ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 21ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C-306/16
António Fernando Maio Marques da Rosa
κατά
Varzim Sol – Turismo, Jogo e Animação, SA
[αίτηση του Tribunal da Relação do Porto (εφετείο του Πόρτο, Πορτογαλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων – Οδηγία 2003/88 – Άρθρο 5 – Εβδομαδιαία ανάπαυση – Εθνική ρύθμιση προβλέπουσα τουλάχιστον μία ημέρα αναπαύσεως ανά περίοδο επτά ημερών – Εργασία κατά βάρδιες – Περίοδος άνω των έξι συνεχόμενων ημερών εργασίας»
I. Εισαγωγή
1.
Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Tribunal da Relação do Porto (εφετείο του Πόρτο, Πορτογαλία) σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 5 των οδηγιών 93/104/ΕΚ ( 2 ) και 2003/88/ΕΚ ( 3 ) για την εβδομαδιαία ανάπαυση και του άρθρου 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) για το δικαίωμα σε δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η εβδομαδιαία ανάπαυση την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος δυνάμει των εν λόγω διατάξεων πρέπει να χορηγείται το αργότερο την έβδομη ημέρα μετά από έξι συνεχόμενες ημέρες εργασίας.
2.
Με τις παρούσες προτάσεις μου θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση και ότι, δυνάμει των εν λόγω διατάξεων, η ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως μπορεί να χορηγείται οποιαδήποτε ημέρα εντός κάθε περιόδου επτά ημερών.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
3.
Η οδηγία 93/104 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2003/88 από τις 2 Αυγούστου 2004 ( 4 ). Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης διέπονται, rationae temporis, εν μέρει από την οδηγία 93/104 και εν μέρει από την οδηγία 2003/88 ( 5 ).
4.
Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/104, με τίτλο «Εβδομαδιαία ανάπαυση», προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά περίοδο επτά ημερών, μια ελάχιστη περίοδο συνεχούς αναπαύσεως είκοσι τεσσάρων ωρών, στις οποίες προστίθενται οι ένδεκα ώρες ημερήσιας αναπαύσεως οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 3.
Αν δικαιολογείται για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή από τις συνθήκες οργάνωσης της εργασίας μπορεί να ορισθεί ελάχιστη περίοδος ανάπαυσης είκοσι τεσσάρων ωρών.»
5.
Το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 επαναλαμβάνει κατά γράμμα το άρθρο 5 της οδηγίας 93/104 ( 6 ).
Β. Το πορτογαλικό δίκαιο
1. Ο εργατικός κώδικας του 2003
6.
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η οδηγία 93/104 μεταφέρθηκε στην πορτογαλική έννομη τάξη μέσω της θεσπίσεως του Código do Trabalho 2003 ( 7 ) (εργατικού κώδικα του 2003). Το άρθρο 205, παράγραφος 1, του κώδικα ( 8 ) προβλέπει τα εξής:
«Ο εργαζόμενος δικαιούται, κατ’ ελάχιστον, μία ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως.»
7.
Το άρθρο 206, παράγραφος 1, του κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Όλες ή ορισμένες εβδομάδες του έτους μπορεί να χορηγείται μισή ή ολόκληρη ημέρα αναπαύσεως, πέραν της ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως την οποία προβλέπει ο νόμος.»
8.
Το άρθρο 207, παράγραφος 1, του κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Στην ημέρα υποχρεωτικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως προστίθεται περίοδος ένδεκα ωρών, η οποία αντιστοιχεί στην ελάχιστη διάρκεια ημερήσιας αναπαύσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 176.»
2. Ο εργατικός κώδικας του 2009
9.
Η οδηγία 2003/88 μεταφέρθηκε στην πορτογαλική έννομη τάξη μέσω της θεσπίσεως του Código do Trabalho 2009 ( 9 ) (εργατικός κώδικας του 2009).
10.
Το άρθρο 232, παράγραφοι 1 και 3, του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:
«1. Ο εργαζόμενος δικαιούται, κατ’ ελάχιστον, μία ημέρα αναπαύσεως ανά εβδομάδα.
[…]
3. Με πράξη που αποτελεί προϊόν συλλογικής διαπραγματεύσεως ή σύμβαση εργασίας μπορεί να αναγνωριστεί πρόσθετη περίοδος, συνεχούς ή μη, εβδομαδιαίας αναπαύσεως για όλες ή μερικές εβδομάδες του έτους.»
11.
Το άρθρο 233, παράγραφοι 1 και 2, του κώδικα έχει ως εξής:
«1. Η υποχρεωτική περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως και η περίοδος των 11 ωρών που αντιστοιχεί στην ημερήσια ανάπαυση που προβλέπεται στο άρθρο 214 πρέπει να λαμβάνονται συνεχόμενα.
2. Η περίοδος των 11 ωρών που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο θεωρείται ότι περιλαμβάνεται, εν όλω ή εν μέρει, στην πρόσθετη εβδομαδιαία ανάπαυση που λαμβάνεται σε συνέχεια της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως.»
3. Οι επιχειρησιακές συμβάσεις
12.
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, τη σχέση εργασίας μεταξύ των διαδίκων διείπαν επίσης δύο επιχειρησιακές συμβάσεις που χρονολογούνταν, αντιστοίχως, από το 2002 και το 2003 ( 10 ). Οι συμφωνίες αυτές προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, για εργαζόμενο που κατέχει τη θέση του εκκαλούντος στην υπόθεση της κύριας δίκης, δικαίωμα δύο συνεχόμενων ημερών εβδομαδιαίας αναπαύσεως.
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13.
Ο εκκαλών στην υπόθεση της κύριας δίκης, A.-F. Maio Marques da Rosa, απασχολήθηκε από το 1991 έως το 2014 –από το 1999 ως ταμίας– στην εφεσίβλητη εταιρία Varzim Sol – Turismo, Jogo e Animação, SA (στο εξής: Varzim Sol), η οποία έχει στην ιδιοκτησία της και εκμεταλλεύεται ένα καζίνο στην Πορτογαλία. Το καζίνο λειτουργεί καθημερινά, εκτός της 24ης και της 25ης Δεκεμβρίου, για ορισμένο αριθμό ωρών, από το απόγευμα έως το πρωί.
14.
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα ωράρια των υπαλλήλων της Varzim Sol που ασκούσαν καθήκοντα στις αίθουσες παιγνίων προέβλεπαν δύο συνεχόμενες ημέρες αναπαύσεως. Οι ταμίες, συμπεριλαμβανομένου του εκκαλούντος, απασχολούνταν εκ περιτροπής στις τέσσερις υπάρχουσες βάρδιες, σύμφωνα με το ωράριο εργασίας που προκαθόριζε και ανακοίνωνε η Varzim Sol.
15.
Κατά τα έτη 2008 και 2009, ο εκκαλών εργάστηκε, σε ορισμένες περιπτώσεις, επί επτά συνεχόμενες ημέρες. Από το 2010, η Varzim Sol τροποποίησε τα ωράρια ούτως ώστε οι υπάλληλοι να μην εργάζονται περισσότερες από έξι συνεχόμενες ημέρες.
16.
Η σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος έληξε στις 16 Μαρτίου 2014.
17.
Ο εκκαλών άσκησε αγωγή κατά της Varzim Sol ζητώντας, κατ’ ουσίαν, να αναγνωριστεί ότι η τελευταία δεν του είχε χορηγήσει τις ημέρες υποχρεωτικής αναπαύσεως τις οποίες ο ίδιος θεωρούσε ότι εδικαιούτο βάσει της πορτογαλικής νομοθεσίας και των επιχειρησιακών συμβάσεων. Συναφώς, ζήτησε αποζημίωση ίση προς την αμοιβή για την υπερωριακή εργασία που είχε παράσχει, για τις έβδομες ημέρες συνεχούς απασχολήσεως κατά τις οποίες είχε αναγκαστεί να εργαστεί και για τη μη χορήγηση της δεύτερης ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως, καθώς και για τις μη χορηγηθείσες ημέρες αντισταθμιστικής αναπαύσεως.
18.
Μετά την απόρριψη της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο εκκαλών άσκησε έφεση ενώπιον του Tribunal da Relação do Porto (εφετείου του Πόρτο).
19.
Το εν λόγω δικαστήριο, έχοντας αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία των άρθρων 5 των οδηγιών 93/104 και 2003/88, αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση της αποφάσεώς του και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 5 [των οδηγιών 93/104 και 2003/88], καθώς και του άρθρου 31 [του Χάρτη], στην περίπτωση εργαζομένων που εργάζονται με βάρδιες και εκ περιτροπής περιόδους αναπαύσεως, σε επιχείρηση ανοικτή καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, η οποία δεν έχει ωστόσο συνεχή 24ωρη παραγωγική δραστηριότητα, είναι υποχρεωτικό να χορηγείται η υποχρεωτική ημέρα αναπαύσεως την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος εντός κάθε περιόδου 7 ημερών, δηλαδή, τουλάχιστον την έβδομη ημέρα που έπεται 6 συνεχόμενων ημερών εργασίας;
2)
Συνάδει με τις προμνησθείσες οδηγίες και διατάξεις ερμηνεία κατά την οποία, όσον αφορά τους συγκεκριμένους εργαζομένους, ο εργοδότης μπορεί να επιλέγει ελεύθερα τις ημέρες στις οποίες χορηγεί στον εργαζόμενο, εντός κάθε εβδομάδας, την ανάπαυση την οποία αυτός δικαιούται, με αποτέλεσμα να μπορεί να υποχρεωθεί ο εργαζόμενος να εργαστεί, χωρίς υπερωριακή αμοιβή, έως 10 συνεχόμενες ημέρες (παραδείγματος χάριν, από την Τετάρτη μιας εβδομάδας, κατόπιν αναπαύσεως τη Δευτέρα και την Τρίτη, έως την Παρασκευή της επόμενης εβδομάδας, με ανάπαυση το Σάββατο και την Κυριακή που ακολουθούν);
3)
Συνάδει με τις προαναφερθείσες οδηγίες και διατάξεις ερμηνεία κατά την οποία η περίοδος συνεχούς αναπαύσεως 24 ωρών μπορεί να χορηγηθεί σε οποιαδήποτε ημερολογιακή ημέρα καθορισμένης περιόδου 7 ημερολογιακών ημερών και η επόμενη περίοδος συνεχούς αναπαύσεως 24 ωρών (στις οποίες προστίθενται οι 11 ώρες ημερήσιας αναπαύσεως) μπορεί επίσης να χορηγηθεί σε οποιαδήποτε από τις ημερολογιακές ημέρες της περιόδου 7 ημερολογιακών ημερών που έπεται της προαναφερθείσας περιόδου;
4)
Συνάδει με τις προμνησθείσες οδηγίες και διατάξεις, λαμβανομένου επίσης υπόψη του άρθρου 16, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2003/88], ερμηνεία κατά την οποία ο εργαζόμενος, αντί να λαμβάνει περίοδο συνεχούς αναπαύσεως 24 ωρών (στις οποίες προστίθενται οι 11 ώρες ημερήσιας αναπαύσεως) ανά περίοδο 7 ημερών, μπορεί να λαμβάνει δύο, διαδοχικές ή μη, περιόδους συνεχούς αναπαύσεως 24 ωρών σε οποιαδήποτε από τις 4 ημεορολογιακές ημέρες καθορισμένης περιόδου αναφοράς 14 ημερών;»
20.
Ο εκκαλών στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Varzim Sol, η Πορτογαλική, η Ουγγρική, η Πολωνική, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Στις 5 Απριλίου 2017 έλαβε χώρα επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η Varzim Sol, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους.
IV. Εκτίμηση
Α. Επί του αντικειμένου των προδικαστικών ερωτημάτων και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία
1. Επί των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων
21.
Με τα τρία πρώτα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 5 των οδηγιών 93/104 και 2003/88, καθώς και το άρθρο 31 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος πρέπει να χορηγείται το αργότερο την έβδομη ημέρα μετά από έξι συνεχόμενες ημέρες εργασίας ή αν ο εργοδότης είναι ελεύθερος να επιλέγει, ανά περίοδο επτά ημερών, τον χρόνο ενάρξεως της περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως.
22.
Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτουν, εν μέρει, στις διατάξεις της οδηγίας 93/104, η οποία ίσχυε έως την 1η Αυγούστου 2004, και εν μέρει στις διατάξεις της οδηγίας 2003/88, με την οποία κωδικοποιήθηκαν, με έναρξη ισχύος τη 2α Αυγούστου 2004, οι διατάξεις της οδηγίας 93/104 ( 11 ). Εντούτοις, δεδομένου ότι η διατύπωση των άρθρων 5 των εν λόγω οδηγιών ταυτίζεται ( 12 ) και ότι, ως εκ τούτου, οι απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στα τρία πρώτα ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο είναι οι ίδιες ανεξαρτήτως της εφαρμοστέας οδηγίας, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα εν λόγω ερωτήματα πρέπει να γίνεται αναφορά αποκλειστικώς στις διατάξεις της οδηγίας 2003/88 ( 13 ). Επιπροσθέτως, για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 5 της οδηγίας 93/104 από το Δικαστήριο ισχύει πλήρως και για το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 ( 14 ).
23.
Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι το πρώτο ερώτημα αφορά αποκλειστικώς την «περίπτωση εργαζομένων που εργάζονται με βάρδιες και εκ περιτροπής περιόδους αναπαύσεως, σε επιχείρηση ανοικτή καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, η οποία δεν έχει ωστόσο συνεχή 24ωρη παραγωγική δραστηριότητα». Η διατύπωση αυτή θέτει το ζήτημα κατά πόσον είναι κρίσιμο εν προκειμένω το άρθρο 17, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/88, κατά το οποίο χωρεί παρέκκλιση, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 5 της οδηγίας για την εργασία κατά βάρδιες ( 15 ).
24.
Το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει αν εκτιμά ότι ο εκκαλών στην υπόθεση της κύριας δίκης έπρεπε να θεωρηθεί, στο πλαίσιο της απασχολήσεώς του στη Varzim Sol, ως εργαζόμενος σε βάρδιες υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 6, της οδηγίας 2003/88 ή/και αν παρείχε στην εν λόγω εταιρία εργασία κατά βάρδιες υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 5, της εν λόγω οδηγίας ( 16 ). Επίσης, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το πορτογαλικό δίκαιο προβλέπει παρεκκλίσεις από το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 για την εργασία κατά βάρδιες, όπως κάνει το άρθρο 17, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας ( 17 ). Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο δεν παραπέμπει καθόλου ούτε στην τελευταία αυτή διάταξη ούτε στις διατάξεις του πορτογαλικού δικαίου περί των εργαζομένων σε βάρδιες, τις οποίες επικαλείται ο εκκαλών ( 18 ).
25.
Υπό τις συνθήκες αυτές, εκκινώ από την υπόθεση ότι το πορτογαλικό δίκαιο δεν προβλέπει παρεκκλίσεις από το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 για την εργασία κατά βάρδιες ( 19 ) σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας και ότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν ασκεί, συνεπώς, επιρροή όσον αφορά την απόφαση που θα εκδοθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
26.
Επιπροσθέτως, διαπιστώνεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει επίσης στοιχεία σχετικά με το αν οι επιχειρησιακές συμβάσεις που διέπουν τη σχέση εργασίας μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης περιέχουν διατάξεις θεσπίζουσες παρεκκλίσεις από το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88, σύμφωνα με το άρθρο 18 της τελευταίας ( 20 ). Αντιθέτως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι συμβάσεις αυτές προέβλεπαν τη χορήγηση στον εκκαλούντα δικαιώματος μίας συμπληρωματικής ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως, επιπλέον της προβλεπόμενης από το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 ( 21 ). Με άλλα λόγια, οι εν λόγω συμβάσεις παρείχαν στον εκκαλούντα προστασία ευρύτερη από την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 ( 22 ).
27.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν τις περιπτώσεις στις οποίες το εθνικό δίκαιο ή συλλογικές συμβάσεις επιτρέπουν παρεκκλίσεις από το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88, σύμφωνα, αντιστοίχως, με το άρθρο 17, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας, αλλά τη «συνήθη κατάσταση» που διέπεται αποκλειστικώς από το άρθρο 5 της οδηγίας. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι διατάξεις των εργατικών κωδίκων του 2003 και του 2009 και των επιχειρησιακών συμβάσεων που είναι εφαρμοστέες στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με το τελευταίο αυτό άρθρο.
28.
Τέλος, διαπιστώνεται ότι, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν συνάδει με το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 και με το άρθρο 31 του Χάρτη κατάσταση στην οποία ο εργαζόμενος μπορεί να υποχρεωθεί να εργάζεται επί δέκα συνεχόμενες ημέρες «χωρίς υπερωριακή αμοιβή».
29.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, εκτός από την ειδική περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 σχετικά με την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, η οδηγία απλώς ρυθμίζει ορισμένα στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας πράγμα που σημαίνει ότι, κατ’ αρχήν, δεν βρίσκει εφαρμογή στην αμοιβή των εργαζομένων ( 23 ). Επομένως, το εάν και σε ποιο βαθμό ο εκκαλών εδικαιούτο να λάβει, όπως ισχυρίζεται ( 24 ), υπερωριακή αμοιβή δεν εξαρτάται από την οδηγία 2003/88, αλλά ενδεχομένως από τις οικείες διατάξεις του εθνικού δικαίου, καθώς και από τις εφαρμοστέες επιχειρησιακές συμβάσεις.
30.
Εν κατακλείδι, φρονώ ότι με τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα ζητείται, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως πρέπει να χορηγείται το αργότερο την έβδομη ημέρα μετά από έξι συνεχόμενες ημέρες εργασίας.
2. Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
31.
Με το τέταρτό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ποια ερμηνεία πρέπει να δοθεί στο άρθρο 16, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/88, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν, για την εφαρμογή του άρθρου 5, περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τις δεκατέσσερις ημέρες ( 25 ).
32.
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο δεν παραθέτει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία έκανε χρήση της ευχέρειας που προβλέπει το άρθρο 16, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/88, να προβλέψει ανάλογη περίοδο αναφοράς για την εφαρμογή του άρθρου 5 της οδηγίας. Τόσο ο εκκαλών στην υπόθεση της κύριας δίκης όσο και η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι η ευχέρεια αυτή δεν αξιοποιήθηκε από τον Πορτογάλο νομοθέτη.
33.
Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το τέταρτο ερώτημα ως απαράδεκτο, ακολουθώντας την πάγια νομολογία ( 26 ).
B. Επί της ερμηνείας του άρθρου 5 της οδηγίας 2003/88 και του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Χάρτη
34.
Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι κάθε εργαζόμενος διαθέτει, ανά περίοδο 7 ημερών, μια ελάχιστη περίοδο συνεχούς αναπαύσεως 24 ωρών (στο εξής: περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως), στις οποίες προστίθενται οι 11 ώρες ημερήσιας αναπαύσεως, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής.
35.
Ο εκκαλών και η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι, δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας 2003/88, η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως πρέπει να χορηγείται το αργότερο την 7η ημέρα που έπεται 6 συνεχόμενων ημερών εργασίας. Αντιθέτως, η Varzim Sol, η Ουγγρική, η Πολωνική, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, εκτιμούν, κατ’ ουσίαν, ότι η διάταξη αυτή απλώς επιβάλλει τη χορήγηση περιόδου αναπαύσεως τουλάχιστον 35 ωρών ( 27 ) ανά περίοδο 7 ημερών και συνεπώς η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως μπορεί να συμπέσει με οποιαδήποτε ημέρα κατά την περίοδο αυτή των 7 ημερών.
36.
Κατ’ αρχάς διαπιστώνεται ότι η φράση «ανά περίοδο επτά ημερών» στο άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88, δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών και επομένως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση ( 28 ).
37.
Για τους λόγους που προανέφερα, συντάσσομαι με την ερμηνεία κατά την οποία το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 δεν επιτάσσει η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως να χορηγείται υποχρεωτικώς το αργότερο την έβδομη ημέρα που έπεται έξι συνεχόμενων ημερών εργασίας, αλλά από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εν λόγω περίοδος πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια κάθε περιόδου επτά ημερών. Αυτή η ερμηνεία συνεπάγεται ότι, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως, ο εργαζόμενος μπορεί κατ’ αρχήν να υποχρεωθεί να εργαστεί επί δώδεκα συνεχόμενες ημέρες ( 29 ), εφόσον πληρούνται οι λοιπές ελάχιστες απαιτήσεις της οδηγίας 2003/88, και ιδίως αυτές που αφορούν την ημερήσια ανάπαυση και τη μέγιστη διάρκεια εργασίας ανά εβδομάδα ( 30 ).
38.
Πρώτον, το συμπέρασμα αυτό απορρέει, κατά τη γνώμη μου, από γραμματική ερμηνεία του άρθρου 5 της οδηγίας 2003/88. Πράγματι, οι όροι «ανά περίοδο επτά ημερών» δεν αφορούν μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή κατά την οποία πρέπει να χορηγείται η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως, αλλά παραπέμπουν σε διάρκεια (επτά ημέρες) εντός της οποίας πρέπει να χορηγηθεί αυτή η περίοδος. Εξάλλου, το γράμμα της διατάξεως δεν αναφέρει «συνεχόμενες ημέρες εργασίας», αλλά απαιτεί, αντιθέτως, η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως να χορηγείται στη διάρκεια κάθε περιόδου επτά ημερών, ανεξαρτήτως του αν και σε ποιο βαθμό ο εργαζόμενος εργάστηκε ή όχι κατά τις επτά αυτές ημέρες ( 31 ).
39.
Επομένως, κατά την άποψή μου, η έννοια της «περιόδου επτά ημερών» του άρθρου 5 της οδηγίας 2003/88 δεν αναφέρεται σε περίοδο η έναρξη της οποίας κυμαίνεται, υπό την έννοια ότι αρχίζει να τρέχει μετά το τέλος κάθε περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως, όπως φαίνεται να θεωρεί ο εκκαλών στην υπόθεση της κύριας δίκης και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, αλλά σε σταθερές, διαδοχικές περιόδους ( 32 ).
40.
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, με άλλες πράξεις του δικαίου της Ένωσης, ο νομοθέτης της Ένωσης επέβαλε ρητώς στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στους εργαζομένους περίοδο αναπαύσεως μετά από ορισμένη χρονική περίοδο ( 33 ). Το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προτίμησε πιο ευέλικτη διατύπωση στο άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88, αποδεικνύει, κατά την άποψή μου, ότι δεν θέλησε να επιβάλει τη χορήγηση της εβδομαδιαίας περιόδου αναπαύσεως που προβλέπει το εν λόγω άρθρο μετά από ορισμένο αριθμό συνεχόμενων ημερών εργασίας ( 34 ). Προσθέτω ότι η ερμηνεία την οποία υποστηρίζουν ο εκκαλών και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, κατά την οποία το άρθρο 5 περιορίζει τον αριθμό συνεχόμενων ημερών εργασίας σε έξι δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία από τις γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας 2003/88 ( 35 ).
41.
Τρίτον, οι προπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με την οδηγία 93/104, η οποία αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2003/88 ( 36 ), επιβεβαιώνουν, κατά την άποψή μου, ότι σκοπός του άρθρου 5 αυτής είναι να εξασφαλίσει στους εργαζομένους μια ελάχιστη περίοδο αναπαύσεως ανά εβδομάδα, καταλείποντας όμως στους εθνικούς νομοθέτες και στους κοινωνικούς εταίρους ορισμένο περιθώριο ευελιξίας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας ( 37 ). Αυτή την έννοια έχουν και τα έγγραφα της Επιτροπής σχετικά με τη μεταφορά από τα κράτη μέλη των οδηγιών 93/104 και 2003/88 στο εσωτερικό δίκαιο ( 38 ). Εξάλλου, καίτοι η αρχική εκδοχή του άρθρου 5 της οδηγίας 93/104 ανέφερε την ανάπαυση της Κυριακής, η διάταξη αυτή προέβλεπε απλώς ότι η ελάχιστη περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως συμπεριλάμβανε «κατ’ αρχήν» την Κυριακή ( 39 ).
42.
Τέλος, θεωρώ ότι το γεγονός ότι επιβάλλεται εβδομαδιαία περίοδος αναπαύσεως κατά τη διάρκεια κάθε περιόδου επτά ημερών συνάδει με τον κύριο σκοπό της οδηγίας 2003/88, όπως έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, ήτοι την αποτελεσματική προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ( 40 ). Συναφώς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 αποτελεί απλώς τον βασικό κανόνα που είναι εφαρμοστέος σε κάθε εργαζόμενο και στον οποίο προστίθενται ειδικοί κανόνες για τομείς δραστηριότητας που χαρακτηρίζονται από επαχθείς συνθήκες εργασίας ή από ειδικούς κινδύνους ( 41 ).
43.
Όσον αφορά το άρθρο 31 του Χάρτη, διάταξη την οποία επίσης αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, σε εβδομαδιαίες περιόδους αναπαύσεως. Όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με το Χάρτη ( 42 ), η παράγραφος αυτή βασίζεται στην οδηγία 93/104/ΕΚ, καθώς και στο άρθρο 2 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη ( 43 ) και στο σημείο 8 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων ( 44 ).
44.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πρέπει να θεωρηθεί ότι, όσον αφορά το δικαίωμα εβδομαδιαίας αναπαύσεως, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Χάρτη αντιστοιχεί προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας 2003/88. Επομένως, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη δεν είναι ικανό να παράσχει χρήσιμα συμπληρωματικά στοιχεία όσον αφορά τη ζητούμενη ερμηνεία του άρθρου 5 της οδηγίας 2003/88.
45.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν επιτάσσουν τη χορήγηση περιόδου αναπαύσεως το αργότερο την έβδομη ημέρα μετά από έξι συνεχόμενες ημέρες εργασίας, αλλά ότι επιβάλλουν τη χορήγηση περιόδου αναπαύσεως κατά τη διάρκεια κάθε περιόδου επτά ημερών. Υπενθυμίζω ότι η ερμηνεία αυτή ισχύει και για το άρθρο 5 της οδηγίας 93/104 ( 45 ). Η εν λόγω ερμηνεία συνεπάγεται ότι, δυνάμει των εν λόγω διατάξεων, ο εργαζόμενος μπορεί, κατ’ αρχήν, να υποχρεωθεί να εργαστεί επί έως και δώδεκα συνεχόμενες ημέρες, εφόσον πληρούνται οι λοιπές ελάχιστες απαιτήσεις της οδηγίας 2003/88, και ιδίως εκείνες που αφορούν την ημερήσια ανάπαυση και τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας ( 46 ).
46.
Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του ελάχιστου χαρακτήρα της εναρμονίσεως η οποία πραγματοποιήθηκε με την οδηγία 2003/88, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις που να χορηγούν στους εργαζομένους ευρύτερη προστασία, όσον αφορά την εβδομαδιαία ανάπαυση, από την προστασία που προβλέπει η οδηγία 2003/88. Όπως προκύπτει ρητώς από το άρθρο 15, η οδηγία αυτή δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ( 47 ). Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει αν και σε ποιο βαθμό η πορτογαλική νομοθεσία ( 48 ) ή/και οι εφαρμοστέες στη διαφορά της κύριας δίκης επιχειρησιακές συμβάσεις ( 49 ) προβλέπουν τέτοιες ευνοϊκότερες διατάξεις.
V. Πρόταση
47.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Tribunal da Relação do Porto (εφετείο του Πόρτο, Πορτογαλία) ως εξής:
Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν την έννοια ότι δεν επιτάσσουν τη χορήγηση της περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως το αργότερο την έβδομη ημέρα μετά από έξι συνεχόμενες ημέρες εργασίας, αλλά ότι επιβάλλουν τη χορήγηση περιόδου αναπαύσεως κατά τη διάρκεια κάθε περιόδου επτά ημερών.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 1993, L 307, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2000/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 2000 (ΕΕ 2000, L 195, σ. 41).
( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 2003, L 299, σ. 9).
( 4 ) Βλ. άρθρα 27 και 28 της οδηγίας 2003/88.
( 5 ) Η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά την περίοδο από το 1991 έως το 2014. Βλ. σημεία 13 έως 17 και 22 των παρουσών προτάσεων.
( 6 ) Κατά την αρχική του διατύπωση, το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/104 προέβλεπε ότι «[η] ελάχιστη περίοδος ανάπαυσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο συμπεριλαμβάνει, κατ’ αρχήν, την Κυριακή». Εντούτοις, το εδάφιο αυτό καταργήθηκε με την οδηγία 2000/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 2000, για την τροποποίηση της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ώστε να καλυφθούν οι τομείς και οι δραστηριότητες που εξαιρούνται από την εν λόγω οδηγία (ΕΕ 2000, L 195, σ. 41), κατόπιν της αποφάσεως της 12ης Νοεμβρίου 1996, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C‑84/94, EU:C:1996:431), με την οποία το Δικαστήριο ακύρωσε το εν λόγω εδάφιο.
( 7 ) Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 2, στοιχείο f, του νόμου 99/2003 της 27ης Αυγούστου 2003.
( 8 ) Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το δικαίωμα εβδομαδιαίας αναπαύσεως προβλέπεται και στο άρθρο 59, στοιχείο d, του Συντάγματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.
( 9 ) Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 2, στοιχείο n, του νόμου 7/2009 της 12ης Φεβρουαρίου 2009.
( 10 ) Επιχειρησιακές συμβάσεις μεταξύ της Varzim Sol – Turismo, Jogo e Animação, S.A. και της Sindicato dos Profissionais de Banca de Casinos e outros (σωματείου επαγγελματιών καζίνου κ.λπ., Πορτογαλία) που δημοσιεύθηκαν αντιστοίχως στο Boletim do Trabalho e do Emprego αριθ. 22 του 2002 και στο Boletim do Trabalho e do Emprego αριθ. 29 του 2003, με τροποποιήσεις και κωδικοποίηση του κειμένου στο Boletim do Trabalho e do Emprego αριθ. 31 του 2007.
( 11 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2003/88 και σημείο 3 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Βλ. σημείο 5 των παρουσών προτάσεων.
( 13 ) Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß (C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 32).
( 14 ) Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras (C‑266/14, EU:C:2015:578, σκέψη 22).
( 15 ) Βλ., επίσης, άρθρο 17, παράγραφος 2, σημείο 2.3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 93/104.
( 16 ) Δυνάμει του σημείου 6, νοείται, κατά την οδηγία, ως εργαζόμενος σε βάρδιες «κάθε εργαζόμενος με ωράριο που εντάσσεται σε πρόγραμμα εργασίας κατά βάρδιες». Βάσει του σημείου 5, νοείται ως εργασία κατά βάρδιες «κάθε μέθοδος οργάνωσης της ομαδικής εργασίας κατά την οποία οι εργαζόμενοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον στις ίδιες θέσεις εργασίας με ορισμένο ρυθμό, συμπεριλαμβανομένου του ρυθμού περιτροπής, η οποία μπορεί να είναι συνεχής ή ασυνεχής, πράγμα το οποίο υποχρεώνει τους εργαζόμενους να επιτελούν μια εργασία σε διαφορετικές ώρες σε μια δεδομένη περίοδο ημερών ή εβδομάδων». Βλ. και άρθρο 2, σημεία 5 και 6 της οδηγίας 93/104.
( 17 ) Τόσο ο εκκαλών όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο Πορτογάλος νομοθέτης δεν έκανε χρήση της ευχέρειας την οποία προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/88 να θεσπίσει παρέκκλιση από το άρθρο 5 για την εργασία κατά βάρδιες, ισχυρισμό τον οποίο ουδείς από τους διαδίκους που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αμφισβητεί. Η Varzim Sol και η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, γενικότερα, ότι οι παρεκκλίσεις τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 17 και 18 της οδηγίας 2003/88 δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω.
( 18 ) Ο εκκαλών επικαλείται, ιδίως, το άρθρο 189, παράγραφος 5, του εργατικού κώδικα του 2003 και το άρθρο 221, παράγραφος 5, του εργατικού κώδικα του 2009, ενώ η εφεσίβλητη εταιρία υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί του εκκαλούντος, εφόσον δεν παρείχε συνεχώς εργασία κατά βάρδιες. Σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις του εκκαλούντος, οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την παροχή συνεχούς εργασίας κατά βάρδιες, δικαίωμα τουλάχιστον «μιας ημέρας αναπαύσεως σε κάθε περίοδο επτά ημερών».
( 19 ) Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη, για να κάνουν χρήση της προβλεπόμενης με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18 της οδηγίας 2003/88 ευχέρειας να παρεκκλίνουν, υπό ορισμένες συνθήκες, από τις απαιτήσεις, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 των οδηγιών περί του χρόνου εργασίας, πρέπει να επιλέξουν ότι θα τις επικαλεστούν. Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, Accardo κ.λπ. (C‑227/09, EU:C:2010:624, σκέψη 51). Βλ. επίσης, με ανάλογη επιχειρηματολογία, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Hälvä κ.λπ. (C‑175/16, EU:C:2017:285, σημείο 89).
( 20 ) Δυνάμει του άρθρου 18, παρεκκλίσεις, μεταξύ άλλων από το άρθρο 5, επιτρέπονται με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο ή, σύμφωνα με τους κανόνες που θέτουν αυτοί, με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ τους σε κατώτερο επίπεδο, υπό την προϋπόθεση να χορηγούνται στους οικείους εργαζομένους ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή εφόσον, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται στους εν λόγω εργαζομένους κατάλληλη προστασία. Βλ. και άρθρο 17, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η πορτογαλική νομοθεσία δεν προβλέπει παρέκκλιση από το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 δυνάμει συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας.
( 21 ) Βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων.
( 22 ) Βάσει του άρθρου 15, η οδηγία 2003/88 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να ευνοούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Συναφώς, βλ. σημείο 46 των παρουσών προτάσεων.
( 23 ) Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras (C‑266/14, EU:C:2015:578, σκέψεις 48 και 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Βλ. σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.
( 25 ) Βλ. και άρθρο 16, σημείο 1, της οδηγίας 93/104.
( 26 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, Safe Interenvíos (C‑235/14, EU:C:2016:154, σκέψη 115) από την οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εκθέτει τους ακριβείς λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Εξάλλου, η Varzim Sol υποστηρίζει ότι η διατύπωση του τέταρτου ερωτήματος, η οποία προέκυψε από πρότασή της, περιέχει συντακτικό σφάλμα υπό την έννοια ότι ο αριθμός 4 στην φράση «σε οποιαδήποτε από τις 4 ημερολογιακές ημέρες καθορισμένης περιόδου» προστέθηκε εκ παραδρομής. Βλ. σημείο 19 των παρουσών προτάσεων. Λαμβανομένου υπόψη ότι το ερώτημα είναι απαράδεκτο, δεν θεωρώ σκόπιμο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού.
( 27 ) Δηλαδή των 24 ωρών εβδομαδιαίας αναπαύσεως προσαυξημένων κατά τις 11 ώρες ημερήσιας αναπαύσεως τις οποίες προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88. Κατά το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, μπορεί να ορίζεται ελάχιστη περίοδος αναπαύσεως 24 ωρών, αν αυτό δικαιολογείται για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή από τις συνθήκες οργανώσεως της εργασίας.
( 28 ) Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, DR και TV2 Danmark (C‑510/10, EU:C:2012:244, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι οι όροι «ανά περίοδο επτά ημερών» στο άρθρο 5 των οδηγιών 2003/88 και 93/104 περιέχονται στις συμβάσεις 14 και 106 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας σχετικά με την εβδομαδιαία ανάπαυση (η πρώτη για τους εργαζομένους στη βιομηχανία και η δεύτερη για τους εργαζομένους στο εμπόριο και τους υπαλλήλους γραφείου), που υπογράφηκαν στη Γενεύη, αντιστοίχως, στις 17 Νοεμβρίου 1921 και στις 26 Ιουνίου 1957. Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμβάσεως του 1921 και άρθρο 6, παράγραφος 1, της συμβάσεως του 1957. Βλ. και ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/104 και αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2003/88, που παραπέμπουν στις αρχές της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Βλ., επίσης, σημείο 10 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως που οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 93/104, η οποία υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 20 Σεπτεμβρίου 1990 [COM(90) 317 τελικό].
( 29 ) Για παράδειγμα, από την Τρίτη μιας εβδομάδας, που έπεται ημέρας αναπαύσεως τη Δευτέρα, έως το Σάββατο της επόμενης εβδομάδας, του οποίου έπεται ημέρα αναπαύσεως την Κυριακή. Σε περίπτωση όπως η κρινόμενη, όπου η εθνική νομοθεσία ή οι συλλογικές συμβάσεις προβλέπουν δικαίωμα δύο συνεχόμενων ημερών εβδομαδιαίας αναπαύσεως, αυτή η ερμηνεία συνεπάγεται ότι ο εργαζόμενος μπορεί να υποχρεωθεί να εργαστεί έως και δέκα συνεχόμενες ημέρες. Βλ. σημεία 7, 10 και 12 των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Βλ. άρθρα 3 και 6 της οδηγίας.
( 31 ) Βλ., όσον αφορά τις έννοιες του «χρόνου εργασίας» και της «περιόδου αναπαύσεως», άρθρα 2, σημεία 1 και 2, των οδηγιών 2003/88 και 93/104 και αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000, Simap (C‑303/98, EU:C:2000:528, σκέψη 47), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras (C‑266/14, EU:C:2015:578, σκέψεις 25 έως 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C‑84/94, EU:C:1996:431, σκέψη 62), όπου γίνεται αναφορά στην «περίοδο αναφοράς επτά ημερών». Υπενθυμίζω ότι, όσον αφορά την ημερήσια ανάπαυση την οποία προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών (ΕΕ 1985, L 370, σ. 1), το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έκφραση «κάθε περίοδος 24 ωρών» του εν λόγω άρθρου υποδηλώνει κάθε χρονικό διάστημα αυτής της διάρκειας, το οποίο αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο οδηγός, μετά από περίοδο εβδομαδιαίας ή ημερησίας αναπαύσεως, θέτει σε λειτουργία τον ταχογράφο. Βλ. απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, Van Swieten (C‑313/92, EU:C:1994:219, σκέψεις 22 έως 27). Φρονώ, εντούτοις, ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να ισχύσει και όσον αφορά το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88. Πράγματι, με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο υπογράμμισε τον ειδικό σκοπό της εξασφαλίσεως της οδικής ασφάλειας, η οποία δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της οδηγίας 2003/88.
( 33 ) Βλ., ιδίως, άρθρο 8, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 και (ΕΚ) αριθ. 2135/98 του Συμβουλίου καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 (ΕΕ 2006, L 102, σ. 1), κατά το οποίο «[μια] περίοδος εβδομαδιαίας ανάπαυσης πρέπει να αρχίζει το αργότερο μόλις συμπληρωθούν έξι συνεχόμενα εικοσιτετράωρα από το τέλος της προηγούμενης περιόδου εβδομαδιαίας ανάπαυσης» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ. επίσης άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού.
( 34 ) Βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2003/88, σύμφωνα με την οποία, λαμβανομένων υπόψη των θεμάτων που είναι δυνατόν να ανακύψουν από την οργάνωση του χρόνου εργασίας, φαίνεται σκόπιμο να προβλέπεται μια κάποια ελαστικότητα στην εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, με την παράλληλη εξασφάλιση της τηρήσεως των αρχών της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.
( 35 ) Εκτός από την ουγγρική απόδοση, οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας 2003/88 χωρίζονται, κατά την άποψή μου, σε δύο ομάδες. Κατά τις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις, η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως πρέπει να χορηγείται για κάθε περίοδο επτά ημερών. Βλ., ιδίως, αγγλική («per each seven‑day period») και γερμανική («pro Siebentageszeitraum») γλωσσική απόδοση. Βλ. επίσης την πορτογαλική, τη βουλγαρική, την ισπανική, την τσεχική, τη δανική, την εσθονική, την ελληνική, την ιταλική, την ολλανδική, τη σλοβακική και τη φινλανδική γλωσσική απόδοση. Οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις απηχούν τη γαλλική γλωσσική απόδοση, σύμφωνα με την οποία η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια [au cours] κάθε περιόδου επτά ημερών. Το νόημα στην ουγγρική γλώσσα είναι πιο ασαφές, διότι η έκφραση «hétnaponként» μπορεί να σημαίνει είτε στο τέλος περιόδου επτά ημερών είτε κατά τη διάρκεια περιόδου επτά ημερών.
( 36 ) Βλ. σημείο 3 των παρουσών προτάσεων.
( 37 ) Βλ., ιδίως, σημεία 1, 2, 16 και 35 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως που οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 93/104 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 των παρουσών προτάσεων), όπου συναντάται κατ’ επανάληψη η έκφραση «ελάχιστη εβδομαδιαία περίοδος αναπαύσεως» και στην οποία η Επιτροπή υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, «τη σπουδαιότητα της ελαστικότητας της εργασίας η οποία καθιστά ικανές τις επιχειρήσεις να προσαρμόζονται στις συνθήκες του ανταγωνισμού και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά τους». Βλ. επίσης σημείο 2.10 της γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1990, για την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου όσον αφορά ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 1991, C 60, σ. 26), από την οποία προκύπτει ότι «[η] περίοδος ανάπαυσης πρέπει να καθορίζεται ανά εβδομάδα». Βλ. επίσης, όσον αφορά τη θέσπιση της οδηγίας 2003/88, ανακοίνωση της Επιτροπής, της 15ης Ιανουαρίου 2004, προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών και τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο όσον αφορά την επανεξέταση της οδηγίας 93/104/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας [COM(2003) 843 τελικό/2, σ. 3], από την οποία προκύπτει ότι η οδηγία 93/104 προβλέπει «ελάχιστη περίοδο ανάπαυσης μιας ημέρας την εβδομάδα».
( 38 ) Βλ. έκθεση της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 2000, Κατάσταση εφαρμογής της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 1993 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας («οδηγία για τον χρόνο εργασίας») [COM(2000) 787 τελικό, σημείο 6, σ. 14] και έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2010, Detailed report on the implementation by the Member States of Directive 2003/88/EC concerning certain aspects of the organisation of working time [SEC(2010) 1611 τελικό, σημείο 6.1.5, σ. 102]. Στο τελευταίο αυτό έγγραφο, η Επιτροπή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι «the Working Time Directive does not require the weekly rest to be taken on any particular day of the week […] These factors would suggest that in general, the weekly rest should be provided within each 7 day period».
( 39 ) Βλ. υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων. Βλ., επίσης, δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/104, στην αρχική της εκδοχή, σύμφωνα με την οποία «εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει τελικά εάν και σε ποιο βαθμό πρέπει να περιλαμβάνεται η Κυριακή στην εβδομαδιαία ανάπαυση». Κατά τη θέσπιση της οδηγίας 93/104, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε προτείνει να επιβληθεί στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι κάθε εργαζόμενος απολαύει «κατ’ αρχήν του Σαββατοκύριακου και των νόμιμων αργιών για ανάπαυση […]». Εντούτοις, η πρόταση αυτή δεν υποστηρίχθηκε από το Συμβούλιο ή από την Επιτροπή. Βλ., ιδίως, γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, της 20ής Φεβρουαρίου 1991 (τροπολογία 14) (ΕΕ 1991, C 72, σ. 86), θέση της Επιτροπής σχετικά με τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, που υποβλήθηκε στις 23 Απριλίου 1991 [COM(91) 130 τελικό] και κοινή θέση του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1993 (έγγραφο 7253/2/93 SOC 196).
( 40 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Jaeger (C‑151/02, EU:C:2003:437, σκέψη 92), και της 14ης Οκτωβρίου 2010, Union syndicale Solidaires Isère (C‑428/09, EU:C:2010:612, σκέψη 37), από όπου προκύπτει επίσης ότι κάθε εργαζόμενος πρέπει να επωφελείται επαρκών περιόδων αναπαύσεως οι οποίες πρέπει όχι μόνο να είναι αποτελεσματικές, υπό την έννοια ότι θα παρέχουν στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αναλάβουν από την κόπωση που τους προκαλεί η εργασία τους, αλλά και να έχουν χαρακτήρα προληπτικό, ικανό να μειώσει κατά το δυνατόν τον κίνδυνο προσβολής της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων που μπορεί να προκαλέσει η σώρευση περιόδων εργασίας χωρίς την αναγκαία ανάπαυση.
( 41 ) Βλ., όσον αφορά ιδίως τον τομέα των οδικών μεταφορών, άρθρα 6 έως 8 του κανονισμού 561/2006.
( 42 ) ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.
( 43 ) Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης υπογράφηκε στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961 και αναθεωρήθηκε στο Στρασβούργο στις 3 Μαΐου 1996. Το άρθρο 2 προβλέπει, μεταξύ άλλων, στο σημείο 5, ότι τα μέρη αναλαμβάνουν «να διασφαλίζουν μία εβδομαδιαία περίοδο ανάπαυσης, η οποία, κατά το δυνατόν, θα συμπίπτει με την ημέρα που αναγνωρίζεται ως ημέρα ανάπαυσης σύμφωνα με τις παραδόσεις ή τα έθιμα της οικείας χώρας ή περιοχής».
( 44 ) Ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων εγκρίθηκε κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Στρασβούργο στις 9 Δεκεμβρίου 1989. Κατά το σημείο 8 του Χάρτη, «[κάθε] εργαζόμενος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δικαιούται εβδομαδιαία ανάπαυση και ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, η διάρκεια των οποίων πρέπει προοδευτικά να εναρμονιστεί σύμφωνα με τις εθνικές πρακτικές». Βλ. και απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Επανεξέταση Επιτροπή κατά Strack (C‑579/12 RX‑II, EU:C:2013:570, σκέψη 27).
( 45 ) Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.
( 46 ) Βλ. σημείο 37 και υποσημείωση 30 των παρουσών προτάσεων.
( 47 ) Δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Βλ., όσον αφορά τον ελάχιστο χαρακτήρα της εναρμονίσεως που θεσπίστηκε με τις οδηγίες 93/104 και 2003/88, αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1996, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C‑84/94, EU:C:1996:431, σκέψη 42), και της 26ης Ιουνίου 2001, BECTU (C‑173/99, EU:C:2001:356, σκέψη 55).
( 48 ) Η Πορτογαλική Κυβέρνηση αναφέρει, αν δεν απατώμαι, ότι θα μπορούσε να απορρέει μεγαλύτερη προστασία από τις διατάξεις περί αλλαγής του ωραρίου του εργαζομένου που απασχολείται σε βάρδιες, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 221, παράγραφος 4, του πορτογαλικού εργατικού κώδικα και οι οποίες απαγορεύουν την αλλαγή μεταξύ δύο ωραρίων που δεν συνοδεύεται από μία ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως.
( 49 ) Βλ., συναφώς, σημεία 12 και 26 των παρουσών προτάσεων.