ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 3ης Μαΐου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑300/16 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Frucona Košice a.s.
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή – Κριτήρια που άπτονται της δυνατότητας εφαρμογής και της πραγματικής εφαρμογής του κριτηρίου αυτού – Συνολική εκτίμηση – Βάρος αποδείξεως – Εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων»
1.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑103/14 ( 2 ). Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2014/342/ΕΕ της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με την κρατική ενίσχυση αριθ. SA.18211 (C 25/2005) (πρώην NN 21/2005) που χορήγησε η Σλοβακική Δημοκρατία στη Frucona Košice a.s. ( 3 ).
2.
Στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως εγείρεται το εξής ερώτημα: πότε και πώς πρέπει να εφαρμόζει η Επιτροπή το λεγόμενο «κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή» ( 4 ); Ειδικότερα, στην υπό κρίση υπόθεση τίθεται το ζήτημα της εκτάσεως των υποχρεώσεων της Επιτροπής κατά την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού και κατά την εκτίμηση της συμπεριφοράς δημόσιας αρχής που έχει την ιδιότητα του πιστωτή έναντι του δικαιούχου της ενισχύσεως.
I. Το ιστορικό της διαφοράς
3.
Όσον αφορά το ιστορικό της υπό κρίση υποθέσεως, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνάγονται τα εξής.
4.
Η αναιρεσίβλητη Frucona Košice a.s. (στο εξής: Frucona) είναι σλοβακική εταιρία, η οποία δραστηριοποιούνταν μεταξύ άλλων στον τομέα της παραγωγής οινοπνευματωδών ποτών.
5.
Από τον Νοέμβριο του 2002 έως τον Νοέμβριο του 2003, δόθηκαν στη Frucona επανειλημμένες αναβολές για την εξόφληση φορολογικών υποχρεώσεών της. Οι εν λόγω φορολογικές υποχρεώσεις συνίσταντο σε μη καταβληθέντες ειδικούς φόρους καταναλώσεως. Η φορολογική αρχή Košice IV (στο εξής: τοπική φορολογική αρχή) χορήγησε τις αναβολές αυτές κατόπιν συστάσεως υπέρ της χρηματοοικονομικών εγγυήσεων εκ μέρους της Frucona.
6.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2004, η Frucona δεν ήταν σε θέση, λόγω οικονομικών δυσχερειών, να εξοφλήσει τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που όφειλε για τον Ιανουάριο του 2004. Μετά από τροποποίηση της νομοθεσίας, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2004, δεν ήταν πλέον δυνατόν να δοθεί στη Frucona αναβολή για την εξόφληση των εν λόγω ειδικών φόρων καταναλώσεως.
7.
Κατά συνέπεια, η Frucona περιήλθε σε κατάσταση υπερχρεωμένης εταιρίας, κατά την έννοια του Zákon č. 328/1991 Zb. o konkurze a vyrovnaní (σλοβακικού νόμου 328/1991 περί δικαστικής εκκαθαρίσεως και πτωχευτικού συμβιβασμού).
8.
Στις 8 Μαρτίου 2004, η Frucona υπέβαλε ενώπιον του Krajský súd v Košiciach (περιφερειακού δικαστηρίου του Košice, Σλοβακία) αίτηση κινήσεως της διαδικασίας του πτωχευτικού συμβιβασμού. Στην αίτηση αυτή, η Frucona πρότεινε την εξόφληση του 35 % του οφειλόμενου ποσού σε καθέναν από τους πιστωτές της. Οι συνολικές οφειλές της ανέρχονταν περίπου σε 644,6 εκατομμύρια σλοβακικές κορώνες (SKK). Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού, ήτοι περίπου 640,8 εκατομμύρια SKK, αντιστοιχούσε σε φορολογικές οφειλές.
9.
Με απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, το Krajský súd v Košiciach (περιφερειακό δικαστήριο του Košice) επέτρεψε τη διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού.
10.
Στις 9 Ιουλίου 2004, οι πιστωτές της Frucona, περιλαμβανομένης της τοπικής φορολογικής αρχής, αποδέχθηκαν την πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού κατά τη σχετική επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Κατά τη διαδικασία του πτωχευτικού συμβιβασμού, η τοπική φορολογική αρχή ενεργούσε ως προνομιούχος πιστωτής λόγω των εγγυήσεων που είχαν συσταθεί υπέρ της εκ μέρους της Frucona έναντι των ανωτέρω αναβολών εξοφλήσεως των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
11.
Πριν τις 9 Ιουλίου 2004, η Frucona είχε υποβάλει στην τοπική φορολογική αρχή έκθεση ελέγχου καταρτισθείσα από ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρία (στο εξής: έκθεση Ε). Σκοπός της εκθέσεως αυτής ήταν να παρασχεθεί στην εν λόγω αρχή η δυνατότητα να αξιολογήσει τα πλεονεκτήματα, αφενός, του πτωχευτικού συμβιβασμού, και, αφετέρου, της δικαστικής εκκαθαρίσεως.
12.
Στις 21 Ιουνίου 2004, η σλοβακική φορολογική αρχή διενήργησε επιτόπιο έλεγχο στις εγκαταστάσεις της Frucona. Κατά τον έλεγχο αυτόν, προσδιορίστηκε η οικονομική κατάστασή της ως είχε στις 17 Ιουνίου 2004.
13.
Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2004, το Krajský súd v Košiciach (περιφερειακό δικαστήριο του Košice) επικύρωσε τον πτωχευτικό συμβιβασμό. Σύμφωνα με αυτόν, η απαίτηση της σλοβακικής φορολογικής αρχής έπρεπε να εξοφληθεί σε ποσοστό 35 %, το οποίο αντιστοιχούσε σε 224,3 εκατομμύρια SKK.
14.
Με έγγραφο της 20ής Οκτωβρίου 2004, η τοπική φορολογική αρχή γνωστοποίησε στη Frucona ότι οι όροι του πτωχευτικού συμβιβασμού, σύμφωνα με τους οποίους δεν απαιτούνταν η καταβολή μέρους της φορολογικής οφειλής, συνιστούν έμμεση κρατική ενίσχυση υποκείμενη σε έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
15.
Η Frucona κατέβαλε στις 17 Δεκεμβρίου 2004 στην τοπική φορολογική αρχή ποσό ύψους 224,3 εκατομμυρίων SKK, που αντιστοιχεί στο 35 % της συνολικής οφειλής της. Με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2004, το Krajský súd v Košiciach (περιφερειακό δικαστήριο του Košice) περάτωσε τη διαδικασία του πτωχευτικού συμβιβασμού. Στις 18 Αυγούστου 2006, το ίδιο δικαστήριο μείωσε το καταβλητέο στην τοπική φορολογική αρχή ποσό σε 224,1 εκατομμύρια SKK.
Α. Η διοικητική διαδικασία
16.
Στις 15 Οκτωβρίου 2004, υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία για παράνομη κρατική ενίσχυση υπέρ της Frucona.
17.
Με έγγραφο της 4ης Ιανουαρίου 2005, η Σλοβακική Δημοκρατία γνωστοποίησε στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος περί παροχής πληροφοριακών στοιχείων, ότι η Frucona έχει ενδεχομένως λάβει παράνομη κρατική ενίσχυση και της ζήτησε να την εγκρίνει ως ενίσχυση σκοπούσα στη διάσωση προβληματικής εταιρίας.
18.
Με έγγραφο της 5ης Ιουλίου 2005, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Σλοβακική Δημοκρατία την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως κατά την έννοια του νυν άρθρου 107, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σχετικά με το επίμαχο μέτρο ( 5 ).
19.
Με έγγραφο της 10ης Οκτωβρίου 2005, η Σλοβακική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή παρατηρήσεις επί του επίμαχου μέτρου. Ομοίως, η Frucona, με έγγραφο της 24ης Οκτωβρίου 2005, υπέβαλε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της επί του επίμαχου μέτρου. Οι παρατηρήσεις της κοινοποιήθηκαν στη Σλοβακική Δημοκρατία, η οποία απάντησε με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 2005.
Β. Η αρχική απόφαση
20.
Στις 7 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2007/254/ΕΚ, περί της κρατικής ενίσχυσης C 25/2005 (πρώην NN 21/2005) που χορήγησε η Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της Frucona Košice a.s. ( 6 ). Κατά την απόφαση αυτή, η κρατική ενίσχυση (ύψους 416515990 SKK) την οποία είχε χορηγήσει η Σλοβακική Δημοκρατία στη Frucona ήταν μη συμβατή με την κοινή αγορά και έπρεπε να ανακτηθεί.
Γ. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου
21.
Στις 12 Ιανουαρίου 2007, η Frucona άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αρχικής αποφάσεως.
22.
Με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2010, Frucona Košice κατά Επιτροπής ( 7 ), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή ως αβάσιμη.
23.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2013, Frucona Košice κατά Επιτροπής ( 8 ) αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της εκ μέρους της εκτιμήσεως του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, τη διάρκεια της διαδικασίας της δικαστικής εκκαθαρίσεως, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή ότι, στο μέτρο που είχε λάβει υπόψη το στοιχείο αυτό, δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμον την απόφασή της. Το Δικαστήριο ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου επί των λόγων ακυρώσεως τους οποίους δεν είχε εξετάσει.
24.
Μετά την έκδοση της αποφάσεως Frucona I και προκειμένου να θεραπεύσει τις επισημανθείσες από το Δικαστήριο πλημμέλειες, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 16 Οκτωβρίου 2013, την επίδικη απόφαση, με την οποία καταργήθηκε η αρχική απόφαση.
25.
Κατά συνέπεια, με αιτιολογημένη διάταξη της 21ης Μαρτίου 2014, Frucona Košice κατά Επιτροπής ( 9 ), το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής με αίτημα την ακύρωση της αρχικής αποφάσεως.
Δ. Η επίδικη απόφαση
26.
Η επίδικη απόφαση ελήφθη προκειμένου να θεραπευθούν οι πλημμέλειες της αρχικής αποφάσεως όπως διαπιστώθηκαν με την απόφαση Frucona I (αιτιολογική σκέψη 10 της επίδικης αποφάσεως).
27.
Η Επιτροπή εκτίμησε, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει, κατ’ ουσίαν, να εξεταστεί εάν η τοπική φορολογική αρχή, αποδεχόμενη την πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού και, συνεπώς, τη διαγραφή της απαιτήσεώς της κατά 65 %, ενήργησε έναντι της Frucona ως ιδιώτης επενδυτής υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Διευκρίνισε, συναφώς, ότι η θέση της εν λόγω αρχής ως πιστωτή της Frucona ήταν ασυνήθιστα ισχυρή, διότι βρισκόταν σε νομική και οικονομική κατάσταση ευνοϊκότερη από εκείνη των ιδιωτών πιστωτών της Frucona. Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις της φορολογικής αρχής αντιστοιχούσαν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 99 % του συνόλου των αναγγελθεισών απαιτήσεων, οπότε η εν λόγω αρχή, ως προνομιούχος πιστωτής, μπορούσε να απαιτήσει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της δικαστικής εκκαθαρίσεως, διά της εκποιήσεως στοιχείων του ενεργητικού διά των οποίων είχαν εξασφαλιστεί οι επίμαχες απαιτήσεις (αιτιολογική σκέψη 80 της επίδικης αποφάσεως).
28.
Όσον αφορά το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, η Επιτροπή επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η δυνατότητα εφαρμογής του κριτήριου αυτού εξαρτάται από το εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει χορηγήσει υπό άλλη ιδιότητα, πέραν της ιδιότητάς του ως δημόσιας αρχής, οικονομικό πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, εφόσον το κράτος μέλος επικαλεστεί το κριτήριο αυτό κατά τη διοικητική διαδικασία, οφείλει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να αποδείξει αδιαμφισβήτητα και βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων ότι εφάρμοσε το συγκεκριμένο μέτρο ενεργώντας ως ιδιώτης επενδυτής. Η Επιτροπή επικαλέστηκε, συναφώς, την απόφαση Επιτροπή κατά EDF ( 10 ) (αιτιολογική σκέψη 82 της επίδικης αποφάσεως).
29.
Εν συνεχεία, η Επιτροπή επισήμανε ότι «η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, κατά τη γνώμη της, το εν λόγω μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση. Αναγνώρισε ότι, κατά τον χρόνο του πτωχευτικού συμβιβασμού, το θέμα της κρατικής ενίσχυσης απλώς δεν ελήφθη υπόψη και ζητεί να αντιμετωπιστεί το επίμαχο μέτρο ως ενίσχυση διάσωσης. Συνάγεται, συνεπώς, ότι οι […] απαιτήσεις της νομολογίας δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση και το επίμαχο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ» (αιτιολογική σκέψη 83 της επίδικης αποφάσεως).
30.
Η Επιτροπή επισήμανε, περαιτέρω, ότι η Frucona αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό του μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως. Προς στήριξη της θέσεως αυτής, η Frucona προσκόμισε έγγραφα οικονομικών ελεγκτών (αιτιολογική σκέψη 84 της επίδικης αποφάσεως).
31.
Κατόπιν, η Επιτροπή εξέτασε εάν η Σλοβακική Δημοκρατία ενήργησε έναντι της Frucona όπως θα ενεργούσε ένας ιδιώτης πιστωτής.
32.
Πρώτον, η Επιτροπή συνέκρινε, βάσει των προσκομισθέντων από τη Frucona αποδεικτικών στοιχείων, τις διαδικασίες του πτωχευτικού συμβιβασμού και της δικαστικής εκκαθαρίσεως (αιτιολογικές σκέψεις 88 έως 119 της επίδικης αποφάσεως). Δεύτερον, συνέκρινε τις διαδικασίες του πτωχευτικού συμβιβασμού και της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών (αιτιολογικές σκέψεις 120 έως 127 της επίδικης αποφάσεως). Τρίτον, εξέτασε τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχαν προσκομίσει οι σλοβακικές αρχές και η Frucona (αιτιολογικές σκέψεις 128 έως 138 της επίδικης αποφάσεως). Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή εκτίμησε ότι τόσο η διαδικασία της δικαστικής εκκαθαρίσεως όσο και αυτή της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών αποτελούσαν επωφελέστερες για την τοπική φορολογική αρχή εναλλακτικές επιλογές σε σχέση με την πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού (αιτιολογικές σκέψεις 119, 124 και 127 της επίδικης αποφάσεως).
33.
Η Επιτροπή συμπέρανε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή και ότι η Σλοβακική Δημοκρατία παρέσχε στη Frucona πλεονέκτημα το οποίο η δεύτερη δεν θα μπορούσε να αποκομίσει από την αγορά (αιτιολογική σκέψη 139 της επίδικης αποφάσεως). Η Επιτροπή έκρινε ότι η διαγραφή χρέους που αποδέχθηκε η τοπική φορολογική αρχή στο πλαίσιο του πτωχευτικού συμβιβασμού συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (αιτιολογική σκέψη 140 της επίδικης αποφάσεως). Η Επιτροπή κατέληξε, επίσης, στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη ενίσχυση δεν είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά (αιτιολογική σκέψη 182 της επίδικης αποφάσεως).
34.
Με το άρθρο 1 του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως, η αρχική απόφαση καταργείται. Με το άρθρο 2, η κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Σλοβακική Δημοκρατία στη Frucona, ύψους 416515990 SKK, κρίνεται μη συμβατή με την εσωτερική αγορά. Με το άρθρο 3, η Επιτροπή υποχρεώνει τη Σλοβακική Δημοκρατία να ανακτήσει την επίμαχη ενίσχυση, περιλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας. Με το άρθρο 4, η Σλοβακική Δημοκρατία υποχρεώνεται να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως, τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με αυτήν. Τέλος, το άρθρο 5 ορίζει ότι η απόφαση αυτή απευθύνεται στη Σλοβακική Δημοκρατία.
II. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
35.
Με προσφυγή την οποία άσκησε στις 17 Φεβρουαρίου 2014, η Frucona ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση.
36.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση και καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
37.
Με την αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε στις 26 Μαΐου 2016, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
–
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως και να καταδικάσει τη Frucona στα δικαστικά έξοδα,
–
επικουρικώς, να αναπέμψει την απόφαση στο Γενικό Δικαστήριο και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
38.
Η Frucona ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
39.
Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Φεβρουαρίου 2017.
IV. Ανάλυση
40.
Η Επιτροπή προβάλλει έξι λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αφορούν τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι είναι εφαρμόσιμο το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Οι λοιποί δύο λόγοι αφορούν την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή.
41.
Ειδικότερα, οι λόγοι που άπτονται της δυνατότητας εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή αφορούν τα εξής ζητήματα. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσε την επίδικη απόφαση. Η Επιτροπή διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως την εν λόγω απόφαση, καθώς διαπίστωσε ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή ήταν εφαρμόσιμο ως προς το επίμαχο μέτρο. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι νομικά εσφαλμένη, διότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο δικαιούχος του επίμαχου μέτρου μπορεί να επικαλεστεί το κριτήριο αυτό. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται παραβίαση των αρχών του δεδικασμένου και ne ultra petita. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε τις εν λόγω αρχές διαπιστώνοντας ότι, εφόσον το Δικαστήριο εφάρμοσε το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή στην απόφαση Frucona I, δέχτηκε, εμμέσως αλλά κατά λογική αναγκαιότητα, ότι το κριτήριο αυτό είναι εφαρμόσιμο. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο χαρακτηρίζεται νομικά εσφαλμένη η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει διαφορετικές θέσεις ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, όσον αφορά διαφορετικές εναλλακτικές μορφές του επίμαχου μέτρου.
42.
Οι λοιποί δύο λόγοι αναιρέσεως αφορούν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι νομικά εσφαλμένη, διότι το Γενικό Δικαστήριο έθεσε μια νέα προϋπόθεση την οποία η Επιτροπή οφείλει να τηρήσει κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της επιβάλλει την υποχρέωση, αντιθέτως προς την πάγια νομολογία, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη συμπεριφορά του ιδανικού, ορθολογικού και πλήρως ενημερωμένου πιθανού ιδιώτη πιστωτή. Στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη στο μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνεται αθέτηση εκ μέρους της Επιτροπής της υποχρεώσεώς της να προβεί σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση.
43.
Θα αρχίσω από την εξέταση του δεύτερου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, διότι οι λόγοι αυτοί ασκούν επιρροή στην ακόλουθη ανάλυση του πρώτου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Προηγουμένως, ωστόσο, πρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις.
A. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
44.
Προκαταρκτικώς, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω τον λόγο θεσπίσεως του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή (εν προκειμένω: κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή) και τον σκοπό του.
45.
Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασύμβατες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Κατά συνέπεια, η έννοια της ενισχύσεως που υιοθετείται από το δίκαιο της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων έχει ευρύ περιεχόμενο. Περιλαμβάνει κάθε είδος ενισχύσεως: στην εν λόγω έννοια εντάσσονται όλες οι παρεμβάσεις οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, περιορίζουν τις οικονομικές επιβαρύνσεις μιας επιχειρήσεως ( 11 ).
46.
Ωστόσο, εν προκειμένω ισχύει μια σημαντική επιφύλαξη. Ακόμη και αν ένα μέτρο ενισχύσεως χορηγείται μέσω κρατικών πόρων, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 ΣΛΕΕ όταν ο δικαιούχος θα μπορούσε, υπό συνθήκες που αντιστοιχούν στους συνήθεις όρους της αγοράς, να τύχει του ίδιου πλεονεκτήματος με εκείνο που τέθηκε στη διάθεσή του με χρήση κρατικών πόρων ( 12 ). Η αρχή αυτή εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του εάν το Δημόσιο ενήργησε ως επενδυτής, πιστωτής ή πωλητής. Προκειμένου να εξακριβωθεί αν ο δικαιούχος θα αποκόμιζε το ίδιο πλεονέκτημα υπό συνθήκες που αντιστοιχούν στους συνήθεις όρους της αγοράς, η Επιτροπή εφαρμόζει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Σκοπός του κριτηρίου αυτού είναι να εκτιμηθεί κατά πόσον το Δημόσιο έχει χορηγήσει πλεονέκτημα σε επιχείρηση χωρίς να ενεργεί ως ιδιώτης επενδυτής στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πράξεως.
47.
Με άλλα λόγια, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή αποτελεί ένα εργαλείο με το οποίο η Επιτροπή διαπιστώνει την ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος, ένα από τα αναγκαία χαρακτηριστικά της κρατικής ενισχύσεως.
48.
Αυτός αναμφίβολα είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε ότι το κριτήριο αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση η οποία εφαρμόζεται μόνον κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, όταν έχει διαπιστωθεί ότι συντρέχουν όλα τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 13 ). Το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, όταν είναι εφαρμοστέο, περιλαμβάνεται στα στοιχεία τα οποία η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη της προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ενισχύσεως ( 14 ).
49.
Η δεύτερη σύντομη εισαγωγική παρατήρηση αφορά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας στο δίκαιο της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων.
50.
Προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα μέτρο αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας εξετάσεως διασφαλίζεται ότι η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της, κατά την έκδοση της τελικής αποφάσεως, τα κατά το δυνατόν πληρέστερα και πλέον αξιόπιστα στοιχεία για τον σκοπό αυτόν. Στην Επιτροπή απόκειται, άλλωστε, να αποδείξει ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
51.
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των αρχών αυτών.
B. Επί του δεύτερου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
52.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή θεωρεί νομικά εσφαλμένη την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο δικαιούχος της ενισχύσεως μπορεί να επικαλεστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή ( 15 ). Κατά την Επιτροπή, το κριτήριο αυτό έχει ως σκοπό να εξακριβώσει την «υποκειμενική συμπεριφορά» του κράτους μέλους που χορηγεί την προβαλλόμενη ενίσχυση. Επομένως, δεν μπορεί να το επικαλεστεί οποιοσδήποτε. Στην υπό κρίση υπόθεση, το εν λόγω κράτος μέλος έχει ρητώς και επανειλημμένως δηλώσει ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση.
53.
Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι ο δικαιούχος της ενισχύσεως μπορεί να επικαλεστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, διότι δεν ζήτησε από τον δικαιούχο της ενισχύσεως να αποδείξει αδιαμφισβήτητα και βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων ότι το κράτος μέλος ενήργησε ως ιδιώτης επενδυτής.
54.
Η Frucona θεωρεί ορθές τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο δικαιούχος της ενισχύσεως μπορεί να επικαλεστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή.
55.
Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή αφορά τη συμπεριφορά του οικείου κράτους μέλους, η Frucona υποστηρίζει ότι η νομολογία τονίζει ότι το κράτος μέλος πρέπει να ενεργεί ως οικονομικός φορέας. Κατά τη Frucona δεν υφίσταται εν προκειμένω καμία αμφιβολία ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε η τοπική φορολογική αρχή.
56.
Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή θεωρεί νομικά εσφαλμένη την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει διαφορετικές θέσεις ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου αυτού ανάλογα με τις διαφορετικές εναλλακτικές μορφές του επίμαχου μέτρου ( 16 ).
57.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή εξαρτάται από τα στοιχεία που προσκόμισε το οικείο κράτος μέλος ή ο δικαιούχος προκειμένου να διαπιστωθεί αν η δημόσια αρχή ενήργησε όπως ακριβώς και ένας ιδιώτης επενδυτής που έχει την ίδια δυνατότητα επιλογής. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν δεν προσκομίζονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το Δημόσιο υιοθέτησε συγκεκριμένη επιλογή.
58.
Η Frucona χαρακτηρίζει ορθή την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Σε περίπτωση που το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή τυγχάνει εφαρμογής, η Επιτροπή δεν μπορεί να περιορίσει την ανάλυση σε μία πιθανή εναλλακτική έναντι του επίμαχου μέτρου και να αποκλείσει κάποια άλλη.
2. Εκτίμηση
59.
Με τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι νομικά εσφαλμένη η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή τυγχάνει εφαρμογής ακόμη και όταν το κράτος μέλος δεν το έχει επικαλεστεί. Κατά την Επιτροπή, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή έχει εφαρμογή μόνον υπό ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, το εν λόγω κριτήριο έχει εφαρμογή όταν (1) το οικείο κράτος μέλος το επικαλείται, (2) από την «υποκειμενική συμπεριφορά» του κράτους μέλους προκύπτει ότι αυτό είχε την πρόθεση να ενεργήσει ως ιδιώτης επενδυτής, και (3) το κράτος μέλος όντως προέβη σε συγκεκριμένη επιλογή κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου.
60.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημάνω ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εμπεριέχει μια εγγενή αντίφαση. Η Επιτροπή ουσιαστικά υποστηρίζει ότι δεν όφειλε να εφαρμόσει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, διότι το οικείο κράτος μέλος δεν το επικαλέστηκε κατά τη διοικητική διαδικασία. Η Σλοβακική Δημοκρατία δέχθηκε, κατά τη διοικητική διαδικασία, ότι το επίμαχο μέτρο συνιστούσε κρατική ενίσχυση και ζήτησε να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση σκοπούσα στη διάσωση προβληματικής εταιρίας. Ωστόσο, ταυτοχρόνως, η Επιτροπή αποδέχεται το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση εφαρμόζει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή προκειμένου να συναχθεί ότι η διαγραφή φορολογικής οφειλής συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εκκινεί από την άποψη ότι, μολονότι η επίδικη απόφαση εφαρμόζει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, εντούτοις το εν λόγω κριτήριο δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
61.
Ωστόσο, από την προσεκτικότερη εξέταση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή προσπαθεί να περιορίσει τεχνητά την υποχρέωσή της να εφαρμόσει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή και να αντιστρέψει, κατ’ ουσίαν, το βάρος αποδείξεως.
62.
Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν ενισχύει την άποψη της Επιτροπής.
α) Το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή είναι εφαρμόσιμο όταν το οικείο κράτος μέλος ενεργεί υπό την ιδιότητα του οικονομικού φορέα
63.
Προκαταρκτικώς, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το εάν έχει εφαρμογή το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή καθορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που αφορούν την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί το Δημόσιο. Ειδικότερα, το κριτήριο αυτό τυγχάνει εφαρμογής όταν το κράτος μέλος ενεργεί, σε περίπτωση που χορηγεί οικονομικό πλεονέκτημα σε επιχείρηση, ως οικονομικός φορέας (ήτοι όχι ως δημόσια αρχή) ( 17 ).
64.
Όσον αφορά ειδικά τον ιδιώτη πιστωτή, το Δικαστήριο έχει κρίνει με την απόφαση Frucona I ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή τυγχάνει εφαρμογής όταν «ένας δημόσιος πιστωτής παρέχει διευκολύνσεις πληρωμών για την καταβολή χρέους που του οφείλει επιχείρηση» ( 18 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, η συμπεριφορά της δημόσιας αρχής πρέπει να συγκριθεί με εκείνη ιδιώτη πιστωτή ο οποίος επιδιώκει την είσπραξη των ποσών τα οποία του οφείλει δανειστής που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες ( 19 ). Με άλλα λόγια, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή πρέπει να έχει εφαρμογή όταν ένας ιδιώτης επενδυτής, ο οποίος αποσκοπεί στο κέρδος ή στον περιορισμό των ζημιών, μπορεί να ακολουθήσει, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, τη συμπεριφορά που επέδειξε το Δημόσιο. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα είχε νόημα η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου.
65.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ένας δημόσιος πιστωτής (η τοπική φορολογική αρχή) παρείχε «διευκολύνσεις πληρωμών για την καταβολή χρέους που του οφείλει επιχείρηση». Υπό το πρίσμα αυτό, θα μπορούσε, συνεπώς, να υποθέσει κανείς, εκ πρώτης όψεως, ότι η εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή είναι προδήλως αναγκαία.
66.
Ωστόσο, η Επιτροπή, επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά EDF, υποστηρίζει ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι εφαρμόσιμο στην υπό κρίση υπόθεση.
67.
Είναι αλυσιτελής η επίκληση της υποθέσεως αυτής από την Επιτροπή.
68.
Στην υπόθεση Επιτροπή κατά EDF, υπήρχαν αμφιβολίες ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε το κράτος μέλος. Δεν ήταν σαφές αν το κράτος μέλος ενήργησε ως οικονομικός φορέας (υπό την ιδιότητα του μετόχου δημόσιας επιχειρήσεως) ή ως δημόσια αρχή. Οι αμφιβολίες αυτές οφείλονταν στη μορφή του ληφθέντος μέτρου. Μολονότι το κράτος μέλος ισχυρίστηκε ότι ενήργησε ως μέτοχος, εντούτοις χρησιμοποίησε μέσα φορολογικής φύσεως, προκειμένου να χορηγήσει φορολογική απαλλαγή στη συγκεκριμένη επιχείρηση. Υπό τις εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εάν κράτος μέλος επικαλείται το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, απόκειται σε αυτό να αποδείξει πλήρως και επί τη βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων ότι το μέτρο που έλαβε συναρτάται με την ιδιότητά του ως ιδιώτη επενδυτή και όχι ως δημόσιας αρχής ( 20 ). Αφού εξέτασε τα στοιχεία τα οποία έπρεπε να προβληθούν συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι απόκειται στην Επιτροπή να προβεί σε συνολική εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη, πέρα από τα στοιχεία που παρέσχε το συγκεκριμένο κράτος μέλος, κάθε άλλο σχετικό εν προκειμένω στοιχείο, το οποίο της παρέχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει αν το επίμαχο μέτρο συναρτάται με την ιδιότητα του εν λόγω κράτους μέλους ως μετόχου ή ως φορέα δημόσιας εξουσίας. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, στο πλαίσιο αυτής της (προκαταρκτικής) εξετάσεως, ο επιδιωκόμενος με το εν λόγω μέτρο σκοπός αποτελεί ενδεχομένως τέτοιο σχετικό στοιχείο ( 21 ).
69.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διατυπώσω τρεις παρατηρήσεις.
70.
Πρώτον, με την απόφαση Επιτροπή κατά EDF, το Δικαστήριο απλώς διαπίστωσε ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε το κράτος μέλος και όταν το οικείο κράτος μέλος επικαλείται το κριτήριο αυτό, το κράτος μέλος πρέπει να προσκομίσει στοιχεία προς τεκμηρίωση της θέσεώς του. Ωστόσο, από τη διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι μόνον το κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή.
71.
Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Land Burgenland κ.λπ., στο πλαίσιο της οποίας ανέκυψαν ανάλογες αμφιβολίες ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε το κράτος μέλος, υπογραμμίζει την ορθότητα της ερμηνείας αυτής. Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να εφαρμόσει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, διότι τόσο το εν λόγω κράτος μέλος όσο και η δημόσια αρχή που χορήγησε την προβαλλόμενη ενίσχυση και ο δικαιούχος της εν λόγω ενισχύσεως δεν προέβαλαν, συναφώς, κατά τη διοικητική διαδικασία, στοιχεία σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή ( 22 ). Όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τούτο συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας ότι εκτός του οικείου κράτους μέλους, και ο δικαιούχος του επίμαχου μέτρου μπορεί να επικαλεστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή ( 23 ).
72.
Ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες περιστάσεις των υποθέσεων αυτών, η διαπίστωση ότι ο δικαιούχος της προβαλλομένης ενισχύσεως μπορεί να επικαλεστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή αποτυπώνει τον σκοπό της διοικητικής διαδικασίας ο οποίος έγκειται στο να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή διαθέτει όλα τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία προκειμένου να προβεί σε αντικειμενική εκτίμηση, όπως επιτάσσει το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ο περιορισμός της δυνατότητας των ενδιαφερομένων, και ιδίως του δικαιούχου της προβαλλομένης ενισχύσεως, να προβάλουν επιχειρήματα και στοιχεία ως προς την ύπαρξη ενισχύσεως (ή όπως εν προκειμένω, ως προς τη μη χορήγησή της), με την επίκληση, για παράδειγμα, του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, θα αντέβαινε στον σκοπό της διαδικασίας αυτής. Τούτο δε παρά το γεγονός ότι μόνον το κράτος μέλος συμμετέχει, κατ’ ουσίαν, στη διαδικασία αυτή.
73.
Δεύτερον, το επιχείρημα ότι η δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή εξαρτάται από την «υποκειμενική συμπεριφορά» του κράτους μέλους συνάγεται προφανώς από την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση Επιτροπή κατά EDF, κατά την οποία ο σκοπός του επίμαχου μέτρου (και επομένως, η πρόθεση του Δημοσίου) μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του αν έχει εφαρμογή το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή τυγχάνει εφαρμογής όταν το κράτος μέλος ενεργεί ως οικονομικός φορέας. Με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά EDF διευκρινίζεται απλώς ο τρόπος με τον οποίο διαπιστώνεται η ιδιότητα αυτή, βάσει συνολικής εκτιμήσεως, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε το Δημόσιο. Στο πλαίσιο αυτό η πρόθεση του Δημοσίου μπορεί να ληφθεί υπόψη.
74.
Εν προκειμένω, το ζήτημα εάν η Σλοβακική Δημοκρατία θεωρεί ότι η πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού συνιστά ενίσχυση ή εάν η τοπική και η κεντρική φορολογική αρχή διαφώνησαν ως προς το ζήτημα της αποδοχής της διαγραφής χρεών δεν έχει καμία σημασία ( 24 ). Σημείο αφετηρίας για τον καθορισμό του ζητήματος της δυνατότητας εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή πρέπει να είναι ο (οικονομικός) χαρακτήρας της ενέργειας στην οποία προβαίνει το κράτος μέλος, και όχι ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω κράτος μέλος θεωρεί, από υποκειμενικής απόψεως, ότι ενήργησε ή οι εναλλακτικές λύσεις τις οποίες εξέτασε πριν τη λήψη του επίμαχου μέτρου. Υπό το πρίσμα αυτό, η «υποκειμενική συμπεριφορά» του κράτους μέλους (είτε των κεντρικών αρχών είτε της τοπικής αρχής) μπορεί να συνιστά κρίσιμη περίσταση για τη διαπίστωση της ιδιότητας υπό την οποία ενήργησε το εν λόγω κράτος μέλος, στο μέτρο που υφίστανται αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό.
75.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υφίστανται τέτοιες αμφιβολίες ( 25 ).
76.
Τρίτον, οφείλω να επισημάνω ότι, με την απόφαση Επιτροπή κατά EDF, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι απόκειται στην Επιτροπή να εξακριβώσει εάν το εν λόγω κριτήριο πρέπει να εφαρμοστεί. Κατά συνέπεια, όταν προκύπτει ότι υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, εναπόκειται στην Επιτροπή να ζητήσει από το οικείο κράτος μέλος να της παράσχει όλες τις σχετικές πληροφορίες οι οποίες θα της δώσουν τη δυνατότητα να διαπιστώσει εάν το εν λόγω κριτήριο έχει εφαρμογή ( 26 ). Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το ποιος επικαλείται το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, απόκειται, καταρχήν, στην Επιτροπή να εκτιμήσει –σε περίπτωση που δεν διαφαίνεται η δυνατότητα εφαρμογής του (παραδείγματος χάρη, λόγω της μορφής του αμφισβητούμενου μέτρου)– αν το εν λόγω κριτήριο πρέπει να εφαρμοστεί. Η Επιτροπή οφείλει να ζητήσει από το οικείο κράτος μέλος (ή οποιονδήποτε άλλον ενδιαφερόμενο) να προσκομίσει τα στοιχεία τα οποία χρειάζεται για να προβεί στην αναγκαία εκτίμηση. Ο δικαιούχος της προβαλλομένης ενισχύσεως δεν οφείλει σε καμία περίπτωση να αποδείξει, αδιαμφισβήτητα και βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων, τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου αυτού. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση.
77.
Όπως επιτάσσει η ως άνω αρχή, σε περίπτωση που εγείρονται αμφιβολίες ως προς τον χαρακτήρα της ενέργειας στην οποία προβαίνει το κράτος μέλος, η Επιτροπή πρέπει καταρχάς να διακριβώσει την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε το κράτος μέλος. Στο μέτρο που από την απαιτούμενη συνολική εκτίμηση των κρίσιμων στοιχείων προκύπτει ότι το κράτος μέλος ενήργησε ως οικονομικός φορέας, πρέπει να εφαρμοστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση Επιτροπή κατά EDF δεν περιορίζει την υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί σε εξέταση, αλλά θέτει επιπροσθέτως ένα προκαταρκτικό στάδιο στην εκτίμηση της υπάρξεως πλεονεκτήματος.
78.
Επισημαίνω ότι στην υπό κρίση υπόθεση, η επίδικη απόφαση δεν περιέχει στοιχεία αυτής της προκαταρκτικής εκτιμήσεως και το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή εφαρμόστηκε πράγματι προκειμένου να διαπιστωθεί η χορήγηση πλεονεκτήματος.
79.
Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι δεν εγείρονται αμφιβολίες ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε η τοπική φορολογική αρχή, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή είναι εφαρμοστέο.
80.
Αυτό με οδηγεί στην εξέταση του τέταρτου λόγου αναιρέσεως.
β) Η εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή εντάσσεται στο πλαίσιο επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως
81.
Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή διατείνεται, όπως και στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, ότι ήταν εσφαλμένη η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία, εφόσον το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή είναι εφαρμόσιμο, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει διαφορετικές θέσεις ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του, ανάλογα με διαφορετικές εναλλακτικές μορφές του επίδικου μέτρου ( 27 ).
82.
Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι εφαρμόσιμο όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών και του πτωχευτικού συμβιβασμού. Κατά την Επιτροπή, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τόσο το κράτος μέλος όσο και ο δικαιούχος της ενισχύσεως δεν προσκόμισαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η φορολογική αρχή είχε εξετάσει το ενδεχόμενο της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών και έκρινε ότι αυτή θα ήταν λιγότερο συμφέρουσα από τον πτωχευτικό συμβιβασμό ( 28 ).
83.
Οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως αναλύθηκαν ανωτέρω. Θα παραθέσω, ωστόσο, τις εξής επιπλέον επισημάνσεις.
84.
Ο τέταρτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζονται στην ίδια παραδοχή. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως ερείδεται στην άποψη ότι, επειδή ούτε το οικείο κράτος μέλος ούτε ο δικαιούχος της προβαλλομένης ενισχύσεως απέδειξαν αδιαμφισβήτητα και βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων ότι η τοπική φορολογική αρχή είχε εξετάσει το ενδεχόμενο της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι εφαρμόσιμο όσον αφορά τη διαδικασία αυτή.
85.
Δεδομένου ότι δεν εγείρονται αμφιβολίες ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε η τοπική φορολογική αρχή, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή πρέπει να τύχει εφαρμογής. Αντιθέτως προς ό,τι φαίνεται να υποστηρίζει η Επιτροπή, το ζήτημα των εναλλακτικών επιλογών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υφίσταται πλεονέκτημα σχετίζεται με το εάν το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή έχει πράγματι εφαρμοστεί και όχι με το εάν πρέπει να εφαρμοστεί ( 29 ). Πράγματι, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, εφόσον το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή έχει εφαρμογή, η Επιτροπή δεν μπορεί να υιοθετήσει διαφορετικές θέσεις ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου αυτού, ανάλογα με τις διαφορετικές εναλλακτικές μορφές του επίδικου μέτρου ( 30 ).
86.
Συναφώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως καταδεικνύει τον συνολικά αλυσιτελή χαρακτήρα της διακρίσεως μεταξύ δυνατότητας εφαρμογής και πραγματικής εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Η εν λόγω διάκριση προκαλεί σύγχυση, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
87.
Πλην των περιπτώσεων όπως αυτή της αποφάσεως Επιτροπή κατά EDF, στην οποία ο χαρακτήρας της ενέργειας του κράτους μέλους δημιουργεί αμφιβολίες, τα κριτήρια που άπτονται της δυνατότητας εφαρμογής και της πραγματικής εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν με ουσιαστικό τρόπο. Το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή είναι μάλλον το μέσο που πρέπει να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσει αν χορηγήθηκε οικονομικό πλεονέκτημα στη συγκεκριμένη επιχείρηση, και όχι εξαίρεση την οποία μόνον το κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί ως μέσο άμυνας κατά τη διοικητική διαδικασία. Το ζήτημα εάν, κατά τη λήψη του μέτρου υπό την ιδιότητα του οικονομικού φορέα, το κράτος μέλος ενήργησε πράγματι ως ιδιώτης επενδυτής πρέπει να αποσαφηνιστεί με την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να ανακύψει το ζήτημα ποιες είναι οι εναλλακτικές που πρέπει να συγκριθούν με το επίμαχο μέτρο ( 31 ).
88.
Επαναλαμβάνω ότι, σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, δεν εγείρονται αμφιβολίες ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε το κράτος μέλος, πρέπει να εφαρμοστεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, το κριτήριο αυτό αποτελεί το μέσο για να προσδιοριστεί αν ο δικαιούχος της προβαλλομένης ενισχύσεως προδήλως αποκόμισε διευκολύνσεις συγκρίσιμες με εκείνες που θα χορηγούσε ένας ιδιώτης πιστωτής. Προς τούτο, η Επιτροπή πρέπει να προβεί σε συνολική εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη κάθε σχετικό εν προκειμένω στοιχείο. Όσον αφορά, ειδικότερα, τον ιδιώτη πιστωτή, απόκειται στην Επιτροπή να εκτιμήσει αν ο δικαιούχος προδήλως απέκτησε πλεονέκτημα ανάλογο με εκείνο που θα χορηγούσε ένας ιδιώτης πιστωτής ο οποίος τελεί σε κατάσταση κατά το δυνατόν παραπλήσια εκείνης του Δημοσίου και επιδιώκει την είσπραξη των ποσών τα οποία του οφείλει δανειστής ευρισκόμενος αντιμέτωπος με δυσχέρειες πληρωμών ( 32 ). Αντιθέτως, αν η Επιτροπή δεν προβεί στην εκτίμηση αυτή, θα έχει παραβιάσει την υποχρέωσή της περί επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως.
89.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, δεν εντοπίζω σφάλμα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την εξέταση των προϋποθέσεων εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Γ. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
90.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε κατά τρόπο εσφαλμένο την επίδικη απόφαση, καθώς έκρινε ότι με αυτή διαπιστώνεται η δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή ( 33 ). Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από την ορθή ερμηνεία της επίδικης αποφάσεως, καθώς και από τη νομολογία που παρατίθεται στις σχετικές αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή έκρινε το κριτήριο αυτό ως μη εφαρμόσιμο στην προκειμένη περίπτωση ( 34 ).
91.
Η Frucona ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε ορθώς την επίδικη απόφαση.
2. Ανάλυση
92.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά εσφαλμένη ερμηνεία της επίδικης αποφάσεως. Όπως θα εκθέσω εν συντομία στη συνέχεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως συνδέεται στενά με τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο και πρέπει επίσης να απορριφθεί.
93.
Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι στην επίδικη απόφαση δεν αναφέρεται ρητώς ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι εφαρμόσιμο. Βεβαίως, εξεταζόμενη αυτοτελώς, η αιτιολογική σκέψη 83 της επίδικης αποφάσεως θα μπορούσε να έχει την έννοια που της προσδίδει η Επιτροπή ( 35 ). Εντούτοις, είναι επίσης δυνατόν να θεωρηθεί ότι απλώς αναφέρεται στη θέση του οικείου κράτους μέλους, όπως και η επόμενη αιτιολογική σκέψη η οποία αφορά τη θέση της Frucona. Ανεξαρτήτως τούτου, διαπιστώνω ότι λίγα στοιχεία της επίδικης αποφάσεως είναι ικανά να στηρίξουν την ερμηνεία της Επιτροπής. Στην επίδικη απόφαση μάλλον εφαρμόζεται το εν λόγω κριτήριο, και δεν αποσαφηνίζονται οι λόγοι για τους οποίους το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι εφαρμόσιμο. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, το συμπέρασμα που διατυπώθηκε στην επίδικη απόφαση ως προς την ύπαρξη ενισχύσεως ερείδεται στην εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή ( 36 ).
94.
Δεύτερον, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το εάν μπορεί να τύχει εφαρμογής το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, η Επιτροπή οφείλει να ζητήσει από το οικείο κράτος μέλος να της παράσχει όλες τις σχετικές πληροφορίες οι οποίες θα της δώσουν τη δυνατότητα να διαπιστώσει εάν είναι εφαρμόσιμο το εν λόγω κριτήριο. Στην επίδικη απόφαση δεν γίνεται καμία αναφορά σε εκτίμηση σχετικά με το αν έχει εφαρμογή το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Το γεγονός ότι η Σλοβακική Δημοκρατία χαρακτήρισε το μέτρο ως ενίσχυση κατά τη διοικητική διαδικασία (ήτοι, μετά την αποδοχή της προτάσεως πτωχευτικού συμβιβασμού) δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι το κριτήριο δεν έχει εφαρμογή. Όπως, όμως, εκτέθηκε ανωτέρω, εν προκειμένω δεν εγείρονται τέτοιες αμφιβολίες: ένας δημόσιος πιστωτής παρείχε διευκολύνσεις πληρωμών για την καταβολή χρέους που του οφείλει επιχείρηση. Για τον λόγο αυτόν και μόνον, το κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή έπρεπε να εφαρμοστεί ( 37 ).
95.
Τρίτον, ως επακόλουθο των προαναφερθέντων στα δύο προηγούμενα σημεία των προτάσεών μου, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η Frucona υποστήριξε ότι το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση και προσκόμισε στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η διαδικασία της δικαστικής εκκαθαρίσεως θα έθιγε τα συμφέροντα της τοπικής φορολογικής αρχής. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει εν προκειμένω το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, φαίνεται να το εφάρμοσε για αυτόν ακριβώς τον λόγο ( 38 ).
96.
Για τους λόγους αυτούς, δεν συμμερίζομαι την υποστηριζόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία της επίδικης αποφάσεως. Δεν μπορεί να προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία της επίδικης αποφάσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Δ. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
97.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή του δεδικασμένου, αποφάνθηκε ultra vires, παραβίασε την αρχή της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς και παρέβη το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τα άρθρα 44, παράγραφος 1, και 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ( 39 ).
98.
Ειδικότερα, η Επιτροπή χαρακτηρίζει νομικά εσφαλμένη την κρίση στην οποία κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση Frucona I, ότι το Δικαστήριο «κατά λογική αναγκαιότητα […] εμμέσως θεώρησε το κριτήριο αυτό εφαρμόσιμο» ( 40 ). Η Επιτροπή διατείνεται ότι στο πλαίσιο της αποφάσεως Frucona I, οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Ως εκ τούτου, αν το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι το εν λόγω κριτήριο δεν είναι εφαρμόσιμο θα είχε αποφανθεί κατά παράβαση της αρχής ne ultra petita.
99.
Η Frucona υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου είναι ορθή και, εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα επιχειρήματα των διαδίκων. Εάν το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι εφαρμόσιμο, η εκ μέρους του εκτίμηση ως προς το εάν πληρούνταν το εν λόγω κριτήριο θα ήταν νομικά εσφαλμένη.
2. Ανάλυση
100.
Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή του δεδικασμένου. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή είχε διαπιστωθεί με την απόφαση Frucona I δεδομένου ότι στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της εφαρμογής του εν λόγω κριτηρίου.
101.
Αν το Δικαστήριο απορρίψει τον πρώτο, τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, όπως προτείνω, παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως διότι ο λόγος αυτός αφορά ζήτημα το οποίο το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε για λόγους πληρότητας.
102.
Όσον αφορά την ουσία του λόγου αυτού, συντάσσομαι με τη θέση της Επιτροπής.
103.
Με την απόφαση Frucona I, το Δικαστήριο δεν έκρινε το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, διότι στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να αποφανθεί ultra petita. Αρκεί η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί ως προς την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, και όχι ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του. Συναφώς, φρονώ ότι προκαλεί μεγάλη σύγχυση η διαπίστωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που έχει ως εξής: εφόσον το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί ότι το εν λόγω κριτήριο δεν είναι εν προκειμένω εφαρμόσιμο, αλλά δεν το έπραξε, συνάγεται ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ουσιαστικά ότι το κριτήριο αυτό είναι εν προκειμένω εφαρμόσιμο ( 41 ).
104.
Είναι αληθές ότι η δυνατότητα εφαρμογής αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής. Είναι επίσης αληθές ότι το Δικαστήριο δεν είναι πάντα υποχρεωμένο να οριοθετεί την κρίση του αποκλειστικά με βάση τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι προς στήριξη των ισχυρισμών τους. Αν τούτο συνέβαινε, θα ήταν υποχρεωμένο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να θεμελιώσει την απόφασή του σε εσφαλμένους νομικούς ισχυρισμούς. Ωστόσο, το Δικαστήριο οφείλει να αποφαίνεται μόνον επί των αιτημάτων των διαδίκων, στους οποίους απόκειται ο καθορισμός του πλαισίου της διαφοράς ( 42 ).
105.
Στο πλαίσιο της αποφάσεως Frucona I, οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Εάν το Δικαστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση, έκρινε ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν είναι εφαρμόσιμο, θα αποφαινόταν προδήλως επί ζητήματος το οποίο υπερβαίνει το πλαίσιο της διαφοράς. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ζητήματα δημόσιας τάξεως, τα οποία μπορεί να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τους διαδίκους.
106.
Συνεπώς, φρονώ ότι το Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι, εφόσον το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή στην απόφαση Frucona I, το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του εν λόγω κριτηρίου αποτελεί δεδικασμένο. Εντούτοις, στο μέτρο που το Δικαστήριο συμφωνεί με τη θέση μου όσον αφορά τον πρώτο, τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο λόγος αυτός παραμένει αλυσιτελής.
Ε. Επί του πέμπτου και του έκτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
107.
Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή την υποχρεώνει να αποδείξει την «υποκειμενική συμπεριφορά» του Δημοσίου και να τη συγκρίνει με τη συμπεριφορά που θα είχε επιδείξει ένας ιδιώτης επενδυτής υπό τις ίδιες συνθήκες. Προβάλλει ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί το κριτήριο αυτό, κρίσιμα είναι μόνον τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα και οι εξελίξεις που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο λήψεως του επίμαχου μέτρου. Κατά την Επιτροπή, η εκτίμηση περί της εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή είναι εσφαλμένη, διότι το Γενικό Δικαστήριο απαίτησε από αυτή να συγκρίνει τη συμπεριφορά του Δημοσίου με εκείνη του ιδανικού, ορθολογικού και πλήρως ενημερωμένου υποθετικού ιδιώτη πιστωτή. Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε πρόσθετη προϋπόθεση την οποία η Επιτροπή πρέπει να εκπληρώσει κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή ( 43 ).
108.
Η Frucona θεωρεί ορθή την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου. Καταρχάς, η εν λόγω εκτίμηση στηρίζεται στο κριτήριο το οποίο εφάρμοσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ορίζει νέα προϋπόθεση, αλλά απλώς επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να εξετάσει όλα τα κρίσιμα στοιχεία που είναι διαθέσιμα και προβλέψιμα κατά τον χρόνο λήψεως του επίμαχου μέτρου.
109.
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως συνδέεται στενά με τον πέμπτο λόγο. Στο πλαίσιο αυτού του λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι νομικά εσφαλμένη κατά το μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί ότι διαπιστώνει τη μη τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής της υποχρεώσεώς της να προβεί σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση ( 44 ). Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το βάρος αποδείξεως που φέρει είναι ιδιαίτερα αυξημένο. Κατά την άποψή της, τούτο συμβαίνει ιδίως επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει επαρκή στοιχεία ως πρoς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί το απαιτούμενο επίπεδο αποδείξεως.
110.
Η Frucona διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο προσήψε σαφώς στην Επιτροπή ότι δεν προσδιόρισε, μεταξύ άλλων, το είδος και τη μεθοδολογία επί της οποίας εδράζονται οι αποτιμήσεις που έλαβε υπόψη κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Κατά τη Frucona, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συνήγαγε ότι η Επιτροπή δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τα συμπεράσματά της.
2. Ανάλυση
111.
Ο πέμπτος και ο έκτος λόγος είναι συναφείς μεταξύ τους και ως εκ τούτου επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού.
112.
Οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως άπτονται της συγκρίσεως των διαδικασιών του πτωχευτικού συμβιβασμού και, αφενός, της δικαστικής εκκαθαρίσεως, και, αφετέρου, της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών. Πιο συγκεκριμένα, οι λόγοι αυτοί θέτουν το ζήτημα της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της Επιτροπής κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι νομικά εσφαλμένη, διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν κατέδειξε ότι η επίδικη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή.
α) Οι παράμετροι της εκτιμήσεως
113.
Κατά πρώτον, οι παράμετροι που προσδιορίζουν την εκτίμηση που διενεργείται κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
114.
Αφενός, με την απόφαση Frucona I, το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η δικαιούχος επιχείρηση είχε επιτύχει προδήλως διευκολύνσεις συγκρίσιμες με εκείνες ενός ιδιώτη επενδυτή ο οποίος τελεί σε κατάσταση κατά το δυνατόν παραπλήσια εκείνης του δημόσιου πιστωτή και επιδιώκει την είσπραξη των ποσών τα οποία του οφείλει δανειστής αντιμέτωπος με οικονομικές δυσχέρειες, η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί σε συνολική εκτίμηση. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκτιμήσεως πρέπει να ληφθεί υπόψη κάθε σχετικό εν προκειμένω στοιχείο το οποίο παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προσδιορίσει αν η δικαιούχος επιχείρηση πέτυχε προδήλως διευκολύνσεις συγκρίσιμες με εκείνες ενός ιδιώτη ( 45 ). Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι θεωρείται σχετικό κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να επηρεάσει σε ικανό βαθμό τον τρόπο λήψεως αποφάσεων ενός συνήθως συνετού και επιμελούς ιδιώτη πιστωτή, ο οποίος τελεί σε κατάσταση κατά το δυνατόν παραπλήσια εκείνης του δημόσιου πιστωτή και επιδιώκει την είσπραξη των ποσών τα οποία του οφείλει δανειστής αντιμέτωπος με δυσχέρειες πληρωμών ( 46 ).
115.
Αφετέρου, το Δικαστήριο, προφανώς για να οριοθετήσει την έκταση των υποχρεώσεων που υπέχει η Επιτροπή κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, έκρινε ότι κρίσιμα είναι μόνο τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα και οι εξελίξεις που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως για πραγματοποίηση της επενδύσεως ( 47 ).
116.
Μία ακόμη σύντομη παρατήρηση που θα ήθελα να διατυπώσω πριν την εξέταση των λοιπών δύο λόγων αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται αιτήσεως αναιρέσεως: δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει εκ νέου, στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης, πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία. Πράγματι, η Επιτροπή δεν επιδιώκει την επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών ή αποδεικτικών στοιχείων, αλλά υποστηρίζει ότι, κατά την εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο επέβαλε στην Επιτροπή νέα υποχρέωση ως προς την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή.
β) Η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να εκτιμήσει τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως
117.
Mε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, η Επιτροπή όφειλε να διαπιστώσει εάν ένας συνήθως συνετός και επιμελής ιδιώτης επενδυτής, που τελεί σε κατάσταση κατά το δυνατόν παραπλήσια εκείνης των σλοβακικών αρχών, θα επέλεγε προδήλως την πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού, προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη των ποσών που του οφείλονται. Προς τούτο και προκειμένου να προσδιορίσει ποια είναι η πλέον πρόσφορη εναλλακτική λύση, η Επιτροπή έπρεπε να συγκρίνει, με γνώμονα τα συμφέροντα του ιδιώτη επενδυτή, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε μίας από τις διαδικασίες αυτές ( 48 ).
118.
Το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέτασε καταρχάς τη διαδικασία της δικαστικής εκκαθαρίσεως ως εναλλακτική λύση έναντι της διαδικασίας του πτωχευτικού συμβιβασμού. Το Γενικό Δικαστήριο αποτίμησε τους συντελεστές ρευστοποιήσεως που εφάρμοσε η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση επί των βραχυπρόθεσμων απαιτήσεων και των παγίων στοιχείων του ενεργητικού (μονάδα παραγωγής και μηχανήματα) ( 49 ). Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως δεν τεκμηριώνουν επαρκώς το πιθανό προϊόν της εκποιήσεως σε περίπτωση δικαστικής εκκαθαρίσεως. Περαιτέρω, έκρινε ότι, προκειμένου να θεραπευθεί η πλημμέλεια αυτή, η Επιτροπή όφειλε να αναζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες προκειμένου να διασταυρώσει και να τεκμηριώσει τις διαπιστώσεις της ( 50 ).
119.
Στη συνέχεια το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τη διαδικασία της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο επανέλαβε ότι τα συμπεράσματα που αντλήθηκαν από την αποτίμηση των παγίων στοιχείων του ενεργητικού και των βραχυπρόθεσμων απαιτήσεων δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένα ( 51 ). Το Γενικό Δικαστήριο, ακολούθως, επισήμανε τρία επιπλέον ζητήματα τα οποία, κατά την κρίση του, θίγουν το κύρος της επίδικης αποφάσεως, ως προς την εκτίμηση της διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών: η Επιτροπή παρέλειψε να αξιολογήσει δεόντως τη διάρκεια της διαδικασίας, να εκτιμήσει τις δαπάνες που απορρέουν από την εν λόγω διαδικασία και να εξετάσει το ενδεχόμενο να κηρύξει πτώχευση η επιχείρηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ( 52 ).
120.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου απορρέει νέα υποχρέωση την οποία η Επιτροπή οφείλει να τηρήσει κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, ήτοι, η αυτεπάγγελτη εξέταση της συμπεριφοράς του ιδανικού, ορθολογικού και πλήρως ενημερωμένου πιθανού ιδιώτη πιστωτή.
121.
Φρονώ ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής είναι αλυσιτελείς.
122.
Εν προκειμένω, ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση ότι απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να ελέγχει μεταξύ άλλων όχι μόνον την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των σχετικών στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση μιας σύνθετης καταστάσεως και αν είναι ικανά να θεμελιώσουν τα εξ αυτών αρυόμενα συμπεράσματα ( 53 ).
123.
To Γενικό Δικαστήριο, κατέληξε, κατ’ ουσίαν, σε αντίθετο συμπέρασμα. Προέβη δε στη διαπίστωση αυτή σε σχέση με την εκτίμηση τόσο της διαδικασίας δικαστικής εκκαθαρίσεως όσο και εκείνης της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών ( 54 ).
124.
Όσον αφορά τους συντελεστές ρευστοποιήσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει ποιες συμπληρωματικές πληροφορίες πρέπει να αναζητηθούν προκειμένου να επιτευχθεί το απαιτούμενο επίπεδο αποδείξεως. Συνεπώς η υποχρέωση που επιβλήθηκε στην Επιτροπή είναι αντίθετη προς τον ίδιο τον λόγο θεσπίσεως του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, που συνίσταται στην εκτίμηση της «υποκειμενικής συμπεριφοράς» του Δημοσίου κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως.
125.
Κατά τη γνώμη μου, μια προσεκτικότερη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν παρέχει έρεισμα στην άποψη αυτή. Πράγματι, όπως συνάγεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα πάγια στοιχεία του ενεργητικού, προσάπτεται στην Επιτροπή ότι, στο πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως, δεν τεκμηρίωσε την εφαρμογή του συντελεστή ρευστοποιήσεως 97 % ( 55 ). Αφετέρου, ως προς το ζήτημα των απαιτήσεων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε η επιλογή του συντελεστή ρευστοποιήσεως 59 % στην επίδικη απόφαση ( 56 ). Με άλλα λόγια, το πρόβλημα που εντοπίζει το Γενικό Δικαστήριο έγκειται στο ότι η επίδικη απόφαση λαμβάνει ως αφετηρία ατεκμηρίωτες εικασίες όσον αφορά την αξία των στοιχείων του ενεργητικού σε περίπτωση εκποιήσεως.
126.
Αυτό με ωθεί να εξετάσω την απόφαση Buczek Automotive, η οποία μνημονεύεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η Επιτροπή επιχειρεί να διακρίνει την κρινόμενη υπόθεση από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Buczek Automotive. Ειδικότερα, τονίζει ότι τα σφάλματα που εντοπίστηκαν στην υπόθεση εκείνη δεν είναι της ίδιας φύσεως με αυτά που διαπιστώθηκαν, πρωτοδίκως, εν προκειμένω: με την απόφαση Buczek Automotive διαπιστώθηκε, κατά την εξέταση ενός ζητήματος, ότι ο φάκελος της διοικητικής διαδικασίας δεν περιείχε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να στηρίζουν τα συμπεράσματα της Επιτροπής ( 57 ). Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει, δεδομένου ότι στην επίδικη απόφαση δεν επιχειρείται να διαπιστωθεί πώς θα ενεργούσε ο ιδιώτης επενδυτής.
127.
Πρώτον, οι υποθέσεις αυτές δεν διαφέρουν πραγματικά μεταξύ τους: ακόμη κι αν υπάρχει κάποια διαφοροποίηση, αυτή είναι επουσιώδης. Στην υπόθεση Buczek Automotive δεν προσκομίστηκαν στοιχεία ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι μόνο η διαδικασία της δικαστικής εκκαθαρίσεως θα καθιστούσε δυνατή την αποτελεσματική είσπραξη της οφειλής. Ομοίως, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώθηκε ότι ορισμένα συμπεράσματα της επίδικης αποφάσεως δεν βασίστηκαν σε αδιάσειστα στοιχεία που αντλήθηκαν από τον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας ( 58 ). Δεύτερον, φρονώ ότι με την επίδικη απόφαση διαπιστώνεται πράγματι ο τρόπος με τον οποίο θα ενεργούσε ο ιδιώτης επενδυτής. Συνάγεται το συμπέρασμα ότι ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε αποδεχθεί την πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού: αντιθέτως, θα επέλεγε κάποια από τις εναλλακτικές επιλογές έναντι του πτωχευτικού συμβιβασμού ( 59 ).
128.
Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο δεν παραπέμπει μόνο στην απόφαση Buczek Automotive. Στήριξε επιπλέον την κρίση του σε παγιωμένες αρχές σύμφωνα με τις οποίες η (συνολική) εκτίμηση της Επιτροπής πρέπει να ερείδεται σε ακριβή, αξιόπιστα και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία ( 60 ). Ουσιαστικά, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κάθε σχετικό στοιχείο το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να προσδιορίσει αν η δικαιούχος επιχείρηση προδήλως αποκόμισε διευκολύνσεις συγκρίσιμες με εκείνες που θα χορηγούσε ένας ιδιώτης πιστωτής: θεωρείται σχετικό κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να επηρεάσει σε ικανό βαθμό τον τρόπο λήψεως αποφάσεων ενός συνήθως συνετού και επιμελούς ιδιώτη πιστωτή, ο οποίος τελεί σε κατάσταση κατά το δυνατόν παραπλήσια εκείνης του Δημόσιου ( 61 ).
129.
Ο δικαστής της Ένωσης δεν πρέπει να αντικαθιστά τις περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με τις δικές του. Γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν οι εκτιμήσεις αυτές στηρίζονται σε βάσιμα αποδεικτικά στοιχεία.
130.
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ακολούθησε μια περιοριστική προσέγγιση. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, η Επιτροπή εσφαλμένως υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα που διατυπώνεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται την επιβολή νέας υποχρεώσεως που συνίσταται στην εξέταση της συμπεριφοράς του ιδανικού, ορθολογικού και πλήρως ενημερωμένου πιθανού ιδιώτη πιστωτή.
131.
Από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υποχρεώνει την Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη και άλλες πληροφορίες πέραν εκείνων που είχε στη διάθεσή της κατά τον χρόνο λήψεως του επίμαχου μέτρου. Κατά την εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως που αφορούν τους συντελεστές ρευστοποιήσεως, το Γενικό Δικαστήριο απλώς διαπίστωσε ότι τα προβληθέντα στοιχεία δεν αρκούσαν για να δικαιολογηθεί το συμπέρασμα που αντλείται με την επίδικη απόφαση σχετικά με την εκπλήρωση του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Με άλλα λόγια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν προκειμένου να αποδειχθεί η χορήγηση πλεονεκτήματος δεν ήταν πειστικά δεδομένου ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όλες οι σχετικές πληροφορίες.
132.
Πράγματι, η υπό κρίση περίπτωση ομοιάζει με αυτή που αποτελεί αντικείμενο της αποφάσεως Tetra Laval κατά το ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προσέθεσε επιπλέον προϋπόθεση σχετικά με τον βαθμό της απαιτούμενης αποδείξεως, αλλά απλώς έκρινε ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν θεμελίωναν κατά τρόπο πειστικό τη θέση της Επιτροπής ( 62 ).
133.
Είναι δυσχερής ο προσδιορισμός εν γένει της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ βάσιμων και αβάσιμων διαπιστώσεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει, κατά διακριτική ευχέρεια, στην αναγκαία εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, εν προκειμένω, χωρίς την περιττή παρέμβαση του Δικαστηρίου.
134.
Κατόπιν των συμπερασμάτων αυτών, θα εξετάσω τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με την εκτίμηση της διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών, ως προς τα οποία έχω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
135.
Όσον αφορά την αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και των συντελεστών ρευστοποιήσεως που εφαρμόσθηκαν, επιβάλλεται το ίδιο συμπέρασμα με εκείνο που ισχύει στην περίπτωση της δικαστικής εκκαθαρίσεως: το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του να ελέγχει τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία, ορθώς συνήγαγε τα εν λόγω συμπεράσματα.
136.
Επιπροσθέτως, υπογραμμίζω ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ειδικά την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τα τρία ζητήματα τα οποία, κατά την κρίση του, έθιγαν το κύρος της επίδικης αποφάσεως: η έλλειψη προσήκουσας εκτιμήσεως της διάρκειας της διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών, των εξόδων της διαδικασίας αυτής και του ενδεχομένου να κηρύξει πτώχευση η επιχείρηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
137.
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ένας συνήθως συνετός και επιμελής ιδιώτης πιστωτής, που τελεί σε κατάσταση κατά το δυνατόν παραπλήσια με εκείνη της τοπικής φορολογικής αρχής, μπορεί απλώς να αγνοήσει τα στοιχεία αυτά. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Frucona I ότι, όσον αφορά τη διαδικασία της δικαστικής εκκαθαρίσεως, η διάρκεια της διαδικασίας αυτής συνιστά στοιχείο ικανό να επηρεάσει σε ικανό βαθμό τον τρόπο λήψεως αποφάσεων ενός συνήθως συνετού και επιμελούς ιδιώτη πιστωτή ( 63 ). Το ίδιο πρέπει να ισχύει όσον αφορά τη διαδικασία της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών. Επιπροσθέτως, οι δαπάνες που συνεπάγεται η διαδικασία αυτή και η εξέταση της δυνατότητας κηρύξεως πτωχεύσεως κατά τη διάρκειά της αποτελούν, χωρίς καμία αμφιβολία, ιδιαιτέρως κρίσιμα στοιχεία για κάθε συνήθως συνετό και επιμελή ιδιώτη πιστωτή που επιδιώκει την είσπραξη των ποσών τα οποία του οφείλει δανειστής αντιμέτωπος με δυσχέρειες πληρωμών. Κατά την άποψή μου, οι διαπιστώσεις αυτές αρκούν για να θεμελιώσουν το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη όλες τις σχετικές πληροφορίες κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, σύμφωνα με τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την απόφαση Frucona I ( 64 ).
138.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα επιχειρήματά της ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή σε σχέση με τη διαδικασία αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να θεωρηθούν αλυσιτελή.
139.
Συμπερασματικά, απόκειται στην Επιτροπή να προβεί σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει αν ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Εντούτοις, πρέπει, προς τούτο, να στηρίξει τα συμπεράσματά της σε ακριβή, αξιόπιστα και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμπεράσματα που αντλούνται από την επίδικη απόφαση ως προς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των εναλλακτικών επιλογών σε σχέση με τη διαδικασία του πτωχευτικού συμβιβασμού δεν στηρίχθηκαν σε όλα τα σχετικά στοιχεία. Η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή νέας υποχρεώσεως ως προς τον βαθμό της απαιτούμενης αποδείξεως.
140.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΣΤ. Πρόταση
141.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση της 16ης Μαρτίου 2016, Frucona Košice κατά Επιτροπής (T‑103/14, EU:T:2016:152) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 3 ) ΕΕ 2014, L 176, σ. 38 (στο εξής: επίδικη απόφαση).
( 4 ) Ανάλογα με την περίπτωση, το κριτήριο αυτό καλείται επίσης, μεταξύ άλλων, κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή ή του ιδιώτη πωλητή.
( 5 ) Κρατική ενίσχυση αριθ. C 25/2005 (πρώην NN 21/2005) – Μέτρο ενισχύσεως της Frucona Košice (ΕΕ 2005, C 233, σ. 47).
( 6 ) ΕΕ 2007, L 112, σ. 14 (στο εξής: αρχική απόφαση).
( 7 ) Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2010, Frucona Košice κατά Επιτροπής (T‑11/07, EU:T:2010:498).
( 8 ) Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2013, Frucona Košice κατά Επιτροπής (C‑73/11 P, EU:C:2013:32) (στο εξής: απόφαση Frucona I).
( 9 ) Διάταξη της 21ης Μαρτίου 2014, Frucona Košice κατά Επιτροπής (T‑11/07 RENV, EU:T:2014:173).
( 10 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψεις 81 έως 85).
( 11 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1961, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (30/59, EU:C:1961:2, σ. 556), και της 15ης Μαρτίου 1994, Banco Exterior de España (C‑387/92, EU:C:1994:100, σκέψεις 12 και 13). Βλ., προσφάτως, απόφαση Frucona I, σκέψεις 68 και 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 12 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 70, και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Βλ., αποφάσεις της 3ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών και ING Groep (C‑224/12 P, EU:C:2014:213, σκέψη 32), και της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 103).
( 14 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 15 ) Σκέψεις 109 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 16 ) Σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 17 ) Βλ., σχετικά με τον δημόσιο επενδυτή, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 81).
( 18 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 19 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 20 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 82).
( 21 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψεις 86 και 87).
( 22 ) Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2013, Land Burgenland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑214/12 P, C‑215/12 P και C‑223/12 P, EU:C:2013:682, σκέψεις 57, 60 και 61).
( 23 ) Σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 24 ) Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 83 και 128 έως 132 της επίδικης αποφάσεως, η κεντρική φορολογική διεύθυνση απέρριψε την πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού και η Σλοβακική Δημοκρατία χαρακτήρισε τον εν λόγω πτωχευτικό συμβιβασμό κρατική ενίσχυση.
( 25 ) Αντιθέτως, όπως θα εκτεθεί λεπτομερέστερα κατωτέρω, το κριτήριο του ιδιώτη επιχειρηματία εφαρμόζεται στο πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως προκειμένου να συναχθεί ότι η διαγραφή χρέους συνιστά κρατική ενίσχυση.
( 26 ) Βλ., αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 104), και της 3ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών και ING Groep (C‑224/12 P, EU:C:2014:213, σκέψη 33).
( 27 ) Σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 28 ) Σκέψη 245 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 29 ) Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2013, Land Burgenland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑214/12 P, C‑215/12 P και C‑223/12 P, EU:C:2013:682).
( 30 ) Σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 31 ) Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 121 της επίδικης αποφάσεως, η διαδικασία αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών εξετάστηκε ως εναλλακτική λύση έναντι της διαδικασίας του πτωχευτικού συμβιβασμού βάσει του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς, μολονότι η τοπική φορολογική αρχή δεν εξέτασε ειδικά το ενδεχόμενο να κινήσει τη διαδικασία αυτή.
( 32 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και συναφώς, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 86).
( 33 ) Σκέψεις 99 έως 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 34 ) Αιτιολογικές σκέψεις 80 έως 84 και 128 έως 132 της επίδικης αποφάσεως.
( 35 ) Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.
( 36 ) Αιτιολογικές σκέψεις 139 έως 140 της επίδικης αποφάσεως.
( 37 ) Βλ. σημείο 73 των παρουσών προτάσεων.
( 38 ) Αιτιολογικές σκέψεις 84 και 85 της επίδικης αποφάσεως.
( 39 ) Σκέψεις 119 έως 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 40 ) Σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 41 ) Σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 42 ) Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, EU:C:2010:541, σκέψη 65).
( 43 ) Σκέψεις 137 και 180 έως 213 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 44 ) Σκέψεις 191 έως 195 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 45 ) Απόφαση Frucona I, σκέψεις 72 και 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 46 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 78.
( 47 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 105).
( 48 ) Σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 49 ) Σκέψεις 185 έως 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 50 ) Σκέψεις 201 και 235 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 51 ) Σκέψεις 277 και 278 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 52 ) Σκέψεις 279 έως 283 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 53 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 54 ) Σκέψεις 201, 278 και 284 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 55 ) Σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 56 ) Σκέψη 198 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 57 ) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, Επιτροπή κατά Buczek Automotive (C‑405/11 P, EU:C:2013:186, σκέψη 60).
( 58 ) Σκέψεις 191, 194, 196, 199, 279 και 283 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 59 ) Αιτιολογικές σκέψεις 119 και 124 της επίδικης αποφάσεως.
( 60 ) Αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κατά Tetra Laval (C‑12/03 P, EU:C:2005:87, σκέψη 39), και της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott (C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 65). Βλ. επίσης απόφαση Frucona I, σκέψη 76.
( 61 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 78.
( 62 ) Βλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κατά Tetra Laval (C‑12/03 P, EU:C:2005:87, σκέψη 41).
( 63 ) Απόφαση Frucona I, σκέψη 81.
( 64 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Frucona I, σκέψη 77.