ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Σεπτεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑547/16
Gasorba SL κ.λπ.
[αίτηση του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ανταγωνισμός – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΕΚ) – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Συμβάσεις που αφορούν πρατήρια υγρών καυσίμων στην Ισπανία – Εμπορικές σχέσεις μεταξύ πρατηριούχων και επιχειρήσεων πετρελαίων – Μακροπρόθεσμη συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας καυσίμων – Απόφαση με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κηρύσσει υποχρεωτικές τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει μια επιχείρηση (“απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων”) – Έκταση της υποχρεώσεως των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόσουν απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων που έχει εκδώσει η Επιτροπή – Άρθρα 9, παράγραφος 1, και 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003»
I. Εισαγωγή
1.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 ( 2 ) που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004 τροποποίησε θεμελιωδώς, από πολλές απόψεις, το ευρωπαϊκό σύστημα εφαρμογής του δικαίου των συμπράξεων. Τα δικαιοδοτικά όργανα έχουν εξετάσει ήδη εκτενώς πολυάριθμες πτυχές της μεταρρυθμίσεως αυτής. Τούτο δεν ισχύει όμως για τη νέα διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, η οποία παρέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη επισήμως την ανάληψη δεσμεύσεων από επιχειρήσεις που σκοπούν στην άρση των αντιρρήσεών της σχετικά με την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού και να κηρύσσει υποχρεωτικές τις εν λόγω δεσμεύσεις με την έκδοση αντίστοιχης αποφάσεως – αποφάσεως περί αναλήψεως δεσμεύσεων ( 3 ).
2.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο καλείται να αποσαφηνίσει τα έννομα αποτελέσματα τα οποία παράγει μια τέτοια απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων ως προς τις εθνικές δικαστικές διαδικασίες. Μπορεί το εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ), συνάδει με τους κανόνες του ανταγωνισμού, όταν αυτή η συμφωνία έχει αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εξέδωσε η Επιτροπή ή αναπτύσσει η απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων αποκλειστικό αποτέλεσμα κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003; Επίσης, δύναται η εν λόγω απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων να λειτουργήσει ενδεχομένως και ως ατομική απαλλαγή κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ);
3.
Αυτά τα νομικά ερωτήματα τίθενται σε σχέση με τις συμβάσεις που αφορούν πρατήρια υγρών καυσίμων στην Ισπανία οι οποίες έχουν απασχολήσει επανειλημμένως το Δικαστήριο λόγω πολυάριθμων ζητημάτων που άπτονται του ανταγωνισμού ( 4 ). Οι μισθωτές πρατηρίου υγρών καυσίμων και ο όμιλος πετρελαιοειδών Repsol ερίζουν ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων ως προς το αν μακροπρόθεσμη συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας καυσίμων αντιβαίνει στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΕΚ) και ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εξέδωσε η Επιτροπή επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκεκριμένης συμφωνίας αποκλειστικής προμήθειας.
4.
Η προκειμένη υπόθεση θα μπορούσε να είναι καθοριστική για τη μελλοντική πρακτική διαμόρφωση του αποκεντρωμένου συστήματος εφαρμογής του δικαίου των συμπράξεων που δημιούργησε ο κανονισμός 1/2003. Και τούτο διότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα αποσαφηνίσει έτι περαιτέρω τόσο την εμβέλεια των αποφάσεων περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εκδίδει η Επιτροπή όσο και τις αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων κατά την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού.
II. Το νομικό πλαίσιο
5.
Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως καθορίζεται από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΕΚ) και τον κανονισμό 1/2003.
Γενικά
6.
Στο κεφάλαιο I του κανονισμού 1/2003 («Αρχές»), το άρθρο 1 προβλέπει τα ακόλουθα σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΕΚ):
«1. Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες υπάγονται στο άρθρο 81, παράγραφος 1, της [Σ]υνθήκης και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 81, παράγραφος 3, της [Σ]υνθήκης απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.
2. Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες υπάγονται στο άρθρο 81, παράγραφος 1, της [Σ]υνθήκης και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 81, παράγραφος 3, της [Σ]υνθήκης δεν απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.
[…]»
7.
Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 1/2003 παρέχει τις εξής διευκρινίσεις:
«[Τ]ο [συγκεντρωτικό] καθεστώς αυτό [που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό αριθ. 17] θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύστημα εξαιρέσεων άμεσης εφαρμογής βάσει του οποίου οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών θα είναι αρμόδια να εφαρμόζουν όχι μόνον το άρθρο 81, παράγραφος 1, της [Σ]υνθήκης και το άρθρο 82 της [Σ]υνθήκης, που είναι άμεσα εφαρμοστέα σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά και το άρθρο 81, παράγραφος 3, της [Σ]υνθήκης.»
Οι αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο εφαρμογής του δικαίου των συμπράξεων
8.
Στο κεφάλαιο II του κανονισμού 1/2003 («Αρμοδιότητες»), το άρθρο 6 που επιγράφεται «Αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων» ορίζει τα εξής:
«Τα εθνικά δικαστήρια διαθέτουν την αρμοδιότητα να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της [Σ]υνθήκης.»
9.
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, το οποίο περιέχεται στο κεφάλαιο IV («Συνεργασία»), επιγράφεται «Ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού» και προβλέπει τα ακόλουθα:
«Όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της [Σ]υνθήκης, οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή. […]»
10.
Σε σχέση με την προηγούμενη διάταξη, η αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού 1/2003 διευκρινίζει τα εξής:
«Στο πλαίσιο ενός συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων και προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της ομοιόμορφης εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, πρέπει να αποφεύγεται η έκδοση αντικρουόμενων αποφάσεων. Επιβάλλεται συνεπώς να αποσαφηνισθούν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα αποτελέσματα των αποφάσεων της Επιτροπής και των διαδικασιών στα δικαστήρια και τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών. Οι αποφάσεις δέσμευσης που λαμβάνονται από την Επιτροπή δεν θίγουν τις εξουσίες των δικαστηρίων και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της [Σ]υνθήκης.»
Η αρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδίδει αποφάσεις περί αναλήψεως δεσμεύσεων
11.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, το οποίο περιέχεται στο κεφάλαιο III («Αποφάσεις της Επιτροπής») και επιγράφεται «Αναλήψεις δεσμεύσεων», ορίζει τα εξής:
«Όταν η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί την παύση μιας παράβασης και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσφέρονται να αναλάβουν ορισμένες δεσμεύσεις για να ανταποκριθούν στις αντιρρήσεις της Επιτροπής κατά την προκαταρκτική της εκτίμηση, τότε η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να καταστήσει αυτές τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δύναται να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πρέπει να συμπεραίνει ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι να αναλάβει δράση η Επιτροπή.»
12.
Στην αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1/2003 παρατίθενται οι ακόλουθες διευκρινιστικές επισημάνσεις επί της διατάξεως αυτής:
«Όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας που μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή απαγόρευσης, συμφωνίας ή πρακτικής, επιχειρήσεις προτείνουν στην Επιτροπή να αναλάβουν δεσμεύσεις ικανές να παραμερίσουν τις αντιρρήσεις της, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να καθιστά τις δεσμεύσεις αυτές υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις, εκδίδοντας σχετική απόφαση. Οι αποφάσεις δέσμευσης θα πρέπει να διαπιστώνουν ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι δράσης από μέρους της Επιτροπής, δίχως να συνάγουν ότι υπήρχε ή ότι εξακολουθεί να υπάρχει παράβαση. Οι αποφάσεις δέσμευσης δεν θίγουν την αρμοδιότητα των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών να προβαίνουν στη σχετική διαπίστωση και να αποφασίζουν ως προς την υπόθεση. Σε περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή σκοπεύει να επιβάλει πρόστιμο, δεν ενδείκνυνται αποφάσεις δέσμευσης.»
III. Το ιστορικό της διαφοράς
Η συμβατική σχέση μεταξύ Gasorba και Repsol
13.
Η Gasorba SL (στο εξής: Gasorba) εκμεταλλεύεται πρατήριο υγρών καυσίμων στην περιοχή Orba εντός της ισπανικής επαρχίας Αλικάντε. Εταίροι της Gasorba είναι η Josefa Rico Gil, ο Antonio Ferrándiz González, καθώς και τα δύο τέκνα τους.
14.
Το πρατήριο υγρών καυσίμων βρίσκεται σε ακίνητο επί του οποίου η J. Rico Gil και ο A. Ferrándiz González συνέστησαν δικαίωμα επικαρπίας υπέρ της κυριότερης ισπανικής εταιρίας πετρελαιοειδών, της Repsol Comercial de Productos Petrolíferos SA (στο εξής: Repsol) με σύμβαση της 15ης Φεβρουαρίου 1993 ( 5 ). Με δεύτερη σύμβαση, η οποία συνάφθηκε την ίδια ημέρα, η Repsol εκμίσθωσε για 25 έτη το ακίνητο, συμπεριλαμβανομένου του πρατηρίου υγρών καυσίμων, στον A. Ferrándiz González ( 6 ). Αργότερα, στις 12 Νοεμβρίου 1994, η Gasorba υποκαταστάθηκε, με τη συγκατάθεση της Repsol, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των J. Rico Gil και A. Ferrándiz González από τις δύο συμβάσεις.
15.
Βάσει της συμβάσεως μισθώσεως, η Gasorba όφειλε καθ’ όλη τη διάρκεια της μισθώσεως να προμηθεύεται αποκλειστικώς από τη Repsol τα καύσιμα που διέθετε προς πώληση στο πρατήριό της. Επιπλέον, η Repsol ενημέρωνε τακτικά την Gasorba για τις ανώτατες τιμές πωλήσεως των καυσίμων στο κοινό. Η μισθώτρια όμως επιτρεπόταν να παρέχει εκπτώσεις στους πελάτες σε βάρος της δικής της προμήθειας και χωρίς να μειώνονται τα έσοδα της Repsol.
Οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η Repsol έναντι της Επιτροπής και η απόφαση 2006/446/ΕΚ
16.
Οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Repsol και των μισθωτών των πρατηρίων της –όπως και μεταξύ της Repsol και της Gasorba– είχαν καταστεί, σε επίπεδο Ένωσης, αντικείμενο διαδικασίας του δικαίου των συμπράξεων με βάση τον κανονισμό 1/2003 ( 7 ). Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή, ως ευρωπαϊκή αρχή ανταγωνισμού, διατύπωσε τις αντιρρήσεις της, υπό το πρίσμα των κανόνων ανταγωνισμού, σχετικά με τη συμβατότητα προς το άρθρο 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) των μακροπρόθεσμων συμφωνιών προμήθειας, οι οποίες συνδυάζονταν με απαγόρευση του ανταγωνισμού, μεταξύ της Repsol και συγκεκριμένων μισθωτών πρατηρίων υγρών καυσίμων στην Ισπανία. Η Επιτροπή ανησυχούσε για τη δημιουργία αποτελέσματος στεγανοποιήσεως της ισπανικής αγοράς λιανικής πωλήσεως καυσίμων.
17.
Κατόπιν τούτου, η Repsol πρότεινε να αναλάβει ορισμένες δεσμεύσεις έναντι της Επιτροπής με τις οποίες η επιχείρηση θα δεσμευόταν ιδίως να μη συνάπτει στο μέλλον μακροπρόθεσμες συμφωνίες αποκλειστικότητας και να παρέχει οικονομικό κίνητρο στους ενδιαφερόμενους μισθωτές πρατηρίων υγρών καυσίμων, ώστε αυτοί να τερματίζουν πρόωρα τις υφιστάμενες μακροπρόθεσμες συμφωνίες προμήθειας που είχαν συνάψει με τη Repsol. Επίσης, η Repsol δεσμεύθηκε να μην αγοράσει, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, κανένα ανεξάρτητο και μη εφοδιαζόμενο αποκλειστικά από αυτήν πρατήριο υγρών καυσίμων ( 8 ).
18.
Τον Οκτώβριο του 2004, η Επιτροπή περιέλαβε, αρχικώς, τις εν λόγω δεσμεύσεις της Repsol σε ανακοίνωση εκδοθείσα με βάση το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003 ( 9 ) και εν συνεχεία τις κατέστησε υποχρεωτικές, στις 12 Απριλίου 2006, με την απόφαση 2006/446/ΕΚ ( 10 ), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, ενώ συγχρόνως κήρυξε περατωθείσα την κινηθείσα βάσει του δικαίου των συμπράξεων διαδικασία κατά της Repsol.
19.
Το διατακτικό της αποφάσεως 2006/446 έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Οι δεσμεύσεις […] είναι υποχρεωτικές για τη [Repsol].
Άρθρο 2
Κηρύσσεται περατωθείσα η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται από την ημερομηνία της κοινοποιήσεώς της στη [Repsol] έως και την 31η Δεκεμβρίου 2011.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη:
[Repsol]
[…]».
Η διαφορά μεταξύ Gasorba και Repsol ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων
20.
Μετά την έκδοση της αποφάσεως 2006/446, η Gasorba, καθώς και οι J. Rico Gil και A. Ferrándiz González επιχείρησαν να λύσουν τη συμβατική τους σχέση με τη Repsol και άσκησαν από κοινού αγωγή κατά της Repsol στις 17 Απριλίου 2008 ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων που είχαν συναφθεί το 1993 με βάση το άρθρο 81, παράγραφος 2, ΕΚ (νυν άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ), καθώς και την καταβολή αποζημιώσεως ( 11 ). Κατ’ ουσίαν, στήριξαν τα αιτήματά τους, αφενός, στον καθορισμό των τελικών τιμών πωλήσεως στους καταναλωτές από τη Repsol και, αφετέρου, στη μακρά διάρκεια της συμφωνίας αποκλειστικής προμήθειας η οποία υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο βάσει των κανονισμών (ΕΟΚ) 1984/83 ( 12 ) και (ΕΚ) 2790/1999 ( 13 ) οι οποίοι ρυθμίζουν τις απαλλαγές κατά κατηγορία. Εντούτοις, τα αιτήματά τους δεν έγιναν δεκτά ούτε στον πρώτο βαθμό ενώπιον του Juzgado Mercantil no 4 de Madrid ( 14 ) ούτε στον δεύτερο βαθμό ενώπιον του Audiencia Provincial de Madrid ( 15 ).
21.
Εν τω μεταξύ, η διαφορά εκκρεμεί ενώπιον του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία), ήτοι ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ( 16 ). Αυτό επισημαίνει ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν μπορούν να τύχουν απαλλαγής κατά κατηγορία βάσει του κανονισμού 2790/1999, διότι η Repsol κατέχει, ή κατείχε κατά τον χρόνο συνάψεως των συμβάσεων, μερίδιο της αγοράς ανώτερο του 30 %. Ωστόσο, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) διερωτάται αν η απόφαση 2006/446 παράγει, ενδεχομένως, απαλλακτικό αποτέλεσμα για τις επίμαχες συμβάσεις και αν η απόφαση αυτή κωλύει τα εθνικά δικαστήρια να εξετάσουν τη νομιμότητα των εν λόγω συμβάσεων.
IV. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22.
Με διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 2016, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Οκτωβρίου 2016, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) –πολιτικό τμήμα– υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Έχει το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 την έννοια ότι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 2006, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση COMP/B‑1/38.348 – Repsol CPP) αντιτίθεται στην εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων κήρυξη της ακυρότητας των συμβάσεων τις οποίες αφορά η ως άνω απόφαση, λόγω της διάρκειας ισχύος της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας, καίτοι οι εν λόγω συμβάσεις μπορούν κάλλιστα να κηρυχθούν άκυρες για άλλους λόγους, όπως παραδείγματος χάρη λόγω της κατώτατης τιμής πωλήσεως στο κοινό την οποία επιβάλλει ο προμηθευτής στον αγοραστή (ή μεταπωλητή);
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ως άνω ερώτημα, έχουν οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων την έννοια ότι μπορούν να τύχουν ατομικής απαλλαγής υπό τους όρους του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, με βάση την ως άνω απόφαση;
23.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Gasorba, η Repsol, η Ισπανική και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις.
V. Εκτίμηση
24.
Στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο θίγει το ζήτημα του δεσμευτικού αποτελέσματος που αναπτύσσουν για τα εθνικά δικαστήρια οι αποφάσεις τις οποίες εκδίδει η Επιτροπή ως ευρωπαϊκή αρχή ανταγωνισμού. Το ζήτημα τούτο προκάλεσε συζητήσεις προσφάτως, κυρίως, στον τομέα του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων ( 17 ). Ωστόσο, όπως μαρτυρά η εξεταζόμενη υπόθεση η εν λόγω προβληματική μπορεί να έχει πρακτική σημασία και για την εφαρμογή του δικαίου των συμπράξεων στο πλαίσιο της Ένωσης.
25.
Ωστόσο, η προβληματική αυτή αποκτά διαφορετικό πρόσημο σε σχέση με το δίκαιο των συμπράξεων της Ένωσης, καθόσον στο πλαίσιο αυτό ίσχυε ανέκαθεν ένα σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων ( 18 ), βάσει του οποίου τόσο η Επιτροπή όσο και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια καλούνται να εφαρμόσουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρα 81 και 82 ΕΚ). Επίσης, το άρθρο 16 του κανονισμού 1/2003 συνιστά ρητή διάταξη του δικαίου της Ένωσης που σκοπεί να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης που διέπουν τις συμπράξεις.
26.
Πιο συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να διευκρινισθεί αν και κατά πόσον τα εθνικά δικαστήρια διαθέτουν ευχέρεια εκτιμήσεως ως προς την εφαρμογή του δικαίου των συμπράξεων της Ένωσης, όταν η Επιτροπή έχει εκδώσει ήδη απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων για συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απορρέει από τον συνδυασμό του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003.
A. A. Επί της αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων να διαπιστώνουν την ακυρότητα συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων κατόπιν αποφάσεως περί αναλήψεως δεσμεύσεων που έχει εκδώσει η Επιτροπή (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
27.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της προκειμένης υποθέσεως βρίσκεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 κωλύει εθνικό δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων με βάση το άρθρο 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όταν η Επιτροπή έχει εκδώσει ήδη απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων για την εν λόγω συμφωνία, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, και στο πλαίσιο της αποφάσεως αυτής έχει δεχθεί τις σχετικές δεσμεύσεις και τις έχει καταστήσει υποχρεωτικές. Το ερώτημα τούτο συνδέεται με την απόφαση 2006/446, μια απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων η οποία στηρίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και αφορά τη σχέση της Repsol με τους Ισπανούς επιχειρηματίες που εκμεταλλεύονται πρατήρια υγρών καυσίμων.
28.
Βεβαίως, από τυπικής απόψεως, οι αποφάσεις της Επιτροπής οι οποίες –όπως η απόφαση 2006/446– απευθύνονται σε συγκεκριμένους αποδέκτες είναι δεσμευτικές μόνο για αυτούς ως προς όλα τα μέρη τους (άρθρο 288, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ), δηλαδή στην εξεταζόμενη περίπτωση μόνο για τη Repsol (βλ. άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως). Εντούτοις, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου των συμπράξεων σε επίπεδο Ένωσης στο πλαίσιο ενός αποκεντρωμένου συστήματος, το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003 προβλέπει, επιπλέον, ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με απόφαση την οποία έχει λάβει ήδη η Επιτροπή όσον αφορά συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
29.
Είναι αυτονόητο ότι αυτή η απαγόρευση παρεκκλίσεως που απορρέει από το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, καλύπτει και τις αποφάσεις περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εκδίδει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003. Πράγματι, το άρθρο 16, παράγραφος 1, εφόσον δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο τύπο αποφάσεων, καλύπτει κάθε είδους απόφαση που μπορεί να λάβει η Επιτροπή με βάση τον κανονισμό 1/2003 ( 19 ).
30.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η απαγόρευση παρεκκλίσεως, όπως την προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ρυθμιστικό περιεχόμενο της εκάστοτε αποφάσεως της Επιτροπής.
31.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το ρυθμιστικό περιεχόμενο της αποφάσεως 2006/446 της Επιτροπής, με την οποία συνδέεται το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, συνίσταται μόνο στο να καταστούν υποχρεωτικές για συγκεκριμένη χρονική περίοδο οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η Repsol όσον αφορά τη σχέση της με τους Ισπανούς επιχειρηματίες που εκμεταλλεύονται πρατήρια υγρών καυσίμων (βλ. άρθρα 1 και 3 της εν λόγω αποφάσεως) και να περατωθεί η βάσει του δικαίου των συμπράξεων διαδικασία κατά της Repsol (βλ. άρθρο 2 της αποφάσεως). Αντιθέτως, η απόφαση 2006/446 δεν περιέχει καμία δεσμευτική διαπίστωση σχετικά με τη νομιμότητα των συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας που είχαν συναφθεί μεταξύ της Repsol και των μισθωτών των πρατηρίων της.
32.
Αυτό το ρυθμιστικό περιεχόμενο της αποφάσεως 2006/446 εξηγείται υπό το φως της νομικής φύσεως και της λειτουργίας μιας αποφάσεως περί αναλήψεως δεσμεύσεων στο σύστημα του κανονισμού 1/2003. Χαρακτηριστικό αυτού του είδους αποφάσεων είναι, δηλαδή, ιδίως το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προβαίνει με αυτήν σε ενδελεχείς εκτιμήσεις των συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά περιορίζεται μόνο σε προσωρινές εκτιμήσεις με σκοπό την αποτελεσματική περάτωση της διαδικασίας και, ιδίως, δεν διαπιστώνει παραβάσεις του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ ( 20 ).
33.
Συνεπώς, απόφαση η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, όπως η εξεταζόμενη εν προκειμένω απόφαση 2006/446, δεν κωλύει τα εθνικά δικαστήρια να ελέγξουν αν οι επίμαχες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων συνάδουν με τους κανόνες ανταγωνισμού του δικαίου των συμπράξεων της Ένωσης και να ασκήσουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την εξουσία τους περί εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (βλ., σχετικά, και άρθρο 6 του κανονισμού 1/2003). Συναφώς, δεν έχει σημασία αν πρόκειται για ζητήματα του δικαίου του ανταγωνισμού τα οποία έχουν εξετασθεί ήδη συνοπτικά από την Επιτροπή στην απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων ή για εντελώς νέα ζητήματα τα οποία ουδόλως έχει εξετάσει η Επιτροπή.
34.
Το ανωτέρω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται, επίσης, εάν ληφθεί υπόψη το προοίμιο του κανονισμού 1/2003. Από αυτό προκύπτει, τόσο από την αιτιολογική σκέψη 13, τρίτη περίοδος, όσο και από την αιτιολογική σκέψη 22, τελευταία περίοδος, ότι μια απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εκδίδει η Επιτροπή δεν κωλύει επ’ ουδενί τις αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών να αποφασίζουν επί της υποθέσεως, καθώς και να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και να διαπιστώνουν εν ανάγκη την ύπαρξη παραβάσεων.
35.
Τούτο δεν σημαίνει ότι απόφαση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 δεν θα είχε καμία νομική ισχύ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Πιο συγκεκριμένα, αφενός, μια τέτοια απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων καθιστά υποχρεωτικές τις δεσμεύσεις των επιχειρήσεων, ώστε η τήρησή τους να μπορεί να ζητηθεί, εν ανάγκη, με την άσκηση αγωγής από κάθε ενδιαφερόμενο τρίτο. Αφετέρου, η απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων περιέχει προσωρινή εκτίμηση της Επιτροπής βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού όσον αφορά συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 21 ), την οποία δεν μπορούν να αγνοήσουν τα εθνικά δικαστήρια. Αντιθέτως, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ), καθώς και ο γενικός σκοπός της κατά το δυνατόν πιο αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου των συμπράξεων στο πλαίσιο της Ένωσης επιτάσσουν ο εθνικός δικαστής να θεωρεί την εκτίμηση εκ μέρους της Επιτροπής ως σοβαρή ένδειξη και μάλιστα ως αρχή αποδείξεως για το ότι η εξεταζόμενη συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων συνιστά παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, να λαμβάνει υπόψη δεόντως την εκτίμηση αυτή και να συμβουλεύεται την Επιτροπή όταν προτίθεται να παρεκκλίνει από τη δική της θέση ( 22 ). Ωστόσο, η εκτίμηση της Επιτροπής υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού η οποία περιέχεται σε απόφαση που εκδίδεται με βάση το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 είναι συνοπτική και προσωρινή και για τον λόγο αυτόν δεν δύναται, εν τέλει, να εμποδίσει το εθνικό δικαστήριο να καταλήξει σε εντελώς ή εν μέρει διαφορετικό συμπέρασμα για την ίδια υπόθεση κατόπιν περαιτέρω ερευνών και εκτενέστερης εξετάσεως.
36.
Η Repsol αντιτείνει ότι δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ασφάλειας δικαίου το να στηρίζεται η Επιτροπή στις αναληφθείσες δεσμεύσεις και να περατώνει την ενώπιόν της διαδικασία ελέγχου συμπράξεως που αφορά συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων και, παράλληλα, εθνικό δικαστήριο να κρίνει ότι η ίδια συμφωνία είναι αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού και, επομένως, άκυρη κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
37.
Η ένσταση αυτή όμως δεν είναι πειστική. Η Repsol δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορά μεταξύ αποφάσεως βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, η οποία περιορίζεται μόνο σε συνοπτική εξέταση εκ μέρους της Επιτροπής κυρίως για λόγους αποτελεσματικότητας, και αποφάσεως βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, η οποία στηρίζεται σε λεπτομερή ανάλυση υπό το φως του δικαίου του ανταγωνισμού και εκδίδεται κατά το πέρας πλήρους διαδικασίας ελέγχου συμπράξεως. Αυτή τη θεμελιώδη διαφορά ανέδειξε το Δικαστήριο στην υπόθεση Alrosa απορρίπτοντας ρητώς τη διαφορετική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου την οποία επικαλείται, εν προκειμένω, η Repsol ( 23 ).
38.
Το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή δέχεται τις δεσμεύσεις επιχειρήσεως και τις καθιστά υποχρεωτικές με απόφαση που εκδίδει βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η ευρωπαϊκή αρχή ανταγωνισμού επιδοκιμάζει τη μέχρι τούδε συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως στην αγορά και ότι την αναγνωρίζει ως σύμφωνη προς το δίκαιο του ανταγωνισμού. Αντιθέτως, με τέτοια απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων –επομένως και με την επίδικη, εν προκειμένω, απόφαση 2006/446– η Επιτροπή διευκρινίζει απλώς ότι οι αντιρρήσεις της έχουν αρθεί και δεν συντρέχουν πλέον λόγοι για την εκ μέρους της ανάληψη δράσεως ( 24 ).
39.
Ασφαλώς, οι δεσμεύσεις τις οποίες αναλαμβάνει επιχείρηση έναντι της Επιτροπής, στο πλαίσιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, πρέπει να μπορούν να μετριάσουν ή και να επανορθώσουν τις τυχόν αντίθετες προς τον ανταγωνισμό επιπτώσεις μιας συμπεριφοράς στην αγορά. Από αυτό όμως δεν συνάγεται ότι η απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εκδίδει η Επιτροπή «νομιμοποιεί» τη συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως στην αγορά και πάντως όχι αναδρομικώς.
40.
Το νόημα του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, που το καθιστά μάλιστα ελκυστικό για τους εφαρμοστές του δικαίου των συμπράξεων της Ένωσης, είναι διττό: αφενός, παρέχει στην Επιτροπή, ως αρχή ανταγωνισμού, τη δυνατότητα να διεκπεραιώνει κατά τρόπο όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό σε σχέση με τη διαχείριση των πόρων τα καθήκοντά της για τα οποία ισχύει η αρχή της σκοπιμότητας. Αφετέρου, βάσει της εν λόγω διατάξεως, οι οικείες επιχειρήσεις μπορούν να αναλαμβάνουν δεσμεύσεις έναντι της Επιτροπής προκειμένου να αποφύγουν τη βλαπτική για αυτές διαπίστωση εκ μέρους της Επιτροπής περί παραβάσεως του ανταγωνισμού, καθώς και την ενδεχομένως επαπειλούμενη επιβολή χρηματικού προστίμου ( 25 ).
41.
Κατά τα λοιπά διατηρείται η ευθύνη κάθε επιχειρήσεως για τη συμπεριφορά της στην αγορά η οποία έχει κομβική σημασία για το συνολικό σύστημα του κανονισμού 1/2003. Αυτή η ευθύνη της επιχειρήσεως δεν μπορεί να αρθεί ούτε με την απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εκδίδει η Επιτροπή.
42.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, επιβάλλεται η διαπίστωση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 ότι απόφαση περί δεσμεύσεων, την οποία εκδίδει η Επιτροπή με βάση το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού όσον αφορά συγκεκριμένες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, δεν κωλύει τα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αν οι συμφωνίες αυτές συνάδουν με τους κανόνες του ανταγωνισμού και να διαπιστώνουν, ενδεχομένως, την ακυρότητά τους δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
B. B. Επί της απουσίας απαλλακτικού αποτελέσματος των αποφάσεων περί αναλήψεως δεσμεύσεων που εκδίδει η Επιτροπή (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
43.
Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η απόφαση 2006/446 –απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003– αναπτύσσει αποτελέσματα ατομικής απαλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ) σε σχέση με τις μακροπρόθεσμες συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας τις οποίες αφορά.
44.
Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα. Εφόσον όμως θεωρώ ως δεδομένο, όπως επισήμανα ήδη, ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, θα εξετάσω στη συνέχεια το δεύτερο ερώτημα μόνον επικουρικώς και με σκοπό να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο όλα τα χρήσιμα στοιχεία για τη ορθή επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
45.
Σε κανένα σημείο της αποφάσεως 2006/446 δεν αναφέρεται ρητώς ότι η Επιτροπή χορηγεί ατομική απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ για τις μακροπρόθεσμες συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας που είχε συνάψει η Repsol με τους μισθωτές των πρατηρίων της. Αντιθέτως, στην εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή περιορίζεται στο να καταστήσει υποχρεωτικές συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Repsol έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011 και να περατώσει την τρέχουσα κατά την περίοδο εκείνη διαδικασία ελέγχου συμπράξεως κατά της Repsol.
46.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται ούτε έμμεση χορήγηση ατομικής απαλλαγής. Πιο συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμαναν οι περισσότεροι μετέχοντες στη διαδικασία, οποιαδήποτε ατομική απαλλαγή κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θα προϋπέθετε κατ’ ανάγκη τη διαπίστωση απαγορευόμενου περιορισμού του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 26 ). Μια τέτοια διαπίστωση όμως δεν παρατίθεται σε κανένα σημείο της αποφάσεως 2006/446 όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας με τους μισθωτές των πρατηρίων της Repsol στην Ισπανία.
47.
Εξάλλου, για λόγους που άπτονται της φύσεως της υποθέσεως, η απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων δεν περιέχει διαπιστώσεις σχετικά με την ύπαρξη συμπεριφοράς αντίθετης προς τον ανταγωνισμό. Και τούτο διότι, όπως επισημάνθηκε ήδη, χαρακτηριστικό των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, στις οποίες συγκαταλέγεται και η επίδικη απόφαση 2006/446, είναι το γεγονός ότι η Επιτροπή πραγματοποιεί με αυτές μια προσωρινή εκτίμηση της καταστάσεως του ανταγωνισμού χωρίς να λαμβάνει θέση οριστικά ως προς την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 27 ).
48.
Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ένας από τους βασικούς σκοπούς της μεταρρυθμίσεως που πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 1/2003 συνίστατο στην κατάργηση της χορηγήσεως διοικητικών ατομικών απαλλαγών από την Επιτροπή. Την 1η Μαΐου 2004, λοιπόν, πραγματοποιήθηκε η μετάβαση σε ένα σύστημα εκ του νόμου απαλλαγής, στο πλαίσιο του οποίου δεν προβλέπονται πλέον εξατομικευμένες αποφάσεις της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (βλ., σχετικά, το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και το άρθρο 6, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 1/2003).
49.
Έκτοτε, η Επιτροπή μπορεί να λάβει απόφαση για μεμονωμένη περίπτωση, στην οποία απλώς διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μόνο σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο στο πλαίσιο αποφάσεως εκδιδόμενης βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1/2003 («Διαπίστωση του ανεφάρμοστου») ( 28 ), αλλά όχι στο πλαίσιο αποφάσεως που εκδίδεται βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, όπως η εξεταζόμενη εν προκειμένω.
50.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση 2006/446 αναπτύσσει αποτελέσματα ατομικής απαλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε σχέση με τις μακροπρόθεσμες συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας μεταξύ της Repsol και των Ισπανών μισθωτών των πρατηρίων της.
VI. Πρόταση
51.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω αναπτύξεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) ως εξής:
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 έχει την έννοια ότι απόφαση περί αναλήψεως δεσμεύσεων, την οποία εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με βάση το άρθρο 9, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού όσον αφορά συγκεκριμένες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, δεν κωλύει τα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αν οι συμφωνίες αυτές συνάδουν με τους κανόνες του ανταγωνισμού και να διαπιστώνουν, ενδεχομένως, την ακυρότητά τους δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), στο εξής: κανονισμός 1/2003.
( 3 ) Βλ., σχετικά, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Alrosa (C‑441/07 P, EU:C:2010:377).
( 4 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απoφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio (C‑217/05, EU:C:2006:784), της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, CEPSA (C‑279/06, EU:C:2008:485), και της 2ας Απριλίου 2009, Pedro IV Servicios (C‑260/07, EU:C:2009:215), καθώς και τις διατάξεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Lubricarga (C‑506/07, EU:C:2009:504), της 27ης Μαρτίου 2014, Bright Service (C‑142/13, EU:C:2014:204), και της 4ης Δεκεμβρίου 2014, Estación de Servicio Pozuelo 4 (C‑384/13, EU:C:2014:2425).
( 5 ) Το δικαίωμα επικαρπίας καλύπτει και τη διοικητική άδεια λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων.
( 6 ) Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται, συναφώς, σε «διασταυρούμενες συμβάσεις».
( 7 ) Σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εκείνης συνιστούσαν οι συμφωνίες και τα σχέδια συμβάσεων που η Repsol είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε πριν από τον κανονισμό 1/2003. Η κοινοποίηση αυτή όμως κατέστη άκυρη με την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού 1/2003 την 1η Μαΐου 2004 (βλ., σχετικά, άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003).
( 8 ) Βλ., σχετικά με το περιεχόμενο των δεσμεύσεων, τις επισημάνσεις της Επιτροπής στο σημείο 2 της περιλήψεως της αποφάσεως 2006/446 (ΕΕ 2006, L 176, σ. 104).
( 9 ) Ανακοίνωση που δημοσιεύεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου για την υπόθεση COMP/B‑1/38348 – Repsol CPP (ΕΕ 2004, C 258, σ. 7).
( 10 ) Απόφαση 2006/446/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 2006, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση COMP/B‑1/38348 – Repsol CPP), που κοινοποιήθηκε υπό τον αριθμό Ε(2006) 1548 και δημοσιεύθηκε σε περίληψη στην ΕΕ 2006, L 176, σ. 104. Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως 2006/446 διατίθεται μόνο στο διαδίκτυο στον ιστότοπο της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού: (τελευταία επίσκεψη στις 11 Ιουλίου 2017).
( 11 ) Η Repsol διατείνεται ότι και αυτή έχει ασκήσει αγωγή κατά της Gasorba ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου της Μαδρίτης. Επίσης υποστηρίζει ότι πριν ασκηθούν οι δύο αγωγές οι διάδικοι είχαν διαφωνήσει εξωδικαστικώς ως προς τον τρόπο λύσεως της συμβάσεως προμήθειας και, κατόπιν τούτου, η Repsol κατήγγειλε τη σύμβαση, ενώ η Gasorba αμφισβήτησε τη νομιμότητα της εν λόγω καταγγελίας. Η Repsol προσάπτει στην Gasorba ότι επικαλείται καταχρηστικώς το δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης.
( 12 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1984/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας (ΕΕ 1983, L 173, σ. 5).
( 13 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2790/1999 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1999, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (ΕΕ 1999, L 336, σ. 21).
( 14 ) Εμποροδικείο υπ’ αριθ. 4 της Μαδρίτης· η απόφασή του εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου 2011.
( 15 ) Εφετείο της Μαδρίτης· η απόφασή του εκδόθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2014.
( 16 ) Κατ’ αναίρεση διαδικασία υπ’ αριθ. 757/2014.
( 17 ) Αφορμή για την έναρξη των σχετικών συζητήσεων αποτέλεσε η απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755), και η διάταξη της 4ης Απριλίου 2014, Flughafen Lübeck (C‑27/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:240), όπου εξετάζονται τα αποτελέσματα τα οποία αναπτύσσουν οι αποφάσεις της Επιτροπής, κατά την έννοια του νυν άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015 (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9), ως προς τις εθνικές δικαστικές διαδικασίες.
( 18 ) Αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1969, Wilhelm κ.λπ. (14/68, EU:C:1969:4, σκέψη 3), και της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Toshiba Corporation κ.λπ. (C‑17/10, EU:C:2012:72, σκέψη 81).
( 19 ) Ομοίως, η απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Toshiba Corporation κ.λπ. (C‑17/10, EU:C:2012:72, σκέψη 87), σε σχέση με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
( 20 ) Αιτιολογική σκέψη 13, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1/2003· βλ., επίσης, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Alrosa (C‑441/07 P, EU:C:2010:377, ιδίως σκέψη 35).
( 21 ) Τούτο ισχύει και για αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και για τη συμπεριφορά επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση στην αγορά κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
( 22 ) Βλ., συναφώς, και την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των δικαστηρίων των κρατών μελών της ΕΕ κατά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 ΕΚ (ΕΕ 2004, C 101, σ. 54).
( 23 ) Απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Alrosa (C‑441/07 P, EU:C:2010:377, σκέψεις 35, 38, 40 και 46 έως 48)· βλ., συμπληρωματικώς, τις προτάσεις μου στην υπόθεση εκείνη (EU:C:2009:555, σημεία 47 έως 51).
( 24 ) Βλ. σχετικά, εκ νέου, αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1/2003.
( 25 ) Στο ίδιο πνεύμα και οι προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Alrosa (C‑441/07 P, EU:C:2009:555, σημείο 60).
( 26 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Slovenská sporiteľňa (C‑68/12, EU:C:2013:71, σκέψη 30). Βλ., για το όλο ζήτημα, και το σημείο 11 της ανακοινώσεως της Επιτροπής «Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της συνθήκης» (ΕΕ 2004, C 101, σ. 97)· τούτο ορίζει ότι η αξιολόγηση με βάση το άρθρο 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) γίνεται σε δύο στάδια και τα ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα μιας συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων εξετάζονται κατά το άρθρο 81, παράγραφος 3, ΕΚ μόνον εάν έχει προηγηθεί η διαπίστωση περί αντιανταγωνιστικού αντικειμένου ή περί αντιανταγωνιστικών αποτελεσμάτων με βάση το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
( 27 ) Βλ. σχετικά, εκ νέου, αιτιολογική σκέψη 13, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1/2003, καθώς και τις παρατηρήσεις μου επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, ιδίως στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) Βλ., σχετικά, και αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 1/2003.