ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 6ης Σεπτεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑367/16
Ποινική διαδικασία
κατά
Dawid Piotrowski
[αίτηση του hof van beroep te Brussel
(εφετείο Βρυξελλών, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως - Διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών - Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως - Ανήλικος - Ποινική ευθύνη - Αρχή της “προτεραιότητας των αναμορφωτικών μέτρων” - Δικαίωμα των παιδιών - Άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης»
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών, Βέλγιο), εντάσσεται στο πλαίσιο της εκτελέσεως στο Βέλγιο ενός ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε στις 17 Ιουλίου 2014 από τις πολωνικές αρχές κατά του Dawid Piotrowski, Πολωνού υπηκόου που κατοικεί στο Βέλγιο, για τους σκοπούς της εκτελέσεως δύο στερητικών της ελευθερίας ποινών.
2.
Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή, ζητείται από το Δικαστήριο, για πρώτη φορά, να ερμηνεύσει το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584) ( 3 ). Η διάταξη αυτή προβλέπει λόγο υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, όταν το πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί το ένταλμα αυτό δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνο για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως.
3.
Με τις παρούσες προτάσεις, θα εξηγήσω γιατί το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η ανηλικότητα του αυτουργού της αξιόποινης πράξεως, κατά του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την εφαρμογή του λόγου υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως τον οποίο προβλέπει η διάταξη αυτή.
4.
Κατόπιν, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι το άρθρο 3, σημείο 3, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου υπό το πρίσμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 4 ), έχει την έννοια ότι το κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να αρνηθεί την παράδοση ανηλίκου, όταν σε αυτόν, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, δεν μπορεί να επιβληθεί καμία ποινή δυνάμει του δικαίου του κράτους αυτού. Αντιθέτως, το κράτος μέλος εκτελέσεως θα πρέπει να προβαίνει στην παράδοση κάθε φορά που, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, η επαπειλούμενη ποινή στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος αντιστοιχεί, ως προς τη φύση και τη βαρύτητα, σε ποινή, που επίσης θα επαπειλούνταν ή θα απαγγελλόταν στο κράτος μέλος εκτελέσεως.
5.
Το κράτος μέλος εκτελέσεως, στην περίπτωση αρνήσεως παραδόσεως του ανήλικου, πρέπει να εκπληρώνει έναντι αυτού τις υποχρεώσεις επιμέλειας στο πλαίσιο της συνδρομής που οφείλει να παρέχει για την αναμόρφωσή του.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
6.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 8 και 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχουν ως εξής:
«(5)
Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης, επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
(6)
Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.
(7)
Δεδομένου ότι ο στόχος της αντικατάστασης του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως του εντάλματος το οποίο έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως του εντάλματος της 13ης Δεκεμβρίου 1957 είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη ενεργούντα μονομερώς, και συνεπώς, λόγω της διάστασης και των αποτελεσμάτων της, δύναται να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, το Συμβούλιο δύναται να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα προς την αρχή της επικουρικότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο [3 ΣEE] και στο άρθρο 5 [ΣEΕ]. Σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο τελευταίο αυτό άρθρο, η παρούσα απόφαση‑πλαίσιο δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.
(8)
Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.
[…]
(10)
Ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. […]»
7.
Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα εξής:
«1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς τον σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.
2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.
3. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΣΕΕ].»
8.
Στο άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου απαριθμούνται οι λόγοι υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης (εφεξής καλούμενη “δικαστική αρχή εκτέλεσης”) αρνείται την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…]
3)
εάν το πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνο για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης».
9.
Κατά το άρθρο 15 της αποφάσεως πλαίσιο 2002/584:
«1. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει, εντός των προθεσμιών και υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο, για την παράδοση του προσώπου.
2. Εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 3 έως 5 και το άρθρο 8, και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη της ότι είναι αναγκαίο να τηρηθούν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 17.
3. Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει οποτεδήποτε στη δικαστική αρχή εκτέλεσης κάθε επιπλέον χρήσιμη πληροφορία.»
B. Το βελγικό δίκαιο
10.
Το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 μεταφέρθηκε στο βελγικό δίκαιο με το άρθρο 4, σημείο 3, του wet betreffende het Europees aanhoudingsbevel (νόμου για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως) της 19ης Δεκεμβρίου 2003 (στο εξής: νόμος για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως) ( 5 ). Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως δεν εκτελείται αν το πρόσωπο το οποίο αφορά είναι σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο ποινικώς ανεύθυνο λόγω της ηλικίας του για τις πράξεις για τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω ένταλμα.
11.
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, σχετικώς, ότι, στο βελγικό δίκαιο, το όριο της ποινικής ενηλικότητας ορίζεται στα 18 έτη. Πάντως, η ποινική ευθύνη ανηλίκου άνω των δεκαέξι ετών μπορεί να στοιχειοθετείται όταν αυτός έχει τελέσει τροχαίες παραβάσεις ή ο δικαστής ανηλίκων απεκδύεται της αρμοδιότητας του.
12.
Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 36, σημείο 4, του wet betreffende de jeugdbescherming, het ten laste nemen van minderjarigen die een als misdrijf omschreven feit hebben gepleegd en het herstel van de door dit feit veroorzaakte schade (νόμου για την προστασία της νεότητας, την επιμέλεια των ανήλικων που έχουν τελέσει αξιόποινη πράξη και την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε συνεπεία της πράξεως αυτής) της 8ης Απριλίου 1965 ( 6 ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος για την προστασία της νεότητας), το familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων, Βέλγιο) αποφασίζει επί των προτάσεων της εισαγγελικής αρχής έναντι των προσώπων που διώκονται για αξιόποινη πράξη την οποία τέλεσαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους.
13.
Κατά το άρθρο 57bis, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, αν το πρόσωπο που παραπέμφθηκε ενώπιον του familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων), λόγω αξιόποινης πράξεως, ήταν ηλικίας δεκαέξι ετών και άνω κατά τον χρόνο της πράξεως αυτής και το familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων) κρίνει απρόσφορα τα μέτρα επιμέλειας, προστασίας ή αναμορφώσεως, το εν λόγω δικαστήριο μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση, να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του και να αναπέμψει την υπόθεση στην εισαγγελία για παραπομπή της είτε ενώπιον ειδικού τμήματος του familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων) είτε ενώπιον κακουργιοδικείου, ανάλογα με την τελεσθείσα αξιόποινη πράξη.
14.
Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων) μπορεί, εντούτοις, να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του, μόνον όταν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις, ήτοι εάν ο ανήλικος αποτέλεσε το αντικείμενο ενός ή περισσοτέρων μέτρων, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 37, παράγραφος 2, 2bis ή 2ter, του νόμου για την προστασία της νεότητας ή επανορθωτικής προσφοράς, κατά την έννοια των άρθρων 37bis έως 37quinquies του νόμου αυτού ή όταν πρόκειται για πράξη, στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 373, 375, 393 έως 397, 400, 401, 417ter, 417quater, 471 έως 475 του ποινικού κώδικα ή για απόπειρα τελέσεως πράξεως των άρθρων 393 έως 397 του κώδικα αυτού.
15.
Το άρθρο 57bis, παράγραφος 1, του νόμου για την προστασία της νεότητας προβλέπει, επίσης, ότι η αιτιολογία του familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων) αφορά την προσωπικότητα του ανηλίκου και το περιβάλλον του, καθώς και τον βαθμό ωριμότητάς του. Το άρθρο αυτό μπορεί να έχει εφαρμογή ακόμη και σε πρόσωπα που έχουν συμπληρώσει την ηλικία των δεκαοκτώ ετών κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται ανήλικοι.
16.
Σύμφωνα με το άρθρο 57bis, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, το familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων) μπορεί να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του κατ’ εφαρμογήν αυτού του άρθρου μόνον εάν έχει πραγματοποιηθεί κοινωνική μελέτη και ιατροψυχολογική εξέταση. Η εξέταση αυτή σκοπό έχει την αξιολόγηση της καταστάσεως σε συνάρτηση με την προσωπικότητα του ανηλίκου και το περιβάλλον του, καθώς και τον βαθμό ωριμότητάς του. Προς τον σκοπό αυτόν, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που έχουν σημασία για την αξιολόγηση της προσωπικότητας, η φύση, η συχνότητα και η σοβαρότητα των πράξεων που του προσάπτονται.
17.
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων) μπορεί να απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του για μια υπόθεση, χωρίς να πραγματοποιηθεί κοινωνική μελέτη και/ή χωρίς να έχει στη διάθεσή του έκθεση ιατροψυχολογικής εξετάσεως.
II. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης
18.
Στις 17 Ιουλίου 2014, το Sąd Okręgowy w Białymstoku (περιφερειακό δικαστήριο του Białystok, Πολωνία) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά του D. Piotrowski, Πολωνού υπηκόου, με βάση δύο οριστικές καταδικαστικές αποφάσεις.
19.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο αυτό είχε καταδικάσει τον D. Piotrowski, με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών λόγω τελέσεως κλοπής και, συγκεκριμένα, λόγω κλοπής ποδηλάτου, και, με απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2012, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών, διότι έδωσε ψευδείς πληροφορίες για σοβαρή απόπειρα. Οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί.
20.
Με διάταξη της 6ης Ιουνίου 2016, ο onderzoekrechter van de Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg Brussel (ανακριτής του ολλανδόφωνου πρωτοδικείου των Βρυξελλών, Βέλγιο) διέταξε την κράτηση του D. Piotrowski προς εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και παράδοσή του στις πολωνικές αρχές βάσει της καταδικαστικής αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2012. Αντιθέτως, με την ίδια διάταξη, ο ανακριτής έκρινε ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως δεν μπορούσε να εκτελεσθεί, όσον αφορά την καταδικαστική απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, για τον λόγο ότι ο D. Piotrowski ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
21.
Στις 7 Ιουνίου 2016, ο procureur des Konings (εισαγγελέας, Βέλγιο) άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής, όσον αφορά την άρνηση εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε σχέση με την καταδικαστική απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011. Διευκρινίζει ότι οι βελγικές αρχές δύνανται να εκδώσουν ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά ανηλίκου εφόσον το familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων) έχει απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του σύμφωνα με τον νόμο για την προστασία της νεότητας. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά in concreto την κατάσταση του ανηλίκου, προκειμένου να αποφασίσει αν μπορεί να είναι ποινικώς υπεύθυνος και αν μπορεί να διωχθεί ποινικά.
22.
Αντιθέτως, εκτιμά ότι, εάν πρόκειται για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εξέδωσαν οι αρχές άλλου κράτους μέλους, δεν είναι αναγκαία αυτή η in concreto εκτίμηση και ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο το κριτήριο της ηλικίας, ήτοι να εξακριβωθεί αν είχε συμπληρωθεί η ηλικία των δεκαέξι ετών κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Κατά τον procureur des Konings (εισαγγελέα), από αυτή την ηλικία, είναι, πράγματι, δυνατή η ποινική ευθύνη, χωρίς να έχει σημασία, στο πλαίσιο της παραδόσεως ή της εκδόσεως του εντάλματος, ποιες συμπληρωματικές προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για να κινηθεί δίωξη σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Συναφώς, ο procureur des Konings (εισαγγελέας) διευκρινίζει ότι ο Βέλγος δικαστής δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της ποινικής αξιώσεως της αλλοδαπής πολιτείας, ούτε μπορεί να επιβάλει στην αρχή που υπέβαλε το αίτημα παραδόσεως ή εκδόσεως όρους που αγνοεί το εθνικό της δίκαιο.
23.
Το αιτούν δικαστήριο, το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών) βρίσκεται, στην πραγματικότητα, αντιμέτωπο με διχογνωμία στη νομολογία ως προς το ζήτημα αν ένας ανήλικος δεκαέξι ετών μπορεί να παραδοθεί στο πλαίσιο της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
24.
Πράγματι, με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2013 ( 7 ), το δεύτερο γαλλόφωνο τμήμα του Hof van Cassatie (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Βέλγιο) έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι, καθόσον η διαδικασία απεκδύσεως αρμοδιότητας δεν έχει εφαρμογή σε πρόσωπο διωκόμενο από τις αρχές άλλου κράτους μέλους, η διαδικασία αυτή δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που αφορά ανήλικο. Επομένως, η παράδοση αυτού του ανήλικου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
25.
Εντούτοις, με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2013 ( 8 ), η ολομέλεια του Hof van Cassatie (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, στην οποία στηρίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, συνεπάγεται ότι ο δικαστής του κράτους μέλους εκτελέσεως δεν μπορεί να αποφανθεί επί της ποινικής αξιώσεως της αλλοδαπής πολιτείας. Επομένως, αυτό αποκλείει, για τον Βέλγο δικαστή, κάθε προηγούμενη εκτίμηση του πρόσφορου χαρακτήρα μέτρου επιμέλειας, προστασίας ή αναμορφώσεως για την απέκδυση αρμοδιότητας του familie- en jeugdrechtbank (δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων και ανηλίκων). Κατά συνέπεια, η παράδοση του προσώπου ηλικίας δεκαέξι ετών ή άνω κατά τον χρόνο της τελέσεως της αξιόποινης πράξεως –συγκεκριμένα, επρόκειτο για ανθρωποκτονία– δεν εξαρτάται από απόφαση απεκδύσεως αρμοδιότητας και το πρόσωπο αυτό μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι ευθύνεται ποινικώς κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 3, του νόμου για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.
26.
Αντιμετωπίζοντας τη νομολογιακή αυτή αβεβαιότητα, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε επομένως να απευθυνθεί στο Δικαστήριο.
III. Τα προδικαστικά ερωτήματα
27.
Έχοντας αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου [2002/584] για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δύναται να επιτραπεί μόνο η παράδοση προσώπων τα οποία κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως θεωρούνται ενήλικα ή παρέχει η προαναφερθείσα διάταξη στο κράτος μέλος εκτελέσεως τη δυνατότητα να επιτρέπει επίσης την παράδοση ανηλίκων οι οποίοι, βάσει των εθνικών κανόνων, δύνανται να θεωρηθούν ποινικώς υπεύθυνοι μετά από μια ορισμένη ηλικία (ενδεχομένως με την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων);
2)
Στην περίπτωση που το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου δεν απαγορεύει την παράδοση ανηλίκων, πρέπει τότε η διάταξη αυτή να ερμηνευθεί:
α)
υπό την έννοια ότι η ύπαρξη, στο εθνικό δίκαιο, μιας (θεωρητικής) δυνατότητας τιμωρήσεως ανηλίκων μετά από μια ορισμένη ηλικία είναι επαρκές κριτήριο για να επιτραπεί η παράδοση (με άλλα λόγια, με τη διεξαγωγή μιας in abstracto εκτιμήσεως βάσει του κριτηρίου της ηλικίας από την οποία κάποιος δύναται να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνος, χωρίς να ληφθούν υπόψη ενδεχόμενες πρόσθετες προϋποθέσεις); ή
β)
υπό την έννοια ότι ούτε η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, ούτε το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου απαγορεύουν στο κράτος μέλος εκτελέσεως να προβαίνει κατά περίπτωση σε μια in concreto εκτίμηση, καθιστώσα δυνατό να απαιτηθεί, όσον αφορά το εκζητούμενο πρόσωπο, να πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις ποινικής ευθύνης με αυτές που ισχύουν για τους υπηκόους του κράτους μέλος εκτελέσεως, λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας τους κατά τον χρόνο της πράξεως, της φύσεως της προσαπτόμενης αξιόποινης πράξεως, και μάλιστα προηγούμενων δικαστικών παρεμβάσεων στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος που οδήγησαν σε μέτρο αναμορφώσεως, ακόμη και αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος;
3)
Αν το κράτος μέλος εκτελέσεως δύναται να προβεί σε μια in concreto εκτίμηση, δεν πρέπει τότε, για την αποφυγή της ατιμωρησίας, να γίνει διάκριση μεταξύ παραδόσεως για την άσκηση ποινικής διώξεως και παραδόσεως για την εκτέλεση ποινής;»
IV. Ανάλυση
28.
Επισημαίνω, ευθύς εξ αρχής, ότι, κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ανηλικότητα του αυτουργού της αξιόποινης πράξεως, κατά του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την εφαρμογή του λόγου υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως τον οποίο προβλέπει το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584.
29.
Πράγματι, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε υπόψη τις περιπτώσεις ακριβώς των ανηλίκων, προσθέτοντας μια τροπολογία κατά τη νομοθετική διαδικασία, η οποία προέβλεπε ότι κράτος μέλος μπορεί να μην παραδώσει ανήλικο, κατά του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, στην περίπτωση που αυτός δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ότι υπέχει ποινική ευθύνη κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως. Συγκεκριμένα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που πρότεινε την τροποποίηση αυτή, την αιτιολόγησε, επισημαίνοντας ότι, «[ό]ταν ο εκζητούμενος θεωρείται ανήλικος βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η εκτέλεση, το κράτος αυτό πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί να εκτελέσει το ένταλμα συλλήψεως» ( 9 ).
30.
Ο λόγος αυτός μη εκτελέσεως, που ήταν αρχικώς προαιρετικός, κατέστη ένας από τους υποχρεωτικούς λόγους μη εκτελέσεως και περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 3, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου.
31.
Προσθέτω ότι η ηλικία της ποινικής ευθύνης δεν πρέπει να συγχέεται με την ποινική ενηλικιότητα, που είναι σαφώς διακριτή από αυτήν. Οι ανήλικοι μπορούν να θεωρηθούν ποινικώς υπεύθυνοι για τις αξιόποινες πράξεις που τελούν. Ως ποινική ενηλικιότητα νοείται η ηλικία από την οποία ένα πρόσωπο υπόκειται στο κοινό δίκαιο της ποινικής ευθύνης.
32.
Είναι επομένως προφανές ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, διευκρινίζοντας στη διάταξη αυτή ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως αρνείται να παραδώσει στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως ένα πρόσωπο που «δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνο» για τις πράξεις που τέλεσε, αναφερόταν όχι στα πρόσωπα που δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει το όριο της ποινικής ενηλικιότητας, αλλά στους ανήλικους που είναι ποινικώς ανεύθυνοι σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως.
33.
Επομένως, εκτιμώ ότι το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η ανηλικότητα του αυτουργού της αξιόποινης πράξεως, κατά του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την εφαρμογή του λόγου υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως τον οποίο προβλέπει η διάταξη αυτή.
34.
Πρέπει, στο σημείο αυτό, να διευκρινισθεί, όπως διερωτάται, κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο, αν η έννοια «ποινικώς υπεύθυνο» κατά την ως άνω διάταξη επιτρέπει στο κράτος μέλος εκτελέσεως να προβεί, για τους σκοπούς της παραδόσεως του ανήλικου στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως, σε εξέταση της καταστάσεως του ανηλίκου αυτού, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται όλες οι απαιτούμενες από το εθνικό του δίκαιο προϋποθέσεις ποινικής ευθύνης του.
35.
Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το ποινικό δίκαιο ανηλίκων. Δεν μπορεί επομένως να δοθεί απάντηση σε αυτά παρά μόνον αν ληφθούν υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά αυτού του κλάδου του δικαίου, στο πλαίσιο του οποίου, αφενός, εφαρμόζονται οι κλασσικοί μηχανισμοί της ποινικής ευθύνης, αλλά, αφετέρου, εισάγονται κανόνες που μεταβάλλουν θεμελιωδώς τη λειτουργία και την προσέγγισή τους.
36.
Όσον αφορά, καταρχάς, τους κλασσικούς κανόνες του μηχανισμού της ποινικής ευθύνης υπενθυμίζεται ότι, για να αναγνωρισθεί ως ποινικώς υπεύθυνος για μια υλική πράξη, που ο νόμος του τόπου τελέσεώς της έχει αναγάγει σε αξιόποινη πράξη, στο πρόσωπο του αυτουργού πρέπει να συντρέχουν τα εξής:
–
να είχε συνείδηση των πραττομένων,
–
να γνώριζε ότι η πράξη απαγορευόταν, και
–
να ήθελε παρά ταύτα να τη διαπράξει.
37.
Τα χαρακτηριστικά αυτά (συνείδηση, διάκριση και βούληση) εκτιμώνται συγκεκριμένα, κατά περίπτωση, και συνιστούν, τηρουμένων των κανόνων της δίκαιης δίκης, την αποστολή των δικαστικών αρχών έρευνας, ανακρίσεως και εκδικάσεως. Πρόκειται εδώ για τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος.
38.
Πρέπει, εν συνεχεία, να επισημανθούν εν συντομία οι ουσιώδεις ιδιομορφίες που έχουν εισαχθεί με το δίκαιο των ανηλίκων.
39.
Από την επισκόπηση των γενικών κανόνων που διέπουν την ποινική ευθύνη προκύπτει αβίαστα ότι η συγκεκριμένη εφαρμογή τους παρουσιάζει δυσχέρεια η οποία οξύνεται όσο νεότερος είναι ο ανήλικος. Για να αντιμετωπισθεί αυτή η δυσχέρεια, ορισμένα κράτη μέλη έχουν υιοθετήσει μια in concreto προσέγγιση, την οποία περιέγραψα στα σημεία 36 και 37 των παρουσών προτάσεων, άλλα δε έχουν θεσπίσει σύστημα που αποκλείει κάθε ποινική ευθύνη κάτω από μία ηλικία που καθορίζει ο νόμος.
40.
Ως προς την εφαρμοστέα κύρωση, εν συνεχεία, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά με το εφαρμοστέο στους ενήλικους παραβάτες δίκαιο, που συνίσταται, στην πραγματικότητα, στην εισαγωγή διακρίσεως μεταξύ ευθύνης και κολασμού. Συγκεκριμένα, ένας ανήλικος παραβάτης θα μπορεί να αναγνωρισθεί ως υπεύθυνος, αλλά, λόγω της ηλικίας του, ο νόμος θα απαγορεύει την επιβολή ποινής σε αυτόν.
41.
Η λύση αυτή, που μπορεί να φαίνεται ιδιάζουσα, η ακόμη και ιδιαζόντως περίπλοκη, αποτελεί στην πραγματικότητα τη συγκεκριμενοποίηση μιας από τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το δίκαιο των ανηλίκων, ήτοι της αρχής της προτεραιότητας των αναμορφωτικών μέτρων.
42.
Η εμφάνιση αυτής της αρχής είναι η συνέπεια της ιστορικής εξελίξεως αυτού του κλάδου του ποινικού δικαίου, εξελίξεως που επιταχύνθηκε την επαύριον του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, υπό την επιρροή ιδίως των αποκαλούμενων θεωριών της «κοινωνικής άμυνας», που θέτουν το βάρος στην πρόληψη, την αναμόρφωση και την επανένταξη.
43.
Η ιδιομορφία του ποινικού δικαίου των ανηλίκων υπογραμμίζεται σήμερα από πολλά διεθνή κείμενα, στα οποία έχουν συνεργασθεί ή προσχωρήσει τα κράτη μέλη. Μεταξύ αυτών μπορώ να αναφέρω τη σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού ( 10 ), καθώς και τους Ελάχιστους κανόνες των Ηνωμένων Εθνών για τη διοίκηση της δικαιοσύνης για ανηλίκους (Κανόνες του Πεκίνου) ( 11 ).
44.
Η Ένωση έχει ήδη ενσωματώσει αυτή την ιδιομορφία και μεριμνά ώστε να γίνει μέρος όλων των πολιτικών της. Συγκεκριμένα, στο Θεματολόγιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δικαιώματα του παιδιού ( 12 ), η Επιτροπή εξηγεί ότι «[η] αναμόρφωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στην Ευρώπη ούτως ώστε να γίνει πιο φιλικό προς τα παιδιά είναι μία από τις βασικές εξαγγελίες του θεματολογίου [αυτού]» και διευκρινίζει ότι «[η] θέση ανηλίκων υπό κράτηση πρέπει να αποτελεί μέτρο έσχατης ανάγκης και η διάρκειά της να περιορίζεται στο ελάχιστο απαιτούμενο χρονικό διάστημα» ( 13 ). Η οδηγία (ΕΕ) 2016/800 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών ( 14 ), αναδεικνύει εναργώς τη συνεκτίμηση της ιδιομορφίας του ποινικού δικαίου των ανηλίκων στο ενωσιακό δίκαιο.
45.
Η ίδια αυτή αναγκαιότητα υπογραμμίσθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης στην έκθεση «Ποινική δικαιοσύνη των ανήλικων προσαρμοσμένη στα παιδιά: από τη ρητορεία στην πραγματικότητα» ( 15 ). Στην έκθεση αυτή, το Συμβούλιο της Ευρώπης γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένο και καλεί τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να καθορίσουν ελάχιστη ηλικία ποινικής ευθύνης στα τουλάχιστον δεκατέσσερα έτη, προβλέποντας μια σειρά λύσεων προσαρμοσμένων στους πιο νέους παραβάτες προς αντικατάσταση της παραδοσιακής ποινικής διώξεως, και να μεριμνούν ώστε η κράτηση των ανηλίκων να είναι μόνον ένα έσχατο μέτρο και όσο το δυνατό συντομότερης διάρκειας, ιδίως με την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων και κυρώσεων μη στερητικών της ελευθερίας αντί για την προσωρινή κράτηση και τον εγκλεισμό σε φυλακή μετά από τη δίκη, όπως οι προειδοποιήσεις ή οι επιπλήξεις, τα αναμορφωτικά μέτρα, τα πρόστιμα, τα μέτρα επιτηρήσεως, τα προγράμματα επιμορφώσεως κ.λπ. Όλες αυτές οι συστάσεις επαναλαμβάνουν, κατ’ ουσίαν, τους κανόνες που περιέχονται στη σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού ( 16 ) και στους Κανόνες του Πεκίνου ( 17 ).
46.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο ποινικό δίκαιο των ανηλίκων, η ποινή έχει απλώς επικουρικό χαρακτήρα και το αναμορφωτικό στοιχείο πρέπει να υπερτερεί. Γι’ αυτό ακριβώς γίνεται λόγος για «προτεραιότητα των αναμορφωτικών μέτρων».
47.
Η ιδιομορφία αυτή είναι τόσο έντονη, ώστε, κατά την άποψή μου, άπτεται της έννοιας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επιβεβαίωση παρέχει το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, που προβλέπει ότι «[σ]ε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού».
48.
Εξάλλου, ακριβώς αυτό το υπέρτατο συμφέρον δικαιολογεί και επιβάλλει να μεταβάλλονται οι παραδοσιακές λύσεις του ποινικού δικαίου βάσει των όσων επιβάλλει η συνεκτίμηση του συμφέροντος του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία του, και του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι η δικαστική παρέμβαση να καθιστά δυνατή στον μέγιστο βαθμό την επανένταξη και την αναμόρφωσή του.
49.
Όταν πρόκειται για έναν άνθρωπο, του οποίου, λόγω της ηλικίας του, η προσωπικότητα είναι υπό διάπλαση, η συνεκτίμηση του συμφέροντος αυτού, που συμπίπτει εξάλλου με το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας, δικαιολογεί τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων, όσον αφορά τόσο τις διαδικασίες έρευνας και ανακρίσεως όσο και την απόφαση, και τη διαφοροποίηση των πιθανών λύσεων μέχρι του σημείου που να μπορεί ένα αναμορφωτικό μέτρο να απαγγελθεί ως ποινική κύρωση όταν ο νόμος το επιτρέπει.
50.
Ο νόμος μπορεί, ειδικότερα, να απαγορεύει την επιβολή κυρώσεως, βάσει της εκτιμήσεως ότι, κάτω από μία ορισμένη ηλικία, η ίδια η έννοια της ποινικής κυρώσεως είναι απρόσφορη και ότι, έναντι των μικρότερων σε ηλικία ανηλίκων, το λαμβανόμενο μέτρο πρέπει να εντάσσεται σε αμιγώς αναμορφωτικό πλαίσιο και να μη συνδυάζει αναμόρφωση και κολασμό, πράγμα που θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο να νοθευθεί η σημασία του, να διακυβευθεί η συμμετοχή του ανηλίκου σε αυτό και, επομένως, η αποτελεσματικότητά του.
51.
Λαμβανομένων υπόψη των αρχών που υπενθύμισα ανωτέρω, φρονώ ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι κάθε σύστημα, το οποίο δεν προβαίνει σε καμία διαφοροποίηση μεταξύ των ποινών που έχουν εφαρμογή σε ενήλικους παραβάτες και εκείνων που έχουν εφαρμογή στους ανήλικους παραβάτες, προσβάλλει, στην πραγματικότητα, τα θεμελιώδη δικαιώματα των ανηλίκων, καθόσον η εξατομίκευση της ποινής –που είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία της αρχής της προτεραιότητας των αναμορφωτικών μέτρων– καθίσταται αδύνατη στον βαθμό που ο ίδιος ο νόμος καταλύει την ελευθερία εκτιμήσεως του δικαστή.
52.
Πράγματι, το συγκριτικό δίκαιο διδάσκει ότι, τουλάχιστον στα δίκαια τους, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν θεσπίσει σύστημα που καθιστά δυνατή την εκ μέρους του δικαστή εξατομίκευση μέσω δύο αλληλοσυμπληρωνόμενων προσεγγίσεων. Πρώτον, διαφοροποιώντας τις ποινές που μπορεί να επιβάλει, εν συνεχεία, επιτρέποντας την απαγγελία των ποινών που προσεγγίζουν τις κλασσικές στερητικές της ελευθερίας ποινές ή τα πρόστιμα μόνο από ορισμένη ηλικία και άνω.
53.
Συγκεκριμένα, κάτω από μία ορισμένη ηλικία, καμία ποινή δεν μπορεί να απαγγελθεί. Πάνω από την ηλικία αυτή, όσον αφορά παραβάσεις που διαπράττονται από την αμέσως ανώτερη ηλικιακή ομάδα, η απαγγελλόμενη ποινή μπορεί να συνίσταται μόνο σε αναμορφωτικό μέτρο. Για την αμέσως επομένη ηλικιακή ομάδα, οι κανονικά επαπειλούμενες ποινές, θεωρούμενες επικουρικές λαμβανομένης υπόψη της αρχής της προτεραιότητας των αναμορφωτικών μέτρων, θα είναι εν πάση περιπτώσει υποχρεωτικά μετριασμένες και η καταρχήν εφαρμογή τους σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Με κλιμάκωση που ακολουθεί τη σειρά των διαδοχικών ηλικιακών ομάδων, ο ανήλικος παραβάτης πλησιάζει σταδιακά στο καθεστώς της ποινικής ενηλικότητας.
54.
Στο πλαίσιο της προσεγγίσεως αυτής, είμαστε ενώπιον τομέα στο πλαίσιο του οποίου η ηλικία αποτελεί σημείο αναφοράς για όλα τα κράτη μέλη. Αφενός, στο πλαίσιο του τομέα αυτού σε κάθε κράτος μέλος αφήνεται μεν η ελευθερία επιλογής του τρόπου με τον οποίο επιθυμεί να ρυθμίσει την ποινική ευθύνη των ανηλίκων, αλλά επιβάλλεται και η αναγνώριση του τρόπου ρυθμίσεως που επέλεξαν τα άλλα κράτη μέλη, και, αφετέρου, μέσω της αναφοράς στην επαπειλούμενη ή απαγγελθείσα ποινή, καθίσταται δυνατός ο καθορισμός ενός αντικειμενικού κριτηρίου αντιστοιχίας, που θα είναι αποφασιστικό για την αποδοχή ή την άρνηση της παραδόσεως.
55.
Κατά συνέπεια, το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπ’ αυτή την έννοια. Η αναφορά στην ηλικία που περιέχεται σε αυτό αφορά την ηλικία κατά την οποία μια ποινή μπορεί να επιβληθεί σε έναν ανήλικο δράστη. Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ορισμένα κράτη μέλη, για τον λόγο ότι το εθνικό τους δίκαιο εφαρμόζει μια τεχνική εκτιμήσεως κατά περίπτωση της ποινικής ευθύνης των ανηλίκων με την αναζήτηση της in concreto ταυτόχρονης συνυπάρξεως των τριών στοιχείων που συνήχθησαν στα σημεία 36 και 37 των παρουσών προτάσεων, μπορούν να προβαίνουν και πάλι σε αυτή την ανάλυση υπό την ιδιότητα του κράτους μέλους εκτελέσεως. Αυτό θα ισοδυναμούσε, πράγματι, με ένα απαιτητικό σύστημα εκδόσεως που καθιστά αναγκαίο το να ζητεί το κράτος μέλος εκτελέσεως την ανακοίνωση ολόκληρου του φακέλου της διώξεως ή της καταδίκης και να εξακριβώνει ότι αυτός αντιστοιχεί σε όλα του τα στοιχεία προς αυτά της δικής του εθνικής διαδικασίας.
56.
Το ενδεχόμενο αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η αρχή αυτή υποχρεώνει το κράτος μέλος εκτελέσεως να δέχεται την ανάλυση του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως που αφορά την ενοχή, η οποία είναι ενδεχόμενη σε περίπτωση διώξεων ή βεβαία σε περίπτωση καταδίκης απαγγελθείσας στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως. Πλην όμως, η απόφαση‑πλαίσιο στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως ( 18 ). Δεν μπορεί επομένως να ερμηνευθεί κατά τρόπο που θα κατέληγε στην άρνηση της αρχής αυτής.
57.
Αντιθέτως, το βασικό σημείο εξακολουθεί να είναι αν, λόγω της ηλικίας του, στον ανήλικο μπορεί να επιβληθεί ποινή. Το θεμελιώδες αυτό ζήτημα τίθεται από το άρθρο 3, σημείο 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αποτελεί αυτομάτως λόγο αρνήσεως παραδόσεως. Η διάταξη αυτή διασφαλίζει τον απόλυτο σεβασμό από όλα τα κράτη μέλη μιας από τις θεμελιώδεις έννοιες του δικαίου των ανηλίκων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τηρεί τα θεμελιώδη δικαιώματα που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη.
58.
Χάριν πληρότητας, πρέπει να προστεθεί ότι η φύση του δικαίου των ανηλίκων, το οποίο είναι βασικά προσανατολισμένο προς την προτεραιότητα των αναμορφωτικών μέτρων, έχει ως αποτέλεσμα η απόφαση αρνήσεως της παραδόσεως επί τη βάσει του άρθρου 3, σημείο 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 να μη μπορεί να έχει ως κατάληξη να αφήνεται απλώς και άνευ ετέρου «στην τύχη του» ο ανήλικος, Από αυτό συνάγεται, αντιθέτως, στο πλαίσιο της συνεκτιμήσεως του υπέρτατου συμφέροντος του ανηλίκου, η υποχρέωση επιμέλειας με άλλο τρόπο, ήτοι αυτόν της συνδρομής στην αναμόρφωσή του. Αυτή είναι ένας τρόπος επιμελείας και προστασίας του ανηλίκου, προς το υπέρτερο συμφέρον του, κάθε φορά που η υγεία του, η ασφάλειά του και η ηθική του ακεραιότητα διακυβεύονται.
59.
Εν προκειμένω όμως το ζήτημα της παραδόσεως τίθεται ακριβώς επειδή πρόκειται για αξιόποινη πράξη που τελέστηκε στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως, αξιόποινης πράξεως, την οποία η έλλειψη ποινικής ευθύνης, όπως και αν ορίζεται, δεν μπορεί να εξαλείψει. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η τέλεση απαγορευμένης πράξεως, βεβαίας βαρύτητας, διότι πληρούσε τα κριτήρια που επιτρέπουν την έκδοση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, θεωρείται αποδεκτή. Πράγματι, επομένως, το κράτος μέλος εκτελέσεως να υπέχει σαφώς υποχρέωση επιμέλειας λόγω, και εδώ πάλι, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του παιδιού. Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι πρόκειται για άρνηση παραδόσεως, επειδή ο ανήλικος είναι πολύ νέος για να υποστεί ποινή, έστω κι αν αυτή συνίσταται σε μέτρο αναμορφώσεως, στο κράτος εκτελέσεως. Η υποχρέωση επιμέλειας από αυτό το κράτος είναι επομένως απολύτως επιτακτική.
60.
Η ερμηνεία αυτή, που έχει ως γνώμονα τη συμπληρωματικότητα των διαφόρων πτυχών του δικαίου των ανηλίκων, νομίζω ότι σέβεται το έρεισμα των ειδικών κανόνων του δικαίου αυτού, το οποίο, πρωτίστως, εκφράζει την ουσιώδη αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών και των λαών. Έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι το σύνολο των κανόνων που καθιστούν δυνατή τη δημιουργία του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που αντιμάχεται αυτό το ιδανικό, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να το ευνοεί.
61.
Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, η αίτηση παραδόσεως αφορά ανήλικο, για τον οποίο, στο βελγικό δίκαιο, δεν αποκλείεται η απαγγελία κυρώσεως. Εντούτοις, προς τούτο θα καθίστατο αναγκαίο, για τις αρχές του κράτους μέλους εκτελέσεως, να πραγματοποιηθεί εξέταση της προσωπικότητας του ανηλίκου, του ποινικού του μητρώου και της υπάρξεως ή όχι ικανότητας διακρίσεως κατά το χρονικό σημείο τελέσεως της παραβάσεως, Τα ζητήματα αυτά, όμως, και, ιδίως, το ζήτημα ποια κύρωση μπορεί να επιβληθεί στον ανήλικο λόγω της προσωπικότητάς του και της ηλικίας του, τίθενται επίσης στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά εξαρτάται επομένως από μια εκτίμηση, η οποία ανήκει μόνο στο δικαστήριο αυτού του κράτους. Άρνηση αυτής της λύσεως θα ισοδυναμούσε, υπό άλλο πρίσμα, με απόρριψη της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
62.
Κατά συνέπεια, για όλους τους προηγούμενους λόγους, φρονώ ότι το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, υπό το πρίσμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι το κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να αρνηθεί την παράδοση ανηλίκου, όταν σε αυτόν, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, δεν μπορεί να επιβληθεί καμία ποινή δυνάμει του δικαίου του κράτους αυτού. Αντιθέτως, το κράτος μέλος εκτελέσεως θα πρέπει να προβαίνει στην παράδοση του ανηλίκου στην περίπτωση που, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, η επαπειλούμενη ποινή στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως αντιστοιχεί, κατά τη φύση και τη βαρύτητα, σε ποινή που θα μπορούσε επίσης να επαπειλείται ή να απαγγέλλεται στο κράτος μέλος εκτελέσεως.
63.
Στην περίπτωση αρνήσεως παραδόσεως του ανηλίκου από το κράτος μέλος εκτελέσεως, το κράτος αυτό θα πρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις επιμέλειας στο πλαίσιο της συνδρομής που οφείλει να παρέχει για την αναμόρφωσή του.
V. Πρόταση
64.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών, Βέλγιο) ως εξής:
1)
Το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι:
–
η ανηλικότητα του αυτουργού της αξιόποινης πράξεως, κατά του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την εφαρμογή του λόγου υποχρεωτικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως τον οποίο προβλέπει η διάταξη αυτή·
–
το κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να αρνηθεί την παράδοση ανηλίκου, όταν σε αυτόν, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, δεν μπορεί να επιβληθεί καμία ποινή δυνάμει του δικαίου του κράτους αυτού, και,
–
αντιθέτως, το κράτος μέλος εκτελέσεως θα πρέπει να προβαίνει στην παράδοση του ανηλίκου στην περίπτωση που, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, η επαπειλούμενη ποινή στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως αντιστοιχεί, ως προς τη φύση και τη βαρύτητα, σε ποινή, που επίσης θα μπορούσε να επαπειλείται ή να απαγγελθεί στο κράτος μέλος εκτελέσεως.
2)
Στην περίπτωση αρνήσεως, παραδόσεως του ανηλίκου από το κράτος μέλος εκτελέσεως, το κράτος αυτό θα πρέπει να τηρεί, έναντι του ανηλίκου, τις υποχρεώσεις επιμέλειας στο πλαίσιο της συνδρομής που οφείλει να παρέχει για την αναμόρφωσή του.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2002, L 190, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ 2009, L 81, σ. 24.
( 4 ) Στο εξής: Χάρτης.
( 5 ) Belgisch Staatsblad, 22 Δεκεμβρίου 2003, σ. 60075.
( 6 ) Belgisch Staatsblad, 15 Απριλίου 1965, σ. 4014
( 7 ) Απόφαση P.13.0172.F, προσβάσιμη στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: ‑20130206-3.
( 8 ) Απόφαση P.13.0780.N, προσβάσιμη στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: ‑20130611-2.
( 9 ) Βλ., έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2001, σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής για την απόφαση‑πλαίσιο του Συμβουλίου που αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (A5-0397/2001, τροπολογία 72), προσβάσιμη στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: (η υπογράμμιση δική μου).
( 10 ) Σύμβαση η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών με το ψήφισμά της 44/25 της 20ής Νοεμβρίου 1989 και άρχισε να ισχύει στις 2 Σεπτεμβρίου 1990.
( 11 ) Εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών με το ψήφισμά της 40/33 της 29ης Νοεμβρίου 1985.
( 12 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, COM(2011) 60 τελικό.
( 13 ) Βλ. σ. 6 επ. της ανακοινώσεως αυτής.
( 14 ) ΕΕ 2016, L 132, σ. 1.
( 15 ) Έκθεση της 19ης Μαΐου 2014, Doc. 13511.
( 16 ) Βλ. άρθρο 40 της Συμβάσεως αυτής.
( 17 ) Βλ., ιδίως, άρθρο 17 των κανόνων αυτών.
( 18 ) Βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:503, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).