ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 30ής Μαΐου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C-430/16 P
Bank Mellat
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Αίτηση αναιρέσεως – Ενίσχυση των περιοριστικών μέτρων κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν – Ειδικά τομεακά μέτρα – Παραδεκτό – Έναρξη ισχύος του κοινού ολοκληρωμένου σχεδίου δράσεως εκκρεμούσης της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Επιρροή στο έννομο συμφέρον στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως – Επιρροή επί της διατηρήσεως του εννόμου συμφέροντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – Κατάργηση της δίκης – Άρθρο 275 ΣΛΕΕ – Αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) – Έννοια του όρου “περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων” – Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Έννοια των “εκτελεστικών μέτρων” – Άρθρο 215 ΣΛΕΕ – Έννοια της “αναγκαιότητας” – Αρχή της αναλογικότητας – Γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης»
Περιεχόμενα
I. Ιστορικό της διαφοράς
II. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
IV. Νομική ανάλυση
Α. Κυρίως, επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
1. Σύνοψη των επιχειρημάτων των διαδίκων
2. Ανάλυση
α) Επί των αποτελεσμάτων του σχεδίου δράσεως
β) Επί της in concreto εκτιμήσεως του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat
Β. Επικουρικώς, επί της διατηρήσεως του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
Γ. Όλως επικουρικώς
1. Επί του τέταρτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως που αντλούνται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και κατά την εκτίμηση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου
α) Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
1) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2) Σύνοψη των επιχειρημάτων των διαδίκων
3) Ανάλυση
β) Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου
1) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2) Επιχειρήματα των διαδίκων και ανάλυση της υποθέσεως
2. Επί των επί της ουσίας της υποθέσεως λόγων αναιρέσεως
α) Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της απαιτήσεως περί αναγκαιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ
β) Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας
γ) Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον έκρινε το επίμαχο καθεστώς σύμφωνο με τις γενικές αρχές του δικαίου
V. Επί των δικαστικών εξόδων
VI. Πρόταση
1.
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Bank Mellat ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2ας Ιουνίου 2016, Bank Mellat κατά Συμβουλίου ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά του άρθρου 1, σημείο 15, του κανονισμού (ΕΕ) 1263/2012 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2012, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 267/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν ( 3 ), καθώς και το αίτημα της νυν αναιρεσείουσας να κριθεί ότι δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2012, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2010/413/ΚΕΠΠΑ για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν ( 4 ).
I. Ιστορικό της διαφοράς
2.
Από τις σκέψεις 1 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα Bank Mellat είναι ιρανική εμπορική τράπεζα. Στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων ατομικού χαρακτήρα που ελήφθησαν προκειμένου να ασκηθεί πίεση στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ώστε να παύσει τις πυρηνικές δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και την ανάπτυξη συστημάτων εκτοξεύσεως πυρηνικών όπλων (στο εξής: διάδοση των πυρηνικών όπλων), η επωνυμία της αναιρεσείουσας καταχωρίσθηκε για πρώτη φορά στις 26 Ιουλίου 2010 στους καταλόγους των οντοτήτων που συμμετέχουν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων στο Ιράν ( 5 ). Κατόπιν διαδοχικών τροποποιήσεων του ισχύοντος νομικού καθεστώτος, η επωνυμία της αναιρεσείουσας περιελήφθη εκ νέου στις πράξεις του 2010 και του 2012 ( 6 ).
3.
Ελλείψει σοβαρής δεσμεύσεως εκ μέρους της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν κατά τις διαπραγματεύσεις ( 7 ), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε αναγκαία τη λήψη πρόσθετων περιοριστικών μέτρων με την έκδοση της αποφάσεως 2012/635. Το άρθρο 1, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως τροποποίησε το άρθρο 10 της αποφάσεως 2010/413. Ομοίως, στο πλαίσιο αυτό, εκδόθηκε ο κανονισμός 1263/2012 και τροποποίησε τον κανονισμό 267/2012. Ειδικότερα, το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 τροποποίησε το άρθρο 30 του κανονισμού 267/2012 και προσέθεσε τα άρθρα 30α και 30β στον τελευταίο ( 8 ). Το επίμαχο νομικό καθεστώς μπορεί να περιγραφεί ως ακολούθως.
4.
Κατ’ ουσίαν, το άρθρο 30 του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει περιορισμούς στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μεταξύ, αφενός, πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών και ανταλλακτηρίων συναλλάγματος εγκατεστημένων στο Ιράν, καθώς και των υποκαταστημάτων ή θυγατρικών τους και των πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών και ανταλλακτηρίων συναλλάγματος που ελέγχονται από πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς εγκατεστημένους στο Ιράν και, αφετέρου, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5.
Κατά το άρθρο 30, παράγραφος 2, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπεται να πραγματοποιούνται μόνον εμβάσματα για ανθρωπιστικούς σκοπούς, προσωπικά εμβάσματα, μεταφορές χρημάτων σε σχέση με ειδική εμπορική σύμβαση υπό την προϋπόθεση ότι τέτοια μεταφορά δεν απαγορεύεται βάσει του εν λόγω κανονισμού, μεταφορές που αφορούν διπλωματική ή προξενική αποστολή ή διεθνή οργανισμό, μεταφορές που αφορούν πληρωμή προς ικανοποίηση απαιτήσεων κατά προσώπου, οντότητας ή οργανισμού του Ιράν, ή μεταφορές παρόμοιας φύσεως, καθώς και μεταφορές που είναι αναγκαίες προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από άλλα είδη συμβάσεων.
6.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 30, παράγραφοι 3 έως 5, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, οι μεταφορές κεφαλαίων για τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί άδεια βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου υπόκεινται, αναλόγως της περιπτώσεως και του αντικειμένου τους, καθώς και από διάφορα κατώτατα όρια και άνω, σε υποχρέωση προηγούμενης κοινοποιήσεως και σε υποχρέωση προηγούμενης εγκρίσεως εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής.
7.
Το άρθρο 30α του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ορισμένους περιορισμούς στις μεταφορές κεφαλαίων που δεν καλύπτονται από το άρθρο 30 του ίδιου κανονισμού μεταξύ, αφενός, προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών του Ιράν και, αφετέρου, υπηκόων της Ένωσης.
8.
Κατά το άρθρο 30β, παράγραφος 1, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 30 και 30α αυτού περιορισμοί δεν εφαρμόζονται οσάκις έχει χορηγηθεί έγκριση σύμφωνα με τα άρθρα 24 έως 28α του εν λόγω κανονισμού.
9.
Το άρθρο 30β, παράγραφος 3, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι για τους σκοπούς του άρθρου 30, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, και του άρθρου 30α, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την έγκριση, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που κρίνονται κατάλληλες, εκτός εάν ευλόγως θεωρούν ότι η μεταφορά κεφαλαίων για την οποία ζητείται η έγκριση παραβαίνει ενδεχομένως απαγόρευση ή υποχρέωση που προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό.
II. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαρτίου 2013, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του άρθρου 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, και αίτημα να κριθεί ότι δεν έχει εφαρμογή ως προς αυτήν το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635.
11.
Πριν προβεί στην επί της ουσίας εξέταση των λόγων ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί του αιτήματος να κριθεί ανεφάρμοστο το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635, σχετικά με το οποίο η αναιρεσείουσα είχε διευκρινίσει ότι έπρεπε να ερμηνευθεί ως ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά την έννοια του άρθρου 277 ΣΛΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την αναρμοδιότητά του επί του ζητήματος αυτού ( 9 ). Αντιθέτως έκρινε εαυτό αρμόδιο να αποφανθεί επί των αιτημάτων που αφορούσαν τον κανονισμό 1263/2012 ( 10 ).
12.
Ως προς αυτά, το Γενικό Δικαστήριο ήλεγξε στη συνέχεια εάν πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ ( 11 ). Εκ του συνόλου των διατάξεων τις οποίες το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 τροποποίησε ή εισήγαγε στον κανονισμό 267/2012, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον το άρθρο 30, παράγραφος 1, το άρθρο 30, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ έως γʹ, και το άρθρο 30, παράγραφος 5, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, περιέχονται σε κανονιστική πράξη, θίγουν άμεσα την αναιρεσείουσα και δεν συνεπάγονται εκτελεστικά μέτρα. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή κατά τα λοιπά.
13.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ( 12 ). Μολονότι η αναιρεσείουσα αποτελούσε επίσης αντικείμενο ατομικών περιοριστικών μέτρων ως προς τα οποία το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 δεν παράγει, κατά το Συμβούλιο, πρόσθετα έννομα αποτελέσματα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα είχε υποστεί, μετά την ακύρωση των εν λόγω ατομικών περιοριστικών μέτρων σε συνέχεια της απορρίψεως από το Δικαστήριο της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Bank Mellat ( 13 ), τις συνέπειες που παράγει το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 και διαπίστωσε ότι αυτή είχε έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει τη νομιμότητά τους ενώπιον αυτού εντός των ορίων που προαναφέρθηκαν.
14.
Εξετάζοντας επί της ουσίας την προσφυγή της νυν αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με τους τέσσερις λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν. Ο πρώτος αντλείτο από το ότι το επίμαχο καθεστώς στερείται νομικής βάσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, λόγω ελλείψεως λογικής συνάφειας με τον προβαλλόμενο ως επιδιωκόμενο σκοπό της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Ο δεύτερος αντλείτο από το ότι το επίμαχο καθεστώς στερείται νομικής βάσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, λόγω του στερούμενου αναλογικότητας χαρακτήρα του σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της ΚΕΠΠΑ. Ο τρίτος λόγος αντλείτο από το ότι το επίμαχο καθεστώς αντιβαίνει σε γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, καθώς και στο άρθρο 215, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ιδίως δε στις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της απαγορεύσεως ενδεχόμενης αυθαιρεσίας και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την υποχρέωση αιτιολογήσεως, καθώς και στην απαίτηση να παρέχει κάθε κύρωση τις αναγκαίες νομικές εγγυήσεις. Ο τέταρτος λόγος αντλείτο από προσβολή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, του δικαιώματός της να ασκεί οικονομικές δραστηριότητες, του δικαιώματος στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, καθώς και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
15.
Δεδομένου ότι κανένας από τους ουσιαστικούς λόγους ακυρώσεως δεν ευδοκίμησε, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή.
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
16.
Στις 2 Αυγούστου 2016, η Bank Mellat άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τα αιτήματά της, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση· να ακυρώσει το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 στο σύνολό του ή καθόσον έχει εφαρμογή στην περίπτωσή της· να κρίνει ότι το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 δεν εφαρμόζεται σε αυτήν· να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
17.
Με το υπόμνημά του αντικρούσεως, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Bank Mellat στα δικαστικά έξοδα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ( 14 ), παρεμβαίνοντες υπέρ του Συμβουλίου κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, υποβάλλουν τα ίδια αιτήματα.
18.
Η αναιρεσείουσα, το Συμβούλιο, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10 Ιανουαρίου 2018.
IV. Νομική ανάλυση
19.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους. Ο πρώτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της απαιτήσεως περί αναγκαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 215 ΣΛΕΕ. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως διαπίστωσε ότι το επίμαχο καθεστώς ήταν αναλογικού χαρακτήρα. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το επίμαχο καθεστώς ήταν σύμφωνο με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λόγω του ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε συνολικά αν το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 πληροί τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 263, αλλά προέβη σε εξατομικευμένη εξέταση καθενός από τα στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος το οποίο έθετε σε εφαρμογή. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου, λόγω του ότι αυτό έκρινε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί των αιτιάσεων κατά του άρθρου 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635.
20.
Από την πλευρά του, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η Bank Mellat δεν έχει έννομο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς της παρούσας διαδικασίας αναιρέσεως, λόγω του ότι το επίμαχο καθεστώς «ήρθη» από τις 16 Ιανουαρίου 2016, οπότε η αίτηση αναιρέσεως πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Α. Κυρίως, επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
1. Σύνοψη των επιχειρημάτων των διαδίκων
21.
Το Συμβούλιο αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως και προβάλλει έλλειψη εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat στην επίλυση της διαφοράς λόγω της «άρσεως» ή της «ανακλήσεως» των επίμαχων μέτρων, τα οποία, ως εκ τούτου, δεν «είχαν εφαρμογή» πλέον στην περίπτωση της αναιρεσείουσας από τις 16 Ιανουαρίου 2016 δυνάμει του κοινού ολοκληρωμένου σχεδίου δράσεως (στο εξής: σχέδιο δράσεως) ( 15 ) που συνήφθη με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Υπενθυμίζοντας την απόφαση Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (στο εξής: απόφαση Abdulrahim) ( 16 ) –ως προς την οποία, πάντως, το Συμβούλιο αμφιβάλλει αν μπορεί να τύχει εφαρμογής στο πλαίσιο μη ατομικών περιοριστικών μέτρων– το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η Bank Mellat δεν μπορούσε να αντλήσει κανένα όφελος από την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του γενικού χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος. Η στάση του Συμβουλίου δεν θα μπορούσε να μεταβληθεί. Όσον αφορά ενδεχόμενη αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ακόμη και αν το Δικαστήριο αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, το γεγονός ότι το τελευταίο έκρινε ότι ήταν νόμιμο το γενικό καθεστώς συνεπάγεται ότι η προϋπόθεση περί κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης δεν πληρούται. Επιπλέον, η Bank Mellat ουδόλως μπορεί να προβάλει προσβολή της φήμης της, ακριβώς λόγω του γενικού χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος, της ελλείψεως αιτιάσεως για προσωπική συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην υπό πάταξη δραστηριότητα και της παράλληλης επιβολής επί της Bank Mellat πιο αυστηρών ατομικών περιοριστικών μέτρων.
22.
Η Επιτροπή, κατ’ ουσίαν, εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat να ασκήσει την εν λόγω αίτηση αναιρέσεως και τονίζει ότι τα ατομικά περιοριστικά μέτρα τα οποία της είχαν επιβληθεί μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Bank Mellat ( 17 ) ήταν ακόμη πιο αυστηρά σε βάρος της, οπότε η ακύρωση του γενικού καθεστώτος, το οποίο εξετάζεται στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν ασκεί, εν πάση περιπτώσει, επιρροή επί της καταστάσεως της Bank Mellat. Η τελευταία αναγνώρισε, εξάλλου, την απουσία πραγματικού αντίκτυπου του προσβαλλόμενου γενικού καθεστώτος στη νομική της κατάσταση. Η οριστική ακύρωση των ατομικών περιοριστικών μέτρων που της έχουν επιβληθεί, καθώς και η κατάργηση του γενικού καθεστώτος είχαν ως αποτέλεσμα να εξαλείψουν όλα τα έννομα αποτελέσματα που ενδεχομένως παράγονται επί της Bank Mellat.
23.
Η Bank Mellat προσδιορίζει, από μέρους της, τέσσερα διακριτά οφέλη τα οποία θα μπορούσε ακόμη να αντλήσει από την ακύρωση του γενικού καθεστώτος, παρά το γεγονός ότι αυτό είχε ανακληθεί από τις 16 Ιανουαρίου 2016. Στηριζόμενη στην απόφαση Abdulrahim ( 18 ), προβάλλει, πρώτον, ότι η εν λόγω ακύρωση θα μπορούσε να εμποδίσει το Συμβούλιο να θέσει εκ νέου σε εφαρμογή ή να θεσπίσει παρόμοιες πράξεις στο μέλλον. Τούτο είναι κατά μείζονα λόγο σημαντικό, δεδομένου ότι η άρση του γενικού καθεστώτος ήταν μόνο προσωρινή. Δεύτερον, η ακύρωση θα παρείχε στην Bank Mellat τη δυνατότητα να διατηρήσει τις πιθανότητές της να υποβάλει μεταγενέστερα αίτημα αποζημιώσεως. Τρίτον, η κατάργηση ή η λήξη ισχύος του γενικού καθεστώτος δεν στερεί από την Bank Mellat το έννομο συμφέρον της να αποδείξει την έλλειψη νομιμότητας, καθόσον τα αποτελέσματα αυτής της καταργήσεως ή της λήξεως αυτής δεν πρέπει να συγχέονται με εκείνα της ακυρώσεως ( 19 ). Τέταρτον, το γενικό καθεστώς επηρέασε αρνητικά τη φήμη της αναιρεσείουσας λόγω της συνδέσεως στην οποία προέβη το Συμβούλιο, στο πλαίσιο του γενικού καθεστώτος, μεταξύ των τραπεζών και της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων ( 20 ), και η ακύρωση του εν λόγω καθεστώτος συνιστά μορφή ικανοποιήσεως μη οικονομικού χαρακτήρα, κατά την έννοια της αποφάσεως A. Abdulrahim ( 21 ). Εξάλλου, η αξία της αποφάσεως που θα επιβεβαιώνει την ακύρωση των ατομικών περιοριστικών μέτρων θα υπονομευόταν σοβαρά από την ύπαρξη του γενικού καθεστώτος. Η Bank Mellat διατείνεται επίσης ότι καμία νομολογία δεν επιβεβαιώνει τη θέση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του γενικού καθεστώτος εκλείπει λόγω του ότι εκ παραλλήλου υπάρχει καθεστώς ατομικών περιοριστικών μέτρων, το οποίο υποστηρίζεται ότι είναι πιο αυστηρό.
2. Ανάλυση
24.
Κατά τη νομολογία, το έννομο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως δύναται, αυτή καθαυτή, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε ( 22 ). Ως εκ τούτου, προκειμένου η προσφυγή του να μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή, όχι μόνον ο προσφεύγων πρέπει να βρίσκεται σε ειδική κατάσταση σε σχέση με την πράξη της οποίας προτίθεται να αμφισβητήσει τη νομιμότητα, αλλά πρέπει επίσης η ακύρωση της πράξεως αυτής να συνεπάγεται θετικά αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεώς του. Το συμφέρον το οποίο πρέπει να έχει ο προσφεύγων μπορεί να διακρίνεται από οικονομικής απόψεως αλλά και από απόψεως ενδιαφέροντος ή νομικής προστασίας ( 23 ). Αυτή ακριβώς η απαίτηση ή η ανάγκη είναι που δικαιολογεί τη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Εάν ο προσφεύγων δεν μπορεί να επωφεληθεί από το ενδεχόμενο να γίνει δεκτή η προσφυγή του, δεν δικαιολογείται η προσφυγή ενώπιον της δικαιοσύνης.
25.
Το έννομο συμφέρον, πρώτη και βασική προϋπόθεση κάθε ενδίκου βοηθήματος ( 24 ), πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου του, να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεώς του, άλλως το ένδικο βοήθημα κρίνεται απαράδεκτο ( 25 ), και πρέπει, κατά την ημερομηνία αυτή, να είναι γεγενημένο και ενεστώς ( 26 ). Επιπλέον, πρέπει να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως παρέλκει η έκδοση αποφάσεως, γεγονός το οποίο προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε ( 27 ). Το ίδιο ισχύει στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως ( 28 ).
26.
Η κρίση περί του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat κατά τον χρόνο της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, απαιτεί, πρώτον, να εκτιμηθούν τα πραγματικά αποτελέσματα του σχεδίου δράσεως επί των επίμαχων πράξεων, εξυπακουομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο ήδη δέχθηκε ότι το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος δεν παύει απαραιτήτως να υφίσταται λόγω του ότι η προσβαλλόμενη εκ μέρους του πράξη έπαυσε να παράγει αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της δίκης ( 29 ).
27.
Η κατ’ αντιμωλία ανάπτυξη των απόψεων των διαδίκων επικεντρώθηκε στο ζήτημα αν η Bank Mellat μπορούσε να επικαλεσθεί λυσιτελώς τις κρίσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Abdulrahim ( 30 ), καθόσον, όπως τόνισε το Συμβούλιο, η απόφαση αυτή εκδόθηκε ενώ είχαν καταργηθεί τα ατομικά περιοριστικά μέτρα εκκρεμούσης της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως διακρίνονται από εκείνα της υποθέσεως που οδήγησε στην εν λόγω απόφαση για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς, το επίμαχο καθεστώς είναι ένα γενικό καθεστώς και όχι ένα περιοριστικό μέτρο που επηρεάζει ατομικώς την Bank Mellat λόγω της καταχωρίσεώς της στον κατάλογο των οντοτήτων, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να δεσμευθούν. Επίσης, η απόφαση Abdulrahim ( 31 ) διευκρίνιζε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος μπορεί να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, παρά την κατάργηση των προσβαλλομένων πράξεων, ενώ εν προκειμένω κρίνεται το έννομο συμφέρον της Bank Mellat κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.
28.
Φρονώ ότι το έννομο συμφέρον δεν πρέπει να εκτιμάται διαφορετικά ανάλογα με το αν η επίμαχη πράξη συνιστά ατομικό περιοριστικό μέτρο ή εντάσσεται σε ένα γενικότερο καθεστώς περιοριστικών μέτρων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του επίμαχου καθεστώτος. Το μόνον που λαμβάνεται υπόψη, κατά τη γνώμη μου, είναι το αν η αναιρεσείουσα μπορεί να αντλήσει όφελος από την αίτησή της αναιρέσεως. Η έννοια αυτή του οφέλους με οδηγεί επίσης να υιοθετήσω την άποψη ότι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να κρίνεται με μεγαλύτερη αυστηρότητα σε σύγκριση με κατάσταση στην οποία το εν λόγω συμφέρον εκλείπει κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να περιορισθεί σε απλή διαπίστωση της καταργήσεως της πράξεως πριν από την άσκηση της αναιρέσεως προκειμένου να διαπιστώσει έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αλλά πρέπει να εξετάσει αν η αναιρεσείουσα μπορεί να αντλήσει κάποιο όφελος από την αναίρεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά το ότι ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προσομοιάζει με υφαρπαγή του αντικειμένου της διαφοράς από το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την επίμαχη πράξη.
29.
Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, πρέπει πλέον να εξακριβωθεί ποια είναι τα αποτελέσματα του σχεδίου δράσεως του 2016 επί του επίμαχου καθεστώτος, πριν εξετασθεί το κατά πόσον η Bank Mellat μπορεί να δικαιούται ακόμη να αντλήσει κάποιο όφελος από την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
α) Επί των αποτελεσμάτων του σχεδίου δράσεως
30.
Η κατάσταση της Bank Mellat έναντι των περιοριστικών μέτρων που την πλήττουν είναι η εξής: τα ατομικά περιοριστικά μέτρα ακυρώθηκαν οριστικώς, δεδομένου ότι το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε το Συμβούλιο και επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Συμβούλιο κατά Bank Mellat ( 32 ) και, εν πάση περιπτώσει, δεν επηρεάζουν πλέον την αναιρεσείουσα από τις 16 Ιανουαρίου 2016 δυνάμει του σχεδίου δράσεως. Όσον αφορά το γενικό καθεστώς, του οποίου τη νομιμότητα η αναιρεσείουσα προτίθεται εν προκειμένω να αμφισβητήσει, επίσης έπαυσε να εφαρμόζεται επί της Bank Mellat από τις 16 Ιανουαρίου 2016. Ωστόσο, η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 2 Αυγούστου 2016. Εντούτοις, όπως εξέθεσα ανωτέρω, φρονώ ότι η ανάλυση σχετικά με το έννομο συμφέρον δεν πρέπει να σταματά στο στάδιο αυτό της συλλογιστικής.
31.
Το σχέδιο δράσεως είχε ως αποτέλεσμα μια σχετική χαλάρωση της εντάσεως στις σχέσεις μεταξύ της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και της διεθνούς κοινότητας, η οποία έχει μεταφρασθεί, στο επίπεδο της Ένωσης, σε δέσμευση για την «άρση όλων των κυρώσεων» ( 33 ) και «όλων των οικονομικών και χρηματοοικονομικών περιοριστικών μέτρων» ( 34 ) και για την «παύσ[η] εφαρμογή[ς] όλων των οικονομικών και χρηματοοικονομικών κυρώσεων […] που αφορούν το πυρηνικό ζήτημα» ( 35 ). Το άρθρο 1, σημείο 17, της αποφάσεως 2015/1863 αποφάσισε την αναστολή των μέτρων που απαριθμεί. Όσον αφορά το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 2015/1861, αυτό έχει ρητώς οδηγήσει στην κατάργηση των άρθρων 30, 30α, 30β, 31 και 33 έως 35 του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε. Με άλλα λόγια, το γενικό καθεστώς του οποίου η Bank Mellat ζήτησε την ακύρωση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είχε, συνεπώς, καταργηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως 2016/37, η απόφαση 2015/1863 και, συνακόλουθα ( 36 ), ο κανονισμός 2015/1861 άρχισαν να εφαρμόζονται στις 16 Ιανουαρίου 2016, ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η αναστολή καθώς και η κατάργηση των μέτρων αυτών.
32.
Μολονότι με τις πράξεις που θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο δράσεως αποφασίσθηκε να αρθούν ή να τερματισθούν οι κυρώσεις και τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά περιοριστικά μέτρα, ο προσωρινός χαρακτήρας μιας τέτοιας αποφάσεως προκύπτει σαφώς από τις πράξεις αυτές, δεδομένου ότι «[η] δέσμευση για την άρση όλων των κυρώσεων της Ένωσης που έχουν σχέση με το πυρηνικό ζήτημα, σύμφωνα με το ΚΟΣΔ δεν θίγει […] την εκ νέου επιβολή κυρώσεων από την Ένωση σε περίπτωση σημαντικής μη εκπλήρωσης εκ μέρους του Ιράν των υποχρεώσεών του στα πλαίσια του ΚΟΣΔ» ( 37 ).
33.
Ωστόσο, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν πιστεύω ότι το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας πρέπει να διακριθεί από εκείνο οποιουδήποτε άλλου επιδιώκει την ακύρωση πράξεως που έχει καταργηθεί εκκρεμούσης της διαδικασίας. Τα επίμαχα μέτρα θα μπορούσαν πράγματι να «ενεργοποιηθούν εκ νέου» από το Συμβούλιο σε περίπτωση επιδεινώσεως των σχέσεων με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν: ωστόσο, αυτή η εκ νέου ενεργοποίηση θα πρέπει να οδηγήσει, κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον στην έκδοση νέας πράξεως, την οποία η αναιρεσείουσα θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να προσβάλει.
34.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφενός, το γεγονός και μόνον ότι η άρση του γενικού καθεστώτος είναι μόνον προσωρινή δεν αρκεί για να θεμελιώσει, αφεαυτού, το έννομο συμφέρον της Bank Mellat στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Αφετέρου, η παύση των εννόμων αποτελεσμάτων που παράγει το επίμαχο καθεστώς δεν εξαλείφει κατ’ ανάγκη το έννομο συμφέρον της Bank Mellat ( 38 ).
β) Επί της in concreto εκτιμήσεως του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat
35.
Πάντως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διατήρηση του εννόμου συμφέροντος προσφεύγοντος πρέπει να εκτιμάται in concreto λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των συνεπειών της προβαλλόμενης ελλείψεως νομιμότητας και της φύσεως της ζημίας που ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι υπέστη ( 39 ). Το Δικαστήριο προσδιόρισε αρκετές περιπτώσεις όπου ο προσφεύγων μπορεί να διατηρεί το έννομο συμφέρον του να ζητήσει την ακύρωση πράξεως. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω προσφεύγων μπορεί να διατηρεί τέτοιο έννομο συμφέρον προκειμένου να αποκατασταθεί ο ίδιος στην προτέρα κατάσταση, ώστε να υποχρεωθεί ο εκδότης της προσβαλλομένης πράξεως να επιφέρει στο μέλλον τις δέουσες τροποποιήσεις και να αποτραπεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο κίνδυνος επαναλήψεως της πλημμέλειας περί ελλείψεως νομιμότητας που προσάπτεται στην πράξη ή ακόμη να αποτελέσει τη βάση ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως ( 40 ).
36.
Συνεπώς, πρέπει πλέον να καθορισθεί κατά τρόπο όλως συγκεκριμένο αν η Bank Mellat δύναται ακόμη να προβάλει, όπως ισχυρίζεται, κάποιο όφελος που μπορεί να αντλήσει με την αίτηση αναιρέσεώς της.
37.
Πρώτον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα αποτελέσματα του σχεδίου δράσεως επί του επίμαχου καθεστώτος θα μπορούσαν να εξομοιωθούν με εκείνα της καταργήσεως, το Δικαστήριο έχει παγίως κρίνει ότι αυτή δεν αποτελεί αναγνώριση της ελλείψεως νομιμότητας της εν λόγω πράξεως και παράγει αποτέλεσμα ex nunc, ενώ μια ακυρωτική δικαστική απόφαση εξαλείφει αναδρομικά, ως εκ τούτου, την εν λόγω πράξη από την έννομη τάξη, η οποία, επομένως, θεωρείται ως μηδέποτε υπάρξασα ( 41 ). Εν προκειμένω, το έννομο συμφέρον της Bank Mellat προσκρούει στην έλλειψη αντίκτυπου του επίμαχου καθεστώτος επί της καταστάσεώς της, λόγω του ότι το εν λόγω καθεστώς αλληλεπικαλύπτει τα ήδη υφιστάμενα ατομικά περιοριστικά μέτρα. Πράγματι, από χρονικής απόψεως, η Bank Mellat είχε αποτελέσει αντικείμενο καταχωρίσεως στους καταλόγους στις 26 Ιουλίου 2010 ( 42 ) και η καταχώριση αυτή ακυρώθηκε οριστικώς στις 18 Φεβρουαρίου 2016, μολονότι δεν παρήγαγε πλέον αποτελέσματα από τις 16 Ιανουαρίου 2016.
38.
Οι πράξεις των οποίων η Bank Mellat ζήτησε να διαπιστωθεί η έλλειψη νομιμότητας στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καλύπτουν, από την πλευρά τους, την περίοδο από το 2012 έως τις 16 Ιανουαρίου 2016.
39.
Ενώ τα ατομικά περιοριστικά μέτρα δέσμευσαν τα κεφάλαια της αναιρεσείουσας, το γενικό καθεστώς απλώς επέβαλλε περιορισμούς στις μεταφορές κεφαλαίων μεταξύ των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης και του Ιράν, υπάγοντας αυτές, ως επί το πλείστον, σε καθεστώς προηγούμενης εγκρίσεως ή κοινοποιήσεως. Ως οντότητα, όμως, την οποία αφορούσαν τα ατομικά περιοριστικά μέτρα, η Bank Mellat δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να επιδιώξει καμία οργανωμένη μεταφορά κεφαλαίων υπό τις συνθήκες που περιγράφονται από τις επίμαχες πράξεις, δεδομένου ότι οι εξαιρέσεις από τους περιορισμούς που προβλέπονταν από τα ατομικά μέτρα διέπονταν από τις πράξεις που καθόριζαν και έθεταν σε εφαρμογή τα εν λόγω μέτρα. Ως εκ τούτου, οι σημαντικές αρνητικές συνέπειες τις οποίες υπέστη η Bank Mellat είναι το αποτέλεσμα της εις βάρος της επιβολής παράνομων ατομικών περιοριστικών μέτρων, και όχι του γενικού καθεστώτος το οποίο, σύμφωνα με την ανάλυσή μου, δεν μετέβαλε τη νομική κατάσταση της αναιρεσείουσας λόγω της χρονικής επικαλύψεως με τα ατομικά περιοριστικά μέτρα. Η Bank Mellat φαίνεται εξάλλου να το αναγνωρίζει, παραδεχόμενη ότι «δεν ήταν σε θέση να προβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις συγκεκριμένες συνέπειες του οικονομικού αποκλεισμού, δεδομένου ότι […] το μέτρο αυτό δεν είχε στην πραγματικότητα την παραμικρή συνέπεια λόγω της υπάρξεως του παράνομου καθορισμού» ( 43 ).
40.
Δεύτερον, είναι εξίσου δύσκολο, στο πλαίσιο των εν λόγω ειδικών συνθηκών, να θεμελιωθεί η διατήρηση του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat στην πιθανή αποκατάσταση ή ικανοποίηση της ζημίας που υπέστη, που τέτοια θα μπορούσε να αποτελεί η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα του γενικού καθεστώτος ( 44 ), για δύο βασικούς λόγους.
41.
Αφενός, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Bank Mellat, το εν λόγω καθεστώς δεν έχει απαξιώσει την τράπεζα, στο μέτρο που η υπαγωγή στο εν λόγω καθεστώς δεν συνιστά κύρωση σε σχέση με προσωπική συμπεριφορά της Bank Mellat, η οποία προσδιορίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο, ή με υποψία συμμετοχής στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Θα έλεγα μάλλον, συντασσόμενος με το Συμβούλιο και σύμφωνα με ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ( 45 ), ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι το επίμαχο καθεστώς τέθηκε σε εφαρμογή για την πρόληψη της χρησιμοποιήσεως πόρων, οι οποίοι μεταφέρονται μέσω των τραπεζών όπως η αναιρεσείουσα, και οι οποίοι μπορούν να χρησιμεύσουν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων ακόμη και εν αγνοία των εν λόγω τραπεζών. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι το επίμαχο καθεστώς θα μπορούσε να προκαλέσει, αφεαυτού, οποιαδήποτε προσβολή της φήμης της Bank Mellat παρεμφερή εκείνης η οποία εξετάσθηκε στην υπόθεση Abdulrahim ( 46 ) και ως προς την οποία ήταν επιτακτικό να μπορεί, ενδεχομένως, να θεμελιωθεί αξίωση αποζημιώσεως.
42.
Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, η ανωτέρω διαπίστωση περί ελλείψεως συνεπειών του γενικού καθεστώτος επί της αναιρεσείουσας αποκλείει τον προσδιορισμό τέτοιας βλάβης που θα μπορούσε να θίξει τη φήμη της τράπεζας.
43.
Τρίτον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν φρονώ επίσης ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί ότι το έννομο συμφέρον της Bank Mellat υφίσταται για τον λόγο ότι η διαπίστωση περί ελλείψεως νομιμότητας του γενικού καθεστώτος θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση τυχόν αγωγής αποζημιώσεως. Μολονότι δεν μπορώ να συνταχθώ με το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι η ύπαρξη και μόνον της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά των επίμαχων πράξεων αρκεί για να διαπιστωθεί ότι η προϋπόθεση που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, όσον αφορά την ύπαρξη κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω δεν πληρούται, επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι, ελλείψει έννομου συνέπειας των προσβαλλόμενων πράξεων επί της αναιρεσείουσας, οι πιθανότητες ευδοκιμήσεως ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «όφελος» το οποίο θα μπορούσε να αντλήσει η τράπεζα κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με το έννομο συμφέρον.
44.
Τέταρτον, απομένει η τελευταία περίπτωση, δηλαδή εκείνη όπου θα έπρεπε να διαπιστωθεί η διατήρηση του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat, προκειμένου να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να επιφέρει τις δέουσες τροποποιήσεις και να αποφευχθεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο κίνδυνος επαναλήψεως της σχετικής με έλλειψη νομιμότητας πλημμέλειας που προσάπτεται στις επίμαχες πράξεις ( 47 ). Φρονώ ότι η περίπτωση αυτή, την οποία έχει δεχθεί το Δικαστήριο, ενέχει υπερβολικά ευρεία διατύπωση. Συγκεκριμένα, κάθε διάδικος, αντικειμενικώς, έχει έννομο συμφέρον να μην επαναληφθεί μια πλημμέλεια και η μη επανάληψη αυτή αποτελεί όφελος το οποίο μπορεί να αντληθεί και το οποίο θα μπορούσε να υφίσταται σε οποιαδήποτε περίπτωση. Ωστόσο, μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία της περιπτώσεως αυτής θα οδηγούσε το Δικαστήριο, μακροπρόθεσμα, να καταστήσει άνευ αποτελέσματος τη διαδικασία καταργήσεως του αντικειμένου της διαφοράς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να ζητείται από τον προσφεύγοντα να καταδεικνύει επακριβώς τον κίνδυνο επαναλήψεως της προβαλλόμενης σχετικής με έλλειψη νομιμότητας πλημμέλειας. Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι δεν έχουν θιγεί τα δικαιώματα της Bank Mellat από την εφαρμογή του επίμαχου καθεστώτος εξαλείφει την προϋπόθεση περί υπάρξεως κινδύνου επαναλήψεως. Βεβαίως, λαμβανομένου υπόψη του προσωρινού χαρακτήρα της άρσεως των περιοριστικών μέτρων κατά του Ιράν, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος τα μέτρα αυτά να ληφθούν εκ νέου, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα. Ωστόσο, σε περίπτωση εκ νέου ενεργοποιήσεως των μέτρων αυτών, η Bank Mellat θα υφίστατο μόνο τότε για πρώτη φορά τις συγκεκριμένες συνέπειες.
45.
Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω, κυρίως, ότι πρέπει να διαπιστωθεί έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως, οπότε η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν διατυπώνονται επικουρικώς και μόνον, θα είναι δε κατ’ ανάγκην πιο συνοπτικές.
Β. Επικουρικώς, επί της διατηρήσεως του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
46.
Μολονότι μόλις διαπίστωσα την απουσία εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το ζήτημα κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται έννομο συμφέρον της Bank Mellat στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου θα μπορούσε να τεθεί προκαταρκτικώς σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν συμμερισθεί την άποψή μου.
47.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, ενώ η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου είναι της 2ας Ιουνίου 2016, κάνει μνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 18 Φεβρουαρίου 2016 η οποία επιβεβαιώνει την ακύρωση των ατομικών περιοριστικών μέτρων κατά της αναιρεσείουσας ( 48 ), και περιέχει ειδικές παρατηρήσεις σχετικά με την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ( 49 ), το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως αναφέρθηκε στο σχέδιο δράσεως του οποίου τα πλήρη αποτελέσματα παρήχθησαν από τις 16 Ιανουαρίου 2016.
48.
Η μη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων του σχεδίου αυτού, μαζί με την κρίση ότι η αναιρεσείουσα είχε πράγματι υπαχθεί στο επίμαχο καθεστώς αυτοδικαίως από την 18η Φεβρουαρίου 2016 ( 50 ), καθιστούν πλημμελές το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας, ως προς το οποίο το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξακριβώσει, εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως, όχι μόνον αν υφίστατο κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής αλλά και αν αυτό εξακολουθούσε να υφίσταται καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης.
49.
Συναφώς, απαντώντας σε ερώτηση για προφορική απάντηση που έθεσε το Δικαστήριο, οι διάδικοι τελικώς έλαβαν θέση επί της μη συνεκτιμήσεως, από το Γενικό Δικαστήριο, των αποτελεσμάτων του σχεδίου δράσεως επί του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Κατ’ ουσίαν, μολονότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε, ακριβώς, υπόψη τα εν λόγω αποτελέσματα ή διατηρούν αμφιβολίες για το κατά πόσον αυτά ελήφθησαν υπόψη, η Bank Mellat είναι η μόνη που υποστήριξε ότι, κατ’ εφαρμογήν των αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Abdulrahim ( 51 ), το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να διαπιστώσει ότι το έννομο συμφέρον της εξακολουθούσε να υφίσταται ενώπιόν του λόγω των οφελών που αυτή μπορούσε ακόμη να αντλήσει με την προσφυγή της. Κατά την Bank Mellat, η ακύρωση ex tunc των ατομικών περιοριστικών μέτρων είχε ως συνέπεια να υπαχθεί στο γενικό καθεστώς από τότε που αυτό τέθηκε σε ισχύ.
50.
Πάντως, η ίδια συλλογιστική με αυτή που ακολουθήθηκε σχετικά με την εκτίμηση του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, με οδηγεί στη διαπίστωση ότι το συμφέρον αυτό δεν υπήρχε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της δίκης εφόσον, από το συνδυασμένο αποτέλεσμα του σχεδίου δράσεως και της χρονικής επικαλύψεως του ατομικού καθεστώτος με το γενικό καθεστώς, η απουσία πραγματικού αντίκτυπου του επίμαχου καθεστώτος επί της νομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας αποκλείει τη διαπίστωση περί υπάρξεως οποιουδήποτε οφέλους το οποίο η Bank Mellat θα μπορούσε να αντλήσει από την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
51.
Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει εκ νέου πλάνη περί το δίκαιο, η οποία περιέχεται στη σκέψη 77, δεδομένου ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «τυχόν διαπίστωση, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να βάλει κατά του άρθρου 1, σημείο 15, του προσβαλλόμενου κανονισμού θα έθιγε το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι, αφότου εξέλειπαν οριστικά τα εις βάρος της ατομικά περιοριστικά μέτρα, θα υπέκειτο στα αποτελέσματα του επίμαχου καθεστώτος, αλλά δεν θα μπορούσε να ζητήσει παραδεκτώς την ακύρωση του άρθρου 1, σημείο 15, του προσβαλλόμενου κανονισμού, λόγω εκπνοής της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής». Αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, η ακύρωση του εν λόγω άρθρου δεν εδύνατο να έχει έννομες συνέπειες για την Bank Mellat ( 52 ).
52.
Ως εκ τούτου, αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγω της ουσιώδους πλάνης περί το δίκαιο που αυτή περιέχει σχετικά με την εκτίμηση του εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat μετά την έναρξη ισχύος του σχεδίου δράσεως και να αντιτάξει αυτεπαγγέλτως κατάργηση της δίκης σχετικά με την προσφυγή ακυρώσεως της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στο σημείο 24 των προτάσεών μου.
Γ. Όλως επικουρικώς
1. Επί του τέταρτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως που αντλούνται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και κατά την εκτίμηση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου
α) Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
1) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
53.
Στις σκέψεις 44 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Bank Mellat πληρούσε τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ για να κριθεί παραδεκτή η προσφυγή της. Αφού χαρακτήρισε το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 ως κανονιστική πράξη ( 53 ), το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως έχουν αποσαφηνισθεί από τη νομολογία. Συναφώς, υπενθύμισε ότι προσφυγή κατά τέτοιου είδους πράξεως είναι παραδεκτή υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ότι επηρεάζει άμεσα την Bank Mellat χωρίς να καταλείπεται καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες της πράξεως οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της ( 54 ). Επιπλέον, η κανονιστική πράξη η οποία παράγει άμεσα αποτελέσματα στη νομική κατάσταση φυσικού ή νομικού προσώπου δεν πρέπει να απαιτεί εκτελεστικά μέτρα για να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ( 55 ).
54.
Αφού υπενθύμισε τους όρους της αναλύσεως που επρόκειτο να πραγματοποιήσει, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε χωριστά τις διατάξεις που περιέχονται στο άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012. Έκρινε, κατ’ αρχάς, ότι, ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στο Ιράν, η Bank Mellat δεν επηρεαζόταν άμεσα από το άρθρο 30α του κανονισμού 267/2012 όπως τροποποιήθηκε, και ότι η προσφυγή της, καθόσον αφορούσε την εν λόγω διάταξη, έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη ( 56 ). Εν συνεχεία, έκρινε ότι το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, παρείχε στις εθνικές αρχές που επιλαμβάνονται αιτήσεως μεταφοράς κεφαλαίων διακριτική ευχέρεια να κρίνουν αν η σκοπούμενη μεταφορά ενείχε κίνδυνο παραβάσεως άλλων διατάξεων του εν λόγω κανονισμού και, ως εκ τούτου, η Bank Mellat δεν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι την αφορούσε άμεσα το εν λόγω άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το οποίο επαγόταν, επιπλέον, τη λήψη εκτελεστικών μέτρων. Η προσφυγή της Bank Mellat ως εκ τούτου, κρίθηκε απαράδεκτη καθόσον αφορούσε το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε ( 57 ).
55.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 αφορούσε άμεσα την Bank Mellat χωρίς να συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων από τριών απόψεων: το άρθρο 30, παράγραφος 1 (το οποίο προβλέπει απαγόρευση μεταφορών κεφαλαίων χωρίς δυνατότητα εγκρίσεως), το άρθρο 30, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 30, παράγραφος 5 (τα οποία προβλέπουν, για ορισμένες μεταφορές, υποχρέωση προηγούμενης κοινοποιήσεως, η οποία δεν υπόκειται σε αξιολόγηση εκ μέρους των εθνικών αρχών), και το άρθρο 30, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 30, παράγραφος 5 (τα οποία προβλέπουν την υποχρέωση, η οποία δεν υπόκειται σε εκτίμηση εκ μέρους των εθνικών αρχών και δεν συνεπάγεται εκτελεστικά μέτρα κινήσεως διαδικασίας εγκρίσεως για τις μεταφορές που υπερβαίνουν ορισμένο κατώτατο όριο), του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε ( 58 ).
56.
Το Γενικό Δικαστήριο, επομένως, έκρινε παραδεκτή την προσφυγή της Bank Mellat καθόσον έβαλλε κατά των τριών διατάξεων που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο σημείο ( 59 ).
2) Σύνοψη των επιχειρημάτων των διαδίκων
57.
Κατ’ ουσίαν, η Bank Mellat προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε προσηκόντως την προϋπόθεση περί πράξεως θίγουσας άμεσα τον προσφεύγοντα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, υπό το πρίσμα του άρθρου 30α του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε. Υποστηρίζει ότι δεν ήταν δυνατό το Γενικό Δικαστήριο να εξετάζει μεμονωμένα τη διάταξη αυτή υπό το πρίσμα της εν λόγω προϋποθέσεως, καθόσον το επίμαχο καθεστώς στο σύνολό του την έθιγε άμεσα. Η εξέταση του άρθρου 30α σε συνδυασμό με το άρθρο 30 του εν λόγω κανονισμού θα έπρεπε να οδηγήσει το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το άρθρο 30α συμπληρώνει το άρθρο 30 και ότι επρόκειτο περί συμπληρωματικών διατάξεων. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η διάταξη εξετασθεί μεμονωμένα, η ανάλυση σχετικά με το άρθρο 30α του κανονισμού 267/2012, θα έπρεπε, κατά την αναιρεσείουσα, να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή έθιγε πράγματι άμεσα την Bank Mellat.
58.
Η Bank Mellat αμφισβητεί επίσης την ανάλυση βάσει της οποίας έκρινε το Γενικό Δικαστήριο την προσφυγή απαράδεκτη καθόσον στρεφόταν κατά του άρθρου 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο αυτό έθιγε άμεσα την Bank Mellat, καθόσον συνιστούσε ουσιώδη διάταξη του γενικού καθεστώτος που τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, στο πλαίσιο του οποίου έπρεπε να εξετασθεί και λόγω του ότι το άρθρο αυτό ανέθετε στις εθνικές αρχές την εξουσία απαγορεύσεως των συναλλαγών που υπονόμευαν έτσι την εμπορική θέση της τράπεζας. Οι αρχές αυτές δεν διέθεταν εξουσία εκτιμήσεως σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η οποία έπρεπε να τεθεί αυτόματα σε εφαρμογή, η δε εξουσία εκτιμήσεως που ενδεχομένως αναγνωρίζεται ασκείτο μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, δεν συνεπαγόταν τη λήψη εκτελεστικών μέτρων, διότι παρείχε εξουσία εκτιμήσεως στις εθνικές αρχές κατά τρόπο άμεσο και αυτόματο, και θα παρήγαγε επομένως τα έννομα αποτελέσματά του χωρίς να απαιτείται ενδιάμεση πράξη από αυτές. Η Bank Mellat υπενθυμίζει ότι δεν έπρεπε να βρεθεί σε κατάσταση όπου, για να αμφισβητήσει μια διάταξη και να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, θα ήταν υποχρεωμένη να παραβιάσει την εφαρμοστέα νομοθεσία.
59.
Επικουρικώς, η Bank Mellat διατείνεται ότι ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υποστήριξε ότι την αφορούσε ατομικώς το γενικό καθεστώς με την ιδιότητά της ως μέλος μιας κατηγορίας την οποία διέπει το εν λόγω καθεστώς, κάτι που δεν εξετάσθηκε από το Γενικό Δικαστήριο ή, τουλάχιστον, απορρίφθηκε σιωπηρώς.
60.
Εν τέλει, η Bank Mellat υποστηρίζει ότι εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου χωριστή εξέταση των διατάξεων κατέστησε πλημμελή την εκτίμησή του όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και περιόρισε τη δικαστική κρίση σε ορισμένες μόνο διατάξεις. Ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο είχε εξετάσει χωριστά τις διάφορες συνιστώσες του γενικού καθεστώτος, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αλληλεπικαλύπτονταν και δεν μπορούσαν να διαχωρισθούν μεταξύ τους σε περίπτωση ακυρώσεως.
61.
Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούν ότι η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τα άρθρα 30α και 30β, παράγραφος 3, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε. Από την πλευρά του, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί, εντούτοις, ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να κρίνει, αφενός, ότι η προσφυγή της Bank Mellat στρεφόταν κατά νομοθετικής και όχι κανονιστικής πράξεως και, αφετέρου, ότι η εν λόγω προσφυγή ήταν απαράδεκτη στο σύνολό της και καθόσον στρεφόταν κατά των λοιπών συνιστωσών του γενικού καθεστώτος που περιέχονταν στο άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, λόγω ελλείψεως άμεσου και ατομικού εννόμου συμφέροντος της Bank Mellat.
3) Ανάλυση
62.
Προκαταρκτικώς, επισημαίνω ότι ο χαρακτηρισμός, από το Γενικό Δικαστήριο, του κανονισμού 1263/2012 ως «κανονιστικής πράξεως» υπό την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα ( 60 ). Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να επανέλθω επ’ αυτού και η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται στην παραδοχή ότι πρόκειται σαφώς για κανονιστική πράξη.
63.
Όταν πρόκειται για τέτοια πράξη, το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει δύο προϋποθέσεις προκειμένου η προσφυγή ακυρώσεως να είναι παραδεκτή: η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να θίγει άμεσα την προσφεύγουσα και δεν πρέπει να συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων.
64.
Οι διάδικοι διαφώνησαν σχετικά με τη σκοπιμότητα να εξετασθεί η τήρηση των δύο αυτών προϋποθέσεων, διαχωρίζοντας τις διάφορες συνιστώσες του επίμαχου καθεστώτος αντί να εξετασθούν από κοινού, όπως προτείνει η Bank Mellat. Υπενθυμίζω ότι η ιδιαιτερότητα της προσφυγής την οποία άσκησε η Bank Mellat ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου συνίστατο στο ότι προσέβαλε τυπικώς μόνο μία διάταξη –το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012– η οποία, με τη σειρά της, περιελάμβανε τρία άρθρα, τα οποία αποτελούνταν, αντιστοίχως από έξι, τρεις και πέντε παραγράφους και πολλές υποδιαιρέσεις. Η μέθοδος αναλύσεως που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο, κατά τη γνώμη μου, δικαιολογείται πλήρως υπό τις συνθήκες αυτές, όπως θα καταδειχθεί κατά την ολοκλήρωση της αναλύσεώς μου.
65.
Η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 30α του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, δεν φαίνεται να είναι πλήρως απαλλαγμένη από πλάνη περί το δίκαιο. Το άρθρο αυτό προβλέπει ρητώς ότι ρυθμίζει περιπτώσεις, οι οποίες δεν εμπίπτουν, στο προσωπικό ιδίως, πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 του κανονισμού αυτού ( 61 ). Πάντως, είναι σαφές ότι, ως τράπεζα εγκατεστημένη στο Ιράν, η Bank Mellat ήταν αντικείμενο της γενικής απαγορεύσεως μεταφοράς κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, και ως εκ τούτου δεν την αφορούσαν τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 30α του εν λόγω κανονισμού. Διάδικος που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μιας διάταξης δυσχερώς δύναται να αποδείξει ότι αυτή τον αφορά άμεσα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Το επιχείρημα της Bank Mellat, σύμφωνα με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να είχε εξετάσει την εν λόγω προϋπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις διατάξεις που περιέχονται στο άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελές λόγω της ελλείψεως αντίκτυπου του άρθρου 30α του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, επί της νομικής της καταστάσεως.
66.
Όσον αφορά το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, αυτό διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο γενικός κανόνας που ορίζεται στο άρθρο 30 του εν λόγω κανονισμού ( 62 ) –ήτοι, η κατ’ αρχήν απαγόρευση των μεταφορών κεφαλαίων, η οποία συνοδεύεται από καθεστώς εξαιρέσεων που υπόκειται σε εκ των προτέρων κοινοποίηση ή έγκριση– πρέπει να εφαρμόζεται στην πράξη. Έτσι, προβλέπει ότι «οι αρμόδιες αρχές δύνανται να χορηγούν την άδεια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που κρίνονται κατάλληλες, εκτός εάν έχουν εύλογους λόγους να θεωρούν ότι η μεταβίβαση κεφαλαίων για την οποία ζητείται η άδεια, μπορεί να είναι κατά παράβαση απαγόρευσης ή υποχρέωσης που προβλέπεται στον [κανονισμό 267/2012, όπως τροποποιήθηκε]». Επομένως, το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, εξαρτά τις σχεδιαζόμενες μεταφορές κεφαλαίων, σε όλες τις περιπτώσεις, από έγκριση η οποία δίδεται από τις εθνικές αρχές αυτομάτως εάν δεν υπάρχει υπόνοια καταστρατηγήσεως των κανόνων που θέτει το επίμαχο καθεστώς ή, σε αντίθετη περίπτωση, από άρνηση των ίδιων αυτών αρχών μετά από την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας.
67.
Όσον αφορά την προϋπόθεση που επιβάλλει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά την οποία η πράξη την οποία προτίθεται να προσβάλει η προσφεύγουσα πρέπει να την αφορά άμεσα, πιστεύω ότι είναι δυσχερές να κριθεί ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται ως προς τη γενική διάταξη -δηλαδή το άρθρο 30 του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε- αλλά δεν πληρούται ως προς τη διάταξη που ορίζει τους συγκεκριμένους όρους - δηλαδή το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, λόγω της κοινής τους φύσεως. Επομένως, ομολογώ ότι έχω ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά τη θέση του Γενικού Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού, η οποία μου φαίνεται ότι συμπλέκει δύο προϋποθέσεις, που είναι ωστόσο διαφορετικές, κρίνοντας ότι, καθόσον οι αποφάσεις των εθνικών αρχών ήταν αναγκαίες κατά το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012 όπως τροποποιήθηκε, δεν μπορούσαν να αφορούν την αναιρεσείουσα άμεσα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
68.
Ωστόσο, η νέα αυτή πλάνη περί το δίκαιο θα μπορούσε να μην έχει καμία συνέπεια εάν έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να επιβεβαιωθεί ότι το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, είναι διάταξη η οποία συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω επί του παρόντος τη δεύτερη προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, in fine, ΣΛΕΕ.
69.
Η πάγια πλέον νομολογία του Δικαστηρίου η οποία επιβεβαιώθηκε λίαν προσφάτως με τις αποφάσεις Industrias Quimicas del Vallés κατά Επιτροπής ( 63 ) και European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής ( 64 ), απαιτεί, κατ’ ουσίαν, η φράση «χωρίς να [συνεπάγονται] εκτελεστικά μέτρα» να ερμηνεύεται με γνώμονα τον σκοπό του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή του ενδεχομένου να υποχρεούται ο ιδιώτης να παραβεί τον νόμο για να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Σε περίπτωση κατά την οποία κανονιστική πράξη συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων, ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της εννόμου τάξεως της Ένωσης διασφαλίζεται ανεξαρτήτως αν τα μέτρα αυτά ελήφθησαν από την Ένωση ή από τα κράτη μέλη και οι πολίτες προστατεύονται στην περίπτωση αυτή έναντι της εφαρμογής της συγκεκριμένης πράξεως με τη δυνατότητα να προσβάλουν τα εκτελεστικά μέτρα που συνεπάγεται η πράξη αυτή. Οσάκις η θέση αυτή σε εφαρμογή της εν λόγω πράξεως απόκειται στα κράτη μέλη, οι πολίτες μπορούν να επικαλεσθούν την έλλειψη κύρους της επίμαχης βασικής πράξεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, υποχρεώνοντάς τα να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, προκειμένου να εκτιμηθεί αν κανονιστική πράξη συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων, πρέπει να λαμβάνεται κυρίως υπόψη η θέση του προσώπου που επικαλείται το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, η εξέταση πρέπει να διενεργείται με γνώμονα αποκλειστικώς το αντικείμενο της προσφυγής, το δε ζήτημα αν τα μέτρα αυτά έχουν, ή όχι, απλώς αυτόματο χαρακτήρα στερείται σημασίας.
70.
Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας αυτής, φρονώ ότι, εάν η μέριμνα διασφαλίσεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στην Bank Mellat αποτελεί το στοιχείο που πρέπει να καθοδηγεί την ερμηνεία της τελευταίας προϋποθέσεως η οποία πρέπει να πληρούται δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως των εθνικών αρχών για να επιτρέψουν ή, κατά περίπτωση να αρνηθούν, τη σχεδιαζόμενη μεταφορά κεφαλαίων, φαίνεται εύλογο, διότι σε μια τέτοια περίπτωση η αναιρεσείουσα είχε κάθε δυνατότητα να αμφισβητήσει, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, εθνική απόφαση περί απορρίψεως της σχεδιαζόμενης μεταφοράς κεφαλαίων, χωρίς να είναι, ωστόσο, υποχρεωμένη να αχθεί η ίδια σε κατάσταση παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης.
71.
Η επιβεβαίωση του συμπεράσματος ότι η προσφυγή έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη καθόσον στρεφόταν κατά του άρθρου 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012 ενισχύει την άποψη ότι το Γενικό Δικαστήριο ενήργησε κατά τρόπο ικανοποιητικό εξετάζοντας κάθε διάταξη χωριστά σε σχέση με το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Πράγματι, εάν έπρεπε να αποφανθεί επί του αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο αυτό όσον αφορά το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, εξεταζόμενου συνολικώς, τί θα έπρεπε να προκριθεί: το γεγονός ότι η προσφυγή της Bank Mellat προδήλως πληρούσε τις εν λόγω προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 30 του κανονισμού 267/2012 όπως τροποποιήθηκε ή, αντιθέτως, θα έπρεπε να αποφανθεί ότι ήταν απαράδεκτη στο σύνολό της η προσφυγή λόγω της παρουσίας δύο προβληματικών διατάξεων συναφώς, εκ των οποίων η πρώτη δεν έθιγε άμεσα την αναιρεσείουσα (άρθρο 30α του εν λόγω κανονισμού), ενώ η δεύτερη συνεπαγόταν μέτρα εκτελέσεως (άρθρο 30β παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού); Η απάντηση στο ερώτημα αυτό κάθε άλλο παρά εύκολη είναι, και η προσέγγιση που ακολουθήθηκε τελικά από το Γενικό Δικαστήριο αποδεικνύεται μετριοπαθής, διότι σεβάστηκε πλήρως το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής της Bank Mellat και ταυτοχρόνως διασφάλισε τη συνεπή εφαρμογή ( 65 ) των προϋποθέσεων του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
72.
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
β) Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου
1) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
73.
Στις σκέψεις 25 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί του τρίτου αιτήματος της Bank Mellat να κηρυχθεί ανεφάρμοστο ως προς αυτήν, το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 ( 66 ). Το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε το γράμμα των άρθρων 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, 275 ΣΛΕΕ και 277 ΣΛΕΕ, έκρινε ότι το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 αποτελεί διάταξη σχετική με την ΚΕΠΠΑ κατά την έννοια του άρθρου 275 ΣΛΕΕ ( 67 ). Υπενθύμισε ότι ο κανόνας εξαιρέσεως από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου που διατυπώνεται στο άρθρο 275 ΣΛΕΕ έπρεπε, ως τέτοιος, να ερμηνεύεται συσταλτικά. Στη συνέχεια, έκρινε ότι τα μέτρα που προβλέπονταν από το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 ήταν μέτρα γενικής φύσεως, το πεδίο εφαρμογής των οποίων καθοριζόταν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και όχι με αναφορά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και ότι, επομένως, δεν επρόκειτο για απόφαση που προέβλεπε περιοριστικά μέτρα εις βάρος τέτοιων προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ( 68 ). Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά του άρθρου 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, ο οποίος έχει ως σκοπό να θέσει σε εφαρμογή, στον τομέα της Συνθήκης ΛΕΕ, το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 ( 69 ). Εντούτοις, κατά το Γενικό Δικαστήριο, το εν λόγω άρθρο 1, σημείο 15 δεν συνιστά απόφαση που προβλέπει περιοριστικά μέτρα εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, η δε εφαρμογή του δεν συνάγεται από εκτίμηση των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε ενδιαφερόμενου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ( 70 ). Συνεπώς, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας σε σχέση με το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 δεν προβάλλεται προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως αποφάσεως που προβλέπει περιοριστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ( 71 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας σχετικά με το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 ( 72 ). Ωστόσο, έκρινε εν συνεχεία ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 275 ΣΛΕΕ εξαίρεση από την αρμοδιότητα του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης δεν έφθανε μέχρι του σημείου να αποκλείει τον έλεγχο νομιμότητας της πράξεως που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, η οποία δεν άπτεται της ΚΕΠΠΑ, αλλά δεν μπορεί να εγκριθεί παρά μόνον εάν προηγηθεί απόφαση της ΚΕΠΠΑ, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, συνεπώς, την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί του πρώτου και επί του δεύτερου αιτήματος της Bank Mellat που αφορούσαν τη διάταξη αυτή ( 73 ).
2) Επιχειρήματα των διαδίκων και ανάλυση της υποθέσεως
74.
Κατ’ ουσίαν, η Bank Mellat προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο μια άκρως τυπολατρική και συσταλτική αντίληψη της αρμοδιότητάς του, η οποία δεν μπορεί να είναι συμβατή με τον σκοπό του συστήματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Στο μέτρο που η Bank Mellat διατείνεται ότι την αφορά άμεσα το επίμαχο καθεστώς χωρίς να απαιτείται, για τον σκοπό αυτό, η λήψη εκτελεστικών μέτρων, επιβεβαιώνεται η ατομική φύση των μέτρων κατά την έννοια του άρθρου 275 ΣΛΕΕ, κατά μείζονα λόγο διότι πρόκειται για μέτρα που λαμβάνονται σε βάρος νομικών προσώπων στα οποία περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα. Η Bank Mellat υποστηρίζει επίσης ότι το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 προβλέπει το ίδιο παρόμοια μέτρα, τα οποία θα αρκούσαν για να θεμελιωθεί η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα. Επικουρικώς, η Bank Mellat υποστηρίζει ότι το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 αποτελεί σαφώς περιοριστικό μέτρο, ότι η νομιμότητα του άρθρου αυτού μπορεί να αμφισβητηθεί και ότι πρέπει να αναγνωρισθεί δικαίωμα ασκήσεως παρεμπίπτουσας προσφυγής κατά της νομιμότητας του άρθρου 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 επί τη βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ λόγω της άμεσης νομικής σχέσεως μεταξύ των δύο αυτών επίμαχων διατάξεων.
75.
Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ότι ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
76.
Η απόφαση 2012/635 έχει ως νομική βάση το άρθρο 29 ΣΕΕ το οποίο αποτελεί μία από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στον τίτλο V, κεφάλαιο 2, ΣΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω απόφαση φαίνεται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά τρόπο ώστε, a priori, ο δικαστής της Ένωσης να μην είναι αρμόδιος να επιληφθεί της νομιμότητας ή του κύρους μιας τέτοιας αποφάσεως. Εντούτοις, το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προβλέπει ότι ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να επιληφθεί της νομιμότητας «των αποφάσεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, τις οποίες θεσπίζει το Συμβούλιο βάσει του τίτλου V, κεφάλαιο 2» ΣΕΕ. Η Bank Mellat υποστηρίζει ότι το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 προβλέπει ακριβώς τέτοια μέτρα και ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει εαυτό αρμόδιο να αποφανθεί επί της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας την οποία είχε προβάλει ενώπιόν του.
77.
Φρονώ ότι η ερμηνεία την οποία η Bank Mellat προτείνει να δώσει το Δικαστήριο στο άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ καθιστά την εν λόγω διάταξη άνευ ουσιαστικού περιεχομένου. Είναι προφανές ότι το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ως διάταξη εισάγουσα παρέκκλιση από την αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά - πράγμα που άλλωστε υπομνήσθηκε από το Γενικό Δικαστήριο. Ωστόσο, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 συνιστά απόφαση που προβλέπει περιοριστικά μέτρα εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η Bank Mellat περιορίζει ουσιωδώς το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου. Η διαφορά ως προς τη φύση μεταξύ των μέτρων που έπληξαν την Bank Mellat ατομικώς, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Φεβρουαρίου 2016 ( 74 ), και εκείνων που μας απασχολούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διακρίσεως που πρέπει να γίνεται κατά την εφαρμογή του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης ως εκ του ότι υπάρχουν περιοριστικά μέτρα, με τη γενική έννοια του όρου. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι ατομικού χαρακτήρα.
78.
Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο για πρώτη φορά στην απόφαση Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( 75 ), στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ότι, «όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται βάσει των διατάξεων περί [ΚΕΠΠΑ], το καθοριστικό στοιχείο για την πρόσβαση στον δικαστή της Ένωσης είναι, κατά τα άρθρα 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η ατομική φύση των πράξεων αυτών».
79.
Η διαφορά καθίσταται περισσότερο σαφής συγκρίνοντας τις διατάξεις της αποφάσεως 2012/635. Από την πλευρά του, το άρθρο 1, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως αποσκοπεί να θέσει σε εφαρμογή ένα γενικό καθεστώς περιοριστικών μέτρων που επιβάλλονται αδιακρίτως, υπό τις προϋποθέσεις που αυτό ορίζει, στις εγκατεστημένες στο Ιράν τράπεζες επί τη βάσει ενός γενικού κριτηρίου και χωρίς να διατυπωθεί καμία αιτίαση κατά των εν λόγω τραπεζών περί συμμετοχής στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Το άρθρο αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Αντιθέτως, το άρθρο 2 της αποφάσεως 2012/635, το οποίο συμπληρώνει τον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων που ενέχονται σε δραστηριότητες πυρηνικών όπλων ή βαλλιστικών πυραύλων και των προσώπων και οντοτήτων που στηρίζουν την κυβέρνηση του Ιράν, εμπίπτει, κατά την άποψή μου, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λόγω του ατομικού χαρακτήρα των μέτρων αυτών.
80.
Η σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο επιδίωξε να καταδείξει ότι το άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635 απέβλεπε στην εφαρμογή περιοριστικών μέτρων γενικού χαρακτήρα ( 76 ), προτού διαπιστώσει την αναρμοδιότητά του, φαίνεται, επομένως, να είναι απαλλαγμένο από οποιαδήποτε πλάνη περί το δίκαιο.
81.
Μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί το επόμενο τμήμα της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου που αναπτύσσεται στις σκέψεις 35 και 36, στο πλαίσιο της οποίας το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 «δεν συνιστά απόφαση που προβλέπει περιοριστικά μέτρα […] κατά την έννοια του [άρθρου] 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ». Μια τέτοια κρίση δεν είναι λυσιτελής, διότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την περίπτωση του άρθρου 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635, υπό το πρίσμα του άρθρου 275 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, η πλάνη αυτή περί το δίκαιο δεν επηρεάζει το ορθό συμπέρασμα στο οποίο αυτό κατέληξε στη σκέψη 38 της αποφάσεώς του.
82.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Επί των επί της ουσίας της υποθέσεως λόγων αναιρέσεως
α) Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της απαιτήσεως περί αναγκαιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ
83.
Η αναιρεσείουσα εν προκειμένω προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και υπέπεσε στην απόφασή σε «αυτοτελές σφάλμα εκ παραδρομής». Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η απαίτηση αναγκαιότητας που προβλέπεται στο άρθρο αυτό δεν αφορά τη σχέση μεταξύ της πράξεως που εκδίδεται πάνω σε αυτήν τη βάση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της ΚΕΠΠΑ.
84.
Το άρθρο 215, παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, «[ό]ταν απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, προβλέπει τη διακοπή ή τη μείωση, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από κοινή πρόταση του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, και της Επιτροπής, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα. […]».
85.
Πέραν του ότι ο χαρακτηρισμός εκ μέρους της αναιρεσείουσας του σφάλματος που προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο δεν φαίνεται να είναι ορθός ( 77 ), είναι προφανές, από την ανάγνωση και μόνον του κειμένου του άρθρου 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ότι η απαίτηση περί αναγκαιότητας την οποία θεσπίζει τίθεται σαφώς μεταξύ της αποφάσεως ΚΕΠΠΑ και της συνακόλουθης πράξεως που εκδίδεται. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο καλείτο, ενδεχομένως, να εξακριβώσει εάν το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 συνιστούσε μέτρο αναγκαίο για την εφαρμογή της αποφάσεως 2012/635, και ειδικότερα του άρθρου 1, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως. Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «με την αναφορά σε “αναγκαία μέτρα” διασφαλίζεται ότι το Συμβούλιο δεν λαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, περιοριστικά μέτρα που βαίνουν πέραν εκείνων που ελήφθησαν με την αντίστοιχη απόφαση ΚΕΠΠΑ». Η εκτελεστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου στο ζήτημα αυτό έχει ήδη διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ( 78 ). Επομένως, υπό την έννοια αυτή, και όπως ορθώς ανέδειξε η Επιτροπή, τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012 εκτίθενται ήδη σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο 1, σημείο 6, της αποφάσεως 2012/635.
86.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
β) Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας
87.
Η Bank Mellat υποστηρίζει ότι η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου πάσχει από εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, η οποία το οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο καθεστώς είναι σύμφωνο με την εν λόγω αρχή. Η αναιρεσείουσα προβάλλει έξι συγκεκριμένα αιτιάσεις. Η πρώτη αντλείται από μη προσήκοντα καθορισμό του επιπέδου ελέγχου, τον οποίο ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εφαρμόζει ενώπιον τέτοιου καθεστώτος. Η δεύτερη αντλείται από κακή εκτίμηση της αυστηρότητας των κυρώσεων. Η τρίτη αντλείται από σφάλμα κατά τον προσδιορισμό του επιδιωκόμενου από το επίμαχο καθεστώς σκοπού. Η τέταρτη αντλείται από κακή εκτίμηση του αναγκαίου χαρακτήρα του εν λόγω καθεστώτος. Η πέμπτη αντλείται από πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την ύπαρξη λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών μέτρων. Η έκτη και τελευταία αιτίαση αντλείται από το ότι δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη, κατά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την αρχή της αναλογικότητας, η ατομική κατάσταση της Bank Mellat.
88.
Όσον αφορά τον καθορισμό του επιπέδου του προσήκοντος δικαστικού ελέγχου, η Bank Mellat υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, καθόσον δεν έκρινε τις νομικές εγγυήσεις που περιβάλλουν την έκδοση ατομικών περιοριστικών μέτρων που μπορούν να μεταφερθούν στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της νομιμότητας ενός γενικού καθεστώτος όπως το επίμαχο καθεστώς, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση της αποτελεσματικής δικαστικής της προστασίας. Το Γενικό Δικαστήριο, όμως, έκρινε ( 79 ) χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο ότι η νομολογία την οποία επικαλείται η Bank Mellat ενώπιόν του δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, στο μέτρο που οι προσβαλλόμενες πράξεις και ιδίως ο κανονισμός 1263/2012 αποτελούν πράξεις γενικής ισχύος, των οποίων το νομικό καθεστώς διαφέρει από εκείνο των ατομικών αποφάσεων που αφορούσαν τη λήψη ατομικών περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών και νομικών προσώπων, των οποίων η καταχώριση δικαιολογείται από την ύπαρξη προσωπικής συμπεριφοράς, την οποία προσδιόρισε το Συμβούλιο και η οποία ανταποκρίνεται στο κριτήριο καταχωρίσεως που προέκρινε το τελευταίο. Εξάλλου, όπως ορθώς επεσήμανε το Συμβούλιο, το επίμαχο καθεστώς θεσπίσθηκε σε τομέα, ο οποίος συνεπάγεται επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως και εντός του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον νομοθέτη της Ένωσης προκειμένου να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις, κατά τρόπον ώστε μόνον ο προδήλως ακατάλληλος χαρακτήρας του επίμαχου καθεστώτος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό να δύναται να θίξει τη νομιμότητά του υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας ( 80 ). Από τη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο βεβαίως εξακρίβωσε την αναλογικότητα του επίμαχου καθεστώτος και, ειδικότερα, το αν το Συμβούλιο μπορούσε να θεωρήσει τη θέσπισή του κατάλληλη και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην παρεμπόδιση της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και της χρηματοδοτήσεώς της, χωρίς να προκαλούνται δυσανάλογες δυσχέρειες στην αναιρεσείουσα. Το Γενικό Δικαστήριο, υπό τις συνθήκες αυτές, εφάρμοσε το προσήκον επίπεδο ελέγχου σε μια τέτοια περίπτωση.
89.
Όσον αφορά την εκτίμηση της αυστηρότητας των κυρώσεων, αν και η αναιρεσείουσα αναφέρει σαφώς ότι η αιτίαση αυτή διατυπώθηκε κατά των σκέψεων 205 έως 211 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι αυτή, κατά τα λοιπά, περιορίζεται στο να προβάλλει, χωρίς να τεκμηριώνει το επιχείρημά της, κακή εκτίμηση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου της αυστηρότητας των κυρώσεων. Ελλείψει επαρκούς τεκμηριώσεως εκ μέρους της Bank Mellat επί του ζητήματος αυτού, η εξέταση του επιχειρήματος σταματά στο σημείο αυτό.
90.
Όσον αφορά τον προσδιορισμό του σκοπού που επιδιώκει το επίμαχο καθεστώς, η αναιρεσείουσα διατείνεται εκ νέου ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να απαιτήσει από το Συμβούλιο να αποδείξει την αντιστοιχία μεταξύ του εν λόγω καθεστώτος και του σκοπού αποτροπής διαδόσεως των πυρηνικών όπλων που προβάλλει ότι επιδιώκει. Η Bank Mellat προσάπτει επίσης στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέδωσε υπερβολικά μεγάλη σημασία στις δηλώσεις του Συμβουλίου και ότι δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ποιος ήταν ο παράνομος σκοπός τον οποίο αυτό πράγματι επιδίωκε, δηλαδή την άσκηση οικονομικής πιέσεως επί του Ιράν. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στρέφεται εδώ κατά τμήματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο επικεντρώθηκε σε αυτό που το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «πρώτο σκοπό» ( 81 ), δηλαδή ( 82 ) το να παρεμποδισθεί η διάδοση των πυρηνικών όπλων και στο ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αρκέσθηκε στους ισχυρισμούς του Συμβουλίου για να κρίνει ότι ο εν λόγω σκοπός είχε όντως επιτευχθεί από το επίμαχο καθεστώς ( 83 ), αλλά προχώρησε έτι περαιτέρω την ανάλυσή του, διαπιστώνοντας ότι η εμπειρία της ίδιας της αναιρεσείουσας φαινόταν να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου, δεδομένου ότι η Bank Mellat είχε παράσχει ορισμένες υπηρεσίες σε εγγεγραμμένη οντότητα χωρίς να το γνωρίζει ( 84 ). Τέλος, η Bank Mellat αβασίμως υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε βάσιμη εξέταση του πραγματικού επιδιωκόμενου σκοπού -δηλαδή της ασκήσεως οικονομικής πιέσεως επί του Ιράν- όπως προκύπτει από τις σκέψεις 136 έως 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού δεν απέρρεε από τις προσβαλλόμενες πράξεις. Το Γενικό Δικαστήριο επομένως ορθώς προσδιόρισε τον επιδιωκόμενο από το επίμαχο καθεστώς σκοπό.
91.
Όσον αφορά την εκτίμηση του αναγκαίου χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος, η Bank Mellat υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το επίμαχο καθεστώς βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον εφαρμόζεται σε οντότητες κατά των οποίων δεν υφίσταται καμία ένδειξη συμμετοχής στις δραστηριότητες διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και καθόσον δεν προβλέπει επαρκείς εξαιρέσεις. Το Γενικό Δικαστήριο δεν απέδειξε ότι ο οικονομικός αποκλεισμός ήταν αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και η αιτιολόγηση υπό την έννοια αυτή ήταν υπερβολικά ευρεία. Εντούτοις, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι το επίμαχο καθεστώς εντασσόταν σε πλαίσιο ενισχύσεως των περιοριστικών μέτρων κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ανέδειξε, ωστόσο, μια κάποια συνέχεια με το προηγούμενο γενικό καθεστώς, ως προς το οποίο η Bank Mellat δεν προέβαλε τον μη αναγκαίο χαρακτήρα του, και ότι η ενίσχυση του συστήματος που περιορίζεται σε τρία σημεία ( 85 ) δεν είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί αίφνης υπερβολικό το επίμαχο καθεστώς ( 86 ). Εξάλλου, η αναιρεσείουσα φαίνεται να προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι διεύρυνε τα συμπεράσματα που αντλούνται από τις αναλύσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσεως στον τομέα της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων, θεωρώντας ότι τα συμπεράσματα αυτά αποδείκνυαν μια συστημική αδυναμία του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού τομέα του Ιράν, η οποία καθιστούσε την ενίσχυση της εποπτείας του εν λόγω τομέα στην οποία προέβη το επίμαχο καθεστώς σύμφωνη με τον σκοπό παρεμποδίσεως της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων. Εντούτοις, φρονώ ότι η αιτίαση αυτή εκφεύγει του ελέγχου που ασκείται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον σκοπεί στην αμφισβήτηση ενός πραγματικού στοιχείου που προέβαλε το Συμβούλιο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 87 ), αλλά ως προς το οποίο η Bank Mellat δεν προβάλλει ότι παραμορφώθηκε. Κατά τα λοιπά, έχει ήδη επιβεβαιωθεί ότι το επίμαχο καθεστώς δεν στηρίζεται στον προσδιορισμό ενός κινδύνου που χαρακτηρίζει κάθε τραπεζική και χρηματοπιστωτική οντότητα για τη συμμετοχή σε απαγορευμένη δραστηριότητα και προβλέπει μια ολόκληρη σειρά εξαιρέσεων και απαλλαγών που τείνουν να περιορίσουν, κατά το δυνατόν, τις αρνητικές επιπτώσεις του εν λόγω καθεστώτος. Πρόκειται για δύο στοιχεία, τα οποία ορθώς εντόπισε το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία συνηγορούν σαφώς υπέρ της διαπιστώσεως ότι το επίμαχο καθεστώς δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
92.
Όσον αφορά την ύπαρξη εναλλακτικών λιγότερο περιοριστικών μέτρων, η Bank Mellat υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε, στο πλαίσιο των εν λόγω μέτρων, ότι το επίμαχο καθεστώς έπρεπε να προβλέπει την εφαρμογή του μόνο στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τα οποία υπήρχε εύλογη αμφιβολία ή ακόμη ένα καθεστώς εξαιρέσεων πιο ευνοϊκών ή κανόνων πιο διαφανών και ενεχόντων λιγότερες διακρίσεις. Η εκτίμηση, όμως, του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τον προσδιορισμό του συστημικού κενού του τραπεζικού τομέα του Ιράν, το οποίο υπενθύμισα ανωτέρω, καθιστά κατά τη γνώμη μου πρόδηλη την ανάγκη να υποβληθεί ολόκληρος ο τομέας σε αυστηρό καθεστώς, το οποίο θα καλύπτει όλες τις ιρανικές τράπεζες, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εκτίμηση ως προς την προσωπική εμπλοκή τους στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, πολλώ δε μάλλον δεδομένου ότι δεν επρόκειτο, στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος, για απαγόρευση κάθε μεταφοράς αλλά, με την υποβολή των μεταφορών όχι μόνο σε καθεστώς εκ των προτέρων κοινοποιήσεως και προηγούμενης εγκρίσεως αλλά και σε καθεστώς απαλλαγής, για αξιολόγηση των μεταφορών αυτών βάσει του κινδύνου που ενέχουν κατά περίπτωση για τη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Επισημαίνω, εξάλλου, ότι η Bank Mellat δεν αποδεικνύει γιατί τα εναλλακτικά μέτρα που προτείνει θα αποδεικνύονταν το ίδιο αποτελεσματικά με το επίμαχο καθεστώς, κάτι που αποκλείει οριστικά την ευδοκίμηση της αιτιάσεώς της.
93.
Όσον αφορά τη συνεκτίμηση της ατομικής καταστάσεως της Bank Mellat προκειμένου να αξιολογηθεί ο αναλογικός χαρακτήρας του επίμαχου καθεστώτος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος της για οποιαδήποτε στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων και ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να διαπιστώσει τον μη αναγκαίο χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος με γνώμονα το στοιχείο αυτό. Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας σχετικά με το θέμα αυτό οφείλεται, εκ νέου, σε παρανόηση αυτού που αντιπροσώπευε το επίμαχο καθεστώς, δηλαδή ένα γενικό καθεστώς που εφαρμόζεται σε οντότητες, ως προς τις οποίες δεν ήταν ανάγκη να προβληθεί προσωπική συμπεριφορά σε σχέση με τον κίνδυνο διαδόσεως των πυρηνικών όπλων. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Bank Mellat παρέσχε εν αγνοία της υπηρεσίες σε καταχωρισθείσα οντότητα τείνει μάλλον να επιβεβαιώσει την ανάγκη ενός γενικού καθεστώτος, όπως το επίμαχο, με σκοπό την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων στο Ιράν. Εξάλλου, αυτό έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 195 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά τρόπον ώστε, αντίθετα προς ό,τι η αναιρεσείουσα διατείνεται, και ακόμη και αν δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, υποχρεωμένο το Γενικό Δικαστήριο να το πράξει λόγω του γενικού χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος, να λάβει αυτό εν μέρει υπόψη την κατάσταση της αναιρεσείουσας, πλην όμως για να συναγάγει αντίθετα συμπεράσματα από αυτά που επιθυμούσε η Bank Mellat.
94.
Για όλους αυτούς τους λόγους και επειδή δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο του αναλογικού χαρακτήρα του επίμαχου καθεστώτος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
γ) Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον έκρινε το επίμαχο καθεστώς σύμφωνο με τις γενικές αρχές του δικαίου
95.
Η Bank Mellat υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ως απαράδεκτες, καθόσον στρέφονται κατά του άρθρου 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, τις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και έκρινε επίσης εσφαλμένως ότι το επίμαχο καθεστώς δεν παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθώς και την υποχρέωση αιτιολογήσεως και τις δικονομικές εγγυήσεις που κατ’ αρχήν παρέχονται στο πλαίσιο της λήψεως περιοριστικών μέτρων.
96.
Όσον αφορά το παραδεκτό των αιτιάσεων που διατυπώθηκαν κατά του άρθρου 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 267/2012, παραπέμπω στα σημεία 66 επ. των προτάσεών μου.
97.
Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε την πάγια νομολογία επί του ζητήματος αυτού, ορθώς αποφάνθηκε ότι το επίμαχο καθεστώς πληροί τα κριτήρια που απαιτούνται από το Δικαστήριο για να κρίνει εάν διασφαλίζεται η απαίτηση περί ασφάλειας δικαίου ( 88 ). Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του επίμαχου καθεστώτος και των κανόνων λειτουργίας του, όπως καθορίζονται στο άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, η αναιρεσείουσα αβασίμως προβάλλει την ύπαρξη οποιασδήποτε παραβιάσεως της αρχής της ασφαλείας δικαίου, με δεδομένο ότι, κατά την άποψή μου, δεν διατυπώνονται σαφώς οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ήταν αναγκαία εκ των προτέρων κοινοποίηση ή προηγούμενη έγκριση. Κατά συνέπεια, συμμερίζομαι την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του εν λόγω καθεστώτος, ειδικότερα δε το άρθρο 30, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 267/2012, «καθορίζουν κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή το πεδίο εφαρμογής των […] περιορισμών και υποχρεώσεων» ( 89 ).
98.
Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από το ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το περιεχόμενο των διαδικαστικών υποχρεώσεων που πρέπει να διασφαλίζονται ενόψει της θεσπίσεως του επίμαχου καθεστώτος, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, καταρχάς, ότι η αιτιολογία που γνωστοποιείται στις οντότητες τις οποίες αφορά το γενικό καθεστώς καθιστούσε δυνατό στις τελευταίες να κατανοήσουν τη ratio legis του εν λόγω καθεστώτος, προκειμένου να μπορέσουν να αμφισβητήσουν, ενδεχομένως, τη νομιμότητά του ( 90 ) πριν διακρίνει, ακολούθως, τις δικονομικές εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υπόκεινται σε ατομικά περιοριστικά μέτρα από εκείνες που πρέπει να παρέχονται στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα επί των οποίων εφαρμόζεται γενικό καθεστώς όπως το επίμαχο ( 91 ). Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να επικυρωθεί εφόσον είναι σαφές, όπως έχω ήδη επισημάνει, ότι το επίμαχο καθεστώς, σε αντίθεση με τα ατομικά περιοριστικά μέτρα, δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη αιτίαση περί προσωπικής συμπεριφοράς αντίθετης προς τον σκοπό που επιδιώκει η ΚΕΠΠΑ, αλλά στον κίνδυνο χρήσεως εκ μέρους του Ιράν τραπεζών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ευρίσκονται στην επικράτειά του για σκοπούς διαδόσεως των πυρηνικών όπλων, ακόμη και εν αγνοία τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι δικονομικές εγγυήσεις που παρασχέθηκαν στη φάση που προηγείται της εκδόσεως της πράξεως είναι εντελώς διαφορετικές σε σχέση με εκείνες που διέπουν τη λήψη ατομικών περιοριστικών μέτρων ( 92 ). Το επίμαχο καθεστώς ακριβώς δεν αποτελεί ατομική απόφαση της οποίας η Bank Mellat είναι αποδέκτης. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Bank Mellat, και λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά ανάμεσα στο νομικό καθεστώς που εφαρμόζεται στα ατομικά περιοριστικά μέτρα και σε εκείνο που εφαρμόζεται στο επίμαχο καθεστώς, τα συμπεράσματα που άντλησε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας των ατομικών περιοριστικών μέτρων, είναι πλήρως αυτοτελή σε σχέση με εκείνα που θα μπορούσε να αντλήσει στο πλαίσιο της προσφυγής με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα του επίμαχου καθεστώτος. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας τις αιτιάσεις που αντλούνται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και από την παραβίαση των νομικών εγγυήσεων που απαιτούνται σε σχέση με περιοριστικά μέτρα.
99.
Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση εν προκειμένω ότι το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση, αντικείμενο της οποίας αποτελούν οι ιρανικές οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ratione personae του επίμαχου καθεστώτος, ήταν δικαιολογημένη από την ίδια την ουσία του καθεστώτος, το οποίο απέβλεπε να συμβάλει στην καταπολέμηση κάθε κινδύνου διαδόσεως των πυρηνικών όπλων στο Ιράν, εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι οι οντότητες αυτές μπορούσαν, ακόμη και εν αγνοία τους, να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση της εν λόγω διαδόσεως. Όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση δεν ήταν αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι υπήρχαν άλλα μέτρα λιγότερο περιοριστικά, φρονώ ότι αποσκοπεί να αμφισβητήσει την ανάλυση που διενήργησε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο του ελέγχου της αναλογικότητας του επίμαχου καθεστώτος και, ως εκ τούτου, παραπέμπω στην ανάλυσή μου στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
100.
Για τους λόγους αυτούς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Επί των δικαστικών εξόδων
101.
Τα δικαστικά έξοδα θα κριθούν λαμβανομένης υπόψη της κύριας προτάσεώς μου, δηλαδή του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε εξετάσει ορθώς το ζήτημα της απώλειας του εννόμου συμφέροντος κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιόν του και αν είχε διαπιστώσει την κατάργηση της δίκης, τούτο θα μπορούσε να είχε οδηγήσει την αναιρεσείουσα να μην ασκήσει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, μπορεί να ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό κατά τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων.
102.
Έτσι, κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ζήτησε την καταδίκη της Bank Mellat στα δικαστικά έξοδα και η αίτηση αναιρέσεως που αυτή κατέθεσε πρέπει να κριθεί απαράδεκτη, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης. Αντιθέτως, και για τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 184, παράγραφος 4, τελευταίο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας και να αποφασίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
VI. Πρόταση
103.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2.
Καταδικάζει την Bank Mellat στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T-160/13, EU:T:2016:331.
( 3 ) ΕΕ 2012, L 356, σ. 34.
( 4 ) ΕΕ 2012, L 282, σ. 58.
( 5 ) Δηλαδή στο παράρτημα II της αποφάσεως 2010/413/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση της κοινής θέσης 2007/140/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2010, L 195, σ. 39) (στο εξής: απόφαση 2010/413), και στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2007, L 103, σ. 1).
( 6 ) Συγκεκριμένα δε ο κανονισμός (ΕΕ) 961/2010 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 (ΕΕ 2010, L 281, σ. 1), και εν συνεχεία ο κανονισμός (ΕΕ) 267/2012 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 2012, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 961/2010 (ΕΕ 2012, L 88, σ. 1).
( 7 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως 2012/635.
( 8 ) Όσον αφορά την παραπομπή στα άρθρα 30, 30α και 30β όπως τροποποιήθηκαν ή προστέθηκαν με το άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού 1263/2012, θα παραπέμπω στον κανονισμό 267/2012, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί.
( 9 ) Βλ., για μια σύνοψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σημεία 73 επ. των προτάσεών μου.
( 10 ) Για την εξέταση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου, βλ. σκέψεις 25 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 11 ) Βλ. σκέψεις 41 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 12 ) Βλ. σκέψεις 68 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 13 ) Απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016 (C-176/13 P, EU:C:2016:96).
( 14 ) Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσε αντίθετη αίτηση αναιρέσεως στις 14 Οκτωβρίου 2016, πριν τελικά την αποσύρει στις 21 Ιουνίου 2017.
( 15 ) Βλ. άρθρο 1, σημείο 17, της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2015/1863 του Συμβουλίου, της 18ης Οκτωβρίου 2015, για την τροποποίηση της απόφασης 2010/413/ΚΕΠΠΑ για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2015, L 274, σ. 174)· άρθρο 1, σημείο 15, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1861, της 18ης Οκτωβρίου 2015, του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 267/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2015, L 274, σ. 1)· απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/37 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2016, σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής της απόφασης 2015/1863 (ΕΕ 2016, L 111, σ. 11), καθώς και το ενημερωτικό σημείωμα σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού 2015/1861 και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1862 του Συμβουλίου, για την εφαρμογή του κανονισμού 267/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2015, L 274, σ. 161).
( 16 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331).
( 17 ) Απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016 (C-176/13 P, EU:C:2016:96).
( 18 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 2013 (C-239/12 P, EU:C:2013:331).
( 19 ) Η αναιρεσείουσα παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran κατά Συμβουλίου (T-228/02, EU:T:2006:384).
( 20 ) Οι αρνητικές αυτές επιπτώσεις θα ήταν εντελώς παρεμφερείς, κατά την αναιρεσείουσα, των εκτιθεμένων στις σκέψεις 80 έως 85 της αποφάσεως της 25ης Νοεμβρίου 2014, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (T-384/11, EU:T:2014:986).
( 21 ) Η αναιρεσείουσα παραπέμπει συναφώς στις σκέψεις 70 έως 74 της αποφάσεως της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331).
( 22 ) Βλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, ACEA κατά Επιτροπής (C-319/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:857, σκέψη 67), και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψη 54).
( 23 ) Βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Planet κατά Επιτροπής (C-564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψεις 28 και 34).
( 24 ) Βλ. διάταξη της 31ης Ιουλίου 1989, S. κατά Επιτροπής (206/89 R, EU:C:1989:333, σκέψη 8).
( 25 ) Βλ. απόφαση της 20ής Ιουνίου 2013, Cañas κατά Επιτροπής (C-269/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:415, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 26 ) Βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Planet κατά Επιτροπής (C-564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψη 34).
( 27 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 61).
( 28 ) Βλ. αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-19/93 P, EU:C:1995:339, σκέψη 13), και της 13ης Ιουλίου 2000, Κοινοβούλιο κατά Richard (C‑174/99 P, EU:C:2000:412, σκέψη 33)· βλ., επίσης, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2002, Commerzbank κατά Επιτροπής [C-480/01 P(R), EU:C:2002:127, σκέψη 20]· διατάξεις της 19ης Ιανουαρίου 2006, Audi κατά ΓΕΕΑ (C-82/04 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2006:48, σκέψη 20), της 5ης Ιουλίου 2012, Audi και Volkswagen κατά ΓΕΕΑ (C-467/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:425, σκέψη 11), και της 15ης Νοεμβρίου 2012, Neubrandenburger Wohnungsgesellschaft κατά Επιτροπής (C-145/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:724, σκέψη 23).
( 29 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 62).
( 30 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 2013 (C-239/12 P, EU:C:2013:331).
( 31 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 2013 (C-239/12 P, EU:C:2013:331).
( 32 ) Απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016 (C-176/13 P, EU:C:2016:96). Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του σχεδίου δράσεως.
( 33 ) Αιτιολογική σκέψη 9 της αποφάσεως 2015/1863.
( 34 ) Αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 του κανονισμού 2015/1861.
( 35 ) Αιτιολογική σκέψη 14 της αποφάσεως 2015/1863.
( 36 ) Βλ. άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2015/1861.
( 37 ) Αιτιολογική σκέψη 9 της αποφάσεως 2015/1863. Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 10 της εν λόγω αποφάσεως, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 του κανονισμού 2015/1861.
( 38 ) Βλ. σημείο 26 των προτάσεών μου.
( 39 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 65).
( 40 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψεις 63 έως 64).
( 41 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 68).
( 42 ) Βλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Συμβούλιο κατά Bank Mellat (C-176/13 P, EU:C:2016:96, σκέψεις 11 επ.).
( 43 ) Βλ. υποσημείωση 12 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 44 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 45 ) Βλ. σκέψεις 127, 161 και 173 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 46 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 2013 (C-239/12 P, EU:C:2013:331).
( 47 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Απόφαση Συμβούλιο κατά Bank Mellat (C-176/13 P, EU:C:2016:96).
( 49 ) Βλ. σκέψεις 68 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 50 ) Βλ. σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 51 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 2013 (C-239/12 P, EU:C:2013:331).
( 52 ) Βλ. σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 53 ) Βλ. σκέψεις 44 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 54 ) Βλ. σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 55 ) Βλ. σκέψεις 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 56 ) Βλ. σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 57 ) Βλ. σκέψεις 60 και 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 58 ) Βλέπε σκέψεις 62 έως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 59 ) Βλ. σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 60 ) Μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο φαίνεται τελικά να αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό αυτό με την απάντησή του στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
( 61 ) Το άρθρο 30α, παράγραφος 1, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως εξής: «Οι μεταβιβάσεις κεφαλαίων προς και από ιρανικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 (1), διενεργούνται ως εξής:» (η υπογράμμιση δική μου).
( 62 ) Ειδικότερα, το άρθρο 30, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 267/2012, όπως τροποποιήθηκε. Πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 30β, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού αφορά επίσης τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 30α του ίδιου κανονισμού, αλλά έχω ήδη διευκρινίσει συναφώς ότι δεν αφορούσε την αναιρεσείουσα.
( 63 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2018 (C-244/16 P, EU:C:2018:177, σκέψεις 42 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 64 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2018 (C-384/16 P, EU:C:2018:176, σκέψεις 32 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 65 ) Με την εξαίρεση της πλάνης περί το δίκαιο η οποία διαπιστώθηκε στο σημείο 67 των προτάσεών μου.
( 66 ) Το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η τότε προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι το αίτημα αυτό θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ένσταση ελλείψεως νομιμότητας δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ.
( 67 ) Βλ. σκέψεις 28 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 68 ) Βλ. σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 69 ) Βλ. σκέψεις 34 και 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 70 ) Βλ. σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 71 ) Βλ. σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 72 ) Βλ. σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 73 ) Βλ. σκέψεις 39 και 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 74 ) Απόφαση Συμβούλιο κατά Bank Mellat (C-176/13 P, EU:C:2016:96).
( 75 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2013 (C-478/11 P έως C-482/11 P, EU:C:2013:258). Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει τη θέση του με την απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 103).
( 76 ) Ή «μέτρα γενικής ισχύος» κατά την έννοια της σκέψεως 98 της αποφάσεως της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C-72/15, EU:C:2017:236).
( 77 ) Φαίνεται πράγματι να αποτελεί μάλλον πλάνη περί το δίκαιο και όχι εκ παραδρομής σφάλμα.
( 78 ) Βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C‑440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 54).
( 79 ) Βλ. σκέψεις 100 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 80 ) Βλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft (C-348/12 P, EU:C:2013:776, σκέψη 120). Βλ., επίσης, απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C-440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 77).
( 81 ) Βλ. σκέψεις 117 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 82 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 83 ) Στη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξακολουθεί να επιδεικνύει ορισμένη επιφυλακτικότητα όσον αφορά τα στοιχεία που προέβαλε το Συμβούλιο και συνοψίζονται στην προηγούμενη σκέψη της εν λόγω αποφάσεως.
( 84 ) Βλ. σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 85 ) Βλ. σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 86 ) Βλ. σκέψη 165 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 87 ) Βλ. σκέψη 167 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 88 ) Βλ. σκέψεις 242 και 243 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 89 ) Σκέψη 243 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 90 ) Βλ. σημεία 226 έως 229 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 91 ) Βλ. σημεία 232 έως 240 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 92 ) Βλ., για μια σύνοψη των εν λόγω εγγυήσεων, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (C-27/09 P, EU:C:2011:853, σκέψεις 64 έως 66).
Full & Egal Universal Law Academy