ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 15ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑281/16
Vereniging Hoekschewaards Landschap,
κατά
Staatssecretaris van Economische Zaken
[αίτηση του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δίκαιο περιβάλλοντος – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Κατάλογος τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή – Κύρος της εγγραφής του τόπου Haringvliet στον κατάλογο τόπων κοινοτικής σημασίας χωρίς το Leenheerenpolder – Μείωση της εκτάσεως τόπου – Εκτάσεις που παρέχουν δυνατότητες αποκαταστάσεως»
I. Εισαγωγή
1.
Μπορεί κράτος μέλος, με βάση την οδηγία περί οικοτόπων ( 2 ), να περιορίσει μια ζώνη διατηρήσεως σε περίπτωση που μεταβάλει τη στρατηγική του για την αποκατάσταση προστατευόμενων τύπων οικοτόπων και δεν χρειάζεται πλέον τις επίμαχες εκτάσεις; Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες).
2.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσον είναι ισχυρή εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής με την οποία η τελευταία, κατόπιν προτάσεως των Κάτω Χωρών, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, να περιορίσει τον οικείο ολλανδικό τόπο κοινοτικής σημασίας (στο εξής: ΤΚΣ). Η Επιτροπή στήριξε την απόφαση αυτή στην εκτίμηση ότι οι Κάτω Χώρες, στην αρχική τους πρόταση περί των οικείων εκτάσεων ως μέρους του ΤΚΣ, υπέπεσαν σε «επιστημονικό σφάλμα». Πρέπει συνεπώς να διερευνηθεί αν η αιτιολογία αυτή είναι βάσιμη.
3.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν η Επιτροπή, κατά την έκδοση της εκτελεστικής αυτής αποφάσεως, εκπλήρωσε την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, αν η ίδια η εν λόγω απόφαση είναι αρκούντως σαφής ώστε να ανταποκρίνεται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και –γενικότερα– να εξετάσει τις προϋποθέσεις περιορισμού ενός τόπου λόγω μεταβολών στη στρατηγική αποκαταστάσεως τύπων οικοτόπων.
II. Το νομικό πλαίσιο
4.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων καθορίζει τη γενικότερη στοχοθεσία:
«Τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία αποσκοπούν στη διασφάλιση της διατήρησης ή της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος.»
5.
Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζεται το Natura 2000, ήτοι το δίκτυο ευρωπαϊκών ζωνών διατηρήσεως:
«Συνίσταται ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών, επονομαζόμενο “Natura 2000”. Το δίκτυο αυτό, που αποτελείται από τους τόπους όπου ευρίσκονται τύποι φυσικών οικοτόπων που εμφαίνονται στο παράρτημα I και τους οικοτόπους των ειδών που εμφαίνονται στο παράρτημα II, πρέπει να διασφαλίζει την διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών.
[…]»
6.
Στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων περιγράφεται η υποχρέωση συμμετοχής των κρατών μελών στο Natura 2000:
«Κάθε κράτος μέλος συμβάλλει στη σύσταση του Natura 2000 ανάλογα με τα είδη φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών τα οποία αναφέρει η παράγραφος 1, που υπάρχουν στο έδαφός του. Προς το σκοπό αυτό κάθε κράτος μέλος ορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 4, τόπους ως ειδικές ζώνες διατήρησης, λαμβάνοντας υπόψη του τους σκοπούς που αναφέρει η παράγραφος 1.»
7.
Το άρθρο 4 της οδηγίας περί οικοτόπων περιλαμβάνει τις ειδικότερες ρυθμίσεις για τον χαρακτηρισμό των τόπων:
«1.
Κάθε κράτος μέλος, βασιζόμενο στα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1) και στις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες, προτείνει έναν κατάλογο τόπων, όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποια τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II, απαντώνται στους εν λόγω τόπους. […] Τα κράτη μέλη προτείνουν, ενδεχομένως, προσαρμογή του εν λόγω καταλόγου βάσει των αποτελεσμάτων της εποπτείας που αναφέρεται στο άρθρο 11.
[…]
2.
Η Επιτροπή, βασιζόμενη στα κριτήρια του παραρτήματος III (στάδιο 2) και στα πλαίσια μιας από τις πέντε βιογεωγραφικές περιοχές που αναφέρονται στο στοιχείο γ) σημείο iii) του άρθρου 1 και του συνόλου του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, καταρτίζει, σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη και βάσει των καταλόγων των κρατών μελών, σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας […]
3.
[…]
4.
Όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας, υπ’ αυτή του την ιδιότητα, επιλέχθηκε δυνάμει της διαδικασίας της παραγράφου 2, το οικείο κράτος μέλος ορίζει τον εν λόγω τόπο ως ειδική ζώνη διατήρησης το ταχύτερο δυνατόν και, το αργότερο, μέσα σε μια εξαετία, καθορίζοντας τις προτεραιότητες σε συνάρτηση με τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, ενός τύπου φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II και για τη συνεκτικότητα του Natura 2000, καθώς και σε συνάρτηση με τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που επαπειλούν τους εν λόγω τόπους.»
8.
Με βάση την οδηγία περί οικοτόπων, η Επιτροπή θέσπισε, δυνάμει της αποφάσεως 2004/813/ΕΚ ( 3 ), έναν πρώτο κατάλογο ΤΚΣ για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή. Στον κατάλογο αυτόν περιλαμβανόταν ο τόπος «Haringvliet» (Natura-2000-Code NL1000015) με έκταση 11107 εκταρίων.
9.
Σκοπός του ΤΚΣ «Haringvliet» είναι η προστασία των, κατά το παράρτημα Ι της οδηγίας περί οικοτόπων, τύπων οικοτόπων «Ποταμοί με λασπώδεις όχθες με βλάστηση έχουσα Chenopodion rubri p.p. και Bidention p.p.» (Natura-2000-Code 3270) και «Υγρόφιλες περιφερειακές φυτοκοινωνίες με υψηλές πόες σε πεδιάδες και σε επίπεδα ορεινά έως αλπικά» (Natura-2000-Code 6430), των ειδών ιχθύων αλόζη (Alosa alosa) και φρίσσα (Alosa fallax) καθώς και του είδους προτεραιότητας αρουραίος των αγρών (Microtus oeconomus arenicola).
10.
Ο κατάλογος των ΤΚΣ για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή επικαιροποιήθηκε έκτοτε δέκα φορές ( 4 ). Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την όγδοη επικαιροποίηση δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2015/72 ( 5 ), στην οποία ο τόπος «Haringvliet» εμφαίνεται με έκταση μόνο 10988 εκταρίων.
11.
Η αιτιολογική σκέψη 4 της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2015/72 κάνει λόγο για τις αλλαγές στις σχετικές με τους τόπους πληροφορίες:
«[…] Επίσης, ορισμένα κράτη μέλη έχουν υποβάλει αλλαγές στις σχετικές με τους τόπους πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στους τόπους κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή.»
12.
Η αιτιολογική σκέψη 6 της ίδιας εκτελεστικής αποφάσεως αναφέρεται στη βελτίωση των γνώσεων:
«Οι γνώσεις όσον αφορά την ύπαρξη και την κατανομή των τύπων φυσικών ενδιαιτημάτων και βιολογικών ειδών εξελίσσονται συνεχώς, συνεπεία της εποπτείας που επιβάλλει το άρθρο 11 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση και η επιλογή των τόπων σε ενωσιακό επίπεδο πραγματοποιήθηκαν με βάση τις βέλτιστες διαθέσιμες πληροφορίες εκείνη την περίοδο.»
13.
Οι ανωτέρω αιτιολογικές σκέψεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και στη δέκατη επικαιροποίηση.
III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως
14.
Η περιοχή Haringvliet, η οποία βρίσκεται στην ολλανδική επαρχία Südholland, είναι λιμνοθάλασσα κλεισμένη με φράγμα μεταξύ των νησιών Voorne-Putten και Hoeksche Waard στον βορρά και του νησιού Goeree-Overflakke στον νότο. Η Haringvliet συνδέεται με τη Βόρεια Θάλασσα μόνο μέσω του Spui, του Oude Maas και του Nieuwe Waterweg. Το Leenheerenpolder βρίσκεται μεταξύ της τοποθεσίας Goudswaard στο Hoeksche Waard και του Spui, προεκτάσεως της Haringvliet. Το πόλντερ έχει έκταση περίπου 110 εκταρίων.
15.
Κατά τον χρόνο της προτάσεως για ένταξη της περιοχής «Haringvliet» στον κατάλογο των ΤΚΣ, οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές εκτιμούσαν ότι στο Leenheerenpolder δεν υπήρχαν τύποι οικοτόπων και είδη για τα οποία η Haringvliet έπρεπε να χαρακτηριστεί ως ΤΚΣ, αλλά ότι το πόλντερ αυτό ήταν κατάλληλο να αναπτυχθεί για την αποκατάσταση διαφόρων προστατευόμενων τύπων οικοτόπων και ειδών. Δεδομένου ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Leenheerenpolder περιελήφθη ως μέρος του προταθέντος τόπου όχι λόγω των πραγματικά υφιστάμενων τύπων οικοτόπων και ειδών, αλλά λόγω των δυνατοτήτων τις οποίες παρείχε για την αποκατάσταση της φύσεως στην περιοχή «Haringvliet», το εν λόγω πόλντερ συνέβαλε στην υλοποίηση του τρίτου υποκριτηρίου για τον προσδιορισμό της καταστάσεως διατηρήσεως τύπων οικοτόπων και ειδών, δηλαδή στη δυνατότητα αποκαταστάσεως.
16.
Με απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, το ολλανδικό κράτος χαρακτήρισε την περιοχή «Haringvliet» ως ζώνη διατηρήσεως κατά την οδηγία περί οικοτόπων. Το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) ακύρωσε την απόφαση αυτή με απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014 ( 6 ) κατά το μέρος που το Leenheerenpolder δεν περιελήφθη στην εν λόγω ζώνη. Έκρινε ότι το Leenheerenpolder αποτελεί μέρος του τόπου «Haringvliet», όπως αυτός ενεγράφη στον κατάλογο ΤΚΣ. Κατά συνέπεια, δεν είχε τηρηθεί η απορρέουσα από το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων υποχρέωση χαρακτηρισμού του εν λόγω πόλντερ ως μέρους ζώνης διατηρήσεως κατά την οδηγία περί οικοτόπων.
17.
Ακολούθως, με επιστολή της 30ής Σεπτεμβρίου 2014, οι ολλανδικές αρχές παρείχαν στην Επιτροπή πληροφορίες προς αιτιολόγηση του περιορισμού του τόπου. Στην επιστολή αυτή υποστήριξαν ότι το Leenheerenpolder δεν είχε επί του παρόντος καμία φυσική αξία και ότι τα σχέδια αναπτύξεως φυσικών αξιών σε αυτό είχαν εγκαταλειφθεί. Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι η ανάπτυξη που είχε εν μέρει πραγματοποιηθεί σε άλλα σημεία της περιοχής αρκούσε για την επίτευξη των σκοπών του τόπου Natura-2000 «Haringvliet». Η πρόθεση «αποπολντεροποίησης» του Leenheerenpolder είχε εγκαταλειφθεί για πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους. Επισημάνθηκε δε ταυτόχρονα ότι οι ολλανδικές αρχές θεωρούσαν πλέον ως επιστημονικό σφάλμα την υπόθεση ότι οι εν λόγω εκτάσεις ενδέχεται να είναι σημαντικές για τη διατήρηση και την αποκατάσταση τύπων οικοτόπων.
18.
Επίσης, με επιστολή της 24ης Οκτωβρίου 2014 προς τις ολλανδικές αρχές, η Επιτροπή εξέθεσε ότι, με βάση την επιστολή της 30ής Σεπτεμβρίου 2014, εκτιμούσε ότι η αρχική πρόταση για τη συμπερίληψη του Leenheerenpolder στον τόπο «Haringvliet» έπρεπε να θεωρηθεί ως επιστημονικό σφάλμα.
19.
Ακολούθως, η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/72, της 3ης Δεκεμβρίου 2014, για την έγκριση του όγδοου ενημερωμένου καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή. Στον κατάλογο αυτόν περιλαμβάνεται και πάλι ο τόπος «Haringvliet», όχι όμως πλέον το Leenheerenpolder.
20.
Με απόφαση της 28ης Απριλίου 2015, οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές χαρακτήρισαν τελικά την περιοχή «Haringvliet» ως ζώνη διατηρήσεως κατά την οδηγία περί οικοτόπων. Και πάλι το Leenheerenpolder δεν περιλαμβανόταν σε αυτήν. Τον ανωτέρω χαρακτηρισμό προσβάλλει η Vereniging Hoekschewaards Landschap ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας).
21.
Το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι με τον ως άνω χαρακτηρισμό της περιοχής εφαρμόζεται η εκτελεστική απόφαση, ωστόσο διατηρεί αμφιβολίες για το αν η Επιτροπή νομίμως δέχτηκε τον περιορισμό του τόπου «Haringvliet» ως προς το Leenheerenpolder. Συνεπώς, υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
Είναι ισχυρή η εκτελεστική απόφαση 2015/72 κατά το μέρος που με αυτήν η περιοχή «Haringvliet» (NL1000015) ενεγράφη στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή χωρίς να περιλαμβάνει το Leenheerenpolder;
22.
Η Vereniging Hoekschewaards Landschap, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Μαΐου 2017.
IV. Νομική εκτίμηση
23.
Προκειμένου να εξεταστεί το κύρος της εκτελεστικής αποφάσεως, καθόσον με αυτήν η Επιτροπή αποφασίζει τον περιορισμό του ΤΚΣ «Haringvliet» ως προς το Leenheerenpolder, πρέπει καταρχάς να παρουσιαστεί η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τον περιορισμό ενός τόπου (κατωτέρω υπό A) και στη συνέχεια να διερευνηθούν οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η Επιτροπή (κατωτέρω υπό B). Επιπλέον, φρονώ ότι επιβάλλονται ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον τύπο της αποφάσεως της Επιτροπής (κατωτέρω υπό Γ). Τέλος, προκειμένου να επιλυθεί η διαφωνία από την οποία προέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης, είναι απαραίτητο να αποσαφηνισθούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια περιοχή όπως το Leenheerenpolder μπορεί να εξαιρεθεί από τον ΤΚΣ (κατωτέρω υπό Δ).
A. Διαδικασία και νομική βάση για τον περιορισμό ενός τόπου
24.
Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ο αποχαρακτηρισμός ενός τόπου περιλαμβανομένου στον κατάλογο των ΤΚΣ πρέπει, ελλείψει ειδικών διατάξεων, να πραγματοποιείται με βάση την ίδια διαδικασία όπως και η ένταξη τόπου στον εν λόγω κατάλογο ( 7 ). Η ίδια διαδικασία έχει εφαρμογή και για τον περιορισμό ενός ΤΚΣ.
25.
Συνεπώς, απαιτείται καταρχάς πρόταση του ενδιαφερομένου κράτους μέλους κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, επί της οποίας αποφασίζει στη συνέχεια η Επιτροπή κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2.
26.
Συναφώς, μολονότι από τους κανόνες περί διαδικασίας προσδιορισμού των τόπων που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ΤΚΣ, τους οποίους προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη απολαύουν ορισμένου περιθωρίου εκτιμήσεως προκειμένου να προτείνουν ορισμένους τόπους, εντούτοις τα ως άνω κράτη υποχρεούνται να τηρούν κατά την κατάρτιση των προτάσεών τους τα κριτήρια που τάσσει η οδηγία ( 8 ).
27.
Τούτο σημαίνει ότι για την κατάρτιση του πρώτου καταλόγου ΤΚΣ η Επιτροπή έπρεπε να διαθέτει πλήρη καταγραφή των τόπων που παρουσιάζουν, σε εθνικό επίπεδο, ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία ( 9 ). Μόνο κατά τον τρόπο αυτόν είναι δυνατή η υλοποίηση του σκοπού που εκτίθεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων και συνίσταται στη διατήρηση ή στην αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως των οικείων τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικείων οικοτόπων των ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών, η οποία μπορεί να βρίσκεται εκατέρωθεν των συνόρων δύο ή πλειόνων κρατών της Ένωσης. Πράγματι, από το άρθρο 1, στοιχεία εʹ και θʹ, της οδηγίας περί οικοτόπων, σε συνδυασμό με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, προκύπτει ότι η ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως ενός φυσικού οικοτόπου ή ενός είδους πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με το σύνολο του ευρωπαϊκού εδάφους των κρατών μελών όπου έχει εφαρμογή η ΣΛΕΕ ( 10 ).
28.
Η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή και για τον περιορισμό των ΤΚΣ. Δεδομένου ότι η εγγραφή ενός τόπου στον κατάλογο θεμελιώνει την υπόθεση ότι ο τόπος αυτός είναι, στο σύνολό του, σημαντικός για τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία, η πρόταση κράτους μέλους για τη διαγραφή ορισμένων τόπων από τον κατάλογο ή για τον περιορισμό τους προϋποθέτει την απόδειξη ότι οι επίμαχες εκτάσεις δεν έχουν, σε εθνικό επίπεδο, κανένα ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον. Η δε Επιτροπή δύναται να αποδεχθεί ή και να εφαρμόσει την πρόταση μόνον εφόσον καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εκτάσεις αυτές δεν είναι απαραίτητες ούτε από τη σκοπιά ολόκληρης της Ένωσης.
Β. Ουσιαστικού δικαίου εκτίμηση της αποφάσεως της Επιτροπής για τον περιορισμό του τόπου
29.
Στην αλληλογραφία της με τις ολλανδικές αρχές, η Επιτροπή αιτιολογεί την απόφασή της για τον περιορισμό του ΤΚΣ «Haringvliet» ως προς το Leenheerenpolder με βάση επιστημονικό σφάλμα των Κάτω Χωρών κατά την αρχική πρόταση του ΤΚΣ. Ωστόσο, αυτή η αιτιολογία δεν είναι πειστική.
1. Επί του επιστημονικού σφάλματος
30.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η δυνατότητα περιορισμού ενός ΤΚΣ ή και συνολικής διαγραφής του από τον κατάλογο των ΤΚΣ λόγω επιστημονικού σφάλματος προκύπτει από μία απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με ζώνη προστασίας πτηνών στη γαλλική περιφέρεια Poitou. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο δέχτηκε τον ισχυρισμό του ενδιαφερομένου κράτους μέλους κατά τον οποίο ο χαρακτηρισμός ορισμένων εκτάσεων είχε χωρήσει κατόπιν σφάλματος. Ειδικότερα, το κράτος μέλος απέδειξε ότι, αμέσως πριν από τη γνωστοποίηση του τόπου στην Επιτροπή, είχε ληφθεί, κατόπιν εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, θετική απόφαση για την εκτέλεση έργων οδοποιίας στις επίμαχες εκτάσεις ( 11 ).
31.
Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι το καθεστώς προστασίας εκτάσεων μπορεί να αρθεί και στην περίπτωση κατά την οποία η αρχική απόφαση περί προστασίας στηριζόταν στην παραδοχή ότι στον οικείο τόπο υφίστανται τύποι οικοτόπων ή οικότοποι ειδών που πρέπει να προστατεύονται με βάση την οδηγία περί οικοτόπων, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα ούτε υφίσταντο ούτε αναπτύχθηκαν στο μεταξύ ( 12 ).
32.
Ωστόσο, από προσεκτικότερη εξέταση προκύπτει ότι η απόφαση σχετικά με τη ζώνη προστασίας πτηνών στο Poitou δεν παρέχει έρεισμα για τα ανωτέρω συμπεράσματα της Επιτροπής. Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή δεν επρόκειτο για σφάλμα του κράτους μέλους ως προς τον προσδιορισμό του τόπου, αλλά για λάθος στην επικοινωνία με την Επιτροπή, αντίστοιχο με τυπογραφική παραδρομή που αλλοιώνει τη δήλωση βουλήσεως. Το σφάλμα που εμφιλοχώρησε καταλογιζόταν στην Επιτροπή, η οποία λόγω του λάθους στη χαρτογράφηση πλανήθηκε ως προς τις προθέσεις του κράτους μέλους.
33.
Παρά ταύτα, η άποψη της Επιτροπής σχετικά με τις συνέπειες των επιστημονικών σφαλμάτων παρίσταται καταρχήν εύλογη. Εκτάσεις στις οποίες δεν υφίστανται –παρά τις τυχόν αρχικές υποθέσεις– προστατευόμενοι τύποι οικοτόπων ή προστατευόμενα είδη δεν μπορούν να συμβάλουν κατά τον αναμενόμενο τρόπο στη διασφάλιση ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το αν η ως άνω άποψη και οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει συναφώς η Επιτροπή είναι εν τέλει νόμιμες.
34.
Και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται τέτοιου είδους σφάλμα.
35.
Τουναντίον, οι Κάτω Χώρες γνώριζαν εξαρχής τις ιδιότητες του Leenheerenpolder και εντούτοις το ενέταξαν στον ΤΚΣ, καθώς σχεδίαζαν αρχικά να αναπτύξουν στο πόλντερ αυτό προστατευόμενους οικοτόπους υπό την επίδραση της παλίρροιας. Κατά την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Leenheerenpolder ενδείκνυται ιδιαίτερα για μια τέτοια ανάπτυξη, δεδομένου ότι αυτό, μετά την απομάκρυνση του θερινού φράγματος προς τον ποταμό Spui, θα εκτίθετο σε ιδιαιτέρως ισχυρά παλιρροϊκά ρεύματα. Η δυνατότητα για μια τέτοια ανάπτυξη εξακολουθεί να υφίσταται, όμως στο μεταξύ οι Κάτω Χώρες εγκατέλειψαν το σχέδιο αυτό.
2. Επί του προγνωστικού σφάλματος
36.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το σφάλμα έγκειται στο γεγονός ότι Κάτω Χώρες δέχονταν αρχικά ότι τα σχεδιαζόμενα στο Leenheerenpolder μέτρα ήταν απαραίτητα για την επίτευξη ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως ορισμένων τύπων οικοτόπων και ειδών. Ωστόσο, με βάση νεότερες εξελίξεις, αποδείχθηκε ότι ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς τα επίμαχα μέτρα.
37.
Φρονώ ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι πειστική, επειδή η ίδια η πρόταση περιορισμού της περιοχής δεν βασίζεται –όπως άλλωστε υποστήριξαν και οι ίδιες οι Κάτω Χώρες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση– σε σφάλμα.
38.
Βεβαίως, οι ολλανδικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή στις 30 Σεπτεμβρίου 2014 ότι σήμερα θεωρούν πλέον ως επιστημονικό σφάλμα την παραδοχή ότι το Leenheerenpolder μπορεί να είναι σημαντικό για τη διατήρηση και την αποκατάσταση τύπων οικοτόπων. Ωστόσο, δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι εκτάσεις αυτές εξακολουθούν να είναι κατάλληλες να συμβάλουν στην αποκατάσταση προστατευόμενων οικοτόπων. Ο ισχυρισμός περί επιστημονικού σφάλματος φαίνεται μάλλον ότι ανάγεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι προηγουμένως η Επιτροπή, σε επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, απέρριψε τον περιορισμό του ΤΚΣ «Haringvliet» και ζήτησε από τις ολλανδικές αρχές να εξηγήσουν γιατί η αρχική ένταξη του Leenheerenpolder στον ΤΚΣ θεωρείται πλέον ως επιστημονικό σφάλμα.
39.
Η πραγματική αιτιολογία που παρέχουν οι ολλανδικές αρχές συνίσταται στο ότι τα σχέδια για μέτρα αποκαταστάσεως στο Leenheerenpolder εγκαταλείφθηκαν κατά το έτος 2011 για πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών διατηρήσεως της ειδικής ζώνης «Haringvliet». Σε άλλα σημεία της περιοχής αυτής υπάρχουν επαρκείς δυνατότητες για την αποκατάσταση και διεύρυνση των οικοτόπων. Ακολούθως μνημονεύονται διάφορα μέτρα.
40.
Από τα ανωτέρω δεν προκύπτει σφάλμα ως προς τις δυνατότητες αποκαταστάσεως, αλλά αναπροσαρμογή των αναπτυξιακών σκοπών εντός του ΤΚΣ «Haringvliet». Η Επιτροπή δεν εκτίμησε τους σκοπούς αυτούς όταν συναίνεσε στον περιορισμό του τόπου. Παρέλειψε ιδίως να εξετάσει, υπό το πρίσμα αυτό, κατά πόσον το Leenheerenpolder δεν είναι πλέον απαραίτητο, από τη σκοπιά ολόκληρης της Ένωσης, για τον σκοπό της ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως.
41.
Επομένως, η αιτιολογία της Επιτροπής δεν δικαιολογεί τον περιορισμό του ΤΚΣ «Haringvliet».
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
42.
Επομένως, είναι βάσιμες οι αμφιβολίες του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας) ως προς την απόφαση της Επιτροπής για τον περιορισμό του ΤΚΣ «Haringvliet». Η αιτιολογία της Επιτροπής δεν δύναται να δικαιολογήσει την απόφασή της για τον περιορισμό του ΤΚΣ «Haringvliet». Συνεπώς, η εκτελεστική απόφαση είναι παράνομη και πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρη καθόσον περιορίζει τον ΤΚΣ.
Γ. Επί των τυπικών πλημμελειών της εκτελεστικής αποφάσεως
43.
Επισημαίνω συμπληρωματικά ότι η εκτελεστική απόφαση, στο μέτρο που περιέχει απόφαση για τον περιορισμό του ΤΚΣ «Haringvliet», είναι παράνομη και για άλλους λόγους, και ειδικότερα διότι παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου και διότι η αιτιολογία της δεν είναι σαφής άνευ γνώσεως της επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και των ολλανδικών αρχών.
1. Επί της αρχής της ασφάλειας δικαίου
44.
Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει όπως η ενωσιακή ρύθμιση παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μπορούν να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους ( 13 ). Η μεταβολή της εκτάσεως ενός ΤΚΣ, δεδομένου ότι ενδέχεται να θίξει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χρηστών της γης αλλά και ενδιαφερομένων τρίτων, ιδίως περιβαλλοντικών ενώσεων ( 14 ), πρέπει να είναι αρκούντως σαφής.
45.
Η ίδια η εκτελεστική απόφαση δεν διαθέτει την εν λόγω σαφήνεια. Δεν περιέχει ρητή, αλλά ούτε καν υπαινικτική, αναφορά στη μεταβολή του ΤΚΣ «Haringvliet». Μόνον από τη σύγκριση με την προϊσχύσασα εκδοχή του καταλόγου προκύπτει ότι η έκταση του εν λόγω ΤΚΣ είναι μικρότερη σε σχέση με πριν. Ωστόσο, η σύγκριση αυτή δεν είναι προφανής, καθώς ο επικαιροποιημένος κατάλογος περιέχει όλους τους ΤΚΣ, ήτοι πολλές χιλιάδες ΤΚΣ της ατλαντικής βιογεωγραφικής περιοχής. Εντούτοις, κανείς δεν ελέγχει όλους τους μνημονευόμενους τόπους ως προς την τυχόν μεταβολή της εκτάσεώς τους.
46.
Συνεπώς, η εκτελεστική απόφαση δεν διαθέτει την απαιτούμενη σαφήνεια όσον αφορά τον περιορισμό του ΤΚΣ «Harinvliet» ως προς το Leenheerenpolder.
2. Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
47.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι νομικές πράξεις της Ένωσης πρέπει να αιτιολογούνται. Από την αιτιολογία αυτή πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του εκδότη της πράξεως, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να διευκρινίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία. Περαιτέρω, η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το γράμμα της πράξεως, αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα ( 15 ). Συνεπώς, κρίσιμες δεν είναι μόνον οι αιτιολογικές σκέψεις αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το επίμαχο μέτρο ( 16 ).
48.
Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να αιτιολογούνται στην εκάστοτε απόφαση όλες οι μεταβολές των ΤΚΣ για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή, όταν είναι σαφές πού μπορούν να εντοπιστούν οι οικείοι λόγοι. Αντίστοιχα, η αιτιολογία του αρχικού καθορισμού του κοινοτικού καταλόγου δεν ήταν καταρχήν κατακριτέα, δεδομένου ότι, σε τελική ανάλυση, οι λόγοι έπρεπε να προκύπτουν από τα τυποποιημένα έντυπα στοιχείων των επιμέρους τόπων.
49.
Αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται δυστυχώς ότι η εκτελεστική απόφαση δεν περιέχει ούτε την απαρχή αιτιολογίας, καθώς στην εκτελεστική απόφαση δεν είναι εμφανής η απόφαση περιορισμού του ΤΚΣ «Haringvliet». Συνεπώς, η εκτελεστική απόφαση δεν παρέχει καμία αφορμή ώστε να ασχοληθεί κανείς με το ευρύτερο πλαίσιο και άρα –ενδεχομένως– να ενημερωθεί για την προαναφερθείσα αλληλογραφία σχετικά με τον περιορισμό του τόπου.
50.
Η έλλειψη αιτιολογίας δεν θεραπεύεται από το γεγονός ότι, στην περίπτωση αυτή, οι Κάτω Χώρες ως ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ήταν ενημερωμένες και ότι πολλοί ενδιαφερόμενοι είχαν, καθώς φαίνεται, πληροφορηθεί για την υπόθεση από τις ολλανδικές αρχές. Οι τυχαίες αυτές εξελίξεις δεν μπορούν να διασφαλίσουν ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι είχαν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για τους σχετικούς λόγους.
Δ. Επί των προϋποθέσεων περιορισμού ενός ΤΚΣ ως προς εκτάσεις που παρέχουν δυνατότητες για μέτρα αποκαταστάσεως
51.
Ωστόσο, από τις προηγηθείσες σκέψεις δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, ο περιορισμός του ΤΚΣ αποκλειόταν. Οι περιπτώσεις που έχουν αναγνωριστεί μέχρι στιγμής από το Δικαστήριο, ήτοι το λάθος κατά την επικοινωνία σε σχέση με τον προσδιορισμό του τόπου ( 17 ) ή η αναπόφευκτη υποβάθμιση του τελευταίου ( 18 ), δεν μπορούν βέβαια να αξιοποιηθούν συναφώς. Εξίσου μικρή σημασία παρουσιάζει η εκτεθείσα από την Επιτροπή περίπτωση του επιστημονικού σφάλματος σχετικά με τις ιδιότητες του τόπου. Ωστόσο, στην προκειμένη –μάλλον άτυπη– περίπτωση προκύπτει η ανάγκη αναγνωρίσεως μιας περαιτέρω δυνατότητας περιορισμού τόπων.
1. Επί της υποχρεώσεως προστασίας εκτάσεων που παρέχουν δυνατότητες για μέτρα αποκαταστάσεως
52.
Ως αφετηρία πρέπει συναφώς να ληφθεί ο αρχικός λόγος για τον οποίο το Leenheerenpolder περιελήφθη στον ΤΚΣ «Haringvliet». Ο λόγος αυτός δεν συνίστατο στην προστασία υφιστάμενων προστατευόμενων τύπων οικοτόπων ή ειδών, αλλά στη δυνατότητα που παρείχε η έκταση αυτή για την ανάπτυξη τέτοιων τύπων οικοτόπων ή ειδών.
α) Η υποχρέωση για μέτρα αποκαταστάσεως
53.
Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και από το παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 1) της οδηγίας περί οικοτόπων προκύπτει, τουλάχιστον εμμέσως, υποχρέωση προτάσεως τέτοιων «εκτάσεων που παρέχουν δυνατότητες για μέτρα αποκαταστάσεως» ως ΤΚΣ. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη πρέπει να υποδείξουν ποιοι προστατευτέοι τύποι οικοτόπων και ποια είδη απαντούν στον εκάστοτε προτεινόμενο τόπο. Αυτό έχει την έννοια ότι η πρόταση ορισμένου τόπου μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με βάση πραγματικά υφιστάμενους οικοτόπους ή είδη. Ωστόσο, το παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 1) προβλέπει ότι κατά την αξιολόγηση των τόπων μπορεί να ληφθεί υπόψη και η δυνατότητα αποκαταστάσεως οικοτόπων και ειδών. Επιπλέον, κατά τον χαρακτηρισμό ενός ΤΚΣ ως ειδικής ζώνης διατηρήσεως, το άρθρο 4, παράγραφος 4, απαιτεί να καθορίζονται προτεραιότητες σε συνάρτηση με τη σημασία του οικείου τόπου ιδίως για την αποκατάσταση τύπων οικοτόπων και ειδών.
54.
Η συνεκτίμηση των εκτάσεων που παρέχουν δυνατότητες για μέτρα αποκαταστάσεως κατά τον προσδιορισμό των ΤΚΣ ανταποκρίνεται στον κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, και κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων σκοπό αποκαταστάσεως σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος. Σε περίπτωση που η υφιστάμενη κατάσταση των τύπων οικοτόπων ή ειδών δεν επαρκεί για τη διασφάλιση ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως, τότε οι αντίστοιχοι οικότοποι ή τα είδη πρέπει να αποκατασταθούν.
β) Επί της σημασίας της καταστάσεως διατηρήσεως
55.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι εκτάσεις που παρέχουν δυνατότητες για μέτρα αποκαταστάσεως όσον αφορά προστατευόμενους τύπους οικοτόπων ή είδη πρέπει να προτείνονται ως ΤΚΣ και να εντάσσονται στον κοινοτικό κατάλογο.
56.
Αντίθετα, αποφασιστικό κριτήριο για το αν μια τέτοια έκταση πρέπει να αξιοποιηθεί είναι η κατάσταση διατηρήσεως των οικείων τύπων οικοτόπων ή ειδών. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 1, στοιχεία εʹ και θʹ, της οδηγίας περί οικοτόπων, η ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως προϋποθέτει κατ’ ουσίαν ότι η κατάσταση των εκάστοτε οικοτόπων ή ειδών παραμένει τουλάχιστον σταθερή στη διάρκεια του χρόνου.
57.
Εφόσον και στον βαθμό που η κατάσταση διατηρήσεως είναι ήδη ικανοποιητική, παραμένει δηλαδή σταθερή στη διάρκεια του χρόνου ή και βελτιώνεται, δεν υφίσταται υποχρέωση για μέτρα αποκαταστάσεως ή για τη συμπερίληψη εκτάσεων που παρέχουν δυνατότητες για μέτρα αποκαταστάσεως στους προτεινόμενους τόπους. Αντίθετα, εάν μια μη ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως μπορεί να βελτιωθεί μόνο με την εξάντληση ορισμένης δυνατότητας αποκαταστάσεως, τότε δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παραίτηση από τα αντίστοιχα μέτρα και από τις αντίστοιχες εκτάσεις.
58.
Ωστόσο, η κατάσταση ενδέχεται συχνά να μην είναι τόσο σαφής. Στο πλαίσιο της επιστημονικής αβεβαιότητας σχετικά, αφενός, με την κατάσταση διατηρήσεως τύπων οικοτόπων ή ειδών και, αφετέρου, με την αποτελεσματικότητα των μέτρων αποκαταστάσεως, υπάρχει μεγάλο περιθώριο για δύσκολες προγνωστικές αποφάσεις. Εξάλλου, όταν υφίστανται περισσότερες δυνατότητες για την αποκατάσταση οικοτόπων και ειδών, υφίσταται συχνά και διακριτική ευχέρεια ως προς τις σχετικές επιλογές, η οποία ανήκει κατ’ ουσίαν στις εθνικές κρατικές αρχές. Επομένως, στην πράξη είναι μάλλον απίθανο να επιβάλλονται συγκεκριμένα μέτρα αποκαταστάσεως. Επίσης, είναι καταρχήν δυνατόν η στρατηγική για την αποκατάσταση τύπων οικοτόπων και ειδών να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου.
γ) Επί της κλίμακας στην οποία πρέπει να εκτιμάται η κατάσταση διατηρήσεως
59.
Στην προκειμένη περίπτωση συζητήθηκε ιδιαίτερα το ζήτημα αν η ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως πρέπει να διασφαλίζεται στο επίπεδο της Ένωσης, του κράτους μέλους ή του εκάστοτε τόπου. Συναφώς, από τους ορισμούς του άρθρου 1, στοιχεία εʹ και θʹ, καθώς και του άρθρου 2 της οδηγίας περί οικοτόπων προκύπτει ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως σε ολόκληρη την Ένωση. Αυτό πρέπει να είναι σε τελική ανάλυση το πρωταρχικό κριτήριο για την απόφαση της Επιτροπής.
60.
Αντίθετα, το κράτος μέλος δεν δύναται κατά κανόνα να εκτιμήσει συνολικά την κατάσταση σε ολόκληρη την Ένωση ( 19 ). Όταν προτείνει τον περιορισμό ενός τόπου, οφείλει προπάντων να ελέγξει κατά πόσον οι εξαιρετέες εκτάσεις έχουν, σε εθνικό επίπεδο, ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό, ενδέχεται να είναι σκόπιμο να λάβει υπόψη του τις τυχόν διαθέσιμες γνώσεις που αφορούν το ευρωπαϊκό επίπεδο, εφόσον από αυτές συνάγεται ήδη ότι, από ευρωπαϊκή σκοπιά, δεν είναι δυνατή η εξαίρεση των οικείων εκτάσεων.
61.
Εντούτοις, η κατάσταση διατηρήσεως τύπων οικοτόπων και ειδών εντός ορισμένων τόπων ενδέχεται να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακόμη και όταν δεν είναι ικανοποιητική. Στην περίπτωση αυτή, η παραίτηση από τη λήψη μέτρων αποκαταστάσεως που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την κατάσταση διατηρήσεως ενδέχεται να παραβιάζει την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων απαγόρευση υποβαθμίσεως ( 20 ). Πράγματι, χωρίς μέτρα αποκαταστάσεως υπάρχει κίνδυνος να υποβαθμιστεί η κατάσταση των οικείων τύπων οικοτόπων ή ειδών στον εν λόγω τόπο. Αυτό δεν μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη, ιδίως κατά τον έλεγχο σχετικά με τον περιορισμό ενός τόπου.
62.
Αλλά ακόμη και σε περίπτωση μη ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως, δεν είναι οπωσδήποτε υποχρεωτικό, όσον αφορά μεμονωμένους τόπους, να αξιοποιούνται όλες οι δυνατότητες αποκαταστάσεως και να εντάσσονται όλες οι εκτάσεις στον οικείο τόπο. Διότι ακριβώς στην περίπτωση μεγάλων τόπων όπως ο ΤΚΣ «Haringvliet» μπορούν κατά κανόνα να εξετάζονται διάφορα πιθανά μέτρα αποκαταστάσεως, με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη καθώς επίσης καταρχήν και η Επιτροπή να διαθέτουν διακριτική ευχέρεια επιλογής.
63.
Τέλος, επισημαίνω συμπληρωματικά ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τον περιορισμό ενός τόπου λόγω του ανύπαρκτου ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν ορισμένες εκτάσεις για τη διασφάλιση ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως, οι προβαλλόμενοι από τις ολλανδικές αρχές πολιτικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί λόγοι δεν μπορούν να είναι κρίσιμοι ( 21 ). Τέτοιου είδους λόγοι ενδέχεται να αποβούν κρίσιμοι μόνον εάν ο περιορισμός του τόπου είναι αναγκαίος προκειμένου να μειωθεί, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, η έκταση ΤΚΣ, ώστε να μπορούν να εκτελεστούν ορισμένα σχέδια ή έργα. Τότε πρέπει πάντως να υπάρχει προοπτική για συγκεκριμένα έργα ή σχέδια και να τηρούνται όλες οι περαιτέρω προϋποθέσεις της ως άνω διατάξεως.
2. Επί της εκτάσεως του ελέγχου σε περίπτωση περιορισμού ενός τόπου
64.
Για τον έλεγχο, από τον ενωσιακό δικαστή, της αποφάσεως περί περιορισμού ενός ΤΚΣ κομβική σημασία έχει η συναφώς αναγνωριζόμενη εξουσία εκτιμήσεως.
65.
Τόσο η πρόταση του κράτους μέλους όσο και η απόφαση της Επιτροπής χαρακτηρίζονται κατά κανόνα από υψηλό βαθμό πραγματικής και επιστημονικής πολυπλοκότητας.
66.
Όταν τα όργανα της Ένωσης καλούνται να εκδώσουν τέτοιες αποφάσεις, πρέπει κατά κανόνα να τους αναγνωρίζεται ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ( 22 ). Στην προκειμένη περίπτωση αυτό ισχύει ιδίως για την απόφαση της Επιτροπής.
67.
Εντούτοις, η άσκηση της εξουσίας αυτής δεν εξαιρείται του δικαστικού ελέγχου. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο ενωσιακός δικαστής οφείλει να ελέγχει την τήρηση των διαδικαστικών κανόνων, το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή, ενδεχόμενα πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας. Ειδικότερα, όταν ένα από τα μέρη προβάλλει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, ο ενωσιακός δικαστής οφείλει να ελέγξει αν το εν λόγω όργανο εξέτασε με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της επίδικης υποθέσεως, τα οποία προβάλλονται προς στήριξη των συμπερασμάτων που συνάγονται από αυτά ( 23 ).
68.
Κατά την εξέταση όλων των κρίσιμων περιστάσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το αν η πρόταση εκτάσεων που παρέχουν δυνατότητες για την αποκατάσταση οικοτόπων και/ή υφισταμένων ειδών από το κράτος μέλος, καθώς και η αποδοχή της προτάσεως από την Επιτροπή θεμελιώνουν την υπόθεση ότι οι εκτάσεις αυτές και τα μελετώμενα μέτρα αποκαταστάσεως είναι απαραίτητα για την ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως των οικείων τύπων οικοτόπων και ειδών.
69.
Συνεπώς, όταν προτείνει τον περιορισμό ενός τόπου ως προς τέτοιες εκτάσεις, το κράτος μέλος πρέπει να αντικρούσει την υπόθεση της αναγκαιότητας των μέτρων αποκαταστάσεως. Δεν αρκεί προς τούτο ένας απλός ισχυρισμός όπως εκείνος που περιλαμβανόταν στις πληροφορίες των αρμόδιων ολλανδικών αρχών, στις οποίες βασίστηκε η Επιτροπή όταν αποφάσισε για τον περιορισμό του τόπου. Αντίθετα, το κράτος μέλος οφείλει να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό και με βάση τις καλύτερες διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις τον λόγο για τον οποίο υποστηρίζει την άποψη ότι η ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως μπορεί να διασφαλισθεί ή θα επιτευχθεί μελλοντικά και χωρίς αυτές τις εκτάσεις και τα αντίστοιχα μέτρα.
70.
Ειδικότερα, ενόσω δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι η κατάσταση διατηρήσεως των επίμαχων τύπων οικοτόπων και ειδών εντός του οικείου ΤΚΣ είναι ικανοποιητική, μπορεί ακόμη και να εκλείψει πλήρως η διακριτική ευχέρεια επιλογής όσον αφορά την προστασία εκτάσεων που παρέχουν δυνατότητες αποκαταστάσεως εντός του ΤΚΣ. Στην περίπτωση αυτή, και με βάση την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων απαγόρευση υποβαθμίσεως, το κράτος μέλος δεν δύναται ακόμη, κατά κανόνα, να αρνηθεί το οικολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, εκτάσεις οι οποίες εντάχθηκαν στον ΤΚΣ λόγω των δυνατοτήτων αποκαταστάσεως που παρέχουν. Διότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο οι εκτάσεις αυτές να εξακολουθήσουν να είναι απαραίτητες, όταν αποδειχθεί ότι άλλα μέτρα αποκαταστάσεως δεν επαρκούν. Συνεπώς, σε αυτό το χρονικό σημείο δεν πρέπει ακόμη να απολέσουν το καθεστώς προστασίας.
71.
Η Επιτροπή μπορεί να δεχθεί πρόταση κράτους μέλους για τον περιορισμό ενός τόπου μόνον εάν το κράτος μέλος την πείσει με επαρκή, επιστημονικά θεμελιωμένα στοιχεία ότι οι επίμαχες εκτάσεις δεν έχουν, από εθνική σκοπιά, ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων και ειδών, αλλά και ότι, από τη σκοπιά ολόκληρης της Ένωσης, τίποτα δεν εμποδίζει τον περιορισμό του οικείου τόπου ως προς τις εκτάσεις αυτές.
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
72.
Συνοπτικά, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας περί οικοτόπων, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν προτάσεως του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, να περιορίσει έναν ΤΚΣ εφόσον οι οικείες εκτάσεις αποτελούν μέρος του ΤΚΣ αποκλειστικά και μόνο με βάση μελλοντικά μέτρα για την αποκατάσταση τύπων οικοτόπων και/ή υφιστάμενων ειδών και εφόσον το κράτος μέλος παρέχει πληροφορίες με βάση τις οποίες η Επιτροπή είναι σε θέση να διαπιστώσει ότι δεν είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων στις εκτάσεις αυτές προκειμένου να διασφαλισθεί ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως των οικείων τύπων οικοτόπων και/ή ειδών.
V. Πρόταση
73.
Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ως εξής:
1)
Η εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/72 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 2014, για την έγκριση όγδοου ενημερωμένου καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή, είναι ανίσχυρη καθόσον το Leenheerenpolder δεν περιλαμβάνεται πλέον στον τόπο «Haringvliet» (NL1000015).
2)
Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν προτάσεως του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, να περιορίσει έναν τόπο κοινοτικής σημασίας εφόσον οι οικείες εκτάσεις αποτελούν μέρος του τόπου αυτού αποκλειστικά και μόνο με βάση μελλοντικά μέτρα για την αποκατάσταση τύπων οικοτόπων και/ή υφιστάμενων ειδών και εφόσον το κράτος μέλος παρέχει πληροφορίες με βάση τις οποίες η Επιτροπή είναι σε θέση να διαπιστώσει ότι δεν είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων στις εκτάσεις αυτές προκειμένου να διασφαλισθεί ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως των οικείων τύπων οικοτόπων και/ή ειδών.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7).
( 3 ) Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2004, εκδοθείσα με βάση την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, με την οποία θεσπίζεται ο κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή (ΕΕ 2004, L 387, σ. 1).
( 4 ) Εσχάτως με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/2335 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2016, για την έγκριση του δέκατου επικαιροποιημένου καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή (ΕΕ 2016, L 353, σ. 533).
( 5 ) Εκτελεστική απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014 για την έγκριση όγδοου ενημερωμένου καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για την ατλαντική βιογεωγραφική περιοχή (ΕΕ 2015, L 18, σ. 385).
( 6 ) ECLI:NL:RVS:2014:3543.
( 7 ) Απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Cascina Tre Pini (C‑301/12, EU:C:2014:214, σκέψη 26).
( 8 ) Αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑67/99, EU:C:2001:432, σκέψη 33), Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑71/99, EU:C:2001:433, σκέψη 26), και Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑220/99, EU:C:2001:434, σκέψη 30), καθώς και της 3ης Απριλίου 2014, Cascina Tre Pini (C‑301/12, EU:C:2014:214, σκέψη 27).
( 9 ) Αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2000, First Corporate Shipping (C‑371/98, EU:C:2000:600, σκέψη 22), καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑67/99, EU:C:2001:432, σκέψη 34), Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑71/99, EU:C:2001:433, σκέψη 27), και Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑220/99, EU:C:2001:434, σκέψη 31).
( 10 ) Αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2000, First Corporate Shipping (C‑371/98, EU:C:2000:600, σκέψη 23), καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑67/99, EU:C:2001:432, σκέψη 35), Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑71/99, EU:C:2001:433, σκέψη 28), και Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑220/99, EU:C:2001:434, σκέψη 32).
( 11 ) Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Poitou) (C‑96/98, EU:C:1999:580, σκέψη 54).
( 12 ) Βλ.«Note to the Members of the Habitats Committee» της 21ης Ιουνίου 2005, συνημμένο υπ’ αριθμόν 4 στο υπόμνημα της Επιτροπής (προσβάσιμο σε ).
( 13 ) Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2007, ROM-projecten (C‑158/06, EU:C:2007:370, σκέψη 25), και της 10ης Μαρτίου 2009, Heinrich (C‑345/06, EU:C:2009:140, σκέψη 44).
( 14 ) Βλ. αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑374/98, EU:C:2000:670, σκέψη 54), της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging (C‑127/02, EU:C:2004:482, σκέψεις 66 και 69), και της 8ης Νοεμβρίου 2016, Lesoochranárske zoskupenie VLK (C‑243/15, EU:C:2016:838, ιδίως σκέψη 44).
( 15 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑63/12, EU:C:2013:752, σκέψεις 98 και 99), και της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 70).
( 16 ) Βλ., ενδεικτικώς, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 71).
( 17 ) Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Poitou) (C‑96/98, EU:C:1999:580, σκέψεις 52 έως 55).
( 18 ) Απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Cascina Tre Pini (C‑301/12, EU:C:2014:214, σκέψεις 27, 30 και 32 έως 34).
( 19 ) Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, First Corporate Shipping (C‑371/98, EU:C:2000:600, σκέψη 23).
( 20 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Γιβραλτάρ,C‑6/04, EU:C:2005:626, σκέψη 34).
( 21 ) Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, First Corporate Shipping (C‑371/98, EU:C:2000:600, σκέψεις 23 και 24).
( 22 ) Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑304/01, EU:C:2004:495, σκέψη 23), της 18ης Ιουλίου 2007, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (C‑326/05 P, EU:C:2007:443, σκέψη 75), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gowan Comércio Internacional e Serviços (C‑77/09, EU:C:2010:803, σκέψη 82), της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Brookfield New Zealand και Elaris κατά CPVO και Schniga (C‑534/10 P, EU:C:2012:813, σκέψη 50), της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 68), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Borealis κ.λπ. (C‑180/15, EU:C:2016:647, σκέψη 45).
( 23 ) Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (C‑326/05 P, EU:C:2007:443, σκέψεις 76 και 77), της 6ης Νοεμβρίου 2008, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C‑405/07 P, EU:C:2008:613, σκέψεις 55 και 56), καθώς και της 9ης Ιουλίου 2015, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑360/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:457, σκέψη 37).