ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 23ης Νοεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C-482/16
Georg Stollwitzer
κατά
ÖBB Personenverkehr AG
[αίτηση του Oberlandesgericht Innsbruck
(εφετείου περιφέρειας Ίννσμπρουκ, Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2000/78 – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Διάκριση λόγω ηλικίας – Αποκλεισμός της κτηθείσας προ της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας επαγγελματικής πείρας – Τροποποίηση του καθεστώτος αποδοχών των συμβασιούχων υπαλλήλων των αυστριακών ομοσπονδιακών σιδηροδρόμων – Μεταβατικό καθεστώς – Εξακολούθηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως»
Εισαγωγή
1.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Oberlandesgericht Innsbruck (εφετείου περιφέρειας Ίννσμπρουκ, Αυστρία) εντάσσεται στο πλαίσιο σειράς προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους αυστριακών διοικητικών δικαστηρίων με τις οποίες υποβάλλεται στο Δικαστήριο το ερώτημα αν είναι συμβατές με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας εθνικές ρυθμίσεις σχετικές με την αναγνώριση προηγούμενης επαγγελματικής πείρας για σκοπούς κατατάξεως σε επαγγελματικά και μισθολογικά κλιμάκια των συμβασιούχων υπαλλήλων δημόσιων οργανισμών ( 2 ).
2.
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381), το Oberster Gerichtsof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία ( 3 ), σε σχέση με την εφαρμοστέα νομοθεσία στις συμβάσεις εργασίας που σύναψαν πανεπιστημιακά ιδρύματα με τους υπαλλήλους τους. Η εν λόγω νομοθεσία πρόβλεπε ότι η ημερομηνία αναφοράς για την κατά κλιμάκιο προαγωγή στην κατηγορία αποδοχών που αντιστοιχούσε στην επαγγελματική θέση κάθε υπαλλήλου, η οποία καθοριζόταν κατά την πρόσληψη αυτού ( 4 ), έπρεπε να καθορίζεται λαμβανομένης υπόψη της επαγγελματικής πείρας του ενδιαφερομένου, αποκλειομένης εντούτοις της κτηθείσας προ του 18ου έτους της ηλικίας. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο εκκαλών, ο οποίος προσελήφθη από πανεπιστημιακό ίδρυμα κατόπιν περιόδου μαθητείας τριάμισι ετών πραγματοποιηθείσας μόνο κατά μικρό μέρος μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, ζήτησε από τον εργοδότη του την καταβολή αμοιβής αντίστοιχης προς τη διαφορά μεταξύ του μισθού που έλαβε κατά τη διάρκεια της συμβάσεώς του και εκείνου που θα εδικαιούτο αν είχε συνυπολογιστεί στο ακέραιο η περίοδος της πραγματοποιηθείσας μαθητείας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας την οποία συνεπαγόταν η επίμαχη νομοθεσία συνιστούσε διάκριση, καθόσον, καίτοι επιδίωκε θεμιτούς στόχους, τα μέσα για την επίτευξη των εν λόγω στόχων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλα κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 ( 5 ).
3.
Μετά την απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381), ο Αυστριακός νομοθέτης δρομολόγησε σειρά νομοθετικών τροποποιήσεων με σκοπό να καταστούν συμβατά με την οδηγία 2000/78 τα εφαρμοστέα καθεστώτα στους συμβασιούχους δημόσιους υπαλλήλους. Ο νόμος περί ομοσπονδιακών σιδηροδρόμων (Bundesbahngesetz ( 6 ), στο εξής: ÖBB-G) τροποποιήθηκε με νόμο του 2011 (στο εξής: ÖBB-G 2011) ( 7 ). Το άρθρο 53, παράγραφος 1, του ÖBB‑G, όπως τροποποιήθηκε, πρόβλεπε, για τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους που εντάχθηκαν στην υπηρεσία των αυστριακών ομοσπονδιακών σιδηροδρόμων (Österreichische Bundesbahnen, στο εξής: ÖBB) έως την 31η Δεκεμβρίου 2004 και των οποίων η ατομική ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή καθορίστηκε βάσει του κανονισμού του 1963 περί αποδοχών του προσωπικού της ÖBB (Bundesbahn-Besoldungsordnung 1963 ( 8 ), στο εξής: BO 1963), ότι η εν λόγω ημερομηνία επανακαθοριζόταν βάσει κριτηρίου συνυπολογισμού, το οποίο δεν εισήγαγε διάκριση ανάλογα με το αν τα οικεία χρονικά διαστήματα διανύθηκαν πριν από ή μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας ( 9 ). Το άρθρο 53, παράγραφος 2, πρόβλεπε ότι, σε περίπτωση νέου καθορισμού της ατομικής ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή βάσει της παραγράφου 1, κάθε αναγκαίο χρονικό διάστημα για την προαγωγή σε καθένα από τα τρία πρώτα μισθολογικά κλιμάκια παρατεινόταν κατά ένα έτος ( 10 ). Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 28 Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38), το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων περί της ερμηνείας της οδηγίας 2000/78 προκειμένου, κατ’ ουσίαν, να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει τον συμβατό χαρακτήρα του ÖBB-G 2011 με αυτήν. Στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι αντιβαίνει στην οδηγία 2000/78 εθνική ρύθμιση, όπως η απορρέουσα από τον ÖBB-G 2011, η οποία, «προκειμένου να εξαλείψει διάκριση λόγω ηλικίας, λαμβάνει υπόψη τις προγενέστερες του 18ου έτους ηλικίας περιόδους υπηρεσίας και, ταυτοχρόνως, περιλαμβάνει ρύθμιση που στην πραγματικότητα τυγχάνει εφαρμογής μόνο στους υπαλλήλους που υφίστανται την εν λόγω διάκριση και παρατείνει κατά ένα έτος το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη μισθολογική προαγωγή σε καθένα από τα τρία πρώτα μισθολογικά κλιμάκια και η οποία, κατά τον τρόπο αυτό, διατηρεί κατά τρόπο οριστικό τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας» ( 11 ).
4.
Μετά την εν λόγω απόφαση, ο Αυστριακός νομοθέτης τροποποίησε εκ νέου τη νομοθεσία περί των αποδοχών των υπαλλήλων των ÖBB με νόμο του 2015. Η μεταρρύθμιση που επέφερε ο εν λόγω νόμος είναι ακριβώς αυτή που τίθεται εν αμφιβόλω στην εθνική υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας ανέκυψε η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Η υπό κρίση αίτηση ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς, η οποία εκκρεμεί σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, μεταξύ του G. Stollwitzer και της ÖBB Personenverkehr AG (στο εξής: ÖBB PV), εταιρίας του αυστριακού δικαίου, μοναδικός μέτοχος της οποίας είναι η Österreichische Bundesbahnen-Holding AG, η οποία ελέγχεται με τη σειρά της πλήρως (100 %) από το Αυστριακό Δημόσιο ( 12 ).
5.
Επισημαίνεται ότι, μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, περιήλθαν στο Δικαστήριο άλλες δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, οι οποίες αφορούν ζητήματα παρόμοια με τα εγειρόμενα στην υπό κρίση υπόθεση, υποβληθείσες από το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) ( 13 ) και το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο, Αυστρία) ( 14 ). Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78 και, όσον αφορά την πρώτη εξ αυτών, του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών με αντικείμενο το σύστημα κατατάξεως που χρησιμοποιείται –για τους συμβασιούχους δημόσιους υπαλλήλους και για τους δημόσιους υπαλλήλους, αντιστοίχως– για τη μετάβαση σε νέο καθεστώς αποδοχών, το οποίο θεσπίστηκε το 2015 ( 15 ) με σκοπό την άρση της διακρίσεως λόγω ηλικίας την οποία συνεπάγονταν τα προηγούμενα καθεστώτα βάσει των αποφάσεων της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C‑88/08, EU:C:2009:381) ( 16 ), της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C‑530/13, EU:C:2014:2359) ( 17 ), και της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C‑417/13, EU:C:2015:38).
6.
Τέλος, επισημαίνεται ότι και το σύστημα αποδοχών που εφαρμόζεται στη Γερμανία στους ομοσπονδιακούς δημόσιους υπαλλήλους και στους δημόσιους υπαλλήλους ορισμένων ομόσπονδων κρατιδίων αποτέλεσε, επανειλημμένως, αντικείμενο αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως, σε σχέση πάντοτε με την τήρηση της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας ( 18 ).
Νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
7.
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, σκοπός αυτής είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων για διάφορους λόγους, περιλαμβανομένης της ηλικίας, στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στα κράτη μέλη.
8.
Στο άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78 παρέχεται ο ορισμός της έννοιας της διακρίσεως. Οι παράγραφοι 1 και 2 αυτού προβλέπουν τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
α)
συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,
β)
συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν:
i)
η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία […]».
9.
Το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78 φέρει τον τίτλο «Δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας». Κατά την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, αυτού, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επιτεύξεως του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Κατά την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, του ίδιου άρθρου, αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει «τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση».
10.
Κατά το άρθρο 16, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2000/78, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε, αφενός, να «καταργηθεί κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη αντιβαίνουσα στην αρχή της ίσης μεταχείρισης» και, αφετέρου, να «κηρύσσονται ή μπορούν να κηρυχθούν άκυρες ή να τροποποιούνται οποιεσδήποτε διατάξεις αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης οι οποίες περιέχονται στις ατομικές ή συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες, τους εσωτερικούς κανονισμούς των επιχειρήσεων, τα καταστατικά κερδοσκοπικών ή μη κερδοσκοπικών οργανώσεων και τα καταστατικά ανεξάρτητων επαγγελματικών οργανώσεων και συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και των εργοδοτών».
Το εθνικό δίκαιο
11.
Όπως προεκτέθηκε στο σημείο 4 των παρουσών προτάσεων, μετά την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38), ο Αυστριακός νομοθέτης τροποποίησε εκ νέου τον Ιούνιο του 2015 τις διατάξεις για τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή που εφαρμόζονται στους συμβασιούχους υπαλλήλους των ÖBB.
12.
Το άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G, όπως τροποποιήθηκε και δημοσιεύθηκε στην BGBl I 64/2015 (στο εξής: ÖBB-G 2015), προβλέπει ότι μόνο ορισμένα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως, που πραγματοποιούνται πριν από ή μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή. Τα εν λόγω χρονικά διαστήματα είναι τα διανυθέντα στους ÖBB ( 19 ) ή σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των σιδηροδρομικών υποδομών και μεταφορών κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, της Δημοκρατίας της Τουρκίας ή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.
13.
Επομένως, ο ÖBB-G 2015 απέκλεισε από τον συνυπολογισμό, για τον σκοπό του καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς, κάθε χρονικό διάστημα προϋπηρεσίας μη διανυθείσας στον συγκεκριμένο τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών και υποδομών (εκτός των περιόδων σπουδών), η οποία λήφθηκε υπόψη, κατ’ εφαρμογήν του BO 1963, κατά το ήμισυ ( 20 ).
14.
Το νέο σύστημα υπολογισμού έχει αναδρομική ισχύ. Το άρθρο 56, παράγραφος 18, του ÖBB-G 2015 ορίζει ότι το άρθρο 53a του εν λόγω νόμου εφαρμόζεται σε όλους τους υπαλλήλους που εντάχθηκαν στην υπηρεσία των αυστριακών ομοσπονδιακών σιδηροδρόμων πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2004. Βάσει του άρθρου 56, παράγραφος 19, το άρθρο 53a, παράγραφος 2, τίθεται σε ισχύ την 1η Απριλίου 1963 για τους υπαλλήλους των οποίων η ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή καθοριζόταν βάσει του BO 1963.
15.
Το άρθρο 53a, παράγραφος 5, του ÖBB-G 2015 καθορίζει τους κανόνες για την κατάταξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια. Η κατάταξη πραγματοποιείται επανυπολογίζοντας την ημερομηνία αναφοράς βάσει των προβλεπόμενων στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου κανόνων, κατόπιν προσκομίσεως από τον ενδιαφερόμενο των αποδείξεων για τα προηγουμένως διανυθέντα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας.
16.
Κατά το άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015, η κατάταξη των υπαλλήλων βάσει της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε μείωση του μισθού που ελάμβανε ο υπάλληλος κατά τον τελευταίο μήνα προ της δημοσιεύσεως του ÖBB-G 2015. Στην περίπτωση που ο επανυπολογισμός της ημερομηνίας αναφοράς επιφέρει μείωση του εν λόγω μισθού, το επίπεδο του μισθού διατηρείται για όσο διάστημα οι αποδοχές που συνεπάγεται η κατάταξη δεν ανέρχονται στο εν λόγω επίπεδο. Αντιθέτως, στην περίπτωση που ο επανυπολογισμός συνεπάγεται κατάταξη σε ανώτερο κλιμάκιο, ο υπάλληλος δικαιούται τις αντίστοιχες αποδοχές και, για τα μη παραγραφέντα χρονικά διαστήματα, τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών αυτών και του μισθού που πράγματι έλαβε.
17.
Το άρθρο 53a, παράγραφος 7, προβλέπει την εισαγωγή στις μισθολογικές κλίμακες, εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του ÖBB-G 2015, ενός πρόσθετου κλιμακίου πριν από το τελευταίο μισθολογικό κλιμάκιο.
Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
18.
Ο G. Stollwitzer εντάχθηκε στην υπηρεσία της ÖBB PV στις 17 Ιανουαρίου 1983. Η ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή του, υπολογισμένη βάσει των ισχυουσών κατά την πρόσληψή του διατάξεων, καθορίστηκε στις 2 Ιουλίου 1980. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, για τον καθορισμό της εν λόγω ημερομηνίας, υπολογίστηκαν, στο ακέραιο, η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του G. Stollwitzer και, κατά το ήμισυ, η περίοδος από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας έως την ημερομηνία προσλήψεως, κατά την οποία ο G. Stollwitzer άσκησε δραστηριότητα τεχνικού υδραυλικών εγκαταστάσεων και, για σύντομο χρονικό διάστημα, έλαβε επίδομα ανεργίας.
19.
Στις 4 Μαρτίου 2016, ο G. Stollwitzer προσέφυγε ενώπιον του Landesgericht Innsbruck (περιφερειακού δικαστηρίου του Innsbruck, Αυστρία) αμφισβητώντας τη μισθολογική του κατάταξη και ζητώντας την καταβολή των μη παραγραφέντων μη καταβληθέντων μισθών, για το δεύτερο εξάμηνο του 2009, ύψους 837,13 ευρώ. Ενώπιον του δικαστηρίου, ο G. Stollwitzer υποστήριξε ότι, για τον καθορισμό της ατομικής ημερομηνίας αναφοράς, έπρεπε να είχαν υπολογιστεί επίσης τα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας που διένυσε πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας (συνολικά 1 έτος, 5 μήνες και 19 ημέρες), σύμφωνα με τις αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381), και της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C‑417/13, EU:C:2015:38). Από την πλευρά της, η ÖBB PV ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή, υποστηρίζοντας ότι τα επίμαχα χρονικά διαστήματα δεν λαμβάνονται υπόψη βάσει του άρθρου 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G, όπως τροποποιήθηκε το 2015, και ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω τροποποίηση ισχύει αναδρομικά, ο G. Stollwitzer δεν δικαιούται πλέον να ληφθούν υπόψη τα εν λόγω χρονικά διαστήματα για τον καθορισμό της ατομικής ημερομηνίας αναφοράς.
20.
Το Landesgericht Innsbruck (πρωτοδικείο περιφέρειας Ίννσμπρουκ) δικαίωσε την ÖBB PV και απέρριψε την αγωγή με την απόφαση που εξέδωσε την 1η Ιουνίου 2016. Ο G. Stollwitzer άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
21.
Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες για το κατά πόσον το καθεστώς υπολογισμού που θέσπισε ο ÖBB-G 2015 είναι απαλλαγμένο κάθε μορφής διακρίσεως. Κατ’ αυτό, η νέα ρύθμιση περιέχει ανακολουθίες καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη προηγούμενα χρονικά διαστήματα υπηρεσίας, τα οποία, καίτοι δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που λαμβάνονται υπόψη βάσει των διατάξεων του άρθρου 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015, παρέχουν στον υπάλληλο τη δυνατότητα να αποκτήσει πείρα στον συγκεκριμένο τομέα, ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει καλύτερα τις υπηρεσίες του, όπως, για παράδειγμα, τα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις μεταφορών ή επιχειρήσεις που έχουν ως αντικείμενο την κατασκευή ή τη διαχείριση σιδηροδρομικών υποδομών. Η νέα ρύθμιση συνεπάγεται μεταχείριση ενέχουσα διάκριση εις βάρος των υπαλλήλων που άσκησαν επαγγελματική δραστηριότητα εξίσου σημαντική, αλλά όχι στην υπηρεσία εταιριών μελών του ομίλου ÖBB ή εκείνων που μνημονεύονται στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, οι εν λόγω υπάλληλοι είναι, ως επί το πλείστον, εκείνοι που ήδη υπέστησαν διάκριση από το καθεστώς υπολογισμού που πρόβλεπε ο BO 1963 (στο εξής: προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού), δεδομένου ότι τα χρονικά διαστήματα που λαμβάνονται υπόψη κατά το άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015, διανύονται κατά κανόνα μετά το 18ο έτος της ηλικίας. Ομοίως, η απώλεια αποδοχών, η οποία ενδέχεται να προκύψει μετά την κατάταξη, λόγω του προβλεπόμενου στο άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015 παγώματος των μισθών, θα πλήττει περισσότερο ακριβώς την ομάδα των υπαλλήλων που υφίστανται διάκριση βάσει του εν λόγω καθεστώτος. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, δεδομένου ότι ο Αυστριακός νομοθέτης έλαβε υπόψη μόνον παράγοντες οικονομικής ή διοικητικής φύσεως.
22.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι 120 αγωγές υπαλλήλων των ομοσπονδιακών σιδηροδρόμων, οι οποίες θεμελιώνονται στην ίδια νομική βάση με την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, εκκρεμούν επί του παρόντος στο στάδιο της εφέσεως ενώπιον αυτού, εκ των οποίων πολλές ασκήθηκαν σε πρώτο βαθμό το 2012, μετά την αναγνώριση από το Landesgericht Innsbruck (πρωτοδικείο περιφέρειας Ίννσμπρουκ), με την απόφαση της 13ης Απριλίου 2011, η οποία επικυρώθηκε από το αιτούν δικαστήριο στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, του δικαιώματος ορισμένων υπαλλήλων της ÖBB PV σε συνυπολογισμό των χρονικών διαστημάτων προϋπηρεσίας που διανύθηκαν προ της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας, σύμφωνα με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C‑88/08, EU:C:2009:381) ( 21 ). Πολλές άλλες παρόμοιες αγωγές εκκρεμούν ενώπιον του Landesgericht Innsbruck (πρωτοδικείου περιφέρειας Ίννσμπρουκ), ενώ, στο σύνολο της χώρας, εκκρεμούν περίπου 1000 παρεμφερείς υποθέσεις.
23.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, με απόφαση εκδοθείσα στις 2 Ιουλίου 2016, το Verfassungsgerichtshof (Συνταγματικό Δικαστήριο, Αυστρία) έκρινε το άρθρο 53a του ÖBB-G 2015 συμβατό προς το αυστριακό Σύνταγμα ( 22 ).
24.
Υπό τις συνθήκες αυτές, στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, το Oberlandesgericht Innsbruck (εφετείο περιφέρειας Ίννσμπρουκ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχουν οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, όπως ισχύουν σήμερα, και ειδικότερα η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί ίσης μεταχειρίσεως, η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απαγόρευση διακρίσεων στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 45 ΣΛΕΕ ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και η οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίδικη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία, προκειμένου να άρει διάκριση λόγω ηλικίας που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση [της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38)], ήτοι τη μη προσμέτρηση των προγενέστερων της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας περιόδων προϋπηρεσίας των υπαλλήλων των αυστριακών ομοσπονδιακών σιδηροδρόμων (στο εξής: ÖBB), προσμετρά μεν τις προγενέστερες του 18ου έτους της ηλικίας περιόδους προϋπηρεσίας για μικρό ποσοστό των υπαλλήλων των ÖBB οι οποίοι υφίσταντο διάκριση βάσει της προϊσχύσασας ρυθμίσεως (αλλά μόνον τις περιόδους προϋπηρεσίας που έχουν από ουσιαστικής απόψεως πραγματοποιηθεί στους ÖBB και σε παρεμφερείς δημόσιες επιχειρήσεις σιδηροδρομικών υποδομών και/ή σιδηροδρομικών μεταφορών που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ, στον ΕΟΧ και στις χώρες που συνδέονται με την ΕΕ με συμφωνίες συνδέσεως και/ή με συμφωνίες ελεύθερης κυκλοφορίας), πλην όμως για το μεγαλύτερο ποσοστό των υπαλλήλων των ÖBB οι οποίοι υφίσταντο αρχικώς διάκριση δεν προσμετρά καμία άλλη προγενέστερη του 18ου έτους της ηλικίας περίοδο προϋπηρεσίας και ιδίως δεν προσμετρά ούτε τις περιόδους εκείνες που παρέχουν στους εν λόγω υπαλλήλους των ÖBB τη δυνατότητα να εκπληρούν καλύτερα τα καθήκοντά τους, όπως επί παραδείγματι τις περιόδους προϋπηρεσίας σε ιδιωτικές και σε άλλες δημόσιες επιχειρήσεις μεταφορών και/ή υποδομών, οι οποίες κατασκευάζουν, πωλούν ή συντηρούν υποδομές που χρησιμοποιεί ο εργοδότης (τροχιοδρομικά οχήματα, σιδηροτροχιές, αγωγούς, ηλεκτρικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις ελέγχου κυκλοφορίας, σιδηροδρομικούς σταθμούς κ.λπ.), ή σε παρεμφερείς επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα στην πραγματικότητα να παγιώνει την άνιση μεταχείριση λόγω ηλικίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των υπαλλήλων των ÖBB τους οποίους καταλάμβαναν οι διακρίσεις που ενείχε η προϊσχύσασα ρύθμιση;
2)
Σε περίπτωση που κράτος μέλος, το οποίο είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης επιχειρήσεως σιδηροδρομικών μεταφορών και εν τοις πράγμασι εργοδότης των υπαλλήλων που απασχολούνται στην επιχείρηση αυτή, επιχειρεί για αμιγώς δημοσιονομικούς λόγους, μέσω νομοθετικών τροποποιήσεων που θέσπισε το 2011 και το 2015 με αναδρομική ισχύ, να αποσβέσει τις εδραζόμενες στο δίκαιο της Ένωσης απαιτήσεις των υπαλλήλων αυτών για αναδρομική καταβολή αποδοχών λόγω διαπιστωθείσας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με διάφορες αποφάσεις (David Hütter, Siegfried Pohl, Gotthard Starjakob) δυσμενούς διακρίσεως, μεταξύ άλλων, λόγω ηλικίας, της οποίας η συνδρομή διαπιστώθηκε επίσης με διάφορες αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου του Oberster Gerichtshof [ανωτάτου δικαστηρίου, Αυστρία] (8 ObA 11/15y), πληροί η συμπεριφορά αυτή τις προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί στη νομολογία του Δικαστηρίου για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του ως άνω κράτους μέλους βάσει του δικαίου της Ένωσης και ειδικότερα την προϋπόθεση της κατάφωρης παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, ήτοι, ενδεχομένως, του άρθρου 2, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ, όπως έχουν ερμηνευθεί με διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου [(αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381), της 16ης Ιανουαρίου 2014, Pohl (C-429/12, EU:C:2014:12), και της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38)];».
25.
Οι διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Δημοκρατία της Αυστρίας καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 5 Ιουλίου 2016.
Ανάλυση
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
26.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αντιβαίνει στην οδηγία 2000/78 και στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, σχετική με τον υπολογισμό χρονικών διαστημάτων προϋπηρεσίας για τη μισθολογική κατάταξη των συμβασιούχων δημόσιων υπαλλήλων, η οποία θεσπίστηκε για την άρση διακρίσεως λόγω ηλικίας διαπιστωθείσας από το Δικαστήριο σε δύο διαδοχικές αποφάσεις.
27.
Καταρχάς, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015 νέοι κανόνες υπολογισμού ενέχουν διάκριση λόγω ηλικίας, αφ’ εαυτών, ήτοι ανεξάρτητα από την πρόβλεψη της αναδρομικής εφαρμογής τους και από τα προβλεπόμενα κριτήρια για την επανακατάταξη του ήδη ενταχθέντος στην υπηρεσία προσωπικού. Όπως προεκτέθηκε, το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι, για τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή των υπαλλήλων των ÖBB, λαμβάνονται υπόψη μόνο συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως προ της εντάξεως στην υπηρεσία. Κατ’ ουσίαν, το νέο καθεστώς αναγνωρίζει, ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία αποκτήθηκε, μόνο την επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε στην υπηρεσία του ομίλου εταιριών στον οποίο ανήκει η επιχείρηση που προβαίνει στην πρόσληψη (καθώς και, στις προμνησθείσες περιπτώσεις, την ανάλογη επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε εκτός του εδάφους της Αυστρίας).
28.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, καίτοι η χρήση, στο πλαίσιο συστήματος αμοιβών, κριτηρίου βασισμένου στην αρχαιότητα ή, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, στην προηγουμένως κτηθείσα επαγγελματική πείρα, αποδίδοντας σημασία σε παράγοντα που συνδέεται με τον χρόνο, είναι ικανή, εκ φύσεως, να συνεπάγεται έμμεση διάκριση λόγω ηλικίας ( 23 ), το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι η επιβράβευση της κτηθείσας πείρας, η οποία παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να εκπληροί καλύτερα τα καθήκοντά του, αναγνωρίζεται κατά κανόνα ως θεμιτός σκοπός, τον οποίο ο εργοδότης νομιμοποιείται να επιδιώκει ( 24 ).
29.
Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι τα κράτη μέλη, όπως ενδεχομένως και οι κοινωνικοί εταίροι σε εθνικό επίπεδο, διαθέτουν αναμφισβήτητα ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή όχι μόνο της επιδιώξεως συγκεκριμένου σκοπού, μεταξύ άλλων, στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως, αλλά και στον καθορισμό των μέτρων που μπορούν να υλοποιήσουν τον εν λόγω σκοπό ( 25 ).
30.
Σύστημα αμοιβών, όπως το προβλεπόμενο από τον ÖBB-G 2015, το οποίο λαμβάνει υπόψη, για τη μισθολογική κατάταξη των εργαζομένων, μόνο την επαγγελματική πείρα που αυτοί απέκτησαν στον συγκεκριμένο τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται ο εργοδότης δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί μη συμβατό με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας απλώς και μόνον επειδή δεν λαμβάνει υπόψη την ανάλογη επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε σε παρεμφερείς τομείς, καίτοι η εν λόγω πείρα παρέχει αντικειμενικά τη δυνατότητα στον εργαζόμενο, όπως και αυτή που θεωρείται συναφής, να εκπληρώνει καλύτερα τα καθήκοντά του. Δεν αμφισβητείται ότι ένα τέτοιο σύστημα αμοιβών επιφυλάσσει στους εργαζομένους διαφορετική μισθολογική μεταχείριση, όταν έχουν τον ίδιο αριθμό ετών επαγγελματικής πείρας κτηθείσας προ της προσλήψεως. Εντούτοις, η συγκεκριμένη διαφορετική μεταχείριση βασίζεται στο είδος της προβαλλόμενης πείρας, και, ειδικότερα, στην ιδιότητα του εργοδότη στον οποίο πραγματοποιήθηκε η υπό εξέταση προϋπηρεσία, και δεν λαμβάνει υπόψη, όπως ορθώς υποστηρίζει η Αυστριακή Κυβέρνηση, κριτήρια τα οποία συνδέονται, τουλάχιστον άμεσα, με την ηλικία, όπως, για παράδειγμα, τον χρόνο κτήσεως της εν λόγω πείρας ( 26 ).
31.
Βεβαίως, δεν αποκλείεται να μπορεί και το προμνησθέν σύστημα αμοιβών να ενέχει έμμεση διάκριση λόγω ηλικίας, όταν καθίσταται πρόδηλο ότι η διαφορετική στάθμιση της κτηθείσας επαγγελματικής πείρας περιάγει, εκ των πραγμάτων, σε δυσμενή θέση ομάδα εργαζομένων, απαρτιζόμενη ως επί το πλείστον από πρόσωπα προσδιοριζόμενα βάσει της ηλικίας τους ή της ηλικίας στην οποία απέκτησαν την επαγγελματική πείρα την οποία προβάλλουν. Το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να προβάλει ένα τέτοιο ενδεχόμενο παραπέμποντας στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015, το οποίο προβλέπει ότι τα χρονικά διαστήματα ή/και καταρτίσεως, τα οποία διανύθηκαν προ της εντάξεως στην υπηρεσία και προ της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας, δεν λαμβάνονται, κατά κανόνα, υπόψη, κατά την εν λόγω διάταξη. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν διαθέτει στοιχεία ώστε να μπορεί να εκτιμήσει αν το νέο σύστημα υπολογισμού περιάγει σε δυσμενή θέση αποκλειστικώς ή κυρίως τους υπαλλήλους της ÖBB PV, οι οποίοι ήδη υπέστησαν διάκριση βάσει του προηγούμενου καθεστώτος, ήτοι τους υπαλλήλους που απέκτησαν, εν όλω ή εν μέρει, την προηγούμενη επαγγελματική πείρα τους πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και, σε κάθε περίπτωση, απόκειται τελικώς στο εθνικό δικαστήριο να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση.
32.
Όσον αφορά τον ενδεχομένως μη σύμφωνο χαρακτήρα προς το άρθρο 45 ΣΛΕΕ των προβλεπόμενων στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015 κανόνων υπολογισμού, που μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, περιορίζομαι στο να επισημάνω ότι, ανεξάρτητα από κάθε άλλη παρατήρηση, στο μέτρο που η επαγγελματική πείρα που κτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος λαμβάνεται υπόψη, βάσει του άρθρου 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015, ακριβώς υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και με τα ίδια αποτελέσματα με εκείνη που αποκτήθηκε στο έδαφος της Αυστρίας, η επίμαχη αυστριακή ρύθμιση δεν φαίνεται, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, να αντιβαίνει, από την άποψη αυτή, στις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ( 27 ).
33.
Τούτου λεχθέντος, πρέπει στο σημείο αυτό να εξεταστούν τα αποτελέσματα της αναδρομικής εφαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015 καθεστώτος υπολογισμού και των προβλεπόμενων κανόνων για την επανακατάταξη των ενεργών υπαλλήλων, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν εισάγουν νέα μορφή διακρίσεως λόγω ηλικίας ή συνεχίζουν τη διάκριση που διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381).
34.
Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, αφ’ εαυτής, η πρόβλεψη της αναδρομικής εφαρμογής διατάξεων που προορίζονται να αντικαταστήσουν προηγούμενη ρύθμιση που εισήγαγε διάκριση, αίροντας την παράνομη διαφορετική μεταχείριση, είναι μάλλον στοιχείο που υποδεικνύει την επάνοδο στη νομιμότητα, επίσης διά της καταργήσεως των προηγούμενων αποτελεσμάτων της διακρίσεως. Επομένως, σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αίρεται αναδρομικά ή διάκριση.
35.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε, στην απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 44), ότι το άρθρο 16 της οδηγίας 2000/78, βάσει του οποίου τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταργούν κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη αντιβαίνουσα στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δεν επιβάλλει την υποχρέωση λήψεως συγκεκριμένου μέτρου σε περίπτωση παραβιάσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αλλά παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που προσφέρονται για την επίτευξη του σκοπού του, αναλόγως των διαφόρων καταστάσεων που ανακύπτουν.
36.
Επομένως, για να εξαλείψει τη διάκριση λόγω ηλικίας που διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381), ο Αυστριακός νομοθέτης μπορούσε να αποφασίσει, όπως έπραξε, να τροποποιήσει αναδρομικά ολόκληρο το σύστημα υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων προϋπηρεσίας. Η απλή κατάργηση της απαγορεύσεως υπολογισμού της επαγγελματικής πείρας που αποκτάται πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας ήταν μία μόνο από τις δυνατότητες στη διάθεση του νομοθέτη προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας 2000/78.
37.
Ως εκ τούτου, ούτε το γεγονός ότι το νέο καθεστώς υπολογισμού δεν λαμβάνει πλέον υπόψη ορισμένα προηγούμενα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως που λαμβάνονταν προηγουμένως υπόψη (καίτοι κατά τρόπο που εισήγε διάκριση) ούτε η πρόβλεψη επανακαθορισμού των μισθολογικών κλιμακίων όλων των ενεργών υπαλλήλων των ÖBB βάσει αναδρομικής εφαρμογής των νέων κανόνων συνιστούν, αφ’ εαυτών, αθέτηση της υποχρεώσεως καταργήσεως των εθνικών διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις, κατά τα προβλεπόμενα στο προμνησθέν άρθρο 16, υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται ο συγκεκριμένος στόχος της εξαλείψεως της διακρίσεως.
38.
Τα προεκτεθέντα αφορούν τα αποτελέσματα της αναδρομικής εφαρμογής των νέων κανόνων υπολογισμού. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος κατατάξεως στα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων των οποίων η ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή επανακαθορίστηκε βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015 κανόνων.
39.
Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση που, μετά τον εν λόγω επανακαθορισμό, ο υπάλληλος κατατάσσεται σε κλιμάκιο που αντιστοιχεί σε μισθό κατώτερο εκείνου που ελάμβανε πριν από την έναρξη ισχύος του ÖBB-G 2015, ο μισθός του διατηρείται δυνάμει του άρθρου 53a, παράγραφος 6, του εν λόγω νόμου. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η πρόβλεψη αυτή, η οποία εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους υπαλλήλους που επανακατατάσσονται, συνεχίζει, εν τοις πράγμασι, τη διάκριση που συνεπαγόταν το προηγούμενο καθεστώς.
40.
Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο ÖBB-G 2015 καταργεί όλα τα αποτελέσματα της προηγούμενης διακρίσεως όσον αφορά τους υπαλλήλους των οποίων η προ του 18ου έτους της ηλικίας επαγγελματική πείρα αποκτήθηκε αποκλειστικά σε εταιρίες υπαγόμενες στους ÖBB ή άλλα πρόσωπα που μνημονεύονται στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015. Συγκεκριμένα, στους εν λόγω υπαλλήλους αναγνωρίζονται, εκτός από την κατάταξη την οποία εδικαιούντο από την αρχή της εργασιακής σχέσεώς τους με την ÖBB PV εάν το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού είχε εφαρμοστεί κατά τρόπο που δεν εισήγε διακρίσεις, οι μη καταβληθέντες και μη παραγραφέντες μισθοί που αντιστοιχούν στην εν λόγω κατάταξη.
41.
Τούτου λεχθέντος, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, δεδομένου ότι ο μνημονευόμενος στο άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015 «μισθός που λάμβανε» ο υπάλληλος προκύπτει από την εφαρμογή των κανόνων του προηγούμενου καθεστώτος υπολογισμού που εισήγαν διακρίσεις, η πρόβλεψη κατά την οποία ο εν λόγω μισθός διατηρείται για τη μετάβαση στο νέο σύστημα, καίτοι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους υπαλλήλους των ÖBB, είναι ικανή να παρατείνει την έμμεση διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας μεταξύ ομάδας υπαλλήλων που ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που υπέστησαν διακρίσεις από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού και ομάδας υπαλλήλων που ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που ευνοούνταν από το εν λόγω καθεστώς.
42.
Συγκεκριμένα, αυτό συμβαίνει όσον αφορά τους υπαλλήλους που προβάλλουν χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως τα οποία δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που λαμβάνονται υπόψη βάσει των νέων κανόνων υπολογισμού. Οι υπάλληλοι που διένυσαν τέτοια χρονικά διαστήματα πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους ηλικίας εξακολουθούν, όπως και στο παρελθόν, να μην δικαιούνται τον συνυπολογισμό αυτών –ακόμη και για λόγο διαφορετικό από την ηλικία στην οποία υπολογίζονται– και τούτο τόσο για τον καθορισμό των αποδοχών που λάμβαναν πριν από τη δημοσίευση του ÖBB 2015, των οποίων η διατήρηση είναι εγγυημένη δυνάμει του εν λόγω νόμου, όσο και για την καταβολή μη καταβεβλημένων μισθών που δεν έχουν ακόμη παραγραφεί. Αντιθέτως, οι υπάλληλοι που διένυσαν ανάλογα και ίσης διάρκειας χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως, αλλά μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, πέραν του ότι έλαβαν, δυνάμει του προηγούμενου καθεστώτος υπολογισμού, μισθό υψηλότερο σε σύγκριση με εκείνον των συναδέλφων τους, που προβάλλουν την ίδια επαγγελματική πείρα, διατηρούν, ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος του νέου καθεστώτος, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα εν λόγω χρονικά διαστήματα δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη, το επίπεδο μισθού στο οποίο παρείχαν δικαίωμα τα χρονικά διαστήματα αυτά δυνάμει των προϊσχυσάντων κανόνων υπολογισμού.
43.
Πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση, η οποία βασίζεται έμμεσα στην ηλικία, μπορεί να είναι δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
44.
Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί αν το προβλεπόμενο στο άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015 πάγωμα των μισθών συνιστά μέτρο το οποίο επιδιώκει θεμιτό στόχο και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν αυτό είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου ( 28 ). Από την απόφαση περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το εν λόγω μέτρο επιδιώκει στόχο προστασίας κεκτημένων δικαιωμάτων.
45.
Κατά πάγια νομολογία, η προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων μιας κατηγορίας προσώπων αποτελεί επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος ( 29 ). Εξάλλου, στην απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C‑417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 37), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ήδη ότι η διατήρηση των εν λόγω δικαιωμάτων και η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των υπαλλήλων που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού ως προς τις αποδοχές τους συνιστούν θεμιτούς σκοπούς της πολιτικής στους τομείς απασχολήσεως και αγοράς εργασίας δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, τη διατήρηση των προηγουμένων αποδοχών και, επομένως, τη διατήρηση καθεστώτος συνεπαγόμενου διακρίσεις λόγω ηλικίας ( 30 ).
46.
Το άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015, δυνάμει του οποίου ο μισθός που ελάμβανε ο υπάλληλος πριν από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου διατηρείται στην περίπτωση που ο επανακαθορισμός της ημερομηνίας αναφοράς και η επακόλουθη μισθολογική επανακατάταξη των υπαλλήλων των ÖBB συνεπάγεται μείωση των αποδοχών, περιέχει αναμφίβολα μέτρο πρόσφορο για την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων των υπαλλήλων των ÖBB που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού.
47.
Επομένως, απομένει να διαπιστωθεί ότι το εν λόγω μέτρο δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου που επιδιώκει. Για την εξέταση αυτή πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη η θέση των υπαλλήλων που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω καθεστώς.
48.
Όπως προεκτέθηκε, το προβλεπόμενο στο άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015 μέτρο του παγώματος των μισθών που ελάμβαναν οι υπάλληλοι εφαρμόζεται αδιακρίτως στους υπαλλήλους που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού και σε εκείνους που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από αυτό. Επομένως, το μέτρο ευνοεί και τους δεύτερους, εάν, λόγω της εφαρμογής των νέων κανόνων περί καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς, αυτοί υφίστανται μείωση των αποδοχών που ελάμβαναν προηγουμένως. Εντούτοις, όπως επισημαίνεται ανωτέρω, στην περίπτωση των υπαλλήλων που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού, όλα τα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως αυτών λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του μισθού που λαμβάνουν, και ο οποίος επομένως διατηρείται, κατά το άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015, ενώ, στην περίπτωση των υπαλλήλων που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω καθεστώς, τμήμα των εν λόγω χρονικών διαστημάτων, ήτοι αυτά που διανύθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και δεν περιλαμβάνονται σε αυτές που λαμβάνονται υπόψη βάσει του άρθρου 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015, δεν συνυπολογίζεται για τον ίδιο σκοπό.
49.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι δεν θα υφίστατο τέτοια διαφορετική μεταχείριση αν οι υπάλληλοι που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού, οι οποίοι, κατ’ εφαρμογή του νέου καθεστώτος, κατατάσσονταν σε μισθολογικό κλιμάκιο κατώτερο εκείνου στο οποίο βρίσκονταν κατά τη δημοσίευση του ÖBB-G 2015 ( 31 ), μπορούσαν να αναγνωρίσουν όλα τα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως που διένυσαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας, με τον ίδιο τρόπο όπως και οι συνάδελφοί τους που διένυσαν ανάλογα χρονικά διαστήματα, κατά είδος και διάρκεια, αλλά μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω χρονικά διαστήματα θα αποτελούσαν, όπως για τους υπαλλήλους που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού, συνιστώσα του μισθού υποκείμενη σε πάγωμα βάσει του άρθρου 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015.
50.
Επομένως, η διατήρηση, ακόμη και μετά την επανακατάταξη, διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ τμήματος των υπαλλήλων που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού και τμήματος εκείνων που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω καθεστώς οφείλεται στην εφαρμογή διαφορετικών κριτηρίων (εισαγόντων διακρίσεις) όσον αφορά τον υπολογισμό των χρονικών διαστημάτων που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του μισθού αναφοράς στον οποίο θα εφαρμοστεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015 μέτρο παγώματος.
51.
Επομένως, καίτοι ο στόχος της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων των υπαλλήλων που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού οι οποίοι θα υποστούν μείωση μισθού λόγω της εφαρμογής του ÖBB-G 2015, απαιτεί να συνεχιστεί η εφαρμογή σε αυτούς των κανόνων υπολογισμού του εν λόγω καθεστώτος, ο στόχος αυτός δεν επιβάλλει, αντιθέτως, να συνεχιστεί η εφαρμογή των ίδιων κανόνων κατά τρόπο που εισάγει διάκριση στους υπαλλήλους που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω καθεστώς για τους οποίους ο ÖBB-G 2015 θα συνεπάγεται επίσης μείωση αποδοχών. Με άλλα λόγια, η διαφορετική μεταχείριση που απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015 δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του στόχου προστασίας που αυτός επιδιώκει.
52.
Αναμφίβολα, η κατάσταση των δύο επίμαχων κατηγοριών υπαλλήλων είναι διαφορετική. Ειδικότερα, δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι υπάλληλοι που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού μπορούν να προβάλουν πραγματικά κεκτημένα δικαιώματα, ενώ δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο όσον αφορά τους υπαλλήλους που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω καθεστώς. Εντούτοις, η διαφορά αυτή έχει την προέλευσή της στην εφαρμογή μισθολογικού καθεστώτος που εισάγει διάκριση και δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να συνιστά το μόνο επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως αδικαιολόγητης διαφορετικής μεταχειρίσεως που συνεχίζει τη διάκριση που συνεπάγεται το εν λόγω καθεστώς.
53.
Εξάλλου, στην απόφαση ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38), το Δικαστήριο επανέλαβε, σύμφωνα με την προηγούμενη νομολογία του ( 32 ), ότι, όταν συντρέχουν διακρίσεις αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης, για όσο διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, η τήρηση της αρχής της ισότητας μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με τη χορήγηση στα πρόσωπα που ανήκουν στην ευρισκόμενη σε δυσμενέστερη θέση κατηγορία των ιδίων πλεονεκτημάτων με εκείνα που χορηγούνται στα πρόσωπα της ευνοημένης κατηγορίας· το καθεστώς αυτό, ελλείψει προσήκουσας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, είναι το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς ( 33 ).
54.
Επομένως, οι υπάλληλοι που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού θα μπορούν να προβάλουν, με βάση τη διαπίστωση στην απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381), του εισάγοντος διακρίσεις χαρακτήρα του εν λόγω καθεστώτος, όχι μόνο δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, αλλά και πραγματικό δικαίωμα στην επέκταση σε αυτούς, τουλάχιστον εν τω μεταξύ, της ίδιας μεταχειρίσεως με εκείνη που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που ευνοούνταν από το εν λόγω καθεστώς ( 34 ). Εάν μια τέτοια επέκταση της μεταχειρίσεως σε αυτούς είχε αναγνωριστεί κατά τα έξι έτη που απαιτήθηκαν για την υλοποίηση της μεταρρυθμίσεως των κανόνων υπολογισμού που επέφερε ο ÖBB-G 2015, η εφαρμογή του άρθρου 53a, παράγραφος 6, του εν λόγω νόμου δεν θα συνεπαγόταν καμία διαφορετική μεταχείριση.
55.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, συνεχίζοντας, εν τοις πράγμασι, την εφαρμογή του προηγούμενου εισάγοντος διάκριση καθεστώτος υπολογισμού και μη προβλέποντας, για τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015, την εναρμόνιση της καταστάσεως των υπαλλήλων που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω καθεστώς με εκείνη των υπαλλήλων που ευνοούνταν από αυτό, ο Αυστριακός νομοθέτης διατήρησε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ κατηγοριών υπαλλήλων των ÖBB μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
56.
Εκτιμώ ότι στο συμπέρασμα αυτό δεν είναι δυνατόν να αντιταχθούν ούτε δημοσιονομικοί λόγοι ούτε λόγοι διοικητικής φύσεως. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, ούτε οι μεν ούτε οι δε μπορούν, αφ’ εαυτών, να συνιστούν θεμιτό σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 ( 35 ). Συναφώς, προσθέτω ότι, δεδομένου ότι ο ÖBB-G 2015 προβλέπει ήδη ότι η κατάσταση κάθε υπαλλήλου εξετάζεται ατομικά για τον καθορισμό της νέας ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή, η ως άνω προτεινόμενη λύση, ήτοι ο καθορισμός του μισθού αναφοράς για τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 53a, παράγραφος 6, του εν λόγω νόμου βάσει μη εισάγουσας διακρίσεις εφαρμογής του προηγούμενου καθεστώτος υπολογισμού, δεν θα πρέπει, καταρχήν, να συνεπάγεται υπερβολικό φόρτο εργασίας για τη διοίκηση.
57.
Ομοίως, δεν αντιβαίνουν στο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω στο σημείο 55 ούτε η απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C-540/12 και C-541/12, EU:C:2014:2005), ούτε η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs (C-297/10 και C-298/10, EU:C:2011:560). Σε σχέση με τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω αποφάσεις, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η κατηγορία των προσώπων που ευνοούνταν και εκείνων που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από την εισάγουσα διακρίσεις ρύθμιση μπορούν να προσδιοριστούν με σαφήνεια. Με άλλα λόγια, υφίσταται, κατά τη διατύπωση του Δικαστηρίου, έγκυρο σύστημα αναφοράς ( 36 ) το οποίο καθιστά εφικτή την εναρμόνιση της καταστάσεως των δευτέρων με εκείνη των πρώτων. Ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς την κατάσταση που υφίστατο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs (C-297/10 και C-298/10, EU:C:2011:560, σκέψη 94), η απλή μεταφορά των μισθών που λαμβάνονταν βάσει του προϊσχύσαντος εισάγοντος διακρίσεις καθεστώτος δεν συνιστά, στην υπό κρίση υπόθεση, «το μόνο μέσο το οποίο επέτρεπε να αποφευχθεί η μείωση των μισθών» των υπαλλήλων που υποβλήθηκαν σε επανακατάταξη. Επιπλέον, επισημαίνεται, σε σχέση με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C-540/12 και C-541/12, EU:C:2014:2005), ότι ο καθορισμός της αμοιβής που λαμβάνεται για τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015, πριν από τον επανακαθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς βάσει μη εισάγουσας διακρίσεις εφαρμογής των προηγούμενων κανόνων υπολογισμού, δεν εμφανίζει τις δυσχέρειες βιωσιμότητας του συστήματος που προσδιόρισε το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση ( 37 ).
58.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω στο σημείο 55 των παρουσών προτάσεων και κρίνει, επομένως, ότι η διαφορετική μεταχείριση την οποία διατηρεί το άρθρο 53a, παράγραφος 6, του ÖBB-G 2015 δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων των υπαλλήλων των ÖBB που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το καθεστώς υπολογισμού, θα πρέπει να διαπιστωθεί επίσης ότι η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση έχει απλώς μεταβατικό χαρακτήρα και δεν διατηρείται για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, στην απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο στόχος της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των υπαλλήλων που ευνοούνταν από καθεστώς που συνεπαγόταν διακρίσεις δεν μπορεί να δικαιολογήσει μέτρο το οποίο διατηρεί οριστικά, έστω και για ορισμένα μόνο πρόσωπα, τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, στην εξάλειψη της οποίας αποβλέπει η τροποποίηση του καθεστώτος, στο οποίο εντάσσεται το εν λόγω μέτρο. Τέτοιου είδους μέτρο, ακόμη και αν ενδέχεται να διασφαλίζει την εν λόγω προστασία, δεν θα είναι κατάλληλο για τη θέσπιση καθεστώτος μη συνεπαγόμενου διακρίσεις για τους υπαλλήλους που υφίσταντο δυσμενή διάκριση ( 38 ).
59.
Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας απόψεως, θα περιοριστώ συναφώς σε δύο μόνο παρατηρήσεις. Πρώτον, όσον αφορά τους υπαλλήλους των οποίων η προηγούμενη επαγγελματική πείρα δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη βάσει του άρθρου 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015, αλλά οι οποίοι, πριν από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου, είχαν ανέλθει στο τελευταίο κλιμάκιο της μισθολογικής τους κλίμακας, τα αποτελέσματα, ευνοϊκά ή δυσμενή, της προηγούμενης διακριτικής μεταχειρίσεως είναι οριστικά. Επομένως, από την άποψη αυτή τουλάχιστον, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθεστώς απλώς μεταβατικό. Δεύτερον, οι υπάλληλοι που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού οι οποίοι, πριν από τη δημοσίευση του ÖBB-G 2015, είχαν ανέλθει στο τελευταίο μισθολογικό κλιμάκιο εάν τα χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως που διανύθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας, τα οποία δεν συνυπολογίζονται πλέον βάσει του εν λόγω νόμου, λήφθηκαν υπόψη για τον σκοπό του παγώματος του μισθού –και για τους οποίους, επομένως, η μεταρρύθμιση του προηγούμενου καθεστώτος υπολογισμού θα ήταν ουδέτερη– υφίστανται, εκτός από την απώλεια των συνιστωσών του μισθού, τις οποίες στερούνται παρανόμως βάσει του εν λόγω καθεστώτος, πλήγμα παύσεως της μισθολογικής τους προαγωγής, εάν έχουν διανύσει, ταυτόχρονα, χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως που δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας ( 39 ). Εύλογα μπορεί κανείς να διερωτηθεί αν, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, τέτοια αποτελέσματα μπορούν να γίνουν δεκτά.
60.
Προτού προτείνω την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα προεκτεθέντα αφορούν μόνο το δικαίωμα των υπαλλήλων που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού, κατά και για τη μετάβαση στο προβλεπόμενο στον ÖBB-G 2015 σύστημα, να τους αναγνωριστεί η κατάταξη στο κλιμάκιο και, επομένως, το επίπεδο μισθού, το οποίο θα εδικαιούντο εάν το εν λόγω καθεστώς είχε εφαρμοστεί σε αυτούς χωρίς διακρίσεις. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό, παρά το γεγονός ότι ο ÖBB-G 2015 τροποποίησε ριζικά τους προϊσχύσαντες κανόνες υπολογισμού, ώστε ο νέος νόμος να μην συνεπάγεται την παράταση διαφορετικής μεταχειρίσεως μη αναγκαίας και, επομένως, αδικαιολόγητης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
61.
Εντούτοις, το ζήτημα που αφορά το δικαίωμα των υπαλλήλων να τους καταβληθούν οι μισθοί που δεν έλαβαν, λόγω της εισάγουσας διακρίσεις εφαρμογής του προηγούμενου καθεστώτος υπολογισμού, είναι διαφορετικό. Όπως προεκτέθηκε, βάσει του ÖBB-G 2015, η απώλεια μισθών από τμήμα των υπαλλήλων που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω καθεστώς ( 40 ) δεν αποζημιώνεται ( 41 ). Λόγω της αναδρομικής εφαρμογής του άρθρου 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015, η συγκεκριμένη απώλεια συνδέεται αποκλειστικά με την προηγούμενη διάκριση ( 42 ). Συγκεκριμένα, οι κανόνες του προηγούμενου καθεστώτος τροποποιούνται αναδρομικά, στερώντας από τα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να τους ερμηνεύσουν σύμφωνα με την οδηγία 2000/78, ήτοι να μην τους εφαρμόσουν ( 43 ), ώστε να παράσχουν στους υπαλλήλους που υφίσταντο δυσμενή διάκριση λόγω του καθεστώτος αυτού και δεν αποζημιώθηκαν βάσει του ÖBB-G 2015 τις συνιστώσες του μισθού τις οποίες στερήθηκαν παρανόμως.
62.
Το Δικαστήριο φαίνεται να αποκλείει, ακόμη και σε περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι όταν υφίσταται έγκυρο σύστημα αναφοράς, ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος αποδοχών που εισάγει διακρίσεις πρέπει υποχρεωτικώς να εξαλείφει, εκτός από τη διάκριση, και τα αποτελέσματα αυτής, παρέχοντας σε κάθε περίπτωση στους υπαλλήλους που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το εν λόγω σύστημα τη διαφορά μεταξύ του μισθού τον οποίο θα εδικαιούντο απουσία της εν λόγω διακρίσεως και εκείνου που πραγματικά έλαβαν ( 44 ). Επομένως, καίτοι μια τέτοια λύση μπορεί να εγείρει ζητήματα συμβατότητας προς την αρχή της αποτελεσματικότητας ( 45 ), το Δικαστήριο φαίνεται ότι προσανατολίζεται, στις εν λόγω περιστάσεις, στην αναγνώριση για τον υπάλληλο που υπέστη διάκριση μόνο της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως κατά του κράτους.
63.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ότι το άρθρο 2 και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία, με σκοπό την εξάλειψη διακρίσεως λόγω ηλικίας, την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο σε δύο διαδοχικές αποφάσεις, προβλέπει την επανακατάταξη των ενεργών συμβασιούχων δημόσιων υπαλλήλων, στο πλαίσιο νέου συστήματος αποδοχών βασισμένου σε μη εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια προσμετρήσεως των χρονικών διαστημάτων προϋπηρεσίας, αλλά η οποία, για την εφαρμογή διατάξεων που προορίζονται να προστατεύσουν τα κεκτημένα δικαιώματα των επανακαταταχθέντων υπαλλήλων, μέσω του παγώματος του μισθού που αυτοί ελάμβαναν σε ορισμένη ημερομηνία προγενέστερη της ενάρξεως ισχύος της εν λόγω ρυθμίσεως, εξαρτά το επίπεδο του εν λόγω μισθού από την εφαρμογή των εισαγόντων διάκριση κριτηρίων προσμετρήσεως του προηγούμενου καθεστώτος υπολογισμού.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
64.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Δημοκρατίας της Αυστρίας, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, ιδίως όσον αφορά την ύπαρξη κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης.
65.
Σπεύδω να επισημάνω ότι διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το παραδεκτό του συγκεκριμένου προδικαστικού ερωτήματος. Και τούτο όχι σε σχέση με το ζήτημα που πρόβαλε η Αυστριακή Κυβέρνηση περί της δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, αγωγή η οποία πρέπει, βάσει του αυστριακού δικαίου, να ασκηθεί ενώπιον του Verfassungsgerichtshof (Συνταγματικού Δικαστηρίου). Συγκεκριμένα, ως προς το επιχείρημα αυτό, το Oberlandesgericht Innsbruck (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο του Innsbruck) μνημονεύει εθνική νομολογία η οποία αναγνωρίζει στο αστικό δικαστήριο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις –οι οποίες, κατά την άποψή του, πληρούνται στην υπόθεση της κύριας δίκης– συντρέχουσα δικαιοδοσία με εκείνη του Verfassungsgerichtshof (Συνταγματικού Δικαστηρίου). Ανεξάρτητα, πάντως, από τις αντιρρήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως, επισημαίνεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αμφισβητήσει τη διαβεβαίωση του αιτούντος δικαστηρίου όσον αφορά τη δικαιοδοσία του δυνάμει του εθνικού δικαίου.
66.
Εντούτοις, από την ίδια απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η αγωγή στην υπόθεση της κύριας δίκης αφορά μόνον την καταβολή συνιστωσών των αποδοχών, τις οποίες ο G. Stollwitzer υποστηρίζει ότι στερήθηκε παρανόμως, και ότι η εν λόγω αγωγή στρέφεται κατά της ÖBB PV, υπό την ιδιότητα του εργοδότη του G. Stollwitzer. Εξάλλου, ο G. Stollwitzer επιβεβαίωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν άσκησε καμία αγωγή αποζημιώσεως κατά του αυστριακού Δημοσίου και, ως εκ τούτου, παραιτήθηκε από την υποβολή παρατηρήσεων επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο έχει, κατ’ αυτόν, απλώς «θεωρητικό» χαρακτήρα. Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι το αυστριακό Δημόσιο δεν είναι διάδικος στην υπόθεση της κύριας δίκης. Δεδομένου ότι ο υποθετικός χαρακτήρας του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει, κατά την άποψή μου, προδήλως από τις προεκτεθείσες περιστάσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να το κρίνει απαράδεκτο.
67.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την πρόταση αυτή, περιορίζομαι να επισημάνω ότι, στις σκέψεις 98 έως 107, της αποφάσεως της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005), το Δικαστήριο παρέσχε πλήθος ενδείξεων σχετικά με τα κριτήρια τα οποία πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει αν, σε περιστάσεις ανάλογες με αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, συντρέχει ευθύνη του κράτους μέλους για παράβαση της οδηγίας 2000/78.
68.
Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη από τις τρεις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η ύπαρξη τέτοιας ευθύνης, ήτοι να σκοπεί ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου της Ένωσης στην αναγνώριση δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το Δικαστήριο διευκρίνισε, αφενός, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 αυτής, απαγορεύει, γενικώς και σαφώς, οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση διάκριση, που δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς, όσον αφορά την απασχόληση και την εργασία, μεταξύ άλλων, λόγω της ηλικίας του εργαζομένου και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις αυτές έχουν ως αντικείμενο την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες τα οποία αυτοί μπορούν να αντιτάσσουν στα κράτη μέλη ( 46 ).
69.
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οικείας παραβάσεως και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει εάν υφίσταται τέτοια συνάφεια, στη εθνική διαφορά που υποβλήθηκε στην κρίση του ( 47 ).
70.
Τέλος, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, περί υπάρξεως κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, αφενός, το Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 102 έως 105 της ίδιας αποφάσεως της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005), ότι το περιθώριο εκτιμήσεως του κράτους μέλους συνιστά σημαντικό κριτήριο για τη διαπίστωση της υπάρξεως κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. Αφετέρου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία κανόνα του δικαίου της Ένωσης, στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, διαφωτίζει και διευκρινίζει μεν, όταν χρειάζεται, τη σημασία και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως αυτός πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται από τότε που τέθηκε σε ισχύ, όμως στον εθνικό δικαστή απόκειται να κρίνει αν, εντούτοις, η φύση και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, όσον αφορά νομοθεσία όπως η επίμαχη στο πλαίσιο των κύριων δικών στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005), μπορούν να θεωρηθούν σαφείς και ακριβείς μόνον από της εκδόσεως της αποφάσεως της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs και Mai (C-297/10, EU:C:2011:560), στην οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν συνάδει προς την ως άνω οδηγία. Σε σχέση με τις περιστάσεις της επίμαχης υποθέσεως της κύριας δίκης τέτοιες νομολογιακές διευκρινίσεις δόθηκαν στις 18 Ιουνίου 2009 με την απόφαση Hütter (C‑88/08, EU:C:2009:381), στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε σύστημα υπολογισμού χρονικών διαστημάτων προϋπηρεσίας προγενέστερων της εντάξεως στην υπηρεσία ίδιο με εκείνο που θέσπισε ο BO 1963.
71.
Εκτιμώ ότι είναι σαφές από τα προεκτεθέντα, με την επιφύλαξη της εξετάσεως της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας με τη ζημία που επικαλείται ο συγκεκριμένος υπάλληλος, ότι από την εφαρμογή των προμνησθεισών αρχών συνάγεται ότι, τουλάχιστον από τις 18 Ιουνίου 2009, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του αυστριακού Δημοσίου για τις ζημίες που υπέστησαν οι υπάλληλοι της ÖBB PV λόγω της εφαρμογής του προηγούμενου εισάγοντος διάκριση καθεστώτος υπολογισμού.
Πρόταση
72.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτο το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα και να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ότι το άρθρο 2 και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία, με σκοπό την εξάλειψη διακρίσεως λόγω ηλικίας, την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο σε δύο διαδοχικές αποφάσεις, προβλέπει την επανακατάταξη των ενεργών συμβασιούχων δημόσιων υπαλλήλων, στο πλαίσιο νέου συστήματος αποδοχών βασισμένου σε μη εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια προσμετρήσεως των χρονικών διαστημάτων προϋπηρεσίας, αλλά η οποία, για την εφαρμογή διατάξεων που προορίζονται να προστατεύσουν τα κεκτημένα δικαιώματα των επανακαταταχθέντων υπαλλήλων, μέσω του παγώματος του μισθού που αυτοί ελάμβαναν σε ορισμένη ημερομηνία προγενέστερη της ενάρξεως ισχύος της εν λόγω ρυθμίσεως, εξαρτά το επίπεδο του εν λόγω μισθού από την εφαρμογή των εισαγόντων διάκριση κριτηρίων προσμετρήσεως του προηγούμενου καθεστώτος υπολογισμού.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 2 ) Για λόγους πληρότητας, επισημαίνεται ότι, την πρώτη φορά που τέτοια νομοθεσία υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου από αυστριακό δικαστήριο, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούσαν την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, βλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2000, Österreichischer Gewerkschaftsbund (C-195/98, EU:C:2000:655), η οποία αφορούσε το εφαρμοστέο καθεστώς στην κατάταξη του συμβασιούχου διδακτικού και βοηθητικού προσωπικού, βάσει του οποίου ο συνυπολογισμός χρονικών διαστημάτων προϋπηρεσίας συνοδευόταν από αυστηρότερες προϋποθέσεις όταν αυτή είχε συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος.
( 3 ) ΕΕ 2000, L 303, σ. 16.
( 4 ) Έως τις τροποποιήσεις που τέθηκαν σε ισχύ το 2015, στις οποίες θα γίνει εκτενέστερη μνεία κατωτέρω, η ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή ήταν το κύριο κριτήριο για τον καθορισμό της κατατάξεως στα μισθολογικά κλιμάκια των δημόσιων υπαλλήλων (συμβασιούχων ή μη). Η ημερομηνία αυτή καθοριζόταν με αφετηρία την ημερομηνία προσλήψεως. Ορισμένες περίοδοι προϋπηρεσίας του υπαλλήλου, πραγματοποιηθείσες πριν από την ένταξη στην υπηρεσία, θεωρούνταν ότι προηγούνταν της προσλήψεως, με αποτέλεσμα η πρόσληψη να μεταφέρεται σε προγενέστερη ημερομηνία. Επομένως, η ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή ήταν εικονική ημερομηνία η οποία, κατά το υπόδειγμα πορείας της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, αντιστοιχούσε στην ημέρα συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας.
( 5 ) Βλ. σκέψεις 38 έως 51 και διατακτικό της αποφάσεως.
( 6 ) Bundesbahngesetz, BGBl. 852/1992.
( 7 ) BGBl I. 129/2011.
( 8 ) BGBl. 170/1963.
( 9 ) Το εφαρμοστέο κριτήριο πρόβλεπε ότι θεωρούνται ότι προηγούνται της ημερομηνίας προσλήψεως τα χρονικά διαστήματα που έπονται της 30ής Ιουνίου του έτους κατά τη διάρκεια του οποίου ολοκληρώθηκαν ή έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί εννέα σχολικά έτη από την εισαγωγή στην πρώτη βαθμίδα της σχολικής εκπαιδεύσεως. Τα χρονικά διαστήματα που θα συνυπολογίζονταν εξακολουθούσαν να καθορίζονται από τον BO 1963, ο οποίος πρόβλεπε ότι λαμβάνονται υπόψη στο ακέραιο τα χρονικά διαστήματα που διανύθηκαν στην υπηρεσία των αυστριακών σιδηροδρόμων και, εκτός ειδικών περιπτώσεων, κατά το ήμισυ τα λοιπά χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή σπουδών.
( 10 ) Το άρθρο 34 των Allgemeine Vertragsbedingungen für Dienstverträge bei den Österreichischen Bundesbahnen (γενικών όρων που εφαρμόζονται στις συμβάσεις εργασίας με την υπηρεσία αυστριακών σιδηροδρόμων, στο εξής: AVB), οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1996, όριζε ότι ο υπάλληλος των αυστριακών σιδηροδρόμων προάγεται στο ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο κάθε τρία έτη και στο τελευταίο μισθολογικό κλιμάκιο ύστερα από έξι έτη επισημαίνοντας ότι η προαγωγή καθορίζεται βάσει της ημερομηνίας αναφοράς. Αυτή, πριν από τον τροποποιητικό νόμο του 2011, υπολογιζόταν, κατά το άρθρο 35 των AVB, βάσει των ίδιων κριτηρίων που καθορίζονται στον BO 1963 και, επομένως, αποκλειομένης κάθε συνεκτιμήσεως της προ της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας κτηθείσας επαγγελματικής πείρας. Από τη δικογραφία στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι οι AVB δεν εφαρμόζονται πλέον από την 1η Ιανουαρίου 2005 και ότι οι αποδοχές των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν μετά την εν λόγω ημερομηνία καθορίζονται βάσει συλλογικών συμβάσεων.
( 11 ) Σε προηγούμενη απόφαση, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Oberlandesgericht Innsbruck (εφετείου περιφέρειας Ίννσμπρουκ), η οποία αφορούσε επίσης, μεταξύ άλλων, τη συμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης του νέου εφαρμοστέου στους υπαλλήλους των ÖBB καθεστώτος, το Δικαστήριο περιορίστηκε να απαντήσει στο ερώτημα που αφορούσε τη συμβατότητα προς τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας της τριακονταετούς προθεσμίας παραγραφής που προβλέπεται στο αυστριακό δίκαιο για τις αγωγές με αντικείμενο την αμφισβήτηση της κατατάξεως των δημόσιων υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια, παραβλέποντας τα άλλα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν, λόγω παραγραφής της αγωγής στην υπόθεση της κύριας δίκης, βλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Pohl (C-429/12, EU:C:2014:12).
( 12 ) Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τόσο η ÖBB PV όσο και η Österreichische Bundesbahnen-Holding ελέγχονται από το Δημόσιο, οι συμβάσεις των υπαλλήλων της πρώτης διέπονται αποκλειστικά από το ιδιωτικό δίκαιο.
( 13 ) Εκκρεμής υπόθεση C‑24/17, Österreichischer Gewerkschaftsbund, Gewerkschaft öffentlicher Dienst, βλ. ΕΕ 2017, C 112, σ. 20.
( 14 ) Εκκρεμής υπόθεση C‑396/17, Martin Leitner.
( 15 ) Το 2015 τέθηκε σε ισχύ ομοσπονδιακός νόμος περί τροποποιήσεως του καθεστώτος αποδοχών (Bundesbesoldungsreform 2015, BGBl I 32/2015). Ο εν λόγω νόμος τροποποιήθηκε το 2016 με τον Besoldungsrechtsanpassungsgesetz, (BGB1 I 104/2016), ο οποίος θεσπίστηκε κατόπιν αποφάσεως του Verwaltungsgerichtshof (διοικητικού δικαστηρίου. Αυστρία) της 9ης Σεπτεμβρίου 2016 (Ro 2015/12/0025-3). Στην εκκρεμή υπόθεση C‑24/17, η επίμαχη νομοθεσία είναι ο VBG (Vertragsbedienstetengesetz, νόμος περί συμβασιούχων υπαλλήλων), ο οποίος περιέχει διατάξεις σχετικά με τη μετάβαση των συμβασιούχων υπαλλήλων από το παλαιό στο νέο καθεστώς κατατάξεως σε μισθολογικά κλιμάκια.
( 16 ) Η απόφαση αυτή αφορούσε, όπως προεκτέθηκε, το σύστημα υπολογισμού που εφαρμοζόταν στους συμβασιούχους δημόσιους υπαλλήλους.
( 17 ) Στην απόφαση αυτή, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου επέκρινε, κατ’ ουσίαν με τους ίδιους όρους που χρησιμοποίησε μερικούς μήνες αργότερα στην απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C‑417/13, EU:C:2015:38), την επιμήκυνση του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος για την προαγωγή στα τρία πρώτα μισθολογικά κλιμάκια η οποία συνόδευε τη μεταρρύθμιση του συστήματος συνυπολογισμού των περιόδων προϋπηρεσίας που εφαρμόζεται στους δημόσιους υπαλλήλους με ισχύ από το 2010.
( 18 ) Βλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs (C-297/10 και C-298/10, EU:C:2011:560), της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C-501/12 έως C-506/12, C-540/12 και C-541/12, EU:C:2014:2005), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland (C-20/13, EU:C:2015:561). Οι υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω αποφάσεις αφορούσαν, αφενός, το εφαρμοστέο μισθολογικό καθεστώς, σε επίπεδο τόσο ομοσπονδιακό όσο και περιφερειακό, στους συμβασιούχους του δημόσιου τομέα ή στους δημόσιους υπαλλήλους, το οποίο βασιζόταν κυρίως σε κριτήρια βαθμίδων ηλικίας και, αφετέρου, τους όρους μεταβάσεως από το εν λόγω μισθολογικό καθεστώς σε καθεστώς μη βασιζόμενο σε εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια.
( 19 ) Το άρθρο 53a, παράγραφος 2, του ÖBB-G 2015 αφορά, επιπλέον των ÖBB, τους προκατόχους αυτών και, γενικότερα, τις επιχειρήσεις που προέκυψαν από την αναδιάρθρωση του σιδηροδρομικού τομέα.
( 20 ) Βλ. υποσημείωση 9 των παρουσών προτάσεων.
( 21 ) Στις αγωγές αυτές περιλαμβάνονται εκείνες στο πλαίσιο των οποίων υποβλήθηκαν οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως στις υποθέσεις Pohl (C‑429/12, EU:C:2014:12) και ÖBB Personenverkehr (C‑417/13, EU:C:2015:38).
( 22 ) ECLI:AT:VFGH:2016:G450.2015.
( 23 ) Στις προτάσεις του στην υπόθεση Cadman (C-17/05, EU:C:2006:333), ο γενικός εισαγγελέας M. Poiares Maduro μνημονεύει, ως παράδειγμα, ένα σύστημα αμοιβών, το οποίο περιάγει σε δυσμενή θέση τους νέους σε ηλικία εργαζόμενους αποδίδοντας δυσανάλογα μεγάλη σημασία στην αρχαιότητα, ή ένα σύστημα αμοιβών, το οποίο δεν αποδίδει καμία απολύτως σημασία στην αποκτηθείσα πείρα των εργαζομένων και περιάγει, επομένως, σε δυσμενή θέση τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους.
( 24 ) Βλ. αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2006, Cadman (C-17/05, EU:C:2006:633, σκέψεις 34 έως 36), και της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C-88/08, EU:C:2009:381, σκέψη 47).
( 25 ) Βλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2005, Mangold (C-144/04, EU:C:2005:709, σκέψη 63), και της 16ης Οκτωβρίου 2007, Palacios de la Villa (C-411/05, EU:C:2007:604).
( 26 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουνίου 2012, Tyrolean Airways Tiroler Luftfahrt Gesellschaft (C-132/11, EU:C:2012:329, σκέψη 29).
( 27 ) Επισημαίνεται ότι το ζήτημα της συμβατότητας προς τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων των παρόμοιων προς τους εξεταζόμενους στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως κανόνων, οι οποίοι προβλέπονται για τη μετάβαση στο νέο σύστημα αμοιβών των δημόσιων υπαλλήλων, εγείρεται, πιο εμπεριστατωμένα, από το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) στην εκκρεμή υπόθεση C-24/17, η οποία μνημονεύεται στο σημείο 5 των παρουσών προτάσεων (βλ. δεύτερο προδικαστικό ερώτημα).
( 28 ) Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C-540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψη 62).
( 29 ) Βλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-456/05, EU:C:2007:755, σκέψη 63), της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs (C-297/10 και C-298/10, EU:C:2011:560, σκέψη 90), και της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C-506/12, C-540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψη 64).
( 30 ) Βλ. σκέψη 37. Βλ., σχετικώς, ήδη προηγουμένως, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C-530/13, EU:C:2014:2359, σκέψη 42).
( 31 ) Πρόκειται για υπαλλήλους οι οποίοι διένυσαν χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως που δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε από το προηγούμενο (καθόσον είναι προγενέστερα της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας) ούτε από το νέο καθεστώς υπολογισμού (καθόσον δεν είναι συναφή).
( 32 ) Βλ. αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2007, Jonkman κ.λπ., C-231/06 έως C-233/06 (EU:C:2007:373, σκέψη 39), και της 22ας Ιουνίου 2011, Landtová, C-399/09 (EU:C:2011:415, σκέψη 51).
( 33 ) Βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 46).
( 34 ) Το ενδεχόμενο δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, υπό την ως άνω εκτεθείσα έννοια, φαίνεται να αποκλείεται από το Verfassungsgerichtshof (Συνταγματικό Δικαστήριο) στην απόφαση που μνημονεύεται στο σημείο 23 των παρουσών προτάσεων. Εντούτοις, υπέρ ενός τέτοιου ενδεχομένου συνηγορεί, ανεξάρτητα από κάθε άλλο παράγοντα, το γεγονός ότι ο ÖBB‑G 2011 πρόβλεπε την επέκταση, στους υπαλλήλους που υφίσταντο δυσμενή διάκριση από το προηγούμενο καθεστώς, της ίδιας μεταχειρίσεως με εκείνη που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που ευνοούνταν από το εν λόγω καθεστώς, καίτοι, με τη διατήρηση, όπως προεκτέθηκε, της διακρίσεως μεταξύ των δύο ομάδων υπαλλήλων υπό άλλη μορφή.
( 35 ) Βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 36).
( 36 ) Βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 47). Αντιθέτως, δεν υφίστατο έγκυρο σύστημα αναφοράς, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C-541/12, EU:C:2014:2005, ιδίως σκέψη 96), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs (C-297/10 και C-298/10, EU:C:2011:560), βλ., επίσης, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland (C-20/13, EU:C:2015:561, σκέψη 47).
( 37 ) Βλ. απόφαση Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C-540/12 και C-541/12, EU:C:2014:2005, σκέψη 78).
( 38 ) Βλ. σκέψη 39. Βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C-530/13, EU:C:2014:2359, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Συναφώς, εκτιμώ ότι δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο η προσθήκη συμπληρωματικού κλιμακίου πριν από το τελευταίο μισθολογικό κλιμάκιο, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 53a, παράγραφος 7, του ÖBB-G 2015, μπορεί να αντισταθμίσει στην πράξη μια τέτοια απώλεια.
( 40 ) Πρόκειται για υπαλλήλους οι οποίοι, πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, διένυσαν χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως τα οποία δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη βάσει του ÖBB-G 2015.
( 41 ) Όπως προεκτέθηκε, μια τέτοια αποζημίωση προβλέπεται μόνο για τους υπαλλήλους οι οποίοι, πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, διένυσαν χρονικά διαστήματα προϋπηρεσίας ή/και καταρτίσεως τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη βάσει των νέων κανόνων υπολογισμού.
( 42 ) Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ του μισθού τον οποίο θα εδικαιούντο οι υπάλληλοι εάν το προηγούμενο καθεστώς υπολογισμού είχε εφαρμοστεί σε αυτούς χωρίς διακρίσεις και του μισθού που έλαβαν πραγματικά από την ένταξή τους στην υπηρεσία έως την επανακατάταξή τους βάσει του ÖBB-G 2015.
( 43 ) Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C-540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψεις 88 και 89).
( 44 ) Βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C-417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 45).
( 45 ) Βάσει της αρχής αυτής, κάθε μέτρο που λαμβάνει κράτος μέλος προς συμμόρφωση με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης πρέπει να είναι αποτελεσματικό (βλ., όσον αφορά την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007, Jonkman κ.λπ. (C‑231/06 έως C‑233/06, EU:C:2007:373, σκέψη 28). Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε, εντούτοις, ότι εάν, κατόπιν αποφάσεως επί αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως από την οποία προκύπτει η ασυμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης, απόκειται στις αρχές του οικείου κράτους μέλους να λάβουν τα κατάλληλα γενικά ή ειδικά μέτρα για να διασφαλίσουν, στην επικράτειά τους, την τήρηση του δικαίου της Ένωσης, καίτοι διατηρούν την ευχέρεια επιλογής των ληπτέων μέτρων, οι εν λόγω αρχές οφείλουν, ιδίως, να μεριμνούν ώστε το εθνικό δίκαιο να εναρμονισθεί προς το δίκαιο της Ένωσης το συντομότερο δυνατόν και να καταστούν πλήρως αποτελεσματικά τα δικαιώματα που αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης (σκέψη 38).
( 46 ) Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C-540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψη 101).
( 47 ) Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C-540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψη 98).