ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MELCHIOR WATHELET
της 29ης Νοεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑518/16
«ZPT» AD
κατά
Narodno sabranie na Republika Bulgaria,
Varhoven administrativen sad,
Natsionalna agentsia za prihodite
[αίτηση του Sofiyski gradski sad (πρωτοδικείου Σόφιας, Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 1998/2006 – Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας – Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ – Ενίσχυση υπό μορφή φορολογικής ελαφρύνσεως – Επένδυση στην κατασκευή προϊόντων προοριζομένων για εξαγωγή – Εθνική νομοθεσία η οποία αποκλείει από τη φορολογική ελάφρυνση την επένδυση στην κατασκευή προϊόντων προοριζομένων για εξαγωγή – Άρθρο 35 ΣΛΕΕ»
I. Εισαγωγή
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Οκτωβρίου 2016 από το Sofiyski gradski sad (πρωτοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία), αφορά την ερμηνεία των άρθρων 35 ΣΛΕΕ και 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1998/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 ( 2 ) και 88 ( 3 ) της Συνθήκης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (στο εξής: κανονισμός 1998/2006) ( 4 ), καθώς και το κύρος της τελευταίας αυτής διατάξεως υπό το πρίσμα του άρθρου 35 ΣΛΕΕ.
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της «ZPT» AD (στο εξής: ενάγουσα της κύριας δίκης) και, αφετέρου, του Narodno sabranie na Republika Bulgaria (Κοινοβουλίου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας), του Varhoven administrativen sad (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία) και της Natsionalna agentsia za prihodite (Εθνικής Υπηρεσίας Δημοσίων Εσόδων, Βουλγαρία) (στο εξής, από κοινού: εναγόμενοι της κύριας δίκης), με αντικείμενο την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα για τη χρήση του έτους 2008.
3.
Με την αγωγή της, η ενάγουσα της κύριας δίκης ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να υποχρεωθούν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι της κύριας δίκης να της καταβάλουν αποζημίωση για την υλική ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω παραβάσεων των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου από τους εναγομένους της κύριας δίκης, ειδικότερα δε των διατάξεων του κανονισμού 1998/2006.
4.
Το Δικαστήριο ζήτησε να επικεντρωθούν οι παρούσες προτάσεις στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ( 5 ) σχετικά με το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 υπό το πρίσμα του άρθρου 35 ΣΛΕΕ.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
5.
Το άρθρο 34 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών.»
6.
Το άρθρο 35 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών.»
7.
Το άρθρο 36 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις των άρθρων 34 και 35 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.»
8.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων ( 6 ), το οποίο επιγράφεται «De minimis», ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει, εκδίδοντας κανονισμό σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού, ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ανάπτυξη και τη λειτουργία της κοινής αγοράς, ορισμένες ενισχύσεις δεν ανταποκρίνονται σε όλα τα κριτήρια του άρθρου [107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] και ότι, για το λόγο αυτό, εξαιρούνται από τη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο [108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ], υπό τον όρο ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται στην ίδια επιχείρηση δεν υπερβαίνουν καθορισμένο ποσό σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.»
9.
Στην αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 1998/2006 επισημαίνονται τα ακόλουθα:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) 994/98 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να καθορίζει με κανονισμό ένα ανώτατο όριο κάτω από το οποίο θεωρείται ότι οι ενισχύσεις δεν πληρούν όλα τα κριτήρια του άρθρου [107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] και κατά συνέπεια δεν υπόκεινται στη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο [108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ].»
10.
Στην αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 1998/2006 επισημαίνονται τα ακόλουθα:
«Ο παρών κανονισμός είναι σκόπιμο να μην ισχύει για τις εξαγωγικές ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ούτε τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα σε βάρος των εισαγόμενων. Ειδικότερα, δεν πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του οι ενισχύσεις για την χρηματοδότηση της δημιουργίας και λειτουργίας δικτύων διανομής σε άλλες χώρες. Οι ενισχύσεις για την κάλυψη των δαπανών της συμμετοχής σε εμπορικές εκθέσεις, ή μελετών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών που απαιτούνται για την εκκίνηση νέου ή υφιστάμενου προϊόντος σε νέα αγορά δεν συνιστούν κανονικά εξαγωγικές ενισχύσεις.»
11.
Στην αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 1998/2006 επισημαίνονται τα ακόλουθα:
«Από την εμπειρία που έχει αποκτήσει η Επιτροπή, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο των 200000 ευρώ για οποιαδήποτε περίοδο τριών ετών δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ή/και δεν στρεβλώνουν ούτε απειλούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό και συνεπώς δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου [107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] […]».
12.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1998/2006, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις σε όλους τους τομείς, εκτός από:
[…]
δ)
ενισχύσεις για δραστηριότητες που σχετίζονται με εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη, ιδίως δε ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, με τη δημιουργία και λειτουργία δικτύου διανομής ή με άλλες τρέχουσες δαπάνες που σχετίζονται με εξαγωγική δραστηριότητα·
ε)
τις ενισχύσεις που χορηγούνται υπό τον όρο της χρησιμοποίησης εγχώριων προϊόντων αντί των εισαγομένων·
[…]».
13.
Το άρθρο 2 του κανονισμού 1998/2006, το οποίο επιγράφεται «Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας», ορίζει τα εξής:
«1. Τα μέτρα ενίσχυσης που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 5 του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι δεν ανταποκρίνονται σε όλα τα κριτήρια του άρθρου [107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] και, συνεπώς, δεν υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο [108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ].
2. Το σύνολο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται σε μία δεδομένη επιχείρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 200000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών […]Τα εν λόγω ανώτατα όρια ισχύουν ανεξαρτήτως της μορφής της ήσσονος σημασίας ενίσχυσης ή του επιδιωκόμενου στόχου […]».
14.
Στην αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 69/2001 σημειωνόταν ότι «[λ]αμβάνοντας υπόψη τη συμφωνία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα, ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να προβλέπει την απαλλαγή των εξαγωγικών ενισχύσεων ούτε των ενισχύσεων που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα εις βάρος των εισαγόμενων.[…]».
Β. Το συμβατικό δίκαιο
15.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο a, της συμφωνίας για τις επιδοτήσεις και τα συμψηφιστικά μέτρα, η οποία έχει προσαρτηθεί στη Συμφωνία για τον ΠΟΕ προβλέπει ότι «[…] απαγορεύονται: a) επιδοτήσεις εξαρτώμενες, νομικώς ή πραγματικώς, είτε αποκλειστικώς είτε μεταξύ πλειόνων άλλων προϋποθέσεων, από τα αποτελέσματα της εξαγωγής, […]».
16.
Το παράρτημα I της συμφωνίας για τις επιδοτήσεις και τα συμψηφιστικά μέτρα η οποία έχει προσαρτηθεί στη Συμφωνία για τον ΠΟΕ περιέχει ενδεικτικό κατάλογο με παραδείγματα επιδοτήσεων των εξαγωγών.
Γ. Το βουλγαρικό δίκαιο
17.
Ο νόμος περί φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων ( 7 ) (στο εξής: φορολογικός νόμος), όπως ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2007, ορίζει τα εξής:
«Άρθρο 182 […]
2. […] η φορολογική ελάφρυνση η οποία συνιστά ενίσχυση ήσσονος σημασίας δεν ισχύει:
[…]
7)
όσον αφορά την επένδυση στοιχείων του ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες συνδεόμενες με τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη. […]
Άρθρο 184 […] Οι υποκείμενοι στον φόρο απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων επί του φορολογητέου κέρδους που προκύπτει από την ασκούμενη παραγωγική δραστηριότητα, περιλαμβανομένων των υπεργολαβιών, αν πληρούνται οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις:
1)
Ο υποκείμενος στον φόρο ασκεί παραγωγική δραστηριότητα μόνον εντός δήμων στους οποίους κατά το προηγούμενο του τρέχοντος έτους το ποσοστό ανεργίας αντιστοιχούσε τουλάχιστον σε 1,35 επί το μέσο εθνικό ποσοστό κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.
2)
[…] πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο:
a)
άρθρο 188 [του φορολογικού νόμου] σε σχέση με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.
[…]
Άρθρο 188 […]
1. […] Φορολογική ελάφρυνση συνιστά ήσσονος σημασία ενίσχυση, όταν το ποσό των ήσσονος σημασίας ενισχύσεων που έλαβε ο υποκείμενος στον φόρο κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, περιλαμβανομένου του τρέχοντος, δεν υπερβαίνει το ισόποσο 200000 ευρώ σε [βουλγαρικά λέβα (BGN)] […]
2. Τα επενδυόμενα ποσά που αντιστοιχούν στην απαλλαγή φόρου στην οποία αναφέρεται το άρθρο 184 πρέπει να επενδύονται σε πάγια ενσώματα ή άυλα στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με τη νομοθεσία σε θέματα συμβατότητας εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών, υπολογιζόμενων από την αρχή του έτος σε σχέση με το οποίο χορηγείται η απαλλαγή. […]»
III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
18.
Η κύρια δραστηριότητα της ενάγουσας της κύριας δίκης, εταιρίας καταχωρισμένης στη Βουλγαρία, συνίσταται στην κατασκευή χαλύβδινων σωλήνων, σωληνώσεων, μορφοράβδων και συναφών εξαρτημάτων. Ασκεί στα εργοστάσιά της τρεις χωριστές και αυτοτελείς, από τεχνολογικής απόψεως, παραγωγικές δραστηριότητες, ήτοι την παραγωγή μορφοποιημένων και στρογγυλών σωλήνων και σωληνώσεων, την παραγωγή μορφοποιημένων και διπλωμένων χαλύβδινων βεργών ψυχρής έλασης και χαλύβδινων στηθαίων ασφαλείας οδών (προστατευτικών κιγκλιδωμάτων) και, τέλος, την θερμή επιψευδαργύρωση, καθώς και την ηλεκτρολυτική επιψευδαργύρωση ή την ηλεκτρολυτική επικάλυψη μεμονωμένων στοιχείων.
19.
Στη φορολογική της δήλωση για το έτος 2008, η ενάγουσα της κύριας δίκης δήλωσε, σε σχέση με ποσό ύψους 140677,51 BGN (περίπου 72000 ευρώ), απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, δυνάμει του άρθρου 184 του φορολογικού νόμου.
20.
Με την από 5 Μαρτίου 2010 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, η απαλλαγή δεν έγινε δεκτή, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα της κύριας δίκης δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 182, παράγραφος 2, σημείο 7, του φορολογικού νόμου, καθόσον, έως το 2012, είχε πραγματοποιήσει επενδύσεις σε εργοστάσιά της των οποίων τα προϊόντα εξάγονταν.
21.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, «[η] φορολογική αρχή εκτίμησε ότι το άρθρο 182, παράγραφος 2, σημείο 7, [του φορολογικού νόμου] [είναι] κατηγορηματικό και ότι η [ενάγουσα της κύριας δίκης] δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ζητήσει μερική απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων. Η φορολογική ελάφρυνση αφορά την ασκηθείσα παραγωγική δραστηριότητα, περιλαμβανομένων των υπεργολαβιών, και η περιοριστική προϋπόθεση συνδέεται με τις πωλήσεις κατόπιν της παραγωγής και με την προστασία του ανταγωνισμού εντός της Ένωσης. Δεδομένου ότι η δραστηριότητα της [ενάγουσας της κύριας δίκης] κατά τη διάρκεια του έτους 2008 αφορούσε την παραγωγή προϊόντων που πωλήθηκαν στη Βουλγαρία, σε κράτη μέλη της Ένωσης και σε τρίτα κράτη, ισχύει στην περίπτωσή της η περιοριστική προϋπόθεση του άρθρου 182, παράγραφος 2, σημείο 7, [του φορολογικού νόμου] και, κατά συνέπεια, αυτή δεν μπορεί να απαλλαγεί από τον φόρο για το έτος 2008. Η φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι το ποσό που οφειλόταν ως φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων για το έτος 2008 ανερχόταν σε 140677,51 BGN [περίπου 72000 ευρώ] οι δε τόκοι σε 21454,22 BGN [περίπου 11000 ευρώ]».
22.
Στις 21 Μαΐου 2010, η ενάγουσα της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της φορολογικής αρχής ενώπιον του Administrativen sad – grad Burgas (διοικητικού πρωτοδικείου του Μπουργκάς, Βουλγαρία).
23.
Με απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2011, το Administrativen sad – grad Burgas (διοικητικό πρωτοδικείο του Μπουργκάς) ακύρωσε την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, κρίνοντας ότι η μη απαλλαγή από τον φόρο δεν ήταν δικαιολογημένη, διότι η αυτοτελής δραστηριότητα της ηλεκτρολυτικής επιψευδαργυρώσεως μεμονωμένων στοιχείων, στο πλαίσιο της οποίας η προσφεύγουσα δήλωσε ότι θα πραγματοποιούσε τις απαιτούμενες επενδύσεις, δεν είχε ως αποτέλεσμα καμία εξαγωγή, ενώ η προθεσμία των τεσσάρων ετών, στη διάρκεια της οποίας μπορούσε να επενδύσει τα ποσά που αντιστοιχούν στην απαλλαγή φόρου, δεν είχε εκπνεύσει.
24.
Με απόφαση της 27ης Δεκεμβρίου 2011, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως και κατέστη αμετάκλητη, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αναίρεσε την απόφαση του Administrativen sad – grad Burgas (διοικητικού πρωτοδικείου του Μπουργκάς, Βουλγαρία) και απέρριψε την προσφυγή της ενάγουσας της κύριας δίκης κατά της πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού φόρου. Δεδομένου ότι διαπίστωσε ότι είχαν πραγματοποιηθεί επενδύσεις στο εργοστάσιο «θερμής επαψευδαργυρώσεως», του οποίου τα προϊόντα εξάγονταν, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) έκρινε ότι η προϋπόθεση του άρθρου 182, παράγραφος 2, σημείο 7 του φορολογικού νόμου, σχετικά με την επένδυση σε στοιχεία ενεργητικού που δεν συνδέονται με εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη, δεν συνέτρεχε εν προκειμένω και ότι, κατόπιν τούτου, η απαλλαγή φόρου έπρεπε να εξομοιωθεί με κρατική ενίσχυση που είχε ως αποτέλεσμα στρέβλωση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς της Ένωσης.
25.
Η ενάγουσα της κύριας δίκης άσκησε αγωγή ενώπιον του Sofiyski gradski sad (πρωτοδικείου Σόφιας), με αίτημα να υποχρεωθούν εις ολόκληρον σε αποζημίωση οι εναγόμενοι της κύριας δίκης λόγω εκ μέρους τους παραβάσεων των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, πιο συγκεκριμένα δε του κανονισμού 1998/2006. Υποστηρίζει ότι πρέπει να της καταβληθεί ως αποζημίωση το ποσό στο οποίο αντιστοιχούσε η απαλλαγή φόρου που δεν της χορηγήθηκε, προσαυξημένο με τόκους.
26.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sofiyski gradski sad (πρωτοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχουν οι εκτελεστικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, όπως ο κανονισμός 1998/2006, άμεσο αποτέλεσμα και τυγχάνουν απευθείας εφαρμογής και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, παραβιάζει τις αρχές αυτές μια διάταξη του εθνικού δικαίου που περιστέλλει ή περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του δικαίου της Ένωσης;
2)
Συμβιβάζεται μια κρατική ενίσχυση υπό μορφή φορολογικής ελαφρύνσεως με το καθεστώς ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, όταν η ενίσχυση επενδύεται σε περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή προϊόντων τα οποία εξάγονται εν μέρει προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη;
3)
Συνιστά η κατασκευή εξαγώγιμων προϊόντων με τη χρήση περιουσιακών στοιχείων τα οποία αποκτήθηκαν με πόρους από κρατική ενίσχυση, δραστηριότητα συνδεόμενη άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, μπορούν τα κράτη μέλη να προβλέπουν στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου επιπρόσθετους περιορισμούς για τους εξαγωγείς προϊόντων τα οποία παρήχθησαν με τη χρήση περιουσιακών στοιχείων προερχόμενων από επένδυση ποσού φορολογικής ελαφρύνσεως; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, ποια είναι η σχέση της εν λόγω διατάξεως με το άρθρο 35 ΣΛΕΕ περί απαγορεύσεως των ποσοτικών περιορισμών επί των εξαγωγών καθώς και όλων των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, και υφίσταται δυσμενής διάκριση και προσβολή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων;
4)
Επιτρέπει το άρθρο 1 του κανονισμού 1998/2006 να αποκλεισθεί νομικό πρόσωπο από το δικαίωμα επί οικονομικής ενισχύσεως ήσσονος σημασίας που απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης, πριν από τη λήξη της τετραετούς προθεσμίας που ορίζει η εθνική [νομοθεσία] για την υλοποίηση της επενδύσεως, μόνο για τον λόγο ότι κατά την περίοδο αυτή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο επένδυσε πόρους και σε άλλες, αυτοτελείς και χωριστές δομές της επιχειρήσεώς του οι οποίες πραγματοποιούν εξαγωγές;»
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
27.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ενάγουσα και οι εναγόμενοι της κύριας δίκης, η Βουλγαρική, η Ελληνική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
28.
Λόγω αμφιβολιών ως προς το ακριβές νόημα της τρίτης περιόδου του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, το Δικαστήριο έλαβε δύο πρωτοβουλίες.
29.
Έθεσε κατ’ αρχάς την ακόλουθη ερώτηση στο αιτούν δικαστήριο:
«Θα μπορούσε το αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει σε ποια διάταξη αναφέρεται με την τρίτη περίοδο του τρίτου ερωτήματος, όπου ερωτά το Δικαστήριο ως προς τη σχέση μεταξύ “της εν λόγω διατάξεως” και του άρθρου 35 ΣΛΕΕ;
Ερωτά το αιτούν δικαστήριο αν το άρθρο 35 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται σε κανόνα εθνικού δικαίου, όπως ο προβλεπόμενος στο άρθρο 182, παράγραφος 2, σημείο 7 του [φορολογικού] νόμου, ή ερωτά το Δικαστήριο ως προς το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 […] υπό το πρίσμα του άρθρου 35 ΣΛΕΕ;»
30.
Με την απάντησή του της 7ης Ιουλίου 2017, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι:
«Το ερώτημα είναι αν τα κράτη μέλη μπορούν να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν, με τις εθνικές τους ρυθμίσεις, κανόνες που να περιέχουν συμπληρωματικούς περιορισμούς για τους εξαγωγείς προϊόντων κατασκευαζόμενων με στοιχεία του ενεργητικού τα οποία προκύπτουν από την επένδυση μιας φορολογικής ελαφρύνσεως. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την οποία η κατασκευή εξαγόμενων προϊόντων δεν εμπίπτει σε δραστηριότητα άμεσα συνδεόμενη με τις εξαγόμενες ποσότητες κατά την έννοια του κανονισμού 1998/2006, τίθεται το ερώτημα αν οι εθνικές ρυθμίσεις μπορούν να προβλέπουν περιορισμούς σε περιπτώσεις παρόμοιες με αυτές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 182, παράγραφος 2, σημείο 7, [του φορολογικού νόμου].
Εντούτοις, αν η απάντηση είναι καταφατική, δηλαδή αν η κατασκευή εξαγόμενων προϊόντων με τη χρήση στοιχείων του ενεργητικού που έχουν αποκτηθεί με κεφάλαια προερχόμενα από κρατική ενίσχυση, εμπίπτει σε δραστηριότητα ευθέως συνδεόμενη με τις εξαγόμενες ποσότητες κατά την έννοια του κανονισμού 1998/2006, τίθεται το ερώτημα ποια είναι η σχέση μεταξύ, αφενός, του περιορισμού στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1, [παράγραφος 1,] στοιχείο δʹ, του κανονισμού [1998/2006] και, αφετέρου, της απαγορεύσεως των ποσοτικών περιορισμών, και των άλλων μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος, επί των εξαγωγών μεταξύ των κρατών μελών.»
31.
Στη συνέχεια, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017, το Δικαστήριο κάλεσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τους διαδίκους της κύριας δίκης και τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να απαντήσουν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Οκτωβρίου 2017, στην ακόλουθη ερώτηση:
«Προσκρούει το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 στο άρθρο 35 ΣΛΕΕ;»
32.
Η ενάγουσα της κύριας δίκης, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο), η Βουλγαρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διατύπωσαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Οκτωβρίου 2017.
V. Ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
33.
Επί του ζητήματος που εγείρει η τρίτη περίοδος του τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, σχετικά με τη συμβατότητα του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 με το άρθρο 35 ΣΛΕΕ ( 8 ), υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 35 ΣΛΕΕ, ισχύει όχι μόνο για τα εθνικά μέτρα, αλλά και για τα μέτρα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ( 9 ).
34.
Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διατάξεις που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, καθώς και τις ενισχύσεις, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού ( 10 ), τα δε άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ και ο κανονισμός 1998/2006 δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να θέσουν εκποδών τους κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ( 11 ).
35.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η Συνθήκη ΛΕΕ δεν καθιερώνει ιεραρχία μεταξύ, αφενός, των κανόνων της για την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών ( 12 ) και, αφετέρου, των κανόνων της για τις ενισχύσεις που χορηγούν τα κράτη ( 13 ). Κατά συνέπεια, οι εθνικές ρυθμίσεις, αλλά και οι ρυθμίσεις που προέρχονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (στο εξής: ενωσιακές ρυθμίσεις) πρέπει είναι σύμφωνες τόσο με τους κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ για την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών όσο και με τους κανόνες για τις ενισχύσεις που παρέχουν τα κράτη ( 14 ).
36.
Είναι πρόδηλο ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 δεν επιβάλλει ευθέως ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών. Επομένως, είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν η διάταξη αυτή ισοδυναμεί με μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τέτοιους περιορισμούς.
37.
Οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 35 ΣΛΕΕ είναι αντίστοιχες με εκείνες που επιβάλλει το άρθρο 34 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, κάθε εθνική ή ενωσιακή ρύθμιση η οποία μπορεί να παρεμποδίζει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης, πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια των άρθρων 34 ( 15 ) και 35 ΣΛΕΕ.
38.
Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 2016, New Valmar (C‑15/15, EU:C:2016:464, σκέψεις 36, 40 και 43), ότι απαγορεύεται βάσει του άρθρου 35 ΣΛΕΕ κάθε εθνικό μέτρο το οποίο εφαρμόζεται επί όλων των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στην ημεδαπή και το οποίο επηρεάζει περισσότερο την έξοδο των προϊόντων από την αγορά του κράτους μέλους εξαγωγής παρά την εμπορία των προϊόντων στην εσωτερική αγορά του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
39.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 2016, New Valmar (C‑15/15, EU:C:2016:464), το Δικαστήριο δεν παρέπεμψε στην απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Groenveld (15/79, EU:C:1979:253) (στο εξής: νομολογία Groenveld), όπου είχε κρίνει ότι το άρθρο 35 ΣΛΕΕ «αφορά τα εθνικά μέτρα τα οποία έχουν ως αντικείμενο ή ως συνέπεια τον περιορισμό ειδικώς των ρευμάτων των εξαγωγών και την κατ’ αυτόν τον τρόπο καθιέρωση διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου και του εξαγωγικού εμπορίου ενός κράτους μέλους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα υπέρ της εθνικής παραγωγής ή της εσωτερικής αγοράς του οικείου κράτους εις βάρος της παραγωγής ή του εμπορίου άλλων κρατών μελών» ( 16 ).
40.
Κατά τη γνώμη μου ( 17 ), με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 2016, New Valmar (C‑15/15, EU:C:2016:464), το Δικαστήριο εγκατέλειψε τις πιο περιοριστικές ή πιο αυστηρές προϋποθέσεις της νομολογίας Groenveld, οι οποίες στηρίζονταν, μεταξύ άλλων, στην ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως ή δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, και τις αντικατέστησε με προϋποθέσεις «ηπιότερες» ( 18 ), βασιζόμενες στην ύπαρξη περιορισμού ή εμποδίου στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( 19 ).
41.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το Δικαστήριο, κάθε περιορισμός, ακόμα και ήσσονος σημασίας, μιας εκ των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνει η Συνθήκη ΛΕΕ απαγορεύεται από τη Συνθήκη αυτή ( 20 ). Κατά συνέπεια, και σε αντίθεση προς τους κανόνες που ισχύουν για τις κρατικές ενισχύσεις δυνάμει του κανονισμού 1998/2006 ( 21 ), δεν υφίσταται όριο κάτω του οποίου μια εθνική ή ενωσιακή ρύθμιση θεωρείται ότι δεν πληροί τα κριτήρια των άρθρων 34 και 35 ΣΛΕΕ. Αντιστρόφως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εθνική ή ενωσιακή ρύθμιση μπορεί να παρακωλύσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αν τα περιοριστικά αποτελέσματα που προκαλούνται από τη ρύθμιση αυτή είναι υπερβολικά αβέβαια ή έμμεσα ( 22 ).
Β. Εφαρμογή ratione loci του άρθρου 35 ΣΛΕΕ
42.
Διαπιστώνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 αναφέρεται στις εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη. Το άρθρο, όμως, 35 ΣΛΕΕ, που απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών και μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, εφαρμόζεται μόνο στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών ( 23 ). Επομένως, κατ’ αρχήν, το εμπόριο με τις τρίτες χώρες δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione loci του άρθρου 35 ΣΛΕΕ. Κατ’ αναλογίαν, στις παρούσες προτάσεις θα περιορίσω την ανάλυσή μου στο μέρος του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 που αφορά το εσωτερικό, ήτοι στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Γ. Επί του ζητήματος αν υφίσταται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 περιορισμός κατά την έννοια του άρθρου 35 ΣΛΕΕ
43.
Από το άρθρο 2 του κανονισμού 1998/2006, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 8 του ίδιου κανονισμού, συνάγεται ότι οι ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν το όριο των 200000 ευρώ σε περίοδο τριών ετών γίνεται δεκτό ότι δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και ότι δεν στρεβλώνουν, ούτε απειλούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό, οπότε τέτοια μέτρα δεν νοούνται ως «κρατικές ενισχύσεις» ( 24 ). Επομένως, εξαιρούνται από τη διαδικασία κοινοποιήσεως η οποία προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 25 ).
44.
Με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑310/99, EU:C:2002:143, σκέψη 94), το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο κανόνας de minimis ανταποκρίνεται στις ανάγκες για διοικητική απλούστευση τόσο των κρατών μελών όσο και των υπηρεσιών της Επιτροπής, η οποία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αφιερώνει τις δυνάμεις της στις περιπτώσεις που έχουν πραγματική σημασία σε κοινοτικό επίπεδο» ( 26 ).
45.
Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006, ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, με τη δημιουργία και λειτουργία δικτύου διανομής ή με άλλες τρέχουσες δαπάνες οι οποίες σχετίζονται με εξαγωγική δραστηριότητα αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1998/2006 και, επομένως, από το ευεργέτημα της απαλλαγής για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ( 27 ).
46.
Συνεπώς, ακόμη και αν οι ενισχύσεις αυτές είναι κάτω του ορίου που θέτει το άρθρο 2 του κανονισμού 1998/2006, δεν θεωρούνται ότι δεν πληρούν όλα τα κριτήρια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, κατά συνέπεια, δεν τυγχάνουν της απαλλαγής την οποία προβλέπει ο κανονισμός 1998/2006 για τις ήσσονος σημασίας ενισχύσεις, οπότε πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
47.
Καταλήγω λοιπόν ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 επηρεάζει περισσότερο την έξοδο των προϊόντων από την αγορά του κράτους μέλους εξαγωγής παρά την εμπορία των προϊόντων στην εγχώρια αγορά του ίδιου αυτού κράτους μέλους ( 28 ). Μολονότι αληθεύει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 αφορά μόνον ορισμένες κρατικές ενισχύσεις που συνδέονται με την εξαγωγή, θεωρώ ότι τα αποτελέσματα αυτής της διατάξεως δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αβέβαια ή έμμεσα, εφόσον αυτή αποκλείει την εφαρμογή της απαλλαγής της ήσσονος σημασίας ενισχύσεως στις εν λόγω ενισχύσεις. Η διάταξη αυτή δημιουργεί επομένως δυσμενή διάκριση μεταξύ των οικονομικών δραστηριοτήτων, ανάλογα με το αν προορίζονται ή όχι για εξαγωγή ( 29 ).
Δ. Επί της υπάρξεως δικαιολογητικού λόγου
48.
Τα άρθρα 34 και 35 ΣΛΕΕ επιτρέπουν παρά ταύτα τυχόν διακρίσεις ή περιορισμούς που δικαιολογούνται από έναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ, ή από επιτακτικές απαιτήσεις ( 30 ).
49.
Κατά πάγια νομολογία, εθνική ή ενωσιακή ρύθμιση που περιορίζει την άσκηση των κατοχυρωμένων θεμελιωδών ελευθεριών μπορεί να επιτρέπεται μόνον αν επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος ( 31 ), αν είναι κατάλληλη για τη διασφάλιση της υλοποιήσεως του σκοπού αυτού και αν δεν υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ( 32 ).
50.
Φρονώ ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 συνεπάγεται de jure δυσμενείς διακρίσεις, καθόσον αναφέρεται ειδικά σε ορισμένες εξαγωγές. Κατά συνέπεια, αυτή η μεταχείριση των εξαγωγών, δεδομένου ότι εισάγει διάκριση, πρέπει να δικαιολογείται από έναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ ( 33 ), ήτοι λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφάλειας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
51.
Κατά την Επιτροπή, «[ο] αποκλεισμός των εξαγωγικών ενισχύσεων από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού [1998/2006] απορρέει, αφενός, από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Ένωση έναντι του [ΠΟΕ] και, αφετέρου, από το γεγονός ότι οι εξαγωγικές ενισχύσεις, οι οποίες διευκολύνουν τη διείσδυση της αγοράς για εμπορικούς σκοπούς, επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ( 34 ). Επομένως, η λογική του κανονισμού (κατά την οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν πληρούνταν τα κριτήρια υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως) δεν μπορεί να έχει εφαρμογή» ( 35 ).
52.
Όσον αφορά τον πρώτο σκοπό του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006, τον οποίο επικαλείται η Επιτροπή, ήτοι την απαλλαγή των ήσσονος σημασίας ενισχύσεων για εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες προκειμένου να τηρηθούν οι αναληφθείσες από την Ένωση δεσμεύσεις έναντι του ΠΟΕ, εκτιμώ ότι στερείται σημασίας εν προκειμένω, διότι το άρθρο 35 ΣΛΕΕ δεν έχει εφαρμογή ratione loci στις εξαγωγές αυτές ( 36 ). Επομένως, αυτή η προβλεπόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 εξαίρεση των ενισχύσεων για εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες δεν είναι επιλήψιμη βάσει του άρθρου 35 ΣΛΕΕ.
53.
Όσον αφορά τον δεύτερο σκοπό του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ. του κανονισμού 1998/2006 ( 37 ), τον οποίο επικαλείται η Επιτροπή, θεωρώ ότι, ακόμη και αν συνιστούσε ενδεχομένως θεμιτό στόχο, δεν άπτεται κανενός από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, δεν είναι ικανός να δικαιολογήσει δυσμενή διάκριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 35 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, κατά την άποψή μου, κανένας από αυτούς τους λόγους δεν θα μπορούσε να προβληθεί προς δικαιολόγηση της επίμαχης διαφορετικής μεταχειρίσεως.
54.
Καταλήγω λοιπόν ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006, το οποίο επηρεάζει περισσότερο την έξοδο των προϊόντων από την αγορά του κράτους μέλους εξαγωγής παρά την εμπορία των προϊόντων στην εσωτερική αγορά του ίδιου αυτού κράτους μέλους, δεν δικαιολογείται από κανέναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ.
55.
Συνεπώς, στην τρίτη περίοδο του τρίτου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 είναι άκυρο, καθόσον καθιερώνει, εντός του συστήματος των ήσσονος σημασίας ενισχύσεων, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των αμιγώς εγχωρίων οικονομικών δραστηριοτήτων και των δραστηριοτήτων που αφορούν τις εξαγωγές προς τα κράτη μέλη.
VI. Πρόταση
56.
Κατόπιν τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην τρίτη φράση του τρίτου υποβληθέντος ερωτήματος από το Sofiyski gradski sad (πρωτοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία) ως ακολούθως:
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1998/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, είναι άκυρο, στον βαθμό που καθιερώνει, εντός του συστήματος των ήσσονος σημασίας ενισχύσεων, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των αμιγώς εγχωρίων οικονομικών δραστηριοτήτων και των δραστηριοτήτων οι οποίες αφορούν τις εξαγωγές προς τα κράτη μέλη.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Νυν άρθρο 107 ΣΛΕΕ.
( 3 ) Νυν άρθρο 108 ΣΛΕΕ.
( 4 ) ΕΕ 2006, L 379, σ. 5. Ο κανονισμός 1998/2006 είχε εφαρμογή, όπως όριζε το άρθρο του 6, από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013. Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ 2001, L 10, σ. 30). Ως προς την τρέχουσα εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης ΛΕΕ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, βλ. κανονισμό (ΕΕ) 1407/2013 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ 2013, L 352, σ. 1). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1407/2013.
( 5 ) Βλ. τρίτη περίοδο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου και σημείο 26 των προτάσεών μου.
( 6 ) ΕΕ 1998, L 142, σ. 1. Η νομική βάση του κανονισμού 994/98 είναι το άρθρο 94 ΕΚ (νυν άρθρο 109 ΣΛΕΕ). Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι «[κ]ατά το άρθρο 109 ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ κανονισμό και να καθορίζει ιδίως τους όρους εφαρμογής του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθώς και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη», βλ. απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel (C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψη 33). Ο κανονισμός 994/98 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1588 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ 2015, L 248, σ. 1). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/1588 είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 994/98.
( 7 ) DV αριθ. 105, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, όπως έχει τροποποιηθεί.
( 8 ) Επί αυτού ακριβώς του ζητήματος, στο οποίο εστιάζουν και οι παρούσες στοχευμένες προτάσεις μου, ζήτησε το Δικαστήριο από τους μετέχοντες στη διαδικασία να διατυπώσουν την άποψή τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Οκτωβρίου 2017. Συμφώνησαν όλοι, αλλά για διαφορετικούς λόγους, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 είναι συμβατό με το άρθρο 35 ΣΛΕΕ.
( 9 ) Αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2015, Pfeifer & Langen (C‑51/14, EU:C:2015:380, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 22ας Ιουνίου 2017, E.ON Biofor Sverige (C‑549/15, EU:C:2017:490, σκέψη 45).
( 10 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας (103/84, EU:C:1986:229, σκέψη 19).
( 11 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας (103/84, EU:C:1986:229, σκέψη 19), της 20ής Μαρτίου 1990, Du Pont de Nemours Italiana (C‑21/88, EU:C:1990:121, σκέψεις 19 έως 22), και της 23ης Απριλίου 2002, Nygård (C‑234/99, EU:C:2002:244, σκέψη 57).
( 12 ) Βλ., ειδικότερα, άρθρα 34 έως 36 ΣΛΕΕ.
( 13 ) Βλ. ειδικότερα, άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ
( 14 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, Matra κατά Επιτροπής (C‑225/91, EU:C:1993:239, σκέψεις 41 και 42), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι «ναι μεν η διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα [107 και 108 ΣΛΕΕ] αφήνει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στην Επιτροπή και υπό ορισμένες προϋποθέσεις στο Συμβούλιο για να κρίνουν αν ένα σύστημα κρατικών ενισχύσεων συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της κοινής αγοράς, από τη γενική όμως οικονομία της Συνθήκης προκύπτει ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί ποτέ να καταλήξει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης […]». Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι ενδέχεται οι λεπτομέρειες χορηγήσεως μιας ενισχύσεως, οι οποίες αντιβαίνουν σε ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, εκτός των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ], να συνδέονται τόσο άρρηκτα με το αντικείμενο της ενισχύσεως ώστε να μην μπορούν να κριθούν χωριστά […]. «Η υποχρέωση αυτή της Επιτροπής να σέβεται τη συνοχή που υφίσταται μεταξύ των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] και άλλων διατάξεων της Συνθήκης επιβάλλεται όλως ιδιαιτέρως στην περίπτωση όπου οι άλλες αυτές διατάξεις αποσκοπούν ωσαύτως […] στην επικράτηση ενός χωρίς στρεβλώσεις ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς». Η υπογράμμιση δική μου.
( 15 ) Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Etablissements Fr. Colruyt (C‑221/15, EU:C:2016:704, σκέψη 33), η οποία αφορά το άρθρο 34 ΣΛΕΕ.
( 16 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Groenveld (15/79, EU:C:1979:253, σκέψη 7).
( 17 ) Τονίζω, πάντως, ότι η Επιτροπή υποστηρίζει με τις γραπτές της παρατηρήσεις ότι το άρθρο 35 ΣΛΕΕ «έχει εφαρμογή στα μέτρα που εισάγουν δυσμενή διάκριση έναντι ορισμένων εμπορευμάτων», προσθέτοντας ότι η αρχή αυτή καθιερώθηκε με τη νομολογία Groenveld.
( 18 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi στην υπόθεση Κακαβέτσος-Φραγκόπουλος (C‑161/09, EU:C:2010:531, σημείο 49).
( 19 ) Με την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, Κακαβέτσος-Φραγκόπουλος (C‑161/09, EU:C:2011:110, σκέψη 27), το Δικαστήριο έκρινε ότι συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών κάθε ρύθμιση που μπορεί να παρακωλύει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Πάντως, επισημαίνεται ότι το επίμαχο προϊόν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, Κακαβέτσος-Φραγκόπουλος (C‑161/09, EU:C:2011:110, σκέψη 27), ήταν σταφίδα, σε σχέση με την οποία είχαν ληφθεί μέτρα κοινής οργανώσεως των αγορών κατά την έννοια του άρθρου 40 ΣΛΕΕ. Με τις προτάσεις του σε εκείνη την υπόθεση (C‑161/09, EU:C:2010:531, σημείο 49), ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi παρατήρησε ότι «στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά μια κοινή οργάνωση αγορών, η προσέγγιση του Δικαστηρίου ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να διαπιστωθεί η ύπαρξη μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών είναι ηπιότερη. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν απαιτείται το μέτρο να εισάγει διακρίσεις». Φρονώ ότι κατόπιν της αποφάσεως της 21ης Ιουνίου 2016, New Valmar (C‑15/15, EU:C:2016:464), δεν υπάρχει διαφορά από την άποψη της εφαρμογής του άρθρου 35 ΣΛΕΕ μεταξύ, αφενός, των προϊόντων για τα οποία έχουν ληφθεί μέτρα κοινής οργανώσεως των αγορών κατά την έννοια του άρθρου 40 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, των λοιπών προϊόντων.
( 20 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2016, New Valmar (C‑15/15, EU:C:2016:464, σκέψη 37).
( 21 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 1998/2006.
( 22 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2016, New Valmar (C‑15/15, EU:C:2016:464, σκέψη 45).
( 23 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1976, EMI Records (51/75, EU:C:1976:85, σκέψεις 10 και 11), και της 9ης Φεβρουαρίου 1982, Polydor και RSO Records (270/80, EU:C:1982:43, σκέψη 18).
( 24 ) Αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania (C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψη 82), και της 8ης Μαΐου 2013, Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψη 81). Ως προς τους κανόνες ανταγωνισμού, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2006, Asnef-Equifax και Administración del Estado (C‑238/05, EU:C:2006:734, σκέψη 50), ότι, «εντούτοις, αν μια συμφωνία επηρεάζει την αγορά μόνο σε ασήμαντο βαθμό, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου [101 ΣΛΕΕ]».
( 25 ) Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη υποχρέωση προηγούμενης κοινοποιήσεως οποιουδήποτε μέτρου με το οποίο θεσπίζεται ή τροποποιείται νέο καθεστώς ενισχύσεων συνιστά ένα εκ των θεμελιωδών στοιχείων του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Βλ. απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel (C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψη 36). Κατά συνέπεια, στον βαθμό που αμβλύνουν τον γενικό κανόνα της κοινοποιήσεως των κρατικών ενισχύσεων, τον οποίο θέτει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ο κανονισμός 1998/2006 και οι προβλεπόμενες από αυτόν προϋποθέσεις πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel (C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψη 37). Επιπλέον, ένα δεδομένο σύστημα ενισχύσεων μπορεί να εξαιρεθεί από την προαναφερθείσα υποχρέωση μόνον αν πληροί όλες τις προϋποθέσεις του κανονισμού αυτού. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel (C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψεις 45 έως 52).
( 26 ) Βλ., επίσης, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, Regione autonoma della Sardegna κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑394/08, T‑408/08, T‑453/08 και T‑454/08, EU:T:2011:493, σκέψη 304).
( 27 ) Επισημαίνω ότι η μη απαλλαγή δεν αναφέρεται σε όλες τις εξαγωγικές δραστηριότητες. Πράγματι, η Επιτροπή τονίζει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι «πρόκειται για ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, [παράγραφος 1, στοιχείο δʹ,], του κανονισμού ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, όταν μέτρα προέρχονται από το κράτος υπό τη μορφή προγραμμάτων με σκοπό να ενισχυθούν οι επιχειρήσεις στην κατάκτηση ξένων αγορών για να προβάλουν τα προϊόντα τους. Η ενίσχυση εξαρτάται από τις εξαγόμενες ποσότητες και η επιχείρηση στηρίζεται σε αυτές για να υποστηρίξει τη στρατηγική της εξαγωγών. Η ενίσχυση έχει επομένως ως συνέπεια προοδευτική αύξηση της παραγωγής που μπορεί να εξάγεται και ακριβώς με αυτόν τον σκοπό η κυβέρνηση εννοεί να την χορηγήσει». Προσθέτει ότι «η κατασκευή των εξαγομένων προϊόντων για τα οποία χρησιμοποιούνται στοιχεία του ενεργητικού, αποκτηθέντα χάρη σε κρατική ενίσχυση δεν συνιστά δραστηριότητα συνδεόμενη άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, [στοιχείο] δʹ, του κανονισμού περί ενισχύσεων ήσσονος σημασίας». Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία σημειώνει ότι «[τ]ο γεγονός καθαυτό ότι δεδομένη επιδότηση παρέχεται προς επιχειρήσεις που πραγματοποιούν εξαγωγές δεν αρκεί από μόνο του για να της προσδώσει το χαρακτήρα εξαγωγικής επιδοτήσεως κατά την έννοια της παρούσας διάταξης». Παρατηρώ ότι οι λεπτές αυτές διακρίσεις δεν ταιριάζουν απολύτως με τον στόχο της απλοποιήσεως του κανόνα περί ήσσονος σημασίας.
( 28 ) Βλ. σημείο 50 των προτάσεών μου.
( 29 ) Πράγματι, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί το ευεργέτημα της απαλλαγής ήσσονος σημασίας ενισχύσεων, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 2 του κανονισμού 1998/2006, θα πρέπει να χορηγείται για την εγκατάσταση και τη λειτουργία ενός συστήματος διανομής σε εθνικό επίπεδο, αλλά να μη χορηγείται για την εγκατάσταση παρόμοιου δικτύου εξαγωγών.
( 30 ) Βλ., με το ίδιο πνεύμα, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, E.ON Biofor Sverige (C‑549/15, EU:C:2017:490, σκέψη 46).
( 31 ) Στον οποίο αναφέρονται το άρθρο 36 ΣΛΕΕ ή επιτακτικές ανάγκες.
( 32 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2016, New Valmar (C‑15/15, EU:C:2016:464, σκέψη 48).
( 33 ) Πράγματι, μόνον οι αδιακρίτως εφαρμοζόμενοι περιορισμοί μπορούν να δικαιολογούνται από έναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ, καθώς και από τις επιτακτικές απαιτήσεις. Βλ., εξ αντιδιαστολής, απόφαση της 26ης Απρίλιου 2012, van Putten (C‑578/10 έως C‑580/10, EU:C:2012:246, σκέψη 44), όπου το Δικαστήριο τόνισε ότι διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογείται από μια επιτακτική απαίτηση.
( 34 ) Βλ. υποσημείωση 27 των προτάσεών μου.
( 35 ) Τονίζω ότι μια ενίσχυση για τη σύσταση ενός αμιγώς εθνικού δικτύου διανομής μπορεί επίσης να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, παραδείγματος χάριν, καθιστώντας πιο δύσκολη την πρόσβαση των αλλοδαπών επιχειρήσεων στην εγχώρια αυτή αγορά. Επιπλέον, πως είναι δυνατόν οι εξαγωγικές δραστηριότητες στις οποίες δεν αναφέρεται η εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1998/2006 να μην επηρεάζουν το διακρατικό εμπόριο; Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο κανόνας της ήσσονος σημασίας ενισχύσεως επιτρέπει στην πραγματικότητα μέτρα, τα οποία, αν υπερέβαιναν τα αναφερόμενα ποσά, θα πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθούν κρατικές ενισχύσεις, περιλαμβανομένου του αντίκτυπου στο διακρατικό εμπόριο.
( 36 ) Βλ. σημείο 42 των παρουσών προτάσεων.
( 37 ) Βλ. σημείο 51 των παρουσών προτάσεων.