Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 13ης Σεπτεμβρίου 2018 (1)
Υπόθεση C‑486/16
Bankia SA
κατά
Alfredo Sánchez Martínez,
Sandra Sánchez Triviño
[αίτηση του Juzgado de Primera Instancia nº 6 de Alicante (πρωτοδικείου υπ’ αριθ. 6 του Αλικάντε, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Ρήτρα περί πρόωρης λύσεως συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Κριτήρια εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα – Αρχή της αποτελεσματικότητας»
I. Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (2). Συγκεκριμένα, το Juzgado de Primera Instancia nº 6 d’Alicante (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 6 του Αλικάντε, Ισπανία) διερωτάται, ιδίως, ως προς τη συμβατότητα της νομολογίας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία) σχετικά με την ερμηνεία των ρητρών πρόωρης λύσεως συμβάσεως στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας κατασχέσεως ενυπόθηκου ακινήτου (στο εξής: διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως) με το σύστημα προστασίας των καταναλωτών που θέσπισε η οδηγία αυτή.
2. Ως εκ τούτου, η υπόθεση της κύριας δίκης εντάσσεται στο ίδιο νομικό και δικαστικό πλαίσιο με εκείνο των υποθέσεων C‑92/16, C‑167/16, C‑70/17 και C‑179/17 (3).
3. Η ομοιότητα μεταξύ των προδικαστικών ερωτημάτων που οδήγησαν στην υπό κρίση υπόθεση και εκείνων που τέθηκαν από τα αιτούντα δικαστήρια στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17, οι προτάσεις μου επί των οποίων αναπτύσσονται επίσης σήμερα, μου παρέχει συνεπώς τη δυνατότητα να παραπέμψω, σε ορισμένα σημεία προς αποφυγή επαναλήψεων, στην επιχειρηματολογία που εκτίθεται στις προτάσεις που αναπτύσσονται στις εν λόγω παράλληλες υποθέσεις.
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 προκύπτει ότι «εναπόκειται στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές να μην περιλαμβάνονται καταχρηστικές ρήτρες».
5. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/13 ορίζει:
«Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου […] δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»
6. Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.
2. Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως.»
7. Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
2. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»
8. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
9. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
2. Τοισπανικόδίκαιο
10. Το άρθρο 1124 του Código Civil (αστικού κώδικα) ορίζει:
«Η δυνατότητα λύσεως των ενοχών νοείται ως ενυπάρχουσα στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, για την περίπτωση που ο ένας εκ των συμβαλλομένων δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.
Το θιγέν μέρος δύναται να επιλέξει μεταξύ του να αξιώσει την εκπλήρωση ή τη λύση της ενοχής, με καταβολή, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αποζημιώσεως και τόκων. Δύναται να ζητήσει τη λύση ακόμη και αφότου έχει επιλέξει την εκπλήρωση, αν η εκπλήρωση αποδειχθεί αδύνατη.
Το δικαστήριο θα διατάξει τη ζητούμενη λύση της ενοχής, εκτός αν υπάρχουν λόγοι που δικαιολογούν την παροχή προθεσμίας για την εκπλήρωση της ενοχής.»
11. Κατά το άρθρο 552, παράγραφοι 1 και 3, του Ley 1/2000 de Enjuiciamiento Civil (νόμου 1/2000 περί θεσπίσεως κώδικα πολιτικής δικονομίας), της 7ης Ιανουαρίου 2000 (4), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: LEC), το οποίο αφορά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο των καταχρηστικών ρητρών:
«1. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κάποια από τις ρήτρες που περιέχονται σε εκτελεστό τίτλο προβλεπόμενο στο άρθρο 557, παράγραφος 1, δύναται να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική. Αν κρίνει ότι μία εξ αυτών δύναται να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, τάσσει στους διαδίκους δεκαπενθήμερη προθεσμία για να εκθέσουν τις απόψεις τους. Αφότου ακούσει τους διαδίκους, αποφαίνεται εντός πέντε εργασίμων ημερών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 561, παράγραφος 1, σημείο 3.
[...]
3. Όταν η διάταξη με την οποία απορρίπτεται η αίτηση κινήσεως της διαδικασίας εκτελέσεως καταστεί αμετάκλητη, ο δανειστής δύναται να προβάλει τα δικαιώματά του μόνο στο πλαίσιο της αντίστοιχης τακτικής διαδικασίας, αν τούτο δεν εμποδίζεται από το δεδικασμένο που παρήχθη από την αμετάκλητη απόφαση στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση κινήσεως της διαδικασίας εκτελέσεως.»
12. Το άρθρο 557 του LEC έχει ως εξής:
«1. Όταν διατάσσεται η εκτέλεση βάσει των τίτλων που προβλέπονται στο άρθρο 517, παράγραφος 2, σημεία 4, 5, 6 και 7, καθώς και των κατά το άρθρο 517, παράγραφος 2, σημείο 9, λοιπών εγγράφων που αποτελούν εκτελεστούς τίτλους, ο καθού η εκτέλεση δύναται να αντιταχθεί σε αυτήν, εντός της προθεσμίας και με τον τρόπο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο, μόνο για κάποιον από τους ακόλουθους λόγους:
[...]
7° Ο τίτλος περιέχει καταχρηστικές ρήτρες.
2. Αν ασκηθεί η ανακοπή της προηγούμενης παραγράφου, ο γραμματέας του δικαστηρίου αναστέλλει την εκτέλεση με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας.»
13. Το άρθρο 561, παράγραφος 1, σημείο 3, του LEC προβλέπει τα εξής:
«Αν διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας ή περισσότερων ρητρών, η εκδιδόμενη διάταξη προσδιορίζει τις συνέπειες της διαπιστώσεως αυτής, είτε ορίζοντας ότι δεν συντρέχει λόγος εκτελέσεως είτε διατάσσοντας την εκτέλεση χωρίς εφαρμογή των επίμαχων ρητρών.»
14. Το άρθρο 693, παράγραφος 2, του LEC, το οποίο αφορά την πρόωρη λήξη των εξοφλητέων σε δόσεις οφειλών, προβλέπει τα εξής:
«Αν έχει συνομολογηθεί ότι η οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο σύνολό της σε περίπτωση μη καταβολής τουλάχιστον τριών μηνιαίων δόσεων, ή αριθμού δόσεων τέτοιου ώστε να συνάγεται ότι ο οφειλέτης δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών, και εφόσον η συμφωνία αυτή αναγράφεται στο έγγραφο καταρτίσεως του δανείου και έχει καταχωριστεί στο οικείο αρχείο, ο δανειστής δύναται να αξιώσει το σύνολο του οφειλομένου κεφαλαίου και των οφειλομένων τόκων.»
15. Το άρθρο 695 του LEC, το οποίο αφορά την ανακοπή στο πλαίσιο διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως, έχει ως εξής:
«1. Στις διαδικασίες του παρόντος κεφαλαίου, η ανακοπή του καθού η εκτέλεση γίνεται δεκτή μόνον όταν στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους:
[...]
4° καταχρηστικότητα μιας συμβατικής ρήτρας επί της οποίας θεμελιώνεται η εκτέλεση ή βάσει της οποίας καθορίστηκε το απαιτητό ποσό.
2. Όταν έχει ασκηθεί ανακοπή κατά την προηγουμένη παράγραφο, ο δικαστικός γραμματέας αναστέλλει την εκτέλεση και καλεί τους διαδίκους να παραστούν σε ορισμένη δικάσιμο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή κατασχέσεως. Μεταξύ της κλητεύσεως και της εν λόγω δικασίμου πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες. Κατά τη δικάσιμο αυτή, το δικαστήριο ακούει τους διαδίκους, εξετάζει τα προσκομισθέντα έγγραφα και εντός δύο ημερών εκδίδει τη σχετική απόφασή του υπό μορφή διατάξεως.
3. [...]
Αν γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος [της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου], ορίζεται ότι δεν συντρέχει λόγος εκτελέσεως αν η συμβατική ρήτρα αποτελεί τη βάση της εκτελέσεως. Στην αντίθετη περίπτωση, η εκτέλεση συνεχίζεται χωρίς εφαρμογή της καταχρηστικής ρήτρας.
4. Υπόκειται σε έφεση η απόφαση με την οποία ορίζεται ότι δεν συντρέχει λόγος εκτελέσεως ή διατάσσεται η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας ή απορρίπτεται η ανακοπή για τον λόγο της παραγράφου 1, σημείο 4, του παρόντος άρθρου.
Εκτός από τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι αποφάσεις επί της ανακοπής του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο και τα αποτελέσματά τους περιορίζονται αποκλειστικώς στη διαδικασία εκτελέσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν.»
16. Το άρθρο 698, παράγραφος 1, του LEC ορίζει:
«Για κάθε αίτημα του οφειλέτη, του τρίτου σε περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτου ή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προηγούμενων άρθρων, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων που αφορούν την ακυρότητα του τίτλου, το ληξιπρόθεσμο, τον βέβαιο χαρακτήρα, την απόσβεση ή το ύψος της απαιτήσεως, πρέπει να εκδίδεται αντίστοιχη δικαστική απόφαση, χωρίς όμως τούτο να συνεπάγεται αναστολή ή διακοπή της [ένδικης] διαδικασίας [εκτελέσεως] που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο.»
17. Η οδηγία 93/13 μεταφέρθηκε στην ισπανική έννομη τάξη με τον Ley 7/1998 sobre condiciones generales de la contratación (νόμο 7/1998 περί των γενικών όρων συναλλαγών), της 13ης Απριλίου 1998 (5), και με το Real Decreto Legislativo 1/2007 por el que se aprueba el texto refundido de la Ley General para la Defensa de los Consumidores y Usuarios y otras leyes complementarias (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/2007, περί εγκρίσεως του αναμορφωμένου κειμένου του γενικού νόμου για την προστασία των καταναλωτών και των χρηστών και άλλων συμπληρωματικών νόμων), της 16ης Νοεμβρίου 2007 (6).
18. Κατά το άρθρο 83 του εν λόγω texto refundido, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 3/2014, της 27ης Μαρτίου 2014 (7):
«Οι καταχρηστικές ρήτρες είναι αυτοδικαίως άκυρες και λογίζονται ως μη τεθείσες. Προς τούτο, το δικαστήριο, μετά από διαβούλευση με τους διαδίκους, κηρύσσει την ακυρότητα των καταχρηστικών ρητρών που ενσωματώνονται στη σύμβαση, η οποία όμως θα συνεχίσει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη υπό τους ίδιους όρους αν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
III. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Στις 20 Ιανουαρίου 2006 το τραπεζικό ίδρυμα Caja de Ahorros de Valencia, Castellón y Alicante (ταμιευτήριο Βαλένθιας, Castellón και Αλικάντε, νυν Bankia SA, στο εξής: Bankia) συνήψε με τον Alfredo Sánchez Martínez και τη Sandra Sánchez Triviño σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, ύψους 140 000 ευρώ, η διάρκεια αποπληρωμής του οποίου ορίστηκε στα 35 έτη. Σκοπός της συμβάσεως αυτής ήταν η χρηματοδότηση της αγοράς ακινήτου ως κύριας κατοικίας. Στις 18 Οκτωβρίου 2006 η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε με σκοπό την κατάτμηση του δανείου σε δύο μέρη (μέρος Α και μέρος Β).
20. Ως προς την αποπληρωμή του μέρους Α του δανείου, κατόπιν της μη καταβολής των μηνιαίων δόσεων του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου του 2012 (οι οποίες ανέρχονταν αντίστοιχα σε 131,56 ευρώ και 131,92 ευρώ) και της μερικής καταβολής της δόσεως του Απριλίου του 2012 (υπολειπομένου να καταβληθεί ποσού 31,21 ευρώ), η Bankia κήρυξε απαιτητό το μέρος Α του δανείου προ της λήξεώς του. Όσον αφορά την αποπληρωμή του μέρους Β του δανείου, η καταβολή των μηνιαίων δόσεων διεκόπη στις 18 Απριλίου 2012.
21. Στις 17 Απριλίου 2013 η Bankia υπέβαλε την πρώτη αίτηση για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως ενυπόθηκης απαιτήσεως ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia nº 11 de Alicante (πρωτοδικείου υπ’ αριθ. 11 του Αλικάντε, Ισπανία), το οποίο στις 2 Οκτωβρίου 2013 διέταξε την κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου βάσει του εκτελεστού τίτλου.
22. Στις 12 Μαρτίου 2014 οι οφειλέτες άσκησαν ανακοπή κατά της εκτελέσεως, προβάλλοντας την ύπαρξη διαφόρων καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, μεταξύ των οποίων και της ρήτρας 6 bis περί πρόωρης λύσεως της συμβάσεως. Κατά τη ρήτρα αυτή, «[η τράπεζα] δύναται να κηρύξει ληξιπρόθεσμη την οφειλή και να αξιώσει την άμεση καταβολή του εναπομένοντος οφειλόμενου ποσού του κεφαλαίου και των τόκων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας, [...] στις ακόλουθες περιπτώσεις: a) μη καταβολής από τον δανειολήπτη, εν όλω ή εν μέρει, κατά τον χρόνο λήξεως της προθεσμίας καταβολής, οποιασδήποτε δόσεως αποπληρωμής του δανείου κατά κεφάλαιο ή τόκους κατά τα συμφωνηθέντα στην παρούσα σύμβαση».
23. Στις 26 Μαΐου 2014 το Juzgado de Primera Instancia nº 11 de Alicante (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 11 του Αλικάντε) εξέδωσε διάταξη με την οποία κήρυξε καταχρηστική τη ρήτρα αυτή και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να διατάξει την κατάσχεση.
24. Στις 27 Ιουνίου 2014 η Bankia άσκησε κατά της διατάξεως έφεση ενώπιον του Audiencia Provincial de Alicante (περιφερειακού δικαστηρίου του Αλικάντε, Ισπανία), το οποίο την απέρριψε με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 2014.
25. Στις 20 Μαΐου 2015 η Bankia υπέβαλε εκ νέου αίτηση για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως ενυπόθηκης απαιτήσεως κατά των A. Sánchez Martínez και S. Sánchez Triviño, βάσει του ίδιου εκτελεστού τίτλου, ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia nº 6 de Alicante (πρωτοδικείου υπ’ αριθ. 6 του Αλικάντε).
26. Με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 2015 το αιτούν δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αυτή. Στις 11 Φεβρουαρίου 2016 το Audiencia Provincial de Alicante (περιφερειακό δικαστήριο του Αλικάντε) εξαφάνισε τη διάταξη αυτή, με το σκεπτικό ότι οι οφειλέτες δεν είχαν καταβάλει 38 μηνιαίες δόσεις. Δεδομένου ότι η διάταξη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν διέταξε την κατάσχεση, το αιτούν δικαστήριο πρέπει εκ νέου να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
27. Ακριβώς υπό τις περιστάσεις αυτές το Juzgado de Primera Instancia nº 6 de Alicante (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 6 του Αλικάντε), με απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Σεπτεμβρίου 2016, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα (8):
«1) Αντιβαίνει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αρχή της αποτελεσματικότητας, να διατάσσεται η κίνηση διαδικασίας εκτελέσεως βάσει ρήτρας πρόωρης λύσεως κηρυχθείσας καταχρηστικής με αμετάκλητη δικαστική απόφαση σε προηγούμενη διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους και στηριζόταν στην ίδια σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, όταν η εσωτερική έννομη τάξη, μολονότι δεν αναγνωρίζει στην εν λόγω προηγούμενη δικαστική απόφαση ισχύ ουσιαστικού δεδικασμένου, δεν επιτρέπει, εντούτοις, την κίνηση νέας διαδικασίας εκτελέσεως βάσει του ιδίου εκτελεστού τίτλου;
2) Στο πλαίσιο διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως κατά την οποία, αφενός, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα κινήσεως διαδικασίας εκτελέσεως με το σκεπτικό ότι έχει ως βάση ρήτρα πρόωρης λύσεως κηρυχθείσας καταχρηστικής σε προηγουμένη διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως, η οποία στηριζόταν στον ίδιο εκτελεστό τίτλο και αφορούσε τους ίδιους διαδίκους, και, αφετέρου, το εφετείο εξαφανίζει την απορριπτική του αιτήματος κινήσεως διαδικασίας εκτελέσεως απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναπέμπει την υπόθεση σε αυτό προκειμένου το τελευταίο να κινήσει τη διαδικασία εκτελέσεως, αντιβαίνει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αρχή της αποτελεσματικότητας η δέσμευση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από την εφετειακή απόφαση ή πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι σχετικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου έχουν την έννοια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την εφετειακή απόφαση οσάκις υφίσταται προηγούμενη αμετάκλητη δικαστική απόφαση με την οποία η ρήτρα πρόωρης λύσεως, επί της οποίας στηρίζεται η εκτέλεση, κηρύσσεται άκυρη, με αποτέλεσμα να πρέπει, στην περίπτωση αυτή, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει, εκ νέου, την αίτηση κινήσεως διαδικασίας εκτελέσεως;»
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28. Με αποφάσεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου, της 21ης Απριλίου και της 10ης Οκτωβρίου 2016, αντιστοίχως, οι υποθέσεις C‑92/16, C‑167/16 και C‑486/16 ανεστάλησαν μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (9).
29. Μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής, το αιτούν δικαστήριο ανέφερε, με διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 2017, ότι επιθυμεί να διατηρήσει το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό του ερώτημα.
30. Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 2017, αποφασίστηκε η συντονισμένη εκδίκαση των υποθέσεων C‑92/16, C‑167/16, C‑486/16, C‑70/17 και C‑179/17.
31. Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2018, το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αποφάσισε να αναπέμψει τις υποθέσεις C‑92/16, C‑167/16 και C‑486/16 στο πρώτο τμήμα με την ίδια σύνθεση και, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 77 του Κανονισμού αυτού, οργάνωσε κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση για τις υποθέσεις αυτές.
32. Η Bankia, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση.
33. Οι εκπρόσωποι των διαδίκων στην κύρια δίκη, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 2018.
V. Ανάλυση
34. Στην υπό κρίση υπόθεση, επιθυμώ να παραπέμψω ευθύς εξαρχής στις εκτιμήσεις που διατύπωσα στις προτάσεις μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα της υποθέσεως της κύριας δίκης και σχετικά με την ανάλυση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο.
1. Γενικές εκτιμήσεις σχετικά με την προστασία του καταναλωτή και υπόμνηση της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου
35. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που τέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να βασιστώ, αφενός, στις γενικές εκτιμήσεις που εκτίθενται στα σημεία 51 έως 56 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 και, αφετέρου, στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου η οποία αναλύεται στα σημεία 65 έως 82 των προτάσεων αυτών. Πράγματι, οι εκτιμήσεις αυτές και η νομολογία αυτή αποτελούν όχι μόνο τη βάση των απαντήσεων που προτείνω στα νομικά ζητήματα που τέθηκαν από τα αιτούντα δικαστήρια στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17, αλλά επίσης το εφαρμοστέο νομικό και νομολογιακό πλαίσιο για την εξέταση των τεθέντων ερωτημάτων από το αιτούν στην υπό κρίση υπόθεση δικαστήριο.
36. Όσον αφορά τις γενικές εκτιμήσεις, αυτές παρέχουν κατ’ αρχάς τη δυνατότητα να οριστεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η οδηγία 93/13, εν συνεχεία να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο το δίκαιο της Ένωσης έθεσε, ιδίως με την οδηγία αυτή, την προστασία του καταναλωτή στο επίκεντρο της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως και, τέλος, να υπομνησθεί μια ουσιώδης πτυχή της εν λόγω οδηγίας, ήτοι το γεγονός ότι η εναρμόνιση της προστασίας του καταναλωτή κρίνεται απαραίτητη για την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς και ως εκ τούτου για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής (10).
37. Όσον αφορά τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, η περιγραφή που περιέχεται στα σημεία 65 έως 82 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 κατέδειξε μια ουσιώδη πτυχή, δηλαδή ότι η διαδικασία ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών από το εθνικό δικαστήριο περιλαμβάνει δύο διαδοχικά και διαφορετικά στάδια τα οποία απαιτούν δύο χωριστές διαδικασίες ή διεργασίες. Το πρώτο στάδιο είναι το στάδιο του χαρακτηρισμού από το εθνικό δικαστήριο της συμβατικής ρήτρας ως καταχρηστικής, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τις συνέπειες που πρέπει το ίδιο να συναγάγει από τον χαρακτηρισμό της ρήτρας ως καταχρηστικής. Αυτή η διεργασία του εθνικού δικαστηρίου που συνίσταται στη συναγωγή όλων των συνεπειών από τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας διακρίνεται, τόσο από χρονικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως, από την προηγηθείσα διεργασία χαρακτηρισμού. Το γεγονός ότι η μία από τις διεργασίες αυτές έπεται χρονικά της άλλης δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να τις συγχέουμε. Εξάλλου, οι διαφορές τους προκύπτουν σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως θα δούμε στη συνέχεια (11).
38. Επομένως, από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι, αφότου διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας της ρήτρας περί πρόωρης λύσεως (πρώτο στάδιο) (12), ο γενικός κανόνας που έχει παγιωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου, ο οποίος απορρέει από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, είναι ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να συναγάγει όλες τις συνέπειες από τη διαπίστωση αυτή (δεύτερο στάδιο), δηλαδή ότι υποχρεούται να αφήσει ανεφάρμοστη την καταχρηστική ρήτρα χωρίς να έχει την εξουσία να αναθεωρήσει το περιεχόμενο της ρήτρας αυτής. Η σύμβαση πρέπει κατ’ αρχήν να διατηρηθεί, χωρίς άλλη τροποποίηση πλην της προκύπτουσας από την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών, στο μέτρο που, κατ’ εφαρμογήν των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, η εν λόγω διατήρηση της συμβάσεως είναι νομικώς δυνατή (13).
39. Από την εξέταση της σχετικής νομολογίας προκύπτει επίσης ότι ο γενικός αυτός κανόνας γνωρίζει μέχρι σήμερα μία μόνον εξαίρεση: εκείνη της αποφάσεως Kásler και Káslerné Rábai (14). Ωστόσο, όπως εξέθεσα στα σημεία 80 έως 82 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17, προκειμένου η αναγνωρισθείσα στην εν λόγω απόφαση εξαίρεση να μπορεί να τύχει εφαρμογής από το εθνικό δικαστήριο σύμφωνα με την οδηγία 93/13 και τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο την υπέβαλε σε ορισμένες προϋποθέσεις. Έτσι, όταν σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορεί να διατηρηθεί μετά την κατάργηση καταχρηστικής ρήτρας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει στο εθνικό δικαστήριο να θεραπεύσει την ακυρότητα της εν λόγω ρήτρας υποκαθιστώντας την με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου (15). Ωστόσο, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Αφενός, αυτή η υποκατάσταση πρέπει να «έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της συμβάσεως παρά την κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας» και να «εξακολουθεί να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη» (16). Αφετέρου, στην περίπτωση που ο δικαστής οφείλει να ακυρώσει τη σύμβαση στο σύνολό της, με την εν λόγω υποκατάσταση πρέπει να αποφεύγονται «ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες για τον καταναλωτή, με αποτέλεσμα ο αποτρεπτικός χαρακτήρας που απορρέει από την ακύρωση της συμβάσεως να διακυβευόταν» (17).
40. Επομένως, η απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να δοθεί υπό το πρίσμα της νομολογίας που παρατέθηκε στα προηγούμενα σημεία και εξετάζεται διεξοδικά στα σημεία 65 έως 82 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17.
2. Επί των κρισίμων ζητημάτων της υποθέσεως
41. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το τραπεζικό ίδρυμα ζήτησε δύο φορές να διαταχθεί η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι δύο αυτές διαδικασίες για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως αφορούσαν επομένως τους ίδιους διαδίκους και βασίζονταν στην ίδια σύμβαση ενυπόθηκου δανείου.
42. Στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως, το Juzgado de Primera Instancia nº 11 de Alicante (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 11 του Αλικάντε), αφότου διαπίστωσε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας περί πρόωρης λύσεως, έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να διατάξει την κατάσχεση. Η απορριπτική διάταξη του πρωτοβάθμιου αυτού δικαστηρίου επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι η μη καταβολή δύο μηνιαίων δόσεων δεν ήταν αρκούντως σοβαρή για να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως.
43. Στο πλαίσιο της δεύτερης διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως, το αιτούν δικαστήριο εξέδωσε διάταξη με την οποία απέρριψε το αίτημα να διατάξει την κατάσχεση, με το σκεπτικό ότι από τη δικογραφία προέκυπτε ότι, κατά την προηγηθείσα διαδικασία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει το αίτημα αβάσιμο λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας περί πρόωρης λύσεως. Η εν λόγω διάταξη, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 552, παράγραφος 3, του LEC (18), εξαφανίστηκε από το ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι η μη καταβολή από πλευράς του δανειολήπτη ήταν πολύ πιο σοβαρή από εκείνη που εξετάστηκε κατά την πρώτη διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως.
44. Η ιδιαιτερότητα της υπό κρίση υποθέσεως έγκειται, επομένως, στο γεγονός ότι η απόφαση περί παραπομπής εκδόθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως.
45. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, στο πλαίσιο της δεύτερης αυτής διαδικασίας, η διάταξη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου «φαίνεται να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση» με την απόφαση του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) της 23ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τη ρήτρα περί πρόωρης λύσεως (19), νομολογία που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016 (20). Στις αποφάσεις αυτές, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) έκρινε ότι η εγκυρότητα των ρητρών περί πρόωρης λύσεως προϋποθέτει ότι οι ρήτρες αυτές διαφοροποιούν τη βαρύτητα της μη καταβολής ανάλογα με τη διάρκεια και το ποσό του δανείου και παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να επιτύχει τη μη εφαρμογή τους επιδεικνύοντας επιμελή συμπεριφορά αποκαταστάσεως. Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως είναι δυνατόν να συνεχιστεί αν η δυνατότητα καταγγελίας του δανείου έχει ασκηθεί από τον δανειστή κατά τρόπο μη καταχρηστικό, λόγω των πλεονεκτημάτων που η ειδική αυτή διαδικασία παρέχει στον καταναλωτή. Επιπλέον, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) επέτρεψε την εφαρμογή εθνικής διατάξεως ενδοτικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 693, παράγραφος 2, του LEC, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως (21).
46. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει την άποψη ότι, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανέπεμψε την υπόθεση σε αυτό προκειμένου να κάνει δεκτή την αίτηση κατασχέσεως, με το σκεπτικό ότι η εν τω μεταξύ μη καταβολή δόσεων εκ μέρους των δανειοληπτών ήταν αρκούντως σοβαρή, και να διατάξει την κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου.
47. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, μολονότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι οφείλει να σεβαστεί τη διάταξη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εντούτοις διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της ερμηνείας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και, κατά συνέπεια, της διατάξεως αυτής με την οδηγία 93/13.
48. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα ερωτήματα που τέθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑92/16, C‑167/16, C‑70/17 και C‑179/17. Ωστόσο, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι το διακύβευμα της υπό κρίση υποθέσεως εντάσσεται στο ίδιο νομικό και δικαστικό πλαίσιο με εκείνο των υποθέσεων C‑92/16, C‑167/16, C‑70/17 και C‑179/17. Ως εκ τούτου, οι παρούσες προτάσεις πρέπει να αναγνωσθούν σε συνδυασμό με εκείνες που αναπτύσσω ταυτόχρονα στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17.
3. Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
49. Με τα ερωτήματά του, τα οποία κατά τη γνώμη μου πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αντιτίθενται σε ερμηνεία της εθνικής δικονομικής ρυθμίσεως η οποία επιβάλλει σε κατώτερο δικαστήριο να διατάξει την κατάσχεση ενυπόθηκου ακινήτου βάσει ρήτρας πρόωρης λύσεως, της οποίας ο καταχρηστικός χαρακτήρας έχει διαπιστωθεί με αμετάκλητη απόφαση ανώτερου δικαστηρίου στο πλαίσιο προηγούμενης διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων βασιζόμενης στον ίδιο εκτελεστό τίτλο.
50. Προκειμένου να αναλύσω τα ερωτήματα αυτά, κρίνεται χρήσιμο να διασαφηνιστούν τέσσερα σημεία.
51. Πρώτον, οφείλω να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία βασίζεται σε σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η διαπίστωση και η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, όπως επίσης η ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου (22).
52. Δεύτερον, λαμβανομένης υπόψη της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξα στα σημεία 84 έως 136 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17, δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα που η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει με τις γραπτές παρατηρήσεις της, κατά το οποίο οι δύο διαδικασίες για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως κινήθηκαν επί δύο διαφορετικών βάσεων. Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει, συγκεκριμένα, ότι η πρώτη διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως κινήθηκε βάσει της καταχρηστικής ρήτρας περί πρόωρης λύσεως, ενώ η δεύτερη διαδικασία κινήθηκε βάσει του άρθρου 693, παράγραφος 2, του LEC, σε συμφωνία με την απόφαση αριθ. 705/2015 του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) (23).
53. Υπενθυμίζω συναφώς ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η οδηγία 93/13 αντιτίθεται σε νομολογιακή ερμηνεία διατάξεως του εθνικού δικαίου διέπουσας τις ρήτρες περί πρόωρης λύσεως των συμβάσεων δανείου, όπως αυτή του άρθρου 693, παράγραφος 2, του LEC, η οποία απαγορεύει στον εθνικό δικαστή ο οποίος έχει διαπιστώσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας συμβατικής ρήτρας να την κηρύξει άκυρη και να την αφήσει ανεφάρμοστη όταν, στην πράξη, ο επαγγελματίας δεν εφάρμοσε την εν λόγω ρήτρα, αλλά τήρησε τις προϋποθέσεις που προβλέπει η ως άνω διάταξη του εθνικού δικαίου (24).
54. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι το τραπεζικό ίδρυμα κίνησε τη διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως μόνο κατόπιν της μη καταβολής 38 συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων είναι πραγματικό στοιχείο που δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία σκοπούσε να παράσχει στο τραπεζικό ίδρυμα τη δυνατότητα να προβεί στην κατάσχεση ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση μη καταβολής μόνο μιας μηνιαίας δόσεως. Συναφώς, σημειώνω ότι, στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, η επίδειξη εύλογης συμπεριφοράς εντός καταχρηστικού συμβατικού πλαισίου δεν δύναται να απαλλάξει μια ρήτρα από τον καταχρηστικό χαρακτήρα της (25).
55. Υπενθυμίζω, εξάλλου, ότι, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που εκτίθενται στα σημεία 127 έως 133 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17, και ιδίως στο σημείο 124 των προτάσεων αυτών, από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι καταχρηστική ρήτρα κηρυχθείσα άκυρη θεωρείται ότι ουδέποτε υπήρξε και ότι δεν παρήγε κανένα αποτέλεσμα. Έτσι, η εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 θα είχε ως πρακτική συνέπεια ότι, όταν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώνει την ακυρότητα της ρήτρας περί πρόωρης λύσεως, η διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως δεν θα μπορούσε να κινηθεί ή, αν έχει κινηθεί, δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί, δεδομένου ότι η ρήτρα περί πρόωρης λύσεως σχετικά με συμφωνία των μερών και η αναφορά σε μία μόνο ληξιπρόθεσμη δόση που καταχωρίστηκε στο σχετικό αρχείο έχει κηρυχθεί καταχρηστική και, ως εκ τούτου, έχει κριθεί άκυρη και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, αν η ακυρότητα της ρήτρας μπορούσε να θεραπευθεί διά της εφαρμογής του ελάχιστου αριθμού των τριών μηνιαίων δόσεων που καθορίζεται στο άρθρο 693, παράγραφος 2, του LEC, τούτο θα ισοδυναμούσε στην πράξη με παροχή στα εθνικά δικαστήρια της δυνατότητας να τροποποιήσουν την εν λόγω ρήτρα. Πάντως, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με την απόφαση Gutiérrez Naranjo κ.λπ., «ο εθνικός δικαστής δεν έχει την εξουσία να αναθεωρεί το περιεχόμενο των καταχρηστικών ρητρών, διότι άλλως θα συνέβαλλε στην εξάλειψη του αποτρεπτικού αποτελέσματος που ασκεί στους επαγγελματίες ο πλήρης αποκλεισμός της εφαρμογής τέτοιων καταχρηστικών ρητρών έναντι των καταναλωτών» (26).
56. Τρίτον, υπενθυμίζω ότι, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών μηχανισμών αναγκαστικής εκτελέσεως, οι λεπτομέρειες της ασκήσεως των λόγων ανακοπής που γίνονται δεκτοί στο πλαίσιο διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως, καθώς και των εξουσιών που παρέχονται στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκτίμηση της νομιμότητας των συμβατικών ρητρών βάσει των οποίων εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος, εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών βάσει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των τελευταίων, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις υπαγόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στους καταναλωτές από το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (27).
57. Όσον αφορά, αφενός, την αρχή της ισοδυναμίας, επισημαίνεται ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν αναφέρει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολίες σχετικά με τη συμφωνία της εθνικής δικονομικής ρυθμίσεως με την αρχή αυτή.
58. Αφετέρου, όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη της θέσεως της διατάξεως αυτής στην όλη διαδικασία, της εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (28).
59. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 552, παράγραφος 3, του LEC, άπαξ καταστεί αμετάκλητη η διάταξη περί απορρίψεως αιτήσεως για την κίνηση διαδικασίας εκτελέσεως, ο δανειστής δύναται να προβάλει τα δικαιώματά του μόνο στο πλαίσιο της αντίστοιχης τακτικής διαδικασίας, αν δεν το εμποδίζει το δεδικασμένο που δημιούργησε η αμετάκλητη απόφαση στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως ενυπόθηκης απαιτήσεως (29).
60. Παρατηρώ, συναφώς, ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας της ρήτρας περί πρόωρης λύσεως είχε ήδη διαπιστωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση σε προηγούμενη διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως μεταξύ των ίδιων διαδίκων και βάσει του ιδίου εκτελεστού τίτλου. Πάντως, κατόπιν της εκδόσεως απορριπτικής αποφάσεως από το αιτούν δικαστήριο στη δεύτερη διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στηριζόμενο στη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), ανέπεμψε την υπόθεση στο αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να κάνει δεκτό το αίτημα για κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, με το σκεπτικό ότι ο μεγάλος αριθμός των μη καταβληθεισών μηνιαίων δόσεων καθιστούσε πλέον την αθέτηση αρκούντως σοβαρή, και να διατάξει την κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου.
61. Είμαι της γνώμης ότι ερμηνεία του εφαρμοστέου εθνικού δικονομικού δικαίου μη επιτρέπουσα στο αιτούν δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστη τη ρήτρα περί πρόωρης λύσεως με το σκεπτικό ότι δεσμεύεται από τη δεύτερη, αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θα αντέβαινε στην αρχή της αποτελεσματικότητας, καθόσον στην πράξη θα σήμαινε ότι ο καταναλωτής εξακολουθεί να δεσμεύεται από καταχρηστική συμβατική ρήτρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής για τον καταναλωτή η διεκδίκηση των δικαιωμάτων του.
62. Τέταρτον και τελευταίον, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι η ισπανική έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει τα θετικά αποτελέσματα του δεδικασμένου σε αμετάκλητη απόφαση εκδοθείσα από δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως (άρθρο 222 και άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC), αλλά προβλέπει ότι δεν είναι δυνατόν να κινηθεί νέα διαδικασία για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως βάσει του αυτού εκτελεστού τίτλου (άρθρο 552, παράγραφος 3, του LEC).
63. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα ουδόλως αφορά την αρχή του δεδικασμένου στο πλαίσιο διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως το οποίο ισχύει στην ισπανική έννομη τάξη, αλλά αντιθέτως την υποχρέωση συμμορφώσεως κατώτερου δικαστηρίου προς τις κατευθυντήριες οδηγίες ανώτερου δικαστηρίου στο πλαίσιο της ερμηνείας των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που είναι απαραίτητες για τη λύση ένδικης διαφοράς.
64. Υπενθυμίζω πάντως ότι, όπως επανειλημμένως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η ύπαρξη κανόνα του εσωτερικού δικαίου κατά τον οποίο τα δικαστήρια που δεν αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό δεσμεύονται από τη νομική εκτίμηση ανώτερου δικαστηρίου δεν μπορεί να τους στερεί, απλώς και μόνο για τον λόγο αυτόν, την κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ευχέρεια να απευθύνουν στο Δικαστήριο ερωτήματα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης (30). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το δικαστήριο που δεν αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό πρέπειναείναι ελεύθερο, ιδίως όταν κρίνει ότι η νομική εκτίμηση που διατυπώθηκε από ανώτερο δικαστήριο θα μπορούσε να το οδηγήσει στην έκδοση αποφάσεως αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης, να απευθύνει στο Δικαστήριο τα ερωτήματα που το απασχολούν (31). Κατά συνέπεια, εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται ορισμένης διαφοράς, όταν εκτιμά ότι, στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής, ανακύπτει ζήτημα που αφορά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, έχει, ανάλογα με την περίπτωση, την ευχέρεια ή την υποχρέωση να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, χωρίς η άσκηση της ευχέρειας αυτής ή η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής να μπορούν να εμποδιστούν από εθνικούς κανόνες νομοθετικής ή νομολογιακής φύσεως (32).
65. Κατά συνέπεια, βάσει του συνόλου των εκτιμήσεων που προηγήθηκαν, φρονώ ότι, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αντιτίθενται σε ερμηνεία δικονομικών κανόνων του εθνικού δικαίου η οποία επιβάλλει σε κατώτερο δικαστήριο να διατάξει την κίνηση διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως βάσει ρήτρας πρόωρης λύσεως, ο καταχρηστικός χαρακτήρας της οποίας έχει διαπιστωθεί με αμετάκλητη απόφαση ανώτερου δικαστηρίου στο πλαίσιο προηγούμενης διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως μεταξύ των ίδιων διαδίκων βασιζομένης στον ίδιο εκτελεστό τίτλο.
VI. Πρόταση
66. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Juzgado de Primera Instancia nº 6 de Alicante (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 6 του Αλικάντε, Ισπανία) ως εξής:
Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, αντιτίθενται σε ερμηνεία δικονομικών κανόνων του εθνικού δικαίου η οποία επιβάλλει σε κατώτερο δικαστήριο να διατάξει την κίνηση διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως βάσει ρήτρας πρόωρης λύσεως, ο καταχρηστικός χαρακτήρας της οποίας έχει διαπιστωθεί με αμετάκλητη απόφαση ανώτερου δικαστηρίου στο πλαίσιο προηγούμενης διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως μεταξύ των ίδιων διαδίκων βασιζομένης στον ίδιο εκτελεστό τίτλο.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
3 Για επισκόπηση της νομικής προβληματικής που αποτελεί το υπόβαθρο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως στις υποθέσεις C‑92/16, C‑167/16, C‑486/16, C‑70/17 και C‑179/17, παραπέμπω στις προτάσεις μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 καθώς και στις προτάσεις μου στις υποθέσεις C‑92/16 και C‑167/16.
4 BOE αριθ. 7, της 8ης Ιανουαρίου 2000, σ. 575.
5 BOE αριθ. 89, της 14ης Απριλίου 1998, σ. 12304.
6 BOE αριθ. 287, της 30ής Νοεμβρίου 2007, σ. 49181.
7 BOE αριθ. 52, της 1ης Μαρτίου 2014, σ. 19339.
8 Κατόπιν της κοινοποιήσεως της αποφάσεως της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C‑421/14, EU:C:2017:60), το αιτούν δικαστήριο, με διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 2017, ανέφερε ότι εμμένει στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό του ερώτημα. Δεδομένου ότι το πρώτο ερώτημα αποσύρθηκε, δεν επαναλαμβάνεται ως εκ τούτου στις παρούσες προτάσεις. Βλ. επίσης, συναφώς, σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.
9 C‑421/14, EU:C:2017:60.
10 Βλ. σημεία 51 έως 57 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17.
11 Βλ. σημείο 65 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17.
12 Βλ. σημεία 66 έως 71 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
13 Βλ. σημεία 72 έως 79 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Ειδικότερα, φρονώ ότι είναι σημαντικό να παραπέμψω στο σημείο 79 των προτάσεων εκείνων, όπου θα ήθελα να επισημάνω ένα ουσιώδες σημείο: δεν χωρεί αμφιβολία ότι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία δεν μπορεί να σημαίνει ότι είναι δυνατή η τροποποίηση των καταχρηστικών συμβατικών ρητρών. Ειδικότερα, αφενός, μια τέτοια δυνατότητα θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, το οποίο θα καθίστατο κενό γράμμα, και, ως εκ τούτου, θα ήταν αντίθετη προς την πρακτική αποτελεσματικότητα της σκοπούμενης από την οδηγία προστασίας. Αφετέρου, μια τέτοια δυνατότητα δεν θα επέτρεπε τη διατήρηση του αποτρεπτικούαποτελέσματος που έχει για τους επαγγελματίες η αδυναμία εφαρμογής τέτοιου είδους ρητρών έναντι των καταναλωτών.
14 Απόφαση της 30ής Απριλίου 2014 (C‑26/13, EU:C:2014:282).
15 Απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 85). Βλ., επίσης, διάταξη της 11ης Ιουνίου 2015, Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑602/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:397, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία): «[τ]ο Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει τη δυνατότητα του εθνικού δικαστή να υποκαθιστά καταχρηστική ρήτρα με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι η υποκατάσταση αυτή συνάδει με τον σκοπό του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της ουσιαστικής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Εντούτοις, η δυνατότητα αυτή περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου η κήρυξη της ακυρότητας της καταχρηστικής ρήτρας υποχρεώνει τον εθνικό δικαστή να ακυρώσει τη σύμβαση στο σύνολό της, εκθέτοντας με τον τρόπο αυτό τον καταναλωτή σε συνέπειες που έχουν τον χαρακτήρα κυρώσεως». Βλ., επίσης, υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων και σημείο 79 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17.
16 Απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 81).
17 Απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 83).
18 Βλ. σημείο 11 των παρουσών προτάσεων.
19 Απόφαση αριθ. 705/2015 (ECLI:ES:TS:2015:5618).
20 Απόφαση αριθ. 79/2016 (ECLI:ES:TS:2016:626).
21 Ακριβώς όπως τα αιτούντα δικαστήρια στις υποθέσεις C‑92/16 και C‑167/16, το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση αναφέρει τη μειοψηφούσα γνώμη που διατυπώθηκε στην απόφαση του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τη γνώμη αυτή προκύπτει ότι «[...] ο πιστωτής δεν δύναται πλέον, σε συνέχεια της διαπιστώσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας περί πρόωρης λύσεως, να βασίζει την αίτησή του εκτελέσεως στην τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 693, παράγραφος 2, του LEC [...], επειδή ο ισχυρισμός αυτός είναι εσφαλμένος, καθόσον η εν λόγω διάταξη δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως και δεν περιελήφθη στη συστατική της υποθήκης πράξη, στην οποία [γίνεται] λόγος για “οποιαδήποτε αθέτηση εκ μέρους του οφειλέτη”. [...] Στις περιπτώσεις αυτές, ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 693, παράγραφος 2, του LEC συνιστά συνεπώς παραβίαση της νομολογίας του Δικαστηρίου σε τομέα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητά του και καταλήγει τόσο στην αναθεώρηση της ρήτρας που κρίθηκε καταχρηστική, επειδή δεν τηρείται η κύρια συνέπεια της αυτοδίκαιης ακυρότητας που προβλέπει το καθεστώς ελλείψεως αποτελεσμάτων, δεδομένου ότι δεν αναστέλλεται η διαδικασία εκτελέσεως, όσο και στη στέρηση του εν λόγω καθεστώτος από τα αποτελέσματά του ή την αποτρεπτική λειτουργία του». Βλ., συναφώς, υποσημείωση 125 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 και σημείο 25 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑92/16 και C‑167/16. Κατά τη θεωρία, οι γνώμες της μειοψηφίας μπορούν να αποτελέσουν πηγή εμπνεύσεως για τη μελλοντική ανάπτυξη της εθνικής νομολογίας. Βλ. Wathelet, M., «La Cour de justice de l’Union européenne sera-t-elle le dernier des mohicans?», σε Lenaerts, K. (επιμ.), Liber Amicorum Antonio Tizzano. De la Cour CECA à la Cour de l’Union: le long parcours de la justice européenne, G. Giappichelli Editore, Τορίνο, 2018, σ. 1031.
22 Για πρόσφατο παράδειγμα της πάγιας αυτής νομολογίας, βλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ. (C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 19), και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C‑421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 29).
23 Όσον αφορά το εύρος της διαπιστώσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας πρόωρης λύσεως υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, βλ. σημεία 84 έως 109 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Όσον αφορά, ειδικότερα, την ανάλυση της δυνατότητας συνεχίσεως της διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη ενυπόθηκης απαιτήσεως με την εφαρμογή εθνικής διατάξεως ενδοτικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 693, παράγραφος 2, του LEC, βλ. σημεία 110 έως 133 των προτάσεων εκείνων και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
24 Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C‑421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 75). Βλ., επίσης, τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στα σημεία 118 έως 120 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C‑70/17 και C‑179/17.
25 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Banco Primus (C‑421/14, EU:C:2016:69, σημείο 85).
26 Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψεις 60, 61 και 66).
27 Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 50).
28 Αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 53), και της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 49).
29 Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι «δικαστική διάταξη δεχόμενη πλήρως ανακοπή κατά κατασχέσεως επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η κατάσχεση αυτή ουδέποτε έπρεπε να είχε διαταχθεί, εν προκειμένω επειδή η προβληθείσα απαίτηση βασιζόταν σε καταχρηστική ρήτρα».
30 Βλ. αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου 1974, Rheinmühlen-Düsseldorf (166/73, EU:C:1974:3, σκέψη 4)· της 22ας Ιουνίου 2010, Melki και Abdeli (C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 42), και της 6ης Μαρτίου 2018, SEGRO και Horváth (C‑52/16 και C‑113/16, EU:C:2018:157, σκέψη 48).
31 Βλ. αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίουr 1974, Rheinmühlen-Düsseldorf (166/73, EU:C:1974:3, σκέψη 4)· της 9ης Μαρτίου 2010, ERG κ.λπ. (C‑378/08, EU:C:2010:126, σκέψη 32)· της 15ης Νοεμβρίου 2012, Bericap Záródástechnikai (C‑180/11, EU:C:2012:717, σκέψη 55), και της 6ης Νοεμβρίου 2014, Cartiera dell’Adda (C‑42/13, EU:C:2014:2345, σκέψη 27).
32 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, PFE (C‑689/13, EU:C:2016:199, σκέψη 34).
Full & Egal Universal Law Academy