ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
EVGENI TANCHEV
της 8ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑289/16
Kamin und Grill Shop GmbH
κατά
Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main e.V.
[αίτηση του Bundesgerichtshof
(ομοσπονδιακού ακυρωτικού δικαστηρίου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Βιολογικά προϊόντα – Σύστημα ελέγχου δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 – Άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 – Έννοια της απευθείας πωλήσεως στον τελικό καταναλωτή – Απαλλαγή από το σύστημα ελέγχου»
1.
Η συνολική αξία της αγοράς βιολογικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνει κατά πολύ τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει περίπου το 2 % του κύκλου εργασιών της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών της Ένωσης, μερίδιο που έχει διπλασιαστεί από το 2004 ( 2 ). Τα στοιχεία αυτά αυξάνονται σταδιακώς και η δυναμική εξέλιξη της εν λόγω αγοράς δεν έχει σταματήσει ( 3 ). Με στόχο την προώθηση της αναπτύξεως αυτής για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, της καλής διαβιώσεως των ζώων και της ανθρώπινης υγείας ( 4 ), η Ένωση έχει νομοθετήσει, από το 1991, στον τομέα της βιολογικής παραγωγής, απαιτώντας από τις επιχειρήσεις να υπόκεινται σε ένα περίπλοκο σύστημα ελέγχου.
2.
Με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο, Γερμανία) ζητεί την ερμηνεία του κανονισμού 834/2007, ο οποίος, με το άρθρο του 27, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν σύστημα ελέγχου και, με το άρθρο του 28, παράγραφος 2, επιτρέπει σε αυτά να απαλλάσσουν ορισμένα είδη επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου από το εν λόγω σύστημα ελέγχου. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν επίσης οι επιχειρήσεις λιανικής πωλήσεως μέσω διαδικτύου μπορούν να τύχουν της απαλλαγής αυτής.
3.
Το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 θεωρείται ευρέως ότι είναι τόσο ασαφές ώστε, στο πλαίσιο της εν εξελίξει συζητήσεως για την επικαιροποίηση του κανονισμού 834/2007, προτάθηκε να αρθεί ολοσχερώς αυτή η δυνατότητα απαλλαγής, με τους επικριτές να επισημαίνουν τις διαφορετικές ερμηνείες και πρακτικές μεταξύ των κρατών μελών και τις αυξανόμενες δυσκολίες σχετικά με τη διαχείριση, την εποπτεία και τον έλεγχο ( 5 ).
4.
Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει την ευκαιρία στο Δικαστήριο, το οποίο μέχρι στιγμής δεν είχε επιληφθεί προδικαστικού ερωτήματος για την ερμηνεία του κανονισμού 834/2007 ( 6 ), να διευκρινίσει την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, και να παράσχει τα αναγκαία ερμηνευτικά εργαλεία για τη μεταχείριση της εν λόγω ρήτρας απαλλαγής κατά τρόπο που να κατοχυρώνει ασφάλεια δικαίου και ομοιομορφία. Όπως θα δείξω με τις παρούσες προτάσεις μου, η προσεκτική εξέταση του ιστορικού θεσπίσεως του κανονισμού ρίχνει σημαντικό φως στην έννοια της απαλλαγής.
I. Νομικό πλαίσιο
A. Το δίκαιο της Ένωσης
5.
Το άρθρο 28 του κανονισμού 834/2007, το οποίο επιγράφεται «Προσχώρηση στο σύστημα ελέγχου», ορίζει στις δύο πρώτες παραγράφους του:
«1. Κάθε επιχείρηση που παράγει, παρασκευάζει, αποθηκεύει ή εισάγει από τρίτη χώρα προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2, ή διαθέτει αυτά τα προϊόντα στην αγορά, πριν διαθέσει στην αγορά προϊόντα ως βιολογικά ή σε φάση μετατροπής προς βιολογική παραγωγή:
α)
κοινοποιεί τη δραστηριότητά της στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο την ασκεί·
β)
υποβάλλει την επιχείρησή της στο σύστημα ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 27.
[…]
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου τις επιχειρήσεις που πωλούν απευθείας τα ανωτέρω προϊόντα στον τελικό καταναλωτή ή χρήστη, υπό τον όρο ότι δεν τα παράγουν, δεν τα παρασκευάζουν, τα αποθηκεύουν μόνο σε χώρους που συνδέονται με τα σημεία πώλησης και δεν τα εισάγουν από τρίτη χώρα ούτε έχουν αναθέσει καμία τέτοια δραστηριότητα σε τρίτον.»
B. Το εθνικό δίκαιο
6.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Gesetz zur Durchführung der Rechtsakte der Europäischen Union auf dem Gebiet des ökologischen Landbaus (νόμου για τη μεταφορά των νομοθετημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της βιολογικής γεωργίας, στο εξής: ÖLG), οι επιχειρήσεις που παραδίδουν προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007, χαρακτηρίζοντάς τα ως «βιολογικά» προϊόντα ή προϊόντα «σε φάση μετατροπής προς βιολογική παραγωγή», απευθείας στον τελικό καταναλωτή ή χρήστη απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 834/2007, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παράγουν, παρασκευάζουν ή αποθηκεύουν οι ίδιες τα εν λόγω προϊόντα σε χώρους που δεν είναι το σημείο πωλήσεως ή δεν τα εισάγουν από τρίτη χώρα ή δεν έχουν αναθέσει σε τρίτον τις δραστηριότητες αυτές.
II. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
7.
Η Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main e.V. (αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, στο εξής: Zentrale) είναι ένωση η οποία έχει ως αποστολή την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού. Η Kamin und Grill Shop GmbH (αναιρεσείουσα στην κύρια δίκη, στο εξής: Grill Shop) διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ειδών τζακιού και μπάρμπεκιου που διατίθενται μέσω διαδικτύου.
8.
Μεταξύ των προϊόντων που εμπορεύεται η Grill Shop περιλαμβάνονται και διάφορα μείγματα μπαχαρικών, τα οποία διέθετε προς πώληση τον Δεκέμβριο του 2012 με την ονομασία «Bio-Gewürze» («Βιολογικά Μπαχαρικά»). Τότε, η Grill Shop δεν υπαγόταν στο κατά το άρθρο 27 του κανονισμού 834/2007 σύστημα ελέγχου.
9.
Με έγγραφό της, με ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου 2012, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εξώδικη πρόσκληση», η Zentrale αντιτάχθηκε στην προσφορά προς πώληση του συγκεκριμένου προϊόντος ισχυριζόμενη ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 834/2007, δυνάμει του οποίου ο έμπορος βιολογικών προϊόντων υποχρεούται να υποβάλει την επιχείρησή του σε σύστημα ελέγχου, πράγμα το οποίο η Grill Shop δεν είχε πράξει. Η Zentrale ζήτησε από την Grill Shop να αναλάβει δέσμευση παραλείψεως συνεπαγόμενη ποινή σε περίπτωση μη τηρήσεως της δεσμεύσεως. Η Grill Shop συμμορφώθηκε με το αίτημα αυτό, χωρίς όμως να παραδεχθεί την παράβαση.
10.
Με αγωγή της, η Zentrale ζητεί την απόδοση μέρους των εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκε για την προαναφερθείσα εξώδικη πρόσκληση, δηλαδή ποσού 219,35 ευρώ πλέον τόκων.
11.
Το Landgericht Fulda (πρωτοδικείο της Fulda, Γερμανία) απέρριψε την αγωγή, με το σκεπτικό ότι η Grill Shop δεν έπρεπε να υποβάλει την επιχείρησή της στο σύστημα ελέγχου επειδή πωλούσε το προϊόν απευθείας στον καταναλωτή και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του ÖLG, απαλλασσόταν από το σύστημα ελέγχου.
12.
Το Oberlandesgericht Frankfurt am Main (εφετείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή της Zentrale, με το σκεπτικό ότι η προσφορά «βιολογικών μπαχαρικών» από την Grill Shop αποτελούσε παράβαση του άρθρου 28, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 834/2007, δεδομένου ότι η επιχείρησή της δεν είχε υποβληθεί, ως όφειλε, στο σύστημα ελέγχου που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός. Το εφετείο έκρινε ότι η «απευθείας» πώληση κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του ÖLG προϋποθέτει ότι η πώληση αυτή πραγματοποιείται στον χώρο αποθηκεύσεως του προϊόντος με ταυτόχρονη παρουσία του επιχειρηματία, ή των πωλητών του, και του τελικού καταναλωτή. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, ούτε η διενεργούμενη από την Grill Shop εμπορία μέσω διαδικτύου ούτε και οποιοδήποτε άλλο είδος εμπορίου βιολογικών προϊόντων εξ αποστάσεως, εμπίπτουν στην απαλλαγή κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007.
13.
Με αίτησή της αναιρέσεως ενώπιον του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακού ακυρωτικού δικαστηρίου), για την οποία το εφετείο έδωσε την απαιτούμενη άδεια, η Grill Shop ζητεί την απόρριψη της αγωγής. Η Zentrale ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυριζόμενη ότι, λόγω της απαιτήσεως περί φυσικής παρουσίας στον χώρο πωλήσεως του προϊόντος, το ηλεκτρονικό εμπόριο ουδέποτε θα δυνηθεί να τύχει της απαλλαγής από το σύστημα ελέγχου την οποία προβλέπει το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007.
14.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο) έθεσε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 την έννοια ότι, για να υφίσταται “απευθείας” πώληση στον τελικό καταναλωτή, αρκεί η πώληση προϊόντων από την επιχείρηση ή τους πωλητές της προς τον τελικό καταναλωτή να γίνεται χωρίς διαμεσολάβηση τρίτου, ή η “απευθείας” πώληση προϋποθέτει επιπλέον ότι αυτή πραγματοποιείται στον χώρο αποθηκεύσεως των προϊόντων, με ταυτόχρονη παρουσία του επιχειρηματία ή των πωλητών του και του τελικού καταναλωτή;»
15.
Γραπτές παρατηρήσεις υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τους διαδίκους στην κύρια δίκη και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν ζητήθηκε ούτε διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
III. Ανάλυση
A. Εισαγωγή
16.
Η διάταξη την οποία το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο) ζητεί εν προκειμένω να ερμηνευθεί από το Δικαστήριο είναι μια ρήτρα απαλλαγής από το σύστημα ελέγχου το οποίο προβλέπει ο κανονισμός 834/2007.
17.
Εξαρχής, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι το αρχικό κείμενο του εν λόγω κανονισμού καλούσε τα κράτη μέλη να θεσπίσουν σύστημα ελέγχου, χωρίς όμως να επιτρέπει οποιαδήποτε απαλλαγή από το σύστημα αυτό.
18.
Επομένως, για να βρεθεί μια βάση για την ερμηνεία εν προκειμένω, είναι σκόπιμο να ληφθούν ως σημείο αφετηρίας η γένεση και το ιστορικό θεσπίσεως της επίμαχης διατάξεως και του νομοθετικού της πλαισίου για να διευκρινιστεί η πρόθεση του νομοθέτη όταν εισήγαγε την απαλλαγή αυτή, και έτσι να υπάρξει συμβολή στη διευκρίνιση του σκοπού της ( 7 ). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο το πλαίσιό της και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος, αλλά και το γράμμα της ( 8 ). Το γράμμα της διατάξεως θα αναλυθεί αφού πρώτα εξεταστούν εκ του σύνεγγυς το ιστορικό θεσπίσεως και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το πεδίο του εν λόγω συστήματος ελέγχου, καθώς και η απαλλαγή από αυτό.
B. Το ιστορικό θεσπίσεως και το πλαίσιο
1. Το σύστημα ελέγχου και η επέκτασή του
19.
Το πρώτο κοινοτικό πλαίσιο για τη βιολογική γεωργία και την παραγωγή βιολογικών προϊόντων θεσπίστηκε το 1991 με τον κανονισμό 2092/91. Η δημιουργία κοινοτικού καθεστώτος για τα βιολογικά προϊόντα είχε διττό σκοπό: αφενός, θα προστάτευε τη βιολογική γεωργία στο μέτρο που θα διασφάλιζε συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών των προϊόντων με ενδείξεις περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής τους και, και αφετέρου, θα εμπόδιζε την ανωνυμία στην αγορά των βιολογικών προϊόντων, εξασφαλίζοντας διαφάνεια σε κάθε στάδιο της παραγωγής και επεξεργασίας, πράγμα που θα αύξανε την αξιοπιστία των προϊόντων αυτών ενώπιον των καταναλωτών ( 9 ).
20.
Ο κανονισμός επεδίωκε τους σκοπούς αυτούς θεσπίζοντας κανόνες που έπρεπε να τηρούνται κατά την παραγωγή (άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 2092/91) ή την επισήμανση (άρθρο 5 του κανονισμού 2092/91) των βιολογικών προϊόντων, αλλά παράλληλα καλούσε τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα σύστημα τακτικού ελέγχου (άρθρα 8 και 9 του κανονισμού 2092/91).
21.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2092/91 παρείχε διευκρινίσεις ως προς το ποιοι υπάγονται στο εν λόγω σύστημα ελέγχου: «Κάθε επιχειρηματίας που παράγει, παρασκευάζει ή εισάγει από τρίτες χώρες προϊόντα του άρθρου 1 με σκοπό την εμπορία τους, πρέπει α) να γνωστοποιεί τη δραστηριότητά του αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους […]· β) να υποβάλει την επιχείρησή του στο σύστημα ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 9».
22.
Όπως εξηγείται στο προοίμιο του κανονισμού 2092/91, η βασική ιδέα ήταν η «διεξαγωγή ελέγχων σε όλα τα στάδια της παραγωγής και της εμπορίας» προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των κανόνων παραγωγής ( 10 ).
23.
Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού το 1992, δεκάδες χιλιάδες γεωργικές εκμεταλλεύσεις στράφηκαν στη βιολογική γεωργία και αυξήθηκε το ενδιαφέρον των καταναλωτών και των εμπόρων για τα βιολογικά προϊόντα ( 11 ). Κατά τα χρόνια αυτά, υπήρξαν περιπτώσεις όπου προϊόντα με ενδείξεις για βιολογική μέθοδο παραγωγής τέθηκαν στην αγορά χωρίς να στοιχούν με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού ( 12 ). Επιπλέον, είχε σημειωθεί μόλυνση από παρασιτοκτόνα κατά τη διάρκεια της αποθηκεύσεως προϊόντων προερχόμενων από βιολογική γεωργία ( 13 ).
24.
Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίθηκαν αναγκαίες η ενίσχυση του συστήματος ελέγχου και η υπαγωγή στο εν λόγω σύστημα όλων των φορέων καθ’ όλη τη διαδικασία παραγωγής και παρασκευής ( 14 ), έτσι ώστε να καλύπτεται «ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής και διανομής» ( 15 ). Διαπιστώθηκε ότι το πεδίο των δραστηριοτήτων που μέχρι τότε υπάγονταν στο σύστημα ελέγχου δεν ήταν αρκούντως εκτεταμένο και έπρεπε να διευρυνθεί.
25.
Κατά συνέπεια, το 2004, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2092/91 τροποποιήθηκε με τη ρητή προσθήκη των δραστηριοτήτων αποθηκεύσεως και διαθέσεως των προϊόντων στο εμπόριο, οπότε η νέα διατύπωση για τις επιχειρήσεις που υπάγονταν στο σύστημα ελέγχου είχε ως εξής: «[κ]άθε φορέας ο οποίος παράγει, παρασκευάζει, αποθηκεύει ή εισάγει από τρίτη χώρα τα προϊόντα που ορίζονται στο άρθρο 1 με σκοπό τη μεταγενέστερη διάθεσή τους» ( 16 ).
26.
Το 2007, με την αντικατάσταση του πρώην άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2092/91 από το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 834/2007, εισήχθησαν κάποιες περαιτέρω προσαρμογές, οι οποίες αφορούσαν περισσότερο τη διατύπωση ( 17 ). Εισήχθη σαφής κατάλογος πέντε δραστηριοτήτων που υποβάλλονταν στο σύστημα ελέγχου. Οι δραστηριότητες αυτές ήσαν οι εξής: η παραγωγή, η παρασκευή, η αποθήκευση, η εισαγωγή από τρίτη χώρα και η διάθεση στην αγορά.
27.
Η τελευταία κατηγορία προφανώς υλοποιεί τον προαναφερθέντα σκοπό για την κάλυψη ολόκληρης της αλυσίδας διανομής, εγκαταλείποντας την αρχική προσήλωση του κανονισμού για τα βιολογικά προϊόντα ο οποίος ήταν επικεντρωμένος στα πρώτα στάδια της βιολογικής παραγωγής ( 18 ). Πλέον, το σύστημα ελέγχου περιελάμβανε όλους τους εμπόρους, συμπεριλαμβανομένων των εμπόρων λιανικής σε οποιοδήποτε από τα διάφορα στάδια της αλυσίδας διανομής.
28.
Η ομάδα-στόχος αυτής της επεκτάσεως του πεδίου ελέγχου, προκειμένου να συμπεριληφθούν η αποθήκευση και το λιανικό εμπόριο ως χωριστές δραστηριότητες ( 19 ), ήσαν προφανώς οι χονδρέμποροι ( 20 ). Η εμπειρία που αποκτήθηκε μετά την εισαγωγή του κοινοτικού προτύπου για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων δείχνει ότι οι εμπορικές τους δραστηριότητες συνιστούν κίνδυνο που δικαιολογεί την υποβολή τους σε τακτικό έλεγχο.
29.
Εντούτοις, όσον αφορά τις μικρότερες επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, διατυπώθηκαν σοβαρές αμφιβολίες, στο πλαίσιο των νομοθετικών συζητήσεων, σχετικά με τις πρακτικές συνέπειες και το τεχνικώς εφικτό του ελέγχου των επιχειρήσεων αυτών, με διάφορες αντιπροσωπείες να τάσσονται υπέρ μιας προσεγγίσεως βήμα προς βήμα, με σημείο αφετηρίας τους χονδρεμπόρους και με το να δοθεί μεγαλύτερος χρόνος για τη μελέτη τρόπων και μέσων επεκτάσεως του ελέγχου σε περαιτέρω τομείς ( 21 ).
2. Η απαλλαγή και το ιστορικό θεσπίσεώς της
30.
Ακριβώς υπό τις συνθήκες αυτές καταρτίστηκε η ρήτρα απαλλαγής, την ερμηνεία της οποίας ζητεί τώρα το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο) από το Δικαστήριο.
31.
Η ρήτρα απαλλαγής σκοπό είχε να αποτρέψει την επιβολή του επαχθούς συστήματος ελέγχου στον τομέα του λιανικού εμπορίου ( 22 ). Αυτό οφείλεται στη βάσει επικινδυνότητας προσέγγιση του κανονισμού και στο γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι δυσανάλογη η εφαρμογή των απαιτήσεων γνωστοποιήσεως και ελέγχου σε ορισμένα είδη επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου ( 23 ). Στην έκθεσή του, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι το σύστημα ελέγχου δεν πρέπει να συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση για τους μικρότερους εμπόρους λιανικής ( 24 ).
32.
Στο σχέδιο προτάσεώς της που είχε καταρτίσει τον Ιανουάριο του 2003, η Επιτροπή πρότεινε το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, να διατυπωθεί ως εξής: «[ω]στόσο, οι έμποροι λιανικής πώλησης που δεν παρεμβαίνουν στην παρασκευή και πωλούν αυτά τα προϊόντα απευθείας στον τελικό καταναλωτή σε σφραγισμένη συσκευασία δεν υπόκεινται στο σύστημα ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 9».
33.
Μετά από διεξοδικές συζητήσεις σε συνεδριάσεις της ομάδας «Ποιότητα των τροφίμων», το Συμβούλιο παρουσίασε ένα συμβιβαστικό κείμενο, το οποίο, ορισμένους μήνες αργότερα, εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο μετά την προσθήκη μιας περιόδου η οποία αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες ( 25 ) και έχει ως εξής: «Ωστόσο, οι έμποροι λιανικής πώλησης που δεν παρεμβαίνουν στην παρασκευή και πωλούν αυτά τα προϊόντα απευθείας στον τελικό καταναλωτή ή χρήστη, ως προσυσκευασμένα προϊόντα, δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο 1» ( 26 ).
34.
Αργότερα ( 27 ), προτάθηκε νέα τροποποίηση η οποία τελικά αποτέλεσε το νέο κείμενο του άρθρου 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 392/2004. Το κείμενο αυτό έχει ως εξής: «Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου τους φορείς οι οποίοι πωλούν απευθείας αυτά τα προϊόντα στον τελικό καταναλωτή ή χρήστη υπό τον όρο ότι δεν παράγουν, παρασκευάζουν, ή αποθηκεύουν παρά μόνον στα σημεία πώλησης, ή δεν εισάγουν τέτοια προϊόντα από τρίτη χώρα» ( 28 ). Η συμβιβαστική αυτή διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2092/91, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 392/2004, ισχύει μέχρι και σήμερα, καθόσον είναι πανομοιότυπη με τη διατύπωση του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 ( 29 ), της διατάξεως της οποίας η ερμηνεία ζητείται εν προκειμένω.
35.
Από τη σύγκριση των διαφόρων σχεδίων και του τελικού κειμένου δύναται να παρατηρηθεί ότι η ρήτρα εξελίχθηκε σταδιακά από έναν στενό κανόνα με συγκεκριμένα όρια («προϊόντα σε σφραγισμένη συσκευασία» και στη συνέχεια: «προσυσκευασμένα προϊόντα») σε μια πιο γενική ρύθμιση. Εντούτοις, η βασική δομή του κανόνα διατηρήθηκε, συνιστάμενη σε δύο στοιχεία που αφορούν (1) τη θέση του απαλλασσόμενου προσώπου στην εμπορική αλυσίδα και (2) την επαφή του εν λόγω προσώπου με το προϊόν.
36.
Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, είναι εντυπωσιακό ότι η απαίτηση απευθείας πωλήσεως προς τον τελικό καταναλωτή έμεινε αμετάβλητη σε όλες τις διαφορετικές μορφές της ρήτρας απαλλαγής που προτάθηκαν. Αντιθέτως, οι τροποποιήσεις που κρίθηκαν αναγκαίες ως προς αυτό το πρώτο στοιχείο αφορούσαν την περιγραφή του πωλητή και του αγοραστή, η κάθε μία εκ των οποίων αντικαταστάθηκε από μία ευρύτερη έννοια: όσον αφορά τον πωλητή, ο όρος «έμπορος λιανικής πώλησης» αντικαταστάθηκε από τον όρο «επιχείρηση» ( 30 ) και, όσον αφορά τον αγοραστή, ο «τελικός καταναλωτής» αντικαταστάθηκε από τον «τελικό καταναλωτή ή χρήστη».
37.
Η πράξη της «απευθείας πωλήσεως αυτών των προϊόντων» δεν αποτέλεσε, εξ όσων μπορεί να δει κανείς, αντικείμενο συζητήσεως κατά τη νομοθετική διαδικασία. Χρησίμευσε απλώς και μόνο για να εξαιρεθούν οι χονδρέμποροι από την απαλλαγή και να διασφαλιστεί ότι μόνον ο τελευταίος έμπορος λιανικής στην εμπορική αλυσίδα μπορεί να τύχει της απαλλαγής.
38.
Το δεύτερο στοιχείο, όμως, υπέστη διάφορες τροποποιήσεις. Το αρχικό σχέδιο αναφερόταν αποκλειστικώς σε «προϊόντα σε σφραγισμένη συσκευασία», το επόμενο, που ήταν λίγο πιο ελαστικό, σε «προσυσκευασμένα προϊόντα», και τα δύο τελούσαν υπό την προϋπόθεση ότι ο έμπορος λιανικής δεν παρεμβαίνει στην παρασκευή. Ο κατ’ αυτόν τον τρόπο ορισμός του προϊόντος χρησίμευε στην πράξη ως εγγύηση ότι ο απαλλασσόμενος πωλητής δεν είχε ανάμειξη στο προϊόν. Ο σκοπός ήταν να τυγχάνουν της απαλλαγής έμποροι λιανικής οι οποίοι δεν προέβησαν σε καμία πράξη σχετικά με το προϊόν ( 31 ). Κατά τη θέσπιση της απαλλαγής, ο νομοθέτης είχε κατά νου την περίπτωση του εμπόρου λιανικής ο οποίος χειριζόταν το προϊόν κατά τρόπο που δύσκολα υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος επηρεασμού της φύσεως ή της επισημάνσεως του προϊόντος έτσι ώστε να μπορούσε να πρόκειται για παραβίαση των κανόνων που έχουν εφαρμογή επί της βιολογικής παραγωγής.
39.
Όταν ο περιορισμός σε «προϊόντα σε σφραγισμένη συσκευασία» ή σε «προσυσκευασμένα προϊόντα» κρίθηκε υπερβολικά στενός και ήρθη το φυσικό εμπόδιο του «σφραγίσματος» ή της «συσκευασίας», εμφανίστηκε η ανάγκη για μια πιο γενική περιγραφή της καταστάσεως, η οποία δεν θα εγκυμονούσε κινδύνους που δεν υφίσταντο στα προγενέστερα κείμενα. Επικριτές είχαν καλέσει τον νομοθέτη να διευκρινίσει «ποιες ακριβώς δραστηριότητες έπρεπε να καλυφθούν» ( 32 ), όσον αφορά τον τομέα του λιανικού εμπορίου.
40.
Ο νομοθέτης επέλεξε τελικά να αντικαταστήσει τη θετική προϋπόθεση των «προσυσκευασμένων προϊόντων» με μια αρνητική διατύπωση, απαριθμώντας κάθε επιμέρους κατηγορία δραστηριοτήτων την οποία ο έμπορος λιανικής δεν μπορούσε να ασκεί αν ήθελε να τύχει της απαλλαγής: ο επιχειρηματίας που υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 δεν επιτρέπεται να παράγει, παρασκευάζει ή εισάγει προϊόντα από τρίτη χώρα. Αυτό που του απομένει είναι η εμπορία και η αποθήκευση, δεδομένου ότι οι δύο αυτές δραστηριότητες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το εμπόριο λιανικής και είναι αναπόφευκτες όταν πραγματοποιείται απευθείας πώληση προς τον τελικό καταναλωτή. Για να περιοριστούν ακόμη και αυτές δραστηριότητες στο απολύτως αναγκαίο για την πώληση ενός προϊόντος, επιβλήθηκε περιορισμός στην επιτρεπόμενη αποθήκευση: οι επιχειρήσεις πρέπει να «αποθηκεύουν [τα προϊόντα που καλύπτονται από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού] μόνο σε χώρους που συνδέονται με τα σημεία πώλησης».
41.
Με τον περιορισμό αυτόν παρέχεται η εγγύηση ότι η επιχείρηση λιανικού εμπορίου είναι μια αμιγώς λιανεμπορική επιχείρηση η οποία δεν καταχράται της θέσεώς της ως εμπόρου λιανικής προκειμένου να διαφύγει τον έλεγχο για άλλες δραστηριότητες οι οποίες, διαφορετικά, θα υποβάλλονταν σε τακτικό έλεγχο. Αν η αποθήκευση πραγματοποιείται στο πλαίσιο των επιχειρηματικών πράξεων ενός εμπόρου λιανικής ο οποίος πωλεί απευθείας στον τελικό καταναλωτή, η δραστηριότητα αυτή δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την πραγματοποίηση της πωλήσεως.
42.
Το αποτέλεσμα της πιο πάνω αναλύσεως του ιστορικού θεσπίσεως του κανονισμού μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: τα κράτη μέλη δύνανται να απαλλάσσουν την τελευταία στην αλυσίδα διανομής επιχείρηση λιανικού εμπορίου στο μέτρο που η επιχείρηση αυτή είναι απλώς και μόνον ένας έμπορος λιανικής, επειδή η δραστηριότητα που ασκεί δεν ενέχει αυτή καθ’ εαυτή κινδύνους ( 33 ), έτσι ώστε να απαιτείται, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, η υποβολή της στο σύστημα του τακτικού ελέγχου των βιολογικών προϊόντων.
C. Η ratio
43.
Από το ιστορικό θεσπίσεως της ερμηνευτέας εν προκειμένω ρήτρας απαλλαγής προκύπτει ότι ο σκοπός της εν λόγω ρήτρας ήταν να τυγχάνει κάποιας απαλλαγής ο τελευταίος στην αλυσίδα διανομής έμπορος λιανικής, επειδή κρίθηκε ότι συνήθως είναι χαμηλός ο κίνδυνος παραβιάσεως των κανόνων για τα βιολογικά προϊόντα. Τούτο ισχύει ιδιαιτέρως για την ανιχνευσιμότητα ενός προϊόντος σε όλα τα στάδια της παραγωγής, παρασκευής και διανομής, η οποία πρέπει να διασφαλίζεται από το σύστημα ελέγχου ( 34 ). Όσον αφορά τον τελευταίο στην αλυσίδα διανομής έμπορο λιανικής, ο οποίος έρχεται σε επαφή με τον καταναλωτή, είναι προφανές ότι τα ζητήματα ανιχνευσιμότητας δεν ασκούν επιρροή.
44.
Όσον αφορά το ερώτημα που έθεσε το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο), τούτο σημαίνει ότι για να χαρακτηριστεί μια πώληση ως «απευθείας» πώληση αρκεί το προϊόν να πωλήθηκε προς τον τελικό καταναλωτή χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου.
1. Ο έλεγχος από τον ίδιο τον καταναλωτή
45.
Η Zentrale υποστηρίζει ότι η απαλλαγή έχει εφαρμογή μόνον αν η πώληση πραγματοποιείται, επιπλέον, στον χώρο αποθηκεύσεως του προϊόντος, με ταυτόχρονη παρουσία του επιχειρηματία, ή των πωλητών του, και του καταναλωτή. Η άποψη αυτή βασίζεται στη συλλογιστική ότι η ratio για την απαλλαγή του επιχειρηματία που πωλεί βιολογικά προϊόντα απευθείας στον τελικό καταναλωτή είναι ότι ο καταναλωτής πρέπει να είναι σε θέση να ελέγξει το προϊόν ιδίοις όμμασι ( 35 ).
46.
Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Δεν συμβαδίζει με την προεκτεθείσα εκτίμησή μου ( 36 ) ότι η απαλλαγή σκοπό είχε να απαλλάξει, για λόγους αναλογικότητας, τον πωλητή από το βάρος ενός τακτικού επαγγελματικού ελέγχου, λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού κινδύνου που ενέχει η τυπική δραστηριότητα ενός απλώς και μόνον εμπόρου λιανικής. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 834/2007 ακολουθεί μια βάσει επικινδυνότητας προσέγγιση και επομένως δεν αποσκοπεί σε πλήρη έλεγχο, αλλά αφήνει κάποια περιθώρια ευελιξίας, δεν χρειάζεται να μετατοπιστεί ο έλεγχος σε οποιονδήποτε άλλον. Δεν είναι έργο του καταναλωτή να αντισταθμίσει τον εναπομένοντα κίνδυνο ο οποίος εξακολουθεί να υφίσταται λόγω της απαλλαγής από τον τακτικό επαγγελματικό έλεγχο και τον οποίο συνειδητά έχει αποδεχθεί ο νομοθέτης.
47.
Επιπλέον, από πρακτικής απόψεως δεν είναι σαφές πώς είναι δυνατόν ο καταναλωτής, ο οποίος συνήθως δεν γνωρίζει όλες τις συγκεκριμένες προδιαγραφές που ένα βιολογικό προϊόν πρέπει να πληροί βάσει του κανονισμού 834/2007 και του κανονισμού 889/2008, να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει επιτυχώς έναν τέτοιον έλεγχο ( 37 ). Κατά κανόνα, ο καταναλωτής δεν διαθέτει τη γνώση προς τούτο.
48.
Επίσης, ο καταναλωτής δεν έχει στη διάθεσή του τα μέσα και τους μηχανισμούς για να εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις που απαιτούνται για να πραγματοποιήσει μια ουσιαστική αξιολόγηση του προϊόντος. Η απλώς και μόνον φυσική παρουσία του προϊόντος και του πωλητή δεν αρκούν για να παρασχεθούν οι απαραίτητες πληροφορίες στον αγοραστή, δεδομένου ότι ούτε ο κανονισμός 834/2007 ούτε ο κανονισμός 889/2008 επιβάλλουν στον πωλητή υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών προς τον αγοραστή. Πιθανές επιβλαβείς συνθήκες, όπως η επαφή με άλλα προϊόντα και χημικές ουσίες ή η καταλληλότητα της θερμοκρασίας αποθηκεύσεως και του φωτός, ή οποιεσδήποτε δραστηριότητες εκ νέου επισημάνσεως που ενδέχεται να πραγματοποιήθηκαν νωρίτερα, δεν είναι οπωσδήποτε ορατές και αναγνωρίσιμες από έναν καταναλωτή ο οποίος βλέπει το προϊόν μόνο τη στιγμή της πωλήσεως και επομένως δεν έχει καμία πληροφόρηση για τις συνθήκες αποθηκεύσεως που υπήρχαν αμέσως πριν από την πώληση.
49.
Πράγματι, θα ήταν αντιφατικό ο κανονισμός 834/2007, αφενός, να απαιτεί από την αρμόδια ελεγκτική αρχή ενός κράτους μέλους, όταν αυτή θέλει να μεταβιβάσει καθήκοντα ελέγχου σε συγκεκριμένο ελεγκτικό φορέα, να διαπιστώσει ότι ο εν λόγω φορέας διαθέτει τις γνώσεις, τον εξοπλισμό και την υποδομή που απαιτούνται προς τούτο και ότι έχει, σε επαρκή αριθμό, κατάλληλο και έμπειρο προσωπικό ( 38 ) και, αφετέρου, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναθέτουν αυτό το απαιτητικό έργο στον συνήθη καταναλωτή.
50.
Πάντως, από τον κανονισμό 834/2007 δεν προκύπτει ότι ο καταναλωτής φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για δραστηριότητες ελέγχου. Η αντίληψη είναι ότι αυτός μπορεί να βασίζεται στην επισήμανση και παρουσίαση του προϊόντος. Η αιτιολογική σκέψη 22, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 834/2007 αναφέρει: «Είναι σημαντικό να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στα βιολογικά προϊόντα» ( 39 ). Αν υποτεθεί ότι ο καταναλωτής έχει εμπιστοσύνη στο προϊόν, δεν απαιτείται αυτός να ενεργοποιηθεί και να εξετάσει με κριτικό πνεύμα τη βιολογική φύση του προϊόντος.
2. Η προώθηση των βιολογικών προϊόντων
51.
Τέλος, έχει σημασία να σημειωθεί ότι ένας από τους ευρύτερους σκοπούς του κανονισμού είναι η δημιουργία των συνθηκών που θα καταστήσουν δυνατή την πρόοδο του τομέα των βιολογικών προϊόντων σε ευθυγράμμιση με την εξέλιξη της παραγωγής και της αγοράς ( 40 ). Ο σκοπός αυτού απαγορεύει μη αναγκαίους περιορισμούς όσον αφορά τα μέσα και τους διαύλους διανομής των προϊόντων αυτών.
52.
Υπό το πρίσμα αυτό, η εν λόγω απαλλαγή από το σύστημα ελέγχου φαίνεται να είναι γερά δικαιολογημένη και δεν χρειάζεται περαιτέρω περιορισμός ( 41 ). Αν ληφθεί υπόψη ότι τα σούπερ μάρκετ και άλλες γενικής φύσεως επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου με ιδιαιτέρως ευρύ φάσμα προϊόντων, καθώς και έμποροι λιανικής όπως η αναιρεσείουσα, η οποία διατηρεί επιχείρηση πωλήσεως ειδών μπάρμπεκιου, μπορεί να θέλουν να περιλάβουν μόνο λίγα βιολογικά προϊόντα στο δικό τους φάσμα προϊόντων, για τα οποία δεν συμφέρει να υποβληθούν στις δαπάνες και τα διοικητικά βάρη που συνεπάγονται η γνωστοποίηση και η υποβολή της επιχειρήσεως στο σύστημα ελέγχου των βιολογικών προϊόντων, φαίνεται επιθυμητό να μην επιβληθεί σε αυτούς ένα βάρος το οποίο θα μπορούσε να τους υποχρεώσει να εγκαταλείψουν την πώληση βιολογικών προϊόντων, με αποτέλεσμα τα προϊόντα αυτά να καταστούν λιγότερο προσιτά στους καταναλωτές. Τούτο θα είχε ως συνέπεια τα βιολογικά προϊόντα να είναι διαθέσιμα μόνο σε ειδικά καταστήματα τύπου «μπουτίκ» και η αγορά των βιολογικών προϊόντων δεν θα ωφελούνταν από το σύνολο των διαύλων εμπορίας.
53.
Όπως προεκτέθηκε, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι το αν, και σε ποιον βαθμό, ο εναπομένων κίνδυνος θα πρέπει να γίνει αποδεκτός αποτέλεσε το αντικείμενο συμβιβασμού ( 42 ), και εν τέλει, λόγω των δισταγμών και αβεβαιοτήτων όσον αφορά τον έλεγχο περαιτέρω τομέων ( 43 ), το όλο ζήτημα αφέθηκε τελικά στην κρίση των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη βρίσκονται στην καλύτερη θέση να καθορίσουν, λαμβανομένου υπόψη του σχετικού εθνικού πλαισίου, δηλαδή των διατάξεων και των κανόνων που επιβάλλονται στους εμπόρους λιανικής στο συγκεκριμένο κράτος και των άλλων συνθηκών που επικρατούν εκεί, αν και σε ποιον βαθμό μια απαλλαγή θα συνιστούσε κατάλληλο μέτρο υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας ( 44 ). Η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών και η συγκεκριμένη αξιολόγηση επικινδυνότητας δεν θα πρέπει να περιοριστούν από μια ερμηνεία που επιβάλλει πρόσθετους περιορισμούς.
D. Το γράμμα
54.
Επίσης το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 δεν παρέχει καμία ένδειξη όσον αφορά την ανάγκη παρουσίας του πωλητή και του αγοραστή ή του προϊόντος στον τόπο πωλήσεως.
55.
Στο γράμμα του ανωτέρω άρθρου, σε αντίθεση με αυτό που προέβαλαν η αναιρεσίβλητη και η Επιτροπή, δεν υπάρχει κατάλληλη ένδειξη ως προς το ότι η έκφραση «πωλούν απευθείας» απαιτεί την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ πωλήσεως και συγκεκριμένου τόπου. Η δεύτερη ρήτρα του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 εξαιρεί από την απαλλαγή τους πωλητές που δεν «αποθηκεύουν [προϊόντα] μόνο σε χώρους που συνδέονται με τα σημεία πώλησης». Πάντως, το κείμενο δεν λέγει «μόνο στον τόπο πώλησης» ( 45 ). Το «σημείο πώλησης» χρησιμοποιείται συνήθως υπό μια πιο γενική έννοια η οποία δηλώνει ότι η πώληση ολοκληρώνεται, και δεν αναφέρεται υποχρεωτικά σε έναν τόπο, αλλά αντιθέτως, με έναν πιο γενικό και αφηρημένο τρόπο, στην επαφή μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Για να επισημάνει τον δεσμό, το γράμμα του άρθρου χρησιμοποιεί την έκφραση «που συνδέονται» και όχι μια τοπική πρόθεση όπως την πρόθεση «σε» ( 46 ). Το άρθρο 28, παράγραφος 2, αναφέρεται σε οργανωτικό και όχι σε τοπικό δεσμό ( 47 ). Όταν, και στο μέτρο που, ο επιχειρηματίας αποθηκεύει προϊόντα, η αποθήκευση αυτή πρέπει να συνδέεται με την πώληση.
E. Τελικές παρατηρήσεις
56.
Όσον αφορά το βασικό ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση, δηλαδή αν οι επιχειρήσεις λιανικής πωλήσεως μέσω διαδικτύου μπορούν να τύχουν της απαλλαγής ή αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, εξαιρούνται γενικώς από αυτήν, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ρήτρα απαλλαγής σχεδιάστηκε το 2003, όταν οι ηλεκτρονικές επιχειρήσεις ήσαν ήδη διαδεδομένες και η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο ( 48 ) είχε ήδη τεθεί σε ισχύ, οπότε ήταν αναμενόμενο, αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να εξαιρέσει τις πωλήσεις μέσω διαδικτύου, να είχε ρητώς προβλέψει την εξαίρεση αυτή.
57.
Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι όσο μακρότερη είναι η αποθήκευση τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος απάτης, πρώτον, δεν είναι πειστικό και, δεύτερον, δεν θα συνιστούσε λόγο για την εξαίρεση των επιχειρήσεων λιανικής πωλήσεως μέσω διαδικτύου, επειδή οι επιχειρήσεις αυτές δεν αποθηκεύουν τα προϊόντα οπωσδήποτε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι τα καταστήματα λιανικής, ενώ είναι πιθανό να μην διαθέτουν καν αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και, αντιθέτως, να παραδίδουν τα προϊόντα αμέσως στον καταναλωτή μέσω του χονδρεμπόρου τους.
58.
Τέλος, οι ηλεκτρονικές επιχειρήσεις υπηρετούν κάλλιστα την περιβαλλοντική προστασία, η οποία είναι ένας από τους στόχους του κανονισμού 834/2007. Όλα αυτά σαφώς αντιστρατεύονται τον αποκλεισμό των επιχειρήσεων λιανικής πωλήσεως μέσω διαδικτύου από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007.
IV. Πρόταση
59.
Το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο) ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν, εκτός από τον άμεσο σύνδεσμο μεταξύ του επιχειρηματία και του καταναλωτή, απαιτείται επιπλέον το στοιχείο της φυσικής παρουσίας ώστε μια συναλλαγή να τύχει της απαλλαγής κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2092/91. Πάντως, το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο) περιόρισε το ερώτημά του στην ερμηνεία της έννοιας της «απευθείας» πωλήσεως ( 49 ).
60.
Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη ερμηνεία, το Δικαστήριο θα πρέπει, όπως προτάθηκε από την Επιτροπή, να αναδιατυπώσει το ερώτημα ( 50 ) και να το επεκτείνει σε όλους τους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007.
61.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακού ακυρωτικού δικαστηρίου, Γερμανία) την εξής απάντηση:
Το γεγονός ότι προϊόν πωλείται στον τελικό καταναλωτή χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου αρκεί για να χαρακτηριστεί η πώληση ως «απευθείας» πώληση κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007. Αν όμως αποδεικνύεται ότι ο επιχειρηματίας που πωλεί προϊόντα απευθείας στον τελικό καταναλωτή παράγει, παρασκευάζει, αποθηκεύει σε χώρους που δεν συνδέονται με το σημείο πωλήσεως ή εισάγει τα εν λόγω προϊόντα από τρίτη χώρα, τότε ο επιχειρηματίας αυτός δεν πληροί τους όρους ώστε να τύχει απαλλαγής κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007. Η έκφραση «μόνο σε χώρους που συνδέονται με τα σημεία πώλησης» δεν περιορίζει την αποθήκευση στον γεωγραφικό τόπο όπου πραγματοποιείται η πώληση, αλλά απαιτεί η αποθήκευση να είναι παρεπόμενη δραστηριότητα σε σχέση με την πώληση και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την πραγματοποίησή της. Για την απαλλαγή, δεν έχει σημασία αν, ή σε ποιο μέρος, αποθηκεύονται τα προϊόντα από τον πωλητή, ούτε ποιος είναι παρών στον χώρο αποθηκεύσεως ή πωλήσεως.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Η συνολική αξία εκτιμήθηκε περίπου στα 20 δισεκατομμύρια ευρώ το 2011, βλ. το έγγραφο Commission Staff Working Document Impact Assessment (σχετικό με την αξιολόγηση του αντικτύπου έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής) που συνόδευε την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) ΧΧΧ/ΧΧΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους] και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 του Συμβουλίου, COM(2014) 180 τελικό, σ. 11 και εκεί παρατιθέμενες παραπομπές. Από το 2011 ο τομέας των βιολογικών προϊόντων συνέχισε να αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό. Το 2011, η με διαφορά μεγαλύτερη αγορά βιολογικών προϊόντων στην Ένωση ήταν η Γερμανία με 6,6 δισεκατομμύρια ευρώ, ακολουθούμενη από τη Γαλλία με 3,8 δισεκατομμύρια ευρώ, βλ. το ανωτέρω έγγραφο.
( 3 ) Βλ. προαναφερθέν στην υποσημείωση 2 έγγραφο Commission Staff Working Document Impact Assessment, σ. 11. Το 2015, η αξία ανήλθε σε 27,1 δισεκατομμύρια ευρώ στην Ένωση, βλ. Zahlen, Daten, Fakten. Die Bio-Branche 2017, Bund Ökologische Lebensmittelwirtschaft BÖLW, Βερολίνο, σ. 20 επ.
( 4 ) Βλ., λεπτομερέστερα, αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού (ΕΕ) 834/2007 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2092/91 (ΕΕ 2007, L 189, σ. 1), η πρώτη περίοδος της οποίας έχει ως εξής: «Η βιολογική παραγωγή είναι ένα συνολικό σύστημα διαχείρισης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και παραγωγής τροφίμων, το οποίο συνδυάζει βέλτιστες περιβαλλοντικές πρακτικές, υψηλό βαθμό βιοποικιλότητας, τη διατήρηση των φυσικών πόρων, την εφαρμογή υψηλού επιπέδου προτύπων στη μεταχείριση των ζώων και παραγωγή που ανταποκρίνεται στην προτίμηση ορισμένων καταναλωτών σε προϊόντα που παράγονται με φυσικές ουσίες και διεργασίες».
( 5 ) Βλ. πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) ΧΧΧ/ΧΧΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους] και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 του Συμβουλίου, COM(2014) 180 τελικό, αιτιολογική έκθεση, σ. 6.
( 6 ) Στην απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Herbaria Kräuterparadies (C‑137/13, EU:C:2014:2335), το Δικαστήριο, κρίνοντας το παραδεκτό των προσθηκών σε ένα βιολογικό ποτό, πράγμα το οποίο απαιτούσε ερμηνεία του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 889/2008 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 (ΕΕ 2008, L 250, σ. 1), παρέπεμψε στις αιτιολογικές σκέψεις 3, 5, 22 και 25 και στα άρθρα 6, 19, 21 και 23 του κανονισμού 834/2007. Ομοίως, στο σκεπτικό της αποφάσεώς του της 4ης Ιουνίου 2015, Andechser Molkerei Schietz κατά Επιτροπής (C‑682/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:356), το Δικαστήριο, κρίνοντας επί αιτήσεως αναιρέσεως διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου που αφορούσε το κύρος του κανονισμού (ΕΕ) 1131/2011 της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 2011, για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 1333/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους γλυκοζίτες στεβιόλης (ΕΕ 2011, L 295, σ. 205), παρέπεμψε στην αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 834/2007. Υπάρχουν πέντε αποφάσεις που ερμηνεύουν τους προϊσχύσαντες κανονισμούς –κανονισμός (ΕΟΚ) 2092/91 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1991, περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής (ΕΕ 1991, L 198, σ. 1), και κανονισμός (ΕΕ) 392/2004 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2092/91 (ΕΕ 2004, L 65, σ. 1) (αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑404/05, EU:C:2007:723, της 29ης Νοεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Αυστρίας, C‑393/05, EU:C:2007:722, της 14ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑135/03, EU:C:2005:457, της 13ης Ιουλίου 1995, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C‑156/93, EU:C:1995:238, και της 14ης Ιουλίου 2005, Comité Andaluz de Agricultura Ecologica, C‑107/04, EU:C:2005:470), οι δύο πρώτες εκ των οποίων εξετάζουν ένα ζήτημα ως προς το σύστημα ελέγχου, δηλαδή τη μόνιμη εγκατάσταση ιδιωτικών οργανισμών ελέγχου.
( 7 ) Η ανάλυση των σκοπών του νομοθέτη της Ένωσης είναι μία από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο προκειμένου να εξακριβώσει το περιεχόμενο του παραγώγου δικαίου της Ένωσης, βλ., π.χ., αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2010, Pammer και Hotel Alpenhof (C‑585/08 και C‑144/09, EU:C:2010:740, σκέψεις 71 επ.), της 15ης Ιουλίου 2010, Purrucker (C‑256/09, EU:C:2010:437, σκέψεις 84 επ.), και της 27ης Οκτωβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑220/15, EU:C:2016:815).
( 8 ) Βλ., π.χ., αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2015, Lanigan (C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 35), και της 13ης Οκτωβρίου 2016, Mikołajczyk (C‑294/15, EU:C:2016:772, σκέψη 26).
( 9 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 5 σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 2092/91.
( 10 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 2092/91. Η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 2092/91 ανέφερε ότι «όλοι οι επιχειρηματίες που παράγουν, συσκευάζουν, εισάγουν ή διαθέτουν στο εμπόριο προϊόντα που φέρουν ενδείξεις σχετικά με το βιολογικό τρόπο παραγωγής πρέπει να υπόκεινται σε καθεστώς τακτικού ελέγχου, που να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες κοινοτικές απαιτήσεις και να εφαρμόζεται από ορισθείσες αρχές ελέγχου».
( 11 ) Βλ., π.χ., Alberto Alemanno, «The European Reform on Organic Farming – Balancing Consumer Preferences and Free Movement Imperatives», σε EFFL 2009, σ. 406 έως 419, και συγκεκριμένα σ. 409.
( 12 ) COM(2003) 14 τελικό, σημείο 3 της αιτιολογικής εκθέσεως της «πρότασης κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2092/91 περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής», η οποία κατατέθηκε από την Επιτροπή. Η εξήγηση αυτή ενσωματώθηκε στην αιτιολογική σκέψη 3 της εν λόγω προτάσεως, καθώς και στην αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 392/2004.
( 13 ) Βλ. υποσημείωση 12 των παρουσών προτάσεων.
( 14 ) Βλ. υποσημείωση 12 των παρουσών προτάσεων.
( 15 ) Βλ. έγγραφο 8482/03 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 2003, σχετικά με τα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας «Ποιότητα των τροφίμων» κατά τη συνεδρίαση της 14ης Απριλίου, σ. 2, παράγραφος II, σημείο ii.
( 16 ) Βλ. άρθρο 1 του κανονισμού 392/2004, υπό το οποίο το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, έχει την εν λόγω διατύπωση. Η νέα περιγραφή του πεδίου του συστήματος ελέγχου είχε εφαρμογή από τον Ιούλιο του 2005, βλ. άρθρο 2 του κανονισμού 392/2004.
( 17 ) Με την αφαίρεση της εκφράσεως «με σκοπό τη μεταγενέστερη διάθεσή τους στο εμπόριο» και με την εισαγωγή ελαφρών προσαρμογών στη διατύπωση, προέκυψαν πέντε ξεκάθαρες κατηγορίες δραστηριοτήτων που υποβλήθηκαν στο «σύστημα ελέγχου».
( 18 ) Αυτή η εξελιχθείσα συνειδητοποίηση καθίσταται σαφής από τα προοίμια των διαφόρων νομοθετημάτων: ενώ η αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 392/2004 εμμένει στη διατύπωση «όλοι οι φορείς καθ’ όλη τη διαδικασία παραγωγής και παρασκευής», τελικά η αιτιολογική σκέψη 31 του κανονισμού 834/2007 ρητώς αναφέρει ολόκληρη την τριάδα: «επιχειρήσεις σε όλα τα στάδια παραγωγής, παρασκευής και διανομής» (η υπογράμμιση δική μου).
( 19 ) Η άποψη ότι η διεύρυνση αφορά την αποθήκευση και το λιανικό εμπόριο μόνο στο μέτρο που οι δραστηριότητες αυτές ασκούνταν ως δραστηριότητες χωριστές από εκείνες που ήδη προέβλεπε η προγενέστερη μορφή του άρθρου 8, επισημάνθηκε από τον αντιπρόσωπο της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της ομάδας «Ποιότητα των τροφίμων» της 14ης Απριλίου 2003, βλ. προαναφερθέν στην υποσημείωση 15 έγγραφο 8482/03 του Συμβουλίου, σ. 2, παράγραφος II, σημείο ii.
( 20 ) Βλ. προαναφερθέν στην υποσημείωση 15 έγγραφο 8482/03 του Συμβουλίου, σ. 2, παράγραφος II, σημείο ii.
( 21 ) Βλ. έγγραφο 6999/03 του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 2003 σχετικά με τα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας «Ποιότητα των Τροφίμων» κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2003, σ. 2, παράγραφος III, σημείο ii.
( 22 ) Βλ. προαναφερθέν στην υποσημείωση 21 έγγραφο 6999/03 του Συμβουλίου.
( 23 ) Αιτιολογική σκέψη 3α του «αναθεωρημένου συμβιβαστικού κειμένου της Προεδρίας» της προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2092/91 περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής, παράρτημα του εγγράφου 16235/03 του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2003 σχετικά με τα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας «Ποιότητα των τροφίμων» (βιολογική γεωργία) κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 2003.
( 24 ) Βλ. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έγγραφο Τελικό A5-0392/2003, έκθεση της 6ης Νοεμβρίου 2003 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2092/91 περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής [COM(2003) 14 – C5‑0021/2003 – 2003/0002(CNS)], επιτροπή γεωργίας και αναπτύξεως της υπαίθρου, εισηγήτρια Danielle Auroi, σ. 9, αιτιολογία για την προταθείσα τροπολογία 10.
( 25 ) Το σχέδιο που προτάθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσέθεσε στην περίοδο, που είχε προταθεί από το Συμβούλιο, μια δεύτερη περίοδο η οποία είχε ως εξής: «Οι έμποροι λιανικής πώλησης που πραγματοποιούν εισαγωγές προσυσκευασμένων προϊόντων απευθείας από τρίτες χώρες υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 11». Βλ. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προαναφερθέν στην υποσημείωση 24 έγγραφο Τελικό A5-0392/2003, σ. 9, τροπολογία 10.
( 26 ) Συμβιβαστικό κείμενο για το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, το οποίο η Προεδρία συνέταξε υπό το πρίσμα των συζητήσεων που έλαβαν χώρα στην ομάδα εργασίας στις 14 Απριλίου 2003, έγγραφο 8571/03 του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2003.
( 27 ) Προαναφερθέν στην υποσημείωση 23 έγγραφο 16235/03 του Συμβουλίου, παράρτημα.
( 28 ) Βλ. άρθρο 1 του κανονισμού 392/2004, υπό το οποίο το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, έχει την εν λόγω διατύπωση. Η νέα περιγραφή του πεδίου του συστήματος ελέγχου είχε εφαρμογή από τον Ιούλιο του 2005, βλ. άρθρο 2 του κανονισμού 392/2004.
( 29 ) Εκτός από γλωσσικές προσαρμογές (ο όρος «παράγραφος» αντικαταστάθηκε από τον όρο «άρθρο» και η έκφραση «αυτά τα προϊόντα» αντικαταστάθηκε από την έκφραση «τα ανωτέρω προϊόντα») και την αναδιοργάνωση και επαναρίθμηση, η εν λόγω ρήτρα έμεινε αμετάβλητη το 2007, βλ. το παρατιθέμενο στο σημείο 5 των παρουσών προτάσεων κείμενο του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007.
( 30 ) Η επιλογή του πιο γενικού όρου «επιχείρηση» στο άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 834/2007 μπορεί να οφείλεται στο ότι ο όρος αυτός ορίστηκε στο άρθρο 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 834/2007, κατά το οποίο ως «επιχείρηση» νοούνται «τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν ευθύνη να εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού στις βιολογικές επιχειρήσεις που ελέγχουν». Η αντικατάσταση των «εμπόρων λιανικής πώλησης» από τις «επιχειρήσεις» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευθυγράμμιση με την όλη ορολογία του κανονισμού καθώς και με την ορολογία που χρησιμοποιείται στο άρθρο 28, παράγραφος 1. Η αιτιολογική σκέψη 32 του κανονισμού 834/2007 εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον όρο «λιανεμπορικές επιχειρήσεις».
( 31 ) Βλ. τη διατύπωση των αρχικών σχεδίων για το τροποποιημένο άρθρο 8 του κανονισμού 2092/91, όπως αυτή εκτίθεται στα σημεία 32 και 33 των παρουσών προτάσεων.
( 32 ) Βλ. προαναφερθέν στην υποσημείωση 21 έγγραφο 6999/03 του Συμβουλίου.
( 33 ) Επίσης, βλ., π.χ., Schmidt, H., και Haccius, M., EG-Verordnung «Ökologischer Landbau». Eine juristische und agrarfachliche Kommentierung der Verordnung (EG) Nr. 834/2007, Freiburg im Breisgau, 2008, σ. 445 και 446, που περιγράφει τον χαμηλότερο αντίκτυπο της απάτης στον εν λόγω τομέα, ειδικά όσον αφορά τα προσυσκευασμένα προϊόντα που φαίνεται να καλύπτουν μεγάλο μέρος των προϊόντων λιανικής πωλήσεως.
( 34 ) Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 13, του κανονισμού 834/2007, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το σύστημα ελέγχου καθιστά δυνατή την εν λόγω ανιχνευσιμότητα του προϊόντος.
( 35 ) Βλ., επίσης, Oberlandesgericht Frankfurt am Main (εφετείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία), GRUR-RR 2015, 308, και Landgericht München (πρωτοδικείο Μονάχου, Γερμανία) WRP 2015, 780.
( 36 ) Βλ. σημεία 31 και 42 των παρουσών προτάσεων.
( 37 ) Μεταξύ των κανόνων τους οποίους ο τελικός έμπορος λιανικής θα πρέπει ενδεχομένως να τηρήσει περιλαμβάνονται π.χ. οι κανόνες του κεφαλαίου 4 (άρθρα 30 επ.) του κανονισμού 889/2008 για τη συλλογή, συσκευασία, μεταφορά και αποθήκευση προϊόντων, καθώς και εκείνοι του τίτλου ΙΙΙ (άρθρα 57 επ.) του κανονισμού 889/2008 για την επισήμανση. Όπως ορθώς αναφέρει η Επιτροπή στο «ερμηνευτικό σημείωμα 2012-03», η αποθήκευση απαιτεί υλική υποδομή η οποία και αυτή υπόκειται σε ορισμένες λειτουργικές απαιτήσεις, όπως ο καθαρισμός και η απολύμανση.
( 38 ) Βλ. άρθρο 27, παράγραφος 5, του κανονισμού 834/2007.
( 39 ) Οι αιτιολογικές σκέψεις 3 και 5 του κανονισμού 834/2007 αναφέρονται επίσης στην εμπιστοσύνη του καταναλωτή, πράγμα που δείχνει τον καθοριστικό ρόλο που η έννοια αυτή έχει στον κανονισμό αυτόν.
( 40 ) Βλ., π.χ., αιτιολογική σκέψη 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 834/2007.
( 41 ) Η αιτιολογική σκέψη 22, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 834/2007 έχει ως εξής: «Ως εκ τούτου, οι εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη βιολογική παραγωγή θα πρέπει να περιορίζονται αυστηρά στις περιπτώσεις που θεωρείται δικαιολογημένη η εφαρμογή έκτακτων κανόνων». Η αναιρεσίβλητη επικαλείται την αιτιολογική σκέψη 22 ως επιχείρημα υπέρ μιας στενής ερμηνείας της απαλλαγής.
( 42 ) Βλ. σημεία 33 και 34 των παρουσών προτάσεων.
( 43 ) Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.
( 44 ) Τα κράτη μέλη έχουν πράγματι ασκήσει την ευχέρεια παροχής απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 2, με ποικίλους τρόπους: ορισμένα την περιορίζουν στα προσυσκευασμένα προϊόντα, π.χ. η Ιταλία (το άρθρο 2.4 των Disposizioni per l’attuazione dei regolamenti (CE) n. 834/2007, n. 889/2008, n. 1235/2008 e successive modifiche riguardanti la produzione biologica e l’ettichettatutra dei prodotti biologici, Registro ufficiale 0018354 – 27/11/2009, ορίζει: «Ai sensi dell’articolo 28 paragrafo 2 del Reg. (CE) n. 834/2007 sono esentati dall’applicazione del medesimo articolo gli operatori che vendono prodotti da agricoltura biologica al consumatore all’utilizzatore finale in imballaggio preconfezionato, a condizione che non li producano […]») και η Εσθονία (το άρθρο 5, παράγραφος 2, του νόμου περί βιολογικής γεωργίας έχει σε αγγλική μετάφραση ως εξής: «A holding of a person specified in Article 28(2) of Council Regulation (EC) No 834/2007 need not be approved if the holding engages only in the sale of pre-packaged products. [RT I 2009, 12, 72 – entry into force 01.03.2009]»). Στην Ισπανία, η Κοινότητα της Βαλένθια, για την αξιολόγηση επικινδυνότητας, λαμβάνει υπόψη, εκτός από την προσυσκευασία ενός προϊόντος, παράγοντες όπως την ετήσια αξία των πωλήσεων ή την πιθανότητα ο καταναλωτής να παρακολουθεί τη διαδικασία διαχωρισμού του προϊόντος (Resolutión de 20 de junio de 2016, de la Dirección General de Desarrollo Rural y Política Agrarian Común, por la que se regulan determinadas excepciones relativas al régimen de control de los comerciantes minoristas en la Comunitat Valenciana, que vendan directamente al consumidor final productos ecológicos, conforme al Reglamento (CE) 834/2007 de 28 junio de 2007 y el Reglamento 889/2008 que lo desarrolla [2016/5529, Diari Oficial de la Comunitat Valenciana, Num. 7842/02.08.2016 σ. 22249]). Άλλα κράτη μέλη σαφώς υιοθετούν την ευρύτερη διατύπωση της οδηγίας (βλ., π.χ., άρθρο 3, παράγραφος 2, του γερμανικού ÖLG, το οποίο προαναφέρθηκε στο σημείο 6 των παρουσών προτάσεων, ή άρθρο 4, των βρετανικών κανονιστικών πράξεων του 2009 περί των βιολογικών προϊόντων, ή άρθρο 2 της ολλανδικής Regeling van de Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit van 4 december 2008, nr. TRCJZ/2008/3442, houdende wijziging van de Landbouwkwaliteitsregeling 2007).
( 45 ) Η υπογράμμιση δική μου. Μολονότι –βάσει τυχαίου δείγματος– οι περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού χρησιμοποιούν διατύπωση ισοδύναμη με την πιο γενική αγγλική διατύπωση (π.χ., «pas ailleurs qu’au point de vente», «solo in connessione con il punto di vendita», «salvo en el punto de venta», «senão no ponto de venda», «w celach innych niż odnoszących się do punktu sprzedaży», «undtagen I forbindelse med salgsstedet», «ħlief in konnessjoni mal-punt ta' bejgħ», «išskyrus pardavimo punktus»), η γερμανική απόδοση έχει έναν πιο συγκεκριμένο τοπικό συνειρμό, χρησιμοποιώντας την έκφραση «an einem anderen Ort als in Verbindung mit der Verkaufsstelle», όπως η ολλανδική και η σουηδική απόδοση που έχουν ως εξής: «op een plaats die geen verband houdt met het verkoopunt» και «annat än i anslutning till försäljningsplatsen», και ομοίως η ρουμανική και η βουλγαρική απόδοση που έχουν ως εξής: «în alte părți decât în legătură cu locul de vânzare» και «другаде, освен в мястото на продажба» (η υπογράμμιση δική μου). Πάντως, εκτός της βουλγαρικής αποδόσεως, όλες οι τελευταίες αποδόσεις σαφώς χρησιμοποιούν ως σύνδεσμο μια μετάφραση της εκφράσεως «in connexion» που χρησιμοποιείται στην αγγλική απόδοση και αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν μια τοπική πρόθεση όπως η πρόθεση «at». Λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, επιχειρηματολογία βασιζόμενη στο γράμμα της διατάξεως δεν μπορεί να έχει ισχυρό αντίκτυπο στην ερμηνεία που δίνω στο άρθρο 28, παράγραφος 2, οπότε οι άλλες μέθοδοι ερμηνείας (βλ. σημεία 19 έως 52 και 55 επ. των παρουσών προτάσεων) έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στο παρόν πλαίσιο.
( 46 ) Τέσσερις από τις δεκατρείς γλωσσικές αποδόσεις, που αναλύθηκαν εν προκειμένω, δεν χρησιμοποιούν έκφραση ισοδύναμη με την έκφραση «in connection with», βλ. υποσημείωση 44 των παρουσών προτάσεων. Τρεις, όμως, από αυτές τις τέσσερις αποδόσεις αναφέρονται σε σημείο πωλήσεως και όχι σε τόπο ή τοποθεσία πωλήσεως.
( 47 ) Βλ. Schmidt, H., και Haccius, M., όπ.π., υποσημείωση 33 των παρουσών προτάσεων.
( 48 ) Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»).
( 49 ) Για τη διατύπωση του ερωτήματος, βλ. σημείο 14 των παρουσών προτάσεων.
( 50 ) Το γεγονός ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται ανάλυση επιπλέον σημείων ή ζητημάτων δεν αποτελεί κώλυμα για το Δικαστήριο. Βλ., π.χ., αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 2006, van Hilten-van der Heijden (C‑513/03, EU:C:2006:131, σκέψεις 25 έως 27)· της 11ης Μαρτίου 2008, Jager (C‑420/06, EU:C:2008:152 σκέψεις 45 έως 58)· της 18ης Νοεμβρίου 2010, Lahousse και Lavichy (C‑142/09, EU:C:2010:694, σκέψεις 35 έως 48), και της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψεις 22 έως 25).