περιορίζονται σε ορισμένα σημεία.
3. Αν δεν υποβληθούν εμπροθέσμως αντιρρήσεις κατά αποφάσεως εκδοθείσας κατά τη συνοπτική διαδικασία, η απόφαση αυτή αποκτά ισχύ δεδικασμένου.»
II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και το προδικαστικό ερώτημα
12.
Στις 2 Νοεμβρίου 2015, κατόπιν αιτήσεως της Staatsanwaltschaft Aachen (εισαγγελίας του Άαχεν, Γερμανία), το Amtsgericht Düren (πταισματοδικείο του Düren, Γερμανία) εξέδωσε με τη συνοπτική διαδικασία απόφαση (στο εξής: επίμαχη απόφαση) κατά του F. Sleutjes –του κατηγορουμένου– υπηκόου και κατοίκου Κάτω Χωρών, με την οποία του επέβαλε, λόγω παράνομης εγκαταλείψεως του τόπου ενός ατυχήματος, πρόστιμο 30 ευρώ ημερησίως για 30 ημέρες και αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως. Για περίοδο 9 μηνών, δόθηκε στην υπηρεσία εκδόσεως αδειών οδηγήσεως η οδηγία, αφενός, να μην επιτρέψει στον κατηγορούμενο να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την αλλοδαπή άδεια οδηγήσεως και, αφετέρου, να μην του χορηγήσει ημεδαπή άδεια οδηγήσεως. Περαιτέρω, η επίμαχη απόφαση αναφέρει ότι η εν λόγω αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι ο κατηγορούμενος δεν δύναται να ασκήσει το δικαίωμα οδηγήσεως στη Γερμανία. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα.
13.
Η επίμαχη απόφαση περιλαμβάνει ενημέρωση σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι θα καταστεί δεσμευτική και εκτελεστή αν ο κατηγορούμενος δεν υποβάλει αντιρρήσεις, εντός δύο εβδομάδων από την επίδοσή της, ενώπιον του αναγραφόμενου στην ίδια απόφαση Amtsgericht (πταισματοδικείου) –εν προκειμένω, του Amtsgericht Düren (πταισματοδικείου του Düren)– εγγράφως ή με δήλωση για την οποία συντάσσεται πρακτικό στη γραμματεία του δικαστηρίου. Σε περίπτωση υποβολής γραπτών αντιρρήσεων, όπως εξηγείται στην ενημέρωση σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, η προθεσμία θεωρείται ότι έχει τηρηθεί μόνον αν οι γραπτές αντιρρήσεις περιέλθουν στο δικαστήριο εντός δύο εβδομάδων. Τέλος, η ενημέρωση σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα περιλαμβάνει σε χωριστή παράγραφο την εξής καταληκτική πρόταση: «Η γραπτή έφεση συντάσσεται στη γερμανική».
14.
Η επίδοση της επίμαχης αποφάσεως στον κατηγορούμενο πραγματοποιήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2015 μέσω συστημένης επιστολής. Η επίμαχη απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στη γερμανική γλώσσα. Μόνον η ενημέρωση σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ταυτοχρόνως και επιπροσθέτως σε μετάφραση στην ολλανδική γλώσσα.
15.
Στις 24 Νοεμβρίου 2015 και ώρα 20.32, ο κατηγορούμενος απέστειλε στο Amtsgericht Düren (πταισματοδικείο του Düren) μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο διατύπωσε στην ολλανδική γλώσσα αντιρρήσεις κατά της επίμαχης αποφάσεως. Στις 26 Νοεμβρίου 2015 ρώτησε –ομοίως στην ολλανδική γλώσσα– το Amtsgericht Aachen (πταισματοδικείο του Άαχεν) αν παρελήφθη το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 24ης Νοεμβρίου 2015. Το Amtsgericht Düren (πταισματοδικείο του Düren) πληροφόρησε τον κατηγορούμενο με επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου 2015, η οποία απεστάλη στις 8 Δεκεμβρίου 2015, ότι τα έγγραφα που κατατίθενται στο δικαστήριο πρέπει να είναι συνταγμένα στη γερμανική γλώσσα. Προηγουμένως, την 1η Δεκεμβρίου 2015, ο νυν συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου είχε υποβάλει με τηλεομοιοτυπία αντιρρήσεις κατά της επίμαχης αποφάσεως και ταυτοχρόνως είχε ζητήσει να αρθούν οι συνέπειες της παρελεύσεως της προθεσμίας για την υποβολή αντιρρήσεων.
16.
Με απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, το Amtsgericht Düren (πταισματοδικείο του Düren) απέρριψε τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου κατά της επίμαχης αποφάσεως ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης υποβολής τους. Ταυτοχρόνως, απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για άρση των συνεπειών της παρελεύσεως της προθεσμίας για την υποβολή αντιρρήσεων, επειδή έκρινε ανεπαρκείς τους λόγους στους οποίους βασίστηκε το αίτημα αυτό. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον συνήγορο υπερασπίσεως στις 2 Φεβρουαρίου 2016. Με τηλεομοιοτυπία της 4ης Φεβρουαρίου 2016 που παρελήφθη αυθημερόν, ο συνήγορος υπερασπίσεως άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση, η οποία, κατόπιν αυτού, εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
17.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι γνώστης της γερμανικής γλώσσας κατά την έννοια του άρθρου 187, παράγραφος 1, του GVG. Επίσης, εκτιμά ότι η απόφαση του Amtsgericht Düren (πταισματοδικείου του Düren) της 28ης Ιανουαρίου 2016 είναι ορθή, αλλά ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 3 της οδηγίας 2010/64, ενδέχεται να οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 187, παράγραφος 2, του GVG, το άρθρο 37, παράγραφος 3, του StPO δεν αναφέρεται σε ποινικές αποφάσεις εκδοθείσες κατά τη συνοπτική διαδικασία. Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν συνάγεται σαφής απάντηση στο ερώτημα αν οι εκδοθείσες κατά τη συνοπτική διαδικασία ποινικές αποφάσεις πρέπει να μεταφράζονται για τον κατηγορούμενο. Αν ισχύει αυτό, θα πρέπει να συναγάγει ότι δεν έχει ακόμη αρχίσει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων. Εκτιμώντας ότι η οδηγία 2010/64 δεν επιτάσσει να δοθεί τέτοια ερμηνεία, αλλά έχοντας αμφιβολίες υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, της διχογνωμίας στη γερμανική νομολογία επί του ζητήματος αυτού, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 3 της [οδηγίας 2010/64] την έννοια ότι ο όρος “απόφαση” στο άρθρο 37, παράγραφος 3, του [StPO] καλύπτει επίσης ποινικές αποφάσεις εκδοθείσες κατά τη συνοπτική διαδικασία κατά την έννοια των άρθρων 407 επ. του [StPO];»
18.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο F. Sleutjes, η Γερμανική, η Τσεχική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
III. Ανάλυση
A. Επί του τύπου
19.
Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία των εφαρμοστέων γερμανικών κανόνων, ο όρος «απόφαση» στο άρθρο 37, παράγραφος 3, του StPO καταλαμβάνει επίσης τις ποινικές αποφάσεις κατά την έννοια των άρθρων 407 επ. του StPO. Επομένως, η κυβέρνηση αυτή θεωρεί ότι η επίλυση του ζητήματος που ανέκυψε στην κύρια δίκη δεν εξαρτάται από το προδικαστικό ερώτημα.
20.
Εν προκειμένω, είναι αρκετό να λεχθεί ότι τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα, τα οποία εθνικό δικαστήριο θέτει εντός του πραγματικού και νομοθετικού πλαισίου που το δικαστήριο αυτό ορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να καθορίσει, καλύπτονται από τεκμήριο λυσιτέλειας ( 7 ). Δεν είναι προφανές ότι η ζητούμενη από το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64 ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, ότι η σχετική με τη μετάφραση διαφορά της κύριας δίκης είναι υποθετικής φύσεως, ή ακόμη ότι το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Επομένως, οι αμφιβολίες που διατύπωσε η Γερμανική Κυβέρνηση δεν επηρεάζουν το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
21.
Πάντως, από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος δίνεται εκ πρώτης όψεως η εντύπωση ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο ερμηνεία του άρθρου 37, παράγραφος 3, του StPO, για την οποία το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Εντούτοις, από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής καθίσταται σαφές ότι το αιτούν δικαστήριο όντως ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64. Συνεπώς, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί αναλόγως.
22.
Επιπλέον, δεν θα ακολουθήσω την άποψη της Επιτροπής ότι το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να περιλαμβάνει αίτηση ερμηνείας της οδηγίας 2012/13. Σε ευθυγράμμιση με το προαναφερθέν τεκμήριο λυσιτέλειας, δεν μπορεί να τεκμαρθεί ότι το ερώτημα που τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο είναι ελλιπές στο μέτρο που δεν αναφέρει αυτή την άλλη οδηγία. Αντιθέτως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν είχε υπόψη την εν λόγω άλλη οδηγία: η απόφαση περί παραπομπής αναφέρει την απόφαση Covaci ( 8 ), στην οποία ερμηνεύθηκε επίσης η οδηγία 2012/13. Εν πάση περιπτώσει, το αιτούν δικαστήριο δύναται να θέσει στο Δικαστήριο άλλο ερώτημα για την ερμηνεία της οδηγίας εκείνης, εφόσον το κρίνει αναγκαίο ( 9 ).
23.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η έννοια του «ουσιώδους εγγράφου» κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 2010/64 καταλαμβάνει επίσης μια ποινική απόφαση κατά την έννοια των άρθρων 407 επ. του StPO.
B. Επί της ουσίας
1. Η εκδοθείσα κατά τη συνοπτική διαδικασία ποινική απόφαση είναι «ουσιώδες έγγραφο» κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64
24.
Το αιτούν δικαστήριο κλίνει υπέρ της αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα όπως αυτό αναδιατυπώθηκε στο προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου. Όλοι όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις υποστηρίζουν το αντίθετο.
25.
Πριν δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση ποινικής αποφάσεως κατά την έννοια των άρθρων 407 επ. του StPO είναι μια απλοποιημένη διαδικασία η οποία δεν απαιτεί ακροαματική διαδικασία ή κατ’ αντιμωλία συζήτηση. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η περί ης πρόκειται ποινική απόφαση που προβλέπεται από το γερμανικό δίκαιο εκδίδεται στο πλαίσιο διαδικασίας sui generis. Πράγματι, η εν λόγω διαδικασία προβλέπει ότι η μόνη δυνατότητα του κατηγορουμένου να πραγματοποιηθεί κατ’ αντιμωλία συζήτηση, στο πλαίσιο της οποίας δύναται να ασκήσει πλήρως το δικαίωμά του ακροάσεως, είναι να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της εν λόγω αποφάσεως ( 10 ).
26.
Επομένως, δεν εκπλήσσει το ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσταση προσώπου το οποίο επιθυμεί να υποβάλει αντιρρήσεις κατά εκδοθείσας εις βάρος του κατά τη συνοπτική διαδικασία ποινικής αποφάσεως η οποία δεν έχει ακόμη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, με αποτέλεσμα το πρόσωπο αυτό να πρέπει να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση το οποίο διασφαλίζει η οδηγία 2010/64 ( 11 ).
27.
Στην απόφαση Covaci, η εισαγγελία είχε ζητήσει από το εθνικό δικαστήριο την έκδοση αποφάσεως κατά τη συνοπτική διαδικασία, η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι τυχόν αντιρρήσεις έπρεπε να υποβληθούν στη γερμανική γλώσσα. Λόγω αμφιβολιών, το εθνικό δικαστήριο ρώτησε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, αν η οδηγία 2010/64 αντιτίθεται σε εθνικές διατάξεις οι οποίες απαγορεύουν στο πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση κατά τη συνοπτική διαδικασία και το οποίο δεν κατανοεί τη γερμανική γλώσσα, να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της εν λόγω αποφάσεως σε γλώσσα την οποία κατανοεί. Το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, προσθέτοντας όμως ότι οι εθνικές αρχές ρητώς δύνανται να επιτρέψουν κάτι τέτοιο στο ενιστάμενο πρόσωπο, αν κρίνουν ότι το έγγραφο αυτό συνιστά «ουσιώδες έγγραφο» ( 12 ).
28.
Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο δεν κλήθηκε να εξετάσει το ζήτημα ως προς τη μετάφραση αυτής καθ’ εαυτήν της εκδοθείσας κατά τη συνοπτική διαδικασία αποφάσεως, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας υποθέσεως. Πάντως, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το εξής: στους υπόπτους ή στους κατηγορουμένους που δεν κατανοούν τη γερμανική γλώσσα πρέπει να παρέχεται, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, γραπτή μετάφραση της αποφάσεως αυτής. Τούτο συνάγεται από το γράμμα, από το πλαίσιο και από τον σκοπό του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64.
29.
Όσον αφορά, πρώτον, το γράμμα του, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/64 προβλέπει ότι απαιτείται μετάφραση «όλων των εγγράφων που είναι ουσιώδη, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι είναι σε θέση να ασκήσουν το δικαίωμα υπεράσπισής τους και προκειμένου να διασφαλιστεί η διεξαγωγή δίκαιης δίκης». Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/64 διευκρινίζει ότι «[τ]α ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση». Όπως επιβεβαιώνει η αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας 2010/64, η εν λόγω απαρίθμηση είναι ενδεικτική ( 13 ).
30.
Σε αντίθεση με την Επιτροπή, δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι μια εκδοθείσα κατά τη συνοπτική διαδικασία ποινική απόφαση μπορεί να εξομοιωθεί με «κατηγορητήριο». Ασφαλώς, είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η κατά τη συνοπτική διαδικασία εκδοθείσα ποινική απόφαση είναι μια μορφή γνωστοποιήσεως της κατηγορίας στο περί ου πρόκειται πρόσωπο κατά την οδηγία 2012/13 ( 14 ). Εντούτοις, σε αντίθεση με ένα κατηγορητήριο, μια ποινική απόφαση που εκδόθηκε κατά τη συνοπτική διαδικασία είναι απόφαση εκδοθείσα από δικαστήριο, η οποία αποκτά ισχύ δεδικασμένου αν δεν υποβληθούν αντιρρήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Επομένως, παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με μια «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/64 ( 15 ). Ανεξαρτήτως όμως του αν ισχύει το ένα ή το άλλο, είναι αυτονόητο ότι η μετάφραση της αποφάσεως αυτής είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται είναι σε θέση να κατανοήσει το περιεχόμενό της και, επομένως, να ασκήσει τα δικαιώματα υπερασπίσεως όσον αφορά την ποινή που επιβάλλεται με την απόφαση αυτή. Συνεπώς, πρέπει αδιακρίτως να κατατάσσεται στα «ουσιώδη έγγραφα» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
31.
Δεύτερον, το πλαίσιο της οδηγίας 2010/64 επιβεβαιώνει την άποψη ότι η εκδιδόμενη κατά τη συνοπτική διαδικασία ποινική απόφαση είναι «ουσιώδες έγγραφο» κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64.
32.
Εν προκειμένω, σε ευθυγράμμιση με την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, θα παραπέμψω στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2010/64. Η διάταξη αυτή εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ορισμένες διοικητικές κυρώσεις για αδικήματα ήσσονος σημασίας. Ο σκοπός της είναι, κατά την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2010/64, να απαλλάξει τις διοικητικές αρχές από το καθήκον, με το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα επιβαρύνονταν, να διασφαλίζουν όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται από την οδηγία αυτή σε περιπτώσεις όπου δεν θα ήταν εύλογο να απαιτείται η εκτέλεση ενός τέτοιου καθήκοντος. Η αιτιολογική αυτή σκέψη διευκρινίζει ότι τούτο μπορεί να συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση παραβάσεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας που διαπράττονται σε μεγάλη κλίμακα και που ενδεχομένως διαπιστώνονται μετά από έλεγχο κυκλοφορίας –με κατ’ εξοχήν παράδειγμα την παραβίαση του ορίου ταχύτητας. Αντιστρόφως, τούτο επίσης επιβεβαιώνει την άποψη ότι μια δικαστική απόφαση η οποία μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεως λόγω παραβάσεως του κώδικα οδικής κυκλοφορίας σε ζήτημα που δεν αποτελεί απλώς παραβίαση του ορίου ταχύτητας, όπως η επίμαχη απόφαση, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία έχουν εφαρμογή τα δικαιώματα που προβλέπει η οδηγία.
33.
Τέλος, επίσης ο σκοπός της οδηγίας 2010/64, ο οποίος προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 14, στηρίζει την άποψη ότι η κατά τη συνοπτική διαδικασία εκδιδόμενη ποινική απόφαση πρέπει να αναγνωρίζεται ως «ουσιώδες έγγραφο», το οποίο απαιτεί μετάφραση αν ο κατηγορούμενος δεν κατανοεί τη γερμανική γλώσσα. Ο σκοπός αυτός είναι «να διασφαλίσει το δικαίωμα των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία, ώστε να διαφυλάσσεται το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη». Το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση για τα πρόσωπα που δεν ομιλούν ή δεν κατανοούν τη γλώσσα διαδικασίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Πράγματι, η τήρηση των απαιτήσεων που συνδέονται με τη δίκαιη δίκη διασφαλίζει ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει τι του προσάπτεται και ότι αυτός δύναται να αμυνθεί ( 16 ). Η οδηγία όντως διευκολύνει την εφαρμογή του δικαιώματος αυτού.
34.
Το να μην απαιτείται η μετάφραση ποινικής αποφάσεως που εκδόθηκε κατά τη συνοπτική διαδικασία, αποφάσεως η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αμετάκλητη επιβολή κυρώσεως –ιδίως αν το πρόσωπο προς το οποίο η απόφαση αυτή απευθύνεται δεν την κατανοεί επειδή δεν κατανοεί τη γερμανική γλώσσα– σαφώς θα έθετε σε κίνδυνο το δικαίωμα του προσώπου αυτού για δίκαιη δίκη. Θα αποτελούσε στην πράξη αρνησιδικία.
35.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2010/64, στις αρμόδιες αρχές απόκειται να αποφασίζουν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αν κάποιο άλλο έγγραφο είναι ουσιώδες. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη αφορά έγγραφα τα οποία δεν έχουν ήδη κριθεί ως ουσιώδη βάσει του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ( 17 ).
36.
Ούτε η απόφαση στην υπόθεση Balogh θέτει εν αμφιβόλω τη λύση που προτείνω. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε διαδικασία αναγνωρίσεως, στην Ουγγαρία, των αποτελεσμάτων αμετάκλητης αποφάσεως εκδοθείσας στην Αυστρία, με την οποία ο I. Balogh είχε καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή καθώς και στα δικαστικά έξοδα. Η ποινική διαδικασία στην Αυστρία κατά του I. Balogh είχε ήδη φθάσει στο τέλος της, και το δικαίωμά του για μετάφραση είχε διασφαλιστεί κατά τη διαδικασία αυτή. Έτσι, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι η οδηγία 2010/64 δεν έχει εφαρμογή σε μια τέτοια διαδικασία αναγνωρίσεως ( 18 ).
37.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ένα έγγραφο, όπως μια ποινική απόφαση κατά την έννοια των άρθρων 407 επ. του StPO, συνιστά «ουσιώδες έγγραφο» κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64. Ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή πρέπει να μεταφράζεται σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται δεν κατανοεί τη γερμανική γλώσσα.
2. Περαιτέρω σκέψεις σχετικά με το βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64 δικαίωμα σε μετάφραση κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας
38.
Δεδομένων των συνεπειών που συνδέονται με την ανωτέρω άποψη, είναι χρήσιμες ορισμένες περαιτέρω σκέψεις σχετικά με το βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64 δικαίωμα σε μετάφραση κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας, επειδή μπορεί να βοηθήσουν το αιτούν δικαστήριο για την απόφανσή του στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του.
39.
Από τη μια πλευρά, το εν λόγω δικαίωμα είναι οικουμενικό, δεδομένου ότι η οδηγία 2010/64 δεν περιορίζει το ratione personae πεδίο εφαρμογής της όσον αφορά τα πρόσωπα που μπορεί να δικαιούνται την προστασία που παρέχει. Η μόνη απαίτηση που πρέπει να ικανοποιείται για την ενεργοποίηση της προστασίας αυτής είναι ότι τα πρόσωπα πρέπει να έχουν ενημερωθεί ότι είναι ύποπτα ή κατηγορούνται για την τέλεση αξιόποινης πράξεως.
40.
Από την άλλη πλευρά, η οδηγία 2010/64 δεν διευκρινίζει τη γλώσσα στην οποία πρέπει να παρέχεται η μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ο οποίος δεν κατανοεί τη γλώσσα διαδικασίας. Συνεπώς, τίποτα δεν υποδηλώνει ότι η μετάφραση θα πρέπει να παρέχεται στη μητρική γλώσσα του εν λόγω προσώπου. Αντιθέτως, το άρθρο 3, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας καθιστά σαφές ότι ο σκοπός της μεταφράσεως είναι να συμβάλλει στην κατανόηση, εκ μέρους των υπόπτων ή των κατηγορουμένων, «του περιεχομένου της εναντίον τους δικογραφίας». Επομένως, φαίνεται να είναι δυνατή η χρήση «γλώσσας-άξονα» την οποία κατανοεί το πρόσωπο αυτό, στο μέτρο που η χρήση αυτή δεν γίνεται αυθαίρετα.
41.
Ειδικότερα, η τελευταία διάταξη παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να μην μεταφράζουν χωρία ουσιωδών εγγράφων μη ασκούντα επιρροή για την κατανόηση, εκ μέρους των υπόπτων ή των κατηγορουμένων, του περιεχομένου της εναντίον τους δικογραφίας. Πάντως, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει την αντικατάσταση της μεταφράσεως ουσιώδους εγγράφου από μια απλώς και μόνο συμπληρωματική ενημέρωση περί των ενδίκων μέσων που έχει στη διάθεσή του το εν λόγω πρόσωπο σε μια γλώσσα την οποία το πρόσωπο αυτό κατανοεί, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 9, της οδηγίας 2010/64, η μετάφραση –ανεξαρτήτως της γλώσσας που επελέγη– πρέπει να έχει επαρκή ποιότητα ώστε να διασφαλίζεται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης. Το περί ου πρόκειται πρόσωπο έχει, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας, δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αν η ποιότητα της μεταφράσεως δεν είναι επαρκής ή αν κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται μετάφραση.
42.
Όσον αφορά το ζήτημα του κατάλληλου χρονικού σημείου, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/64 το δικαίωμα σε μετάφραση κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας έχει, βάσει του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας, εφαρμογή από τη στιγμή στην οποία το πρόσωπο ενημερώνεται ότι είναι ύποπτο ή ότι κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξεως έως τον τελικό καθορισμό του αν έχει διαπράξει το αδίκημα, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον απαιτείται, της καταδίκης και της αποφάσεως επί ενδεχομένου ενδίκου μέσου. Πάντως, δεν είναι απαραίτητο η μετάφραση να παρέχεται ταυτόχρονα με το ουσιώδες έγγραφο, δεδομένου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι η μετάφραση πρέπει να παρέχεται στο περί ου πρόκειται πρόσωπο εντός «εύλογου χρονικού διαστήματος». Εν πάση περιπτώσει, δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι στο περί ου πρόκειται πρόσωπο πρέπει να παρέχεται εύλογος χρόνος προκειμένου να ενημερωθεί σχετικά και, εν ανάγκη, να απαντήσει στο περιεχόμενο του ουσιώδους εγγράφου.
43.
Σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος σε μετάφραση, η οδηγία 2010/64 δεν αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο μέτρο που πρέπει να ληφθεί από τα κράτη μέλη. Έτσι, αυτή η σιωπή αφήνει τα κράτη μέλη ελεύθερα να επιλέξουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που είναι κατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού της ως άνω διατάξεως, αναλόγως των διαφόρων καταστάσεων που ανακύπτουν ( 19 ). Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, για παράδειγμα, είτε με το να προβλέπεται ένδικο μέσο για την άρση των συνεπειών της παρελεύσεως της προθεσμίας για την υποβολή αντιρρήσεων ( 20 ) είτε, εν ανάγκη, με το να μένει ανεφάρμοστη η εθνική ρύθμιση που τάσσει προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων ( 21 ).
44.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι ένα κράτος μέλος δεν δύναται να διώκει ένα πρόσωπο το οποίο δεν κατανοεί τη γλώσσα διαδικασίας, επικαλούμενο ουσιώδη έγγραφα τα οποία έπρεπε να έχουν, αλλά δεν έχουν μεταφραστεί για το περί ου πρόκειται πρόσωπο. Αν ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα στερεί την οδηγία από την πρακτική της αποτελεσματικότητα, αλλά και θα προσβάλλει τα δικαιώματα υπερασπίσεως και δίκαιης δίκης που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, τα οποία η οδηγία όντως σκοπεύει να διευκολύνει. Συνεπώς, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε το «εύλογο χρονικό διάστημα», εντός του οποίου πρέπει να παρέχονται οι εν λόγω μεταφράσεις σε υπόπτους ή κατηγορουμένους για την τέλεση αξιόποινης πράξεως, να παραμένει όσο το δυνατόν σύντομο.
45.
Στην απόφαση περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει την άποψή του ως προς τις συνέπειες λόγω της παραβάσεως του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64, όσον αφορά την προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων κατά της ποινικής αποφάσεως που εκδόθηκε με τη συνοπτική διαδικασία. Εκθέτει ότι δεν θα είναι έγκυρη η επίδοση της επίμαχης αποφάσεως χωρίς η επίδοση αυτή να συνοδεύεται με ολλανδική μετάφραση ολόκληρου του κειμένου. Ως εκ τούτου, δεν θα έχει ακόμη αρχίσει η προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων.
46.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ελλείψει κανόνων της Ένωσης τα κράτη μέλη δικαιούνται, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας, να ρυθμίζουν ελεύθερα τις δικαστικές διαδικασίες, θέτοντας τέτοιες προθεσμίες. Πάντως, σε ευθυγράμμιση με την αρχή της ισοδυναμίας, ύποπτοι ή κατηγορούμενοι για την τέλεση αξιόποινης πράξεως, οι οποίοι δεν κατανοούν τη γλώσσα διαδικασίας και, ως εκ τούτου, επικαλούνται τα δικαιώματά τους όπως αυτά κατοχυρώνονται στην οδηγία 2010/64, δεν πρέπει να τίθενται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τα πρόσωπα που όντως κατανοούν τη γλώσσα αυτή και που, τελικά, είναι πιο πιθανό να είναι πολίτες του δίωκοντος κράτους μέλους ( 22 ). Επομένως, συμφωνώ με το αιτούν δικαστήριο ότι η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων κατά ποινικής αποφάσεως εκδοθείσας κατά τη συνοπτική διαδικασία δεν πρέπει να αρχίζει πριν το συγκεκριμένο πρόσωπο παραλάβει ορθή μετάφραση της εν λόγω αποφάσεως. Οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να πλήξει τα δικαιώματα υπερασπίσεως και, από την ίδια σκοπιά, την αρχή της αποτελεσματικότητας ( 23 ).
IV. Πρόταση
47.
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα του Landgericht Aachen (πλημμελειοδικείου του Άαχεν, Γερμανία) την απάντηση ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία, ένα έγγραφο, όπως μια ποινική απόφαση κατά την έννοια των άρθρων 407 επ. του Strafprozessordnung (γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας), συνιστά «ουσιώδες έγγραφο» το οποίο, ως εκ τούτου, πρέπει να μεταφράζεται σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται δεν κατανοεί τη γερμανική γλώσσα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία (ΕΕ 2010, L 280, σ. 1).
( 3 ) Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, «Το πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που υπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες» (ΕΕ 2010, C 115, σ. 1 και 10).
( 4 ) Παράρτημα στο ψήφισμα του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για έναν οδικό χάρτη για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες (ΕΕ 2009, C 295, σ. 3).
( 5 ) Βλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686), και της 9ης Ιουνίου 2016, Balogh (C‑25/15, EU:C:2016:423).
( 6 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημερώσεως στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών (ΕΕ 2012, L 142, σ. 1).
( 7 ) Βλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2016, Eurosaneamientos κ.λπ. (C‑532/15 και C‑538/15, EU:C:2016:932, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 8 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686).
( 9 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Torresi (C‑58/13 και C‑59/13, EU:C:2014:2088, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 10 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686, σκέψεις 20 και 41).
( 11 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686, σκέψη 27).
( 12 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686, σκέψεις 47 έως 50).
( 13 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686, σκέψη 45).
( 14 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686, σκέψη 61).
( 15 ) Συναφώς, η έννοια της «αποφάσεως» είναι ευρεία υπό το νομικό καθεστώς της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Βλ., ιδίως, άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1), το οποίο ορίζει ότι ως «απόφαση»«νοείται κάθε απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο του κράτους μέλους, όποια και αν είναι η ονομασία της, π.χ. διάταξη, εντολή, απόφαση ή διαταγή εκτελέσεως, καθώς και κάθε απόφαση για τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων από το γραμματέα του δικαστηρίου». Βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, Gambazzi (C‑394/07, EU:C:2009:219, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 17 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Covaci (C‑216/14, EU:C:2015:686, σκέψη 49).
( 18 ) Απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Balogh (C‑25/15, EU:C:2016:423, σκέψεις 36 έως 40).
( 19 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Raccanelli (C‑94/07, EU:C:2008:425, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 20 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2017, Tranca κ.λπ. (C‑124/16, C‑188/16 και C‑213/16, EU:C:2017:228, σκέψη 51).
( 21 ) Βλ., ως παράδειγμα του καθήκοντος των εθνικών δικαστηρίων, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, να αφήνουν ανεφάρμοστη ερμηνεία του εθνικού δικαίου η οποία αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, απόφαση της 19ης Απριλίου 2016, DI (C‑441/14, EU:C:2016:278, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Βλ., αν και σαφώς υπό κάπως διαφορετικές περιστάσεις, αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1998, Bickel και Franz (C‑274/96, EU:C:1998:563, σκέψη 26), και της 27ης Μαρτίου 2014, Grauel Rüffer (C‑322/13, EU:C:2014:189, σκέψη 20).
( 23 ) Βλ., σχετικά με την προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων κατά ποινικής αποφάσεως εκδοθείσας κατά τη συνοπτική διαδικασία όσον αφορά την οδηγία 2012/13, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2017, Tranca κ.λπ. (C‑124/16, C‑188/16 και C‑213/16, EU:C:2017:228, σκέψη 51).