ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 14ης Δεκεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑577/16
Trinseo Deutschland Anlagengesellschaft mbH
κατά
Bundesrepublik Deutschland
[αίτηση του Verwaltungsgericht Berlin
(διοικητικού πρωτοδικείου του Βερολίνου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Περιβάλλον – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Άρθρο 2, παράγραφος 1 – Πεδίο εφαρμογής – Έμμεσες εκπομπές προκαλούμενες από την παραγωγή της θερμότητας την οποία προμηθεύει τρίτη εγκατάσταση – Μη συνυπολογισμός – Παράρτημα I – Τομέας χημικών προϊόντων – Έννοια της παραγωγής χύδην οργανικών χημικών προϊόντων με πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες – Παραγωγή πολυμερών, και ιδίως του πολυμερούς πολυκαρβονικού – Περιλαμβάνεται – Άρθρο 10α – Απόφαση 2011/278/ΕΕ – Δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής – Δεν έχει άμεση εφαρμογή»
I. Εισαγωγή
1.
Με απόφαση της 3ης Νοεμβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Νοεμβρίου 2016, το Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικό πρωτοδικείο του Βερολίνου, Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 1 και του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ ( 2 ), καθώς και της αποφάσεως 2011/278/ΕΕ ( 3 ).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Trinseo Deutschland AnlagengesellschaftmbH (στο εξής: Trinseo) και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), όπως εκπροσωπείται από την Umweltbundesamt (Ομοσπονδιακή Αρχή Περιβάλλοντος, Γερμανία), με αντικείμενο την άρνηση της Deutsche Emissionshandelsstelle (γερμανικής υπηρεσίας για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής, Γερμανία, στο εξής: DEHSt) να κατανείμει δωρεάν δικαιώματα εκπομπής σε εγκατάσταση παραγωγής πολυκαρβονικού την οποίαν εκμεταλλεύεται η Trinseo (στο εξής: επίδικη εγκατάσταση).
3.
Η εν λόγω άρνηση στηρίχθηκε στις διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της οδηγίας 2009/29 στο γερμανικό δίκαιο. Η οδηγία αυτή διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής στον τομέα των χημικών προϊόντων από την τρίτη περίοδο εμπορίας (2013-2020). Προς τον σκοπό αυτόν, η εν λόγω οδηγία εισήγαγε, μεταξύ άλλων, στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2003/87, την εξής διάταξη, η οποία απαριθμεί τις δραστηριότητες που υπάγονται στο σύστημα εμπορίας: «Παραγωγή χύδην οργανικών χημικών προϊόντων με πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες, παραγωγικού δυναμικού άνω των 100 τόνων την ημέρα» (στο εξής: επίδικη διάταξη).
4.
Η διάταξη της γερμανικής νομοθετικής ρυθμίσεως για τη μεταφορά της επίδικης διατάξεως στο γερμανικό δίκαιο εισήγαγε εξαντλητικό κατάλογο των χημικών προϊόντων τα οποία αφορά η δραστηριότητα αυτή, στον οποίον δεν περιέχονται τα πολυμερή που παράγει η επίδικη εγκατάσταση ( 4 ). Δεδομένου ότι, βάσει της ρυθμίσεως αυτής, η παραγωγή πολυμερών δεν ενέπιπτε στο σύστημα εμπορίας, η DEHSt απέρριψε το αίτημα της εν λόγω εγκαταστάσεως να της κατανεμηθούν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής.
5.
Επισημαίνω ότι το περιεχόμενο της γερμανικής νομοθετικής ρυθμίσεως προκάλεσε δύο ειδών αντιδράσεις εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
6.
Αφενός, η Επιτροπή κίνησε κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διαδικασία λόγω παραβάσεως, η οποία συνίσταται σε ελλιπή μεταφορά της οδηγίας 2003/87, λόγω της εξαίρεσης της παραγωγής πολυμερών από το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής ( 5 ).
7.
Αφετέρου, με την απόφαση 2013/448/ΕΕ, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο κατάλογος των εγκαταστάσεων που περιέχεται στα γερμανικά εθνικά μέτρα εκτελέσεως ήταν ελλιπής, καθόσον δεν περιλάμβανε τις εγκαταστάσεις παραγωγής πολυμερών ( 6 ). Επιπλέον, όσον αφορά τη θερμότητα που παρέχεται στις εγκαταστάσεις αυτές, η Επιτροπή έκρινε ότι τα εν λόγω μέτρα προέβλεπαν εσφαλμένως τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων όχι στις εν λόγω εγκαταστάσεις, αλλά σε εκείνες που παρείχαν τη θερμότητα ( 7 ). Στο μέτρο αυτό, η Επιτροπή απέρριψε τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων που προέβλεπαν τα γερμανικά μέτρα εκτελέσεως στις εν λόγω εγκαταστάσεις παροχής θερμότητας ( 8 ). Η απόρριψη αυτή της Επιτροπής, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό από τα γερμανικά μέτρα εκτελέσεως των εγκαταστάσεων παραγωγής πολυμερών, όπως η επίδικη εγκατάσταση, είχε ως αποτέλεσμα να αποκλειστεί κάθε δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται στις εγκαταστάσεις αυτές.
8.
Έτσι, στη διαφορά της κύριας δίκης, από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Trinseo προκύπτει ότι ούτε η επίδικη εγκατάσταση ούτε η εταιρία Dow Deutschland Anlagengesellschaft mbH (στο εξής: Dow), η οποία της παρείχε την αναγκαία για την παραγωγή πολυμερών θερμότητα, έλαβαν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για την παραγωγή της θερμότητας αυτής.
9.
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν η παραγωγή πολυμερών, και ιδίως του πολυμερούς πολυκαρβονικού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της επίδικης νομοθετικής ρυθμίσεως και, ως εκ τούτου, της οδηγίας 2003/87.
10.
Προτίθεμαι να προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι η δραστηριότητα αυτή εμπίπτει όντως στο πεδίο εφαρμογής της επίδικης διατάξεως, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87 μόνον εφόσον προκύπτουν κατά τη δραστηριότητα αυτή καθεαυτήν εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2), ανεξαρτήτως των εμμέσων εκπομπών, όπως αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση.
11.
Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν το άρθρο 10α της οδηγίας 2003/87 και οι διατάξεις της αποφάσεως 2011/278, οι οποίες προβλέπουν τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής, έχουν άμεση εφαρμογή.
12.
Θεωρώ ότι στο ερώτημα αυτό το Δικαστήριο πρέπει να δώσει αρνητική απάντηση.
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
13.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/87, με τίτλο «Αντικείμενο», ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας […], προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.
[…]»
14.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις εκπομπές από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και στα αέρια θερμοκηπίου που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ».
15.
Στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, με τίτλο «Κατηγορίες δραστηριοτήτων στις οποίες εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία» αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και η επίδικη διάταξη.
16.
Όπως διευκρινίζεται στον τίτλο της, η απόφαση 2011/278 ορίζει μεταβατικούς κανόνες για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι αφορούν την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής σύμφωνα με το άρθρο 10α της οδηγίας 2003/87.
2. Το γερμανικό δίκαιο
17.
Το άρθρο 2 του Gesetz über den Handel mit Berechtigungen zur Emission von Treibhausgasen (Treibhausgas-Emissionshandelsgesetz – TEHG) (νόμου περί εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – TEHG), της 27ης Ιουλίου 2011 (BGBl. I, σ. 1475, στο εξής: TEHG), με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:
«1) Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα 1, μέρος 2, οι οποίες προκύπτουν από τις εκεί παρατιθέμενες δραστηριότητες. Ο παρών νόμος ισχύει για τις εγκαταστάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα 1, μέρος 2, ακόμη και όταν αυτές συνιστούν τμήματα ή βοηθητικές εγκαταστάσεις μιας μη παρατιθέμενης στο παράρτημα 1, μέρος 2, εγκαταστάσεως.
[…]»
18.
Το άρθρο 9 του TEHG, με τίτλο «Κατανομή δωρεάν δικαιωμάτων σε φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων», προβλέπει τα εξής:
«Στους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων κατανέμονται δωρεάν δικαιώματα με βάση τις αρχές του άρθρου10α […] της [οδηγίας 2003/87], όπως αυτή τροποποιείται κάθε φορά, και της αποφάσεως [2011/278].
[…]»
19.
Το παράρτημα 1, μέρος 2, σημείο 27, του TEHG αναφέρεται στις «[ε]γκαταστάσεις παραγωγής χύδην οργανικών χημικών προϊόντων (αλκένια και χλωριωμένα αλκένια· αλκίνια· αρωματικά και αλκυλιωμένα αρωματικά· φαινόλες, αλκοόλες· αλδεϋδες, κετόνες· καρβοξυλικά οξέα, δικαρβοξυλικά οξέα, καρβοξυλικοί ανυδρίτες και τερεφθαλικός διμεθυλεστέρας· εποξείδια· οξικός βινυλεστέρας, ακρυλονιτρίλιο· καπρολακτάμη και μελαμίνη) με παραγωγική δυναμικότητα άνω των 100 τόνων ημερησίως».
III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
20.
Η Trinseo εκμεταλλεύεται εγκατάσταση παραγωγής πολυκαρβονικού στο Stade (Γερμανία), της οποίας η εγκεκριμένη παραγωγική δυναμικότητα υπερβαίνει τους 100 τόνους ημερησίως. Η εν λόγω εγκατάσταση προμηθεύεται τον ατμό που είναι αναγκαίος για την παραγωγή από εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας της Dow, το οποίο υπόκειται στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής και βρίσκεται στην ίδια περιοχή.
21.
Στις 23 Ιανουαρίου 2012, η Trinseo ζήτησε από την DEHSt τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την επίδικη εγκατάσταση.
22.
Με απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2014, η DEHSt απέρριψε την αίτηση αυτή, με το σκεπτικό ότι το πολυκαρβονικό δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο ουσιών και ομάδων ουσιών που περιέχεται στο σημείο 27 του παραρτήματος 1, μέρος 2, της TEHG και ότι, επομένως, η επίδικη εγκατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού.
23.
Η διοικητική ένσταση της Trinseo κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από την DEHSt για τον ίδιο λόγο.
24.
Στις 2 Οκτωβρίου 2015, η Trinseo άσκησε ενώπιον του Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικού πρωτοδικείου του Βερολίνου) προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως.
25.
Προς στήριξη της προσφυγής αυτής, η Trinseo υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, σε συνδυασμό με το παράρτημα I της ίδιας οδηγίας, στο πεδίο εφαρμογής της εμπίπτουν όλες οι δραστηριότητες παραγωγής χύδην οργανικών χημικών προϊόντων με πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες, χωρίς περιορισμό σε συγκεκριμένες ουσίες.
26.
Η DEHSt, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η οδηγία 2003/87 δεν επιβάλλει την υποχρέωση εντάξεως των εγκαταστάσεων πολυμερισμού στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής. Εξάλλου, το γεγονός ότι η οδηγία αυτή αναφέρεται γενικά στους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων συνηγορεί κατά της άμεσης εφαρμογής της.
27.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικό πρωτοδικείο του Βερολίνου) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει το άρθρο 1 σε συνδυασμό με το παράρτημα I της οδηγίας [2003/87] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η παραγωγή πολυμερών και ιδίως του πολυμερούς πολυκαρβονικού σε εγκαταστάσεις με παραγωγική δυναμικότητα άνω των 100 τόνων ημερησίως εμπίπτει στη μνημονευόμενη στο εν λόγω παράρτημα δραστηριότητα της παραγωγής χύδην οργανικών χημικών προϊόντων με πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει ο φορέας εκμεταλλεύσεως τέτοιας εγκαταστάσεως δικαίωμα σε κατανομή δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπής κατ’ άμεση εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας [2003/87] και της αποφάσεως [2011/278], όταν η κατανομή δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπής αποκλείεται βάσει του εθνικού δικαίου απλώς και μόνο για τον λόγο ότι το οικείο κράτος μέλος δεν έχει περιλάβει τις εγκαταστάσεις παραγωγής πολυμερών στο πεδίο εφαρμογής του εθνικού νόμου που μεταφέρει την οδηγία [2003/87] στην εθνική έννομη τάξη και για τον συγκεκριμένο λόγο και μόνο οι εγκαταστάσεις αυτές δεν συμμετέχουν στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής;»
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Νοεμβρίου 2016.
29.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Trinseo, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
30.
Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017 παρέστησαν και ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους η Trinseo, η Ομοσπονδιακή Αρχή Περιβάλλοντος, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
V. Ανάλυση
31.
Με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/87, σε συνδυασμό με το παράρτημα I της ίδιας οδηγίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η παραγωγή πολυμερών, και ιδίως του πολυμερούς πολυκαρβονικού, σε εγκαταστάσεις με παραγωγική δυναμικότητα άνω των 100 τόνων ημερησίως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της επίδικης διατάξεως.
32.
Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν η παραγωγή πολυμερών, και ιδίως του πολυμερούς πολυκαρβονικού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της επίδικης διατάξεως και, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Κατά συνέπεια, προτείνω να αντικατασταθεί, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, η αναφορά στο άρθρο 1 με την αναφορά στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, καθώς η τελευταία αυτή διάταξη έχει ως αντικείμενο τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
33.
Η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξαν συναφώς ότι η παραγωγή πολυμερών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, για τον λόγο ότι η διαδικασία πολυμερισμού καθεαυτήν δεν εκπέμπει CO2. Θα εξετάσω στο τμήμα Α το επιχείρημα αυτό, το οποίο, κατά την άποψή μου, θέτει ένα ζήτημα αρχής όσον αφορά τον ενδεχόμενο συνυπολογισμό των εμμέσων εκπομπών στο σύστημα της εν λόγω οδηγίας.
34.
Στη συνέχεια, θα εξετάσω το πεδίο εφαρμογής της επίδικης διατάξεως. Επισημαίνω, όπως και η Trinseo και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ότι οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στη διατύπωση της διατάξεως αυτής, και ιδίως οι έννοιες «χύδην» και «παρόμοιες διεργασίες», δεν ορίζονται από την οδηγία 2003/87. Κατά πάγια νομολογία, από τις απαιτήσεις τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας συνάγεται ότι οι όροι μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχουν ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου τους πρέπει κανονικά να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται και του σκοπού της επίμαχης ρυθμίσεως ( 9 ).
35.
Εν προκειμένω, από το γράμμα της επίδικης διατάξεως μπορούν να συναχθούν τέσσερις προϋποθέσεις.
36.
Κατ’ αρχάς, η εγκατάσταση πρέπει να έχει δυναμικότητα παραγωγής άνω των 100 τόνων ημερησίως. Δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη εγκατάσταση πληροί την προϋπόθεση αυτή· εξάλλου, σε αυτή την παραδοχή στηρίζεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
37.
Δεύτερον, η εγκατάσταση πρέπει να παράγει «οργανικά» χημικά προϊόντα. Κανένας από τους διαδίκους που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι τα πολυμερή που παράγει η επίδικη εγκατάσταση της Trinseo αποτελούν οργανικά χημικά προϊόντα. Θα αναφέρω μόνον συναφώς ότι, σύμφωνα με τον συνήθη ορισμό της, η έννοια της οργανικής ενώσεως αναφέρεται σε ένωση που περιέχει το στοιχείο του άνθρακα ( 10 ) και ότι τούτο ισχύει προδήλως στην περίπτωση του πολυκαρβονικού που παράγεται στην εν λόγω εγκατάσταση.
38.
Τρίτον, η εγκατάσταση πρέπει να παράγει χημικά προϊόντα «χύδην». Θα εξετάσω την προϋπόθεση αυτή κατωτέρω, στο τμήμα Β.
39.
Τέταρτον, τα χημικά προϊόντα πρέπει να παράγονται «με πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες». Η τέταρτη αυτή προϋπόθεση θα αποτελέσει το αντικείμενο του τμήματος Γ.
40.
Μετά την εξέταση αυτή, και σε απάντηση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, θα συνοψίσω, στο τμήμα Δ, τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η παραγωγή πολυμερών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της επίδικης διατάξεως. Ωστόσο, η δραστηριότητα αυτή δεν μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, όπως ορίζεται στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, παρά μόνον εάν προκύπτουν από την εν λόγω δραστηριότητα καθεαυτήν εκπομπές CO2, ανεξαρτήτως των εμμέσων εκπομπών, όπως είναι αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση.
41.
Σε απάντηση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, θα εκθέσω στο τμήμα Ε τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι το άρθρο 10α της οδηγίας αυτής και οι διατάξεις της αποφάσεως 2011/278, οι οποίες προβλέπουν τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής, δεν έχουν άμεση εφαρμογή.
1. Επί του μη συνυπολογισμού των «εμμέσων» εκπομπών, όπως αυτών που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση
42.
Η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι η παραγωγή πολυμερών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, διότι κατά τη διαδικασία πολυμερισμού καθεαυτήν δεν εκπέμπεται CO2. Σύμφωνα με τις εν λόγω Κυβερνήσεις, οι μόνες εκπομπές CO2, στο πλαίσιο αυτό, προέρχονται από την παραγωγή της αναγκαίας για τον πολυμερισμό θερμότητας, όπως αυτή που παρέχει στην επίδικη εγκατάσταση μία τρίτη εγκατάσταση, η Dow.
43.
Οι ίδιες Κυβερνήσεις συνάγουν το συμπέρασμα ότι, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής εμπίπτει μόνον η δραστηριότητα παραγωγής της θερμότητας, δεδομένου ότι η θερμότητα μπορεί να παράγεται είτε από τρίτη εγκατάσταση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είτε από την ίδια την εγκατάσταση πολυμερισμού.
44.
Κατά την Trinseo και την Επιτροπή, αντιθέτως, οι εκπομπές που προκαλούνται κατά την παραγωγή των πολυμερών θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνουν τις «έμμεσες» εκπομπές που προκαλούνται κατά την παραγωγή της αναγκαίας για τον πολυμερισμό θερμότητας. Η προσέγγιση αυτή ενθαρρύνει τις επενδύσεις που έχουν ως σκοπό τη μείωση της καταναλώσεως ενέργειας, σύμφωνα με τους σκοπούς της οδηγίας 2003/87. Επιπλέον, ενισχύεται από το άρθρο 10α της οδηγίας αυτής και από την απόφαση 2011/278, που προβλέπουν τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν τη θερμότητα και όχι σε εκείνες που την παράγουν ( 11 ).
45.
Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι το παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 αφορά όχι την παραγωγή θερμότητας καθεαυτήν, αλλά την «καύση καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική κατανάλωση άνω των 20 MW».
46.
Εξάλλου, το CO2 είναι το μόνο αέριο θερμοκηπίου που μνημονεύεται στο παράρτημα I, όσον αφορά τόσο τη συγκεκριμένη δραστηριότητα καύσεως όσο και την παραγωγή χημικών προϊόντων στην οποίαν αναφέρεται η επίδικη διάταξη.
47.
Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, καθίσταται σαφές ότι η ως άνω ανταλλαγή επιχειρημάτων αφορά την ερμηνεία όχι της επίδικης διατάξεως, αλλά του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87. Κατ’ ουσίαν, το ζήτημα που τίθεται είναι εάν οι «έμμεσες» εκπομπές, δηλαδή οι εκπομπές που δεν προκαλούνται από την εκάστοτε δραστηριότητα καθεαυτήν (οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν «άμεσες»), αλλά από την παραγωγή των αναγκαίων για τη δραστηριότητα αυτή «εισροών» ( 12 ), πρέπει να θεωρηθεί ότι προκύπτουν, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, «από» τις δραστηριότητες του παραρτήματος Ι της οδηγίας αυτής.
48.
Στη διαφορά της κύριας δίκης, η εγκατάσταση προμηθεύεται τη θερμότητα που χρειάζεται από την Dow, με αποτέλεσμα οι εκπομπές που προκαλούνται από την παραγωγή της θερμότητας αυτής να αποτελούν έμμεσες εκπομπές για τη δραστηριότητα της παραγωγής πολυμερών την οποίαν ασκεί.
49.
Ο συνυπολογισμός των εμμέσων αυτών εκπομπών στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, όσο επιθυμητός και αν είναι από την άποψη του σκοπού της προστασίας του περιβάλλοντος, εμποδίζεται, κατά την άποψή μου, από διάφορους απαγορευτικούς παράγοντες του συστήματος που ισχύει επί του παρόντος, βάσει της εν λόγω οδηγίας.
50.
Κατ’ αρχάς, ένας τέτοιος συνυπολογισμός θα δημιουργούσε τον κίνδυνο διπλής καταγραφής των εκπομπών αυτών, οι οποίες θα έπρεπε να δηλώνονται τόσο από τον παραγωγό (ως άμεσες εκπομπές) όσο και από τον χρήστη της σχετικής εισροής (ως έμμεσες εκπομπές). Στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, από κανένα στοιχείο του φακέλου που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι η Dow δήλωσε όντως τις εκπομπές από την καύση από την οποία προήλθε η θερμότητα που προμήθευσε στην Trinseo. Σύμφωνα με την άποψη τηςTrinseo και της Επιτροπής, όμως, η Trinseo θα έπρεπε να δηλώσει τις ίδιες αυτές εκπομπές για δεύτερη φορά.
51.
Αυτός ο κίνδυνος διπλής καταγραφής θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, ασύμβατος τόσο με το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) 601/2012 ( 13 ) όσο και με τη διαφύλαξη της ακεραιότητας των όρων ανταγωνισμού, η οποία αποτελεί έναν από τους δευτερεύοντες σκοπούς του συστήματος που καθιερώνει η οδηγία 2003/87 ( 14 ).
52.
Διευκρινίζω ότι το σύστημα που καθιερώνεται με την εν λόγω οδηγία δεν περιέχει, εξ όσων γνωρίζω, κάποιον γενικό μηχανισμό ( 15 ), με τον οποίον θα ήταν δυνατή η «μεταβίβαση» των εκπομπών του παραγωγού στον χρήστη της εισροής και η απαλλαγή του παραγωγού από την υποχρέωση δηλώσεως, παρακολουθήσεως και παραδόσεως σε σχέση με τις εκπομπές αυτές ( 16 ). Όσον αφορά τη θερμότητα, θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το σημείο 1, A, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος IVτου κανονισμού 601/2012, κατά τη διατύπωση του οποίου «[οι φορείς εκμεταλλεύσεως] [κ]αταλογίζουν στην εγκατάσταση όλες τις εκπομπές από την καύση καυσίμων στην εγκατάσταση, ανεξαρτήτως των εξαγωγών θερμότητας ή ηλεκτρικής ενέργειας προς άλλες εγκαταστάσεις. Δεν καταλογίζουν στην εγκατάσταση εισαγωγής τις εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή θερμότητας ή ηλεκτρικής ενέργειας εισαγόμενης από άλλες εγκαταστάσεις».
53.
Δεύτερον, η υποχρέωση μιας εγκαταστάσεως να δηλώνει τις έμμεσες εκπομπές της θα συνεπαγόταν περίπλοκα διοικητικά προβλήματα στο πλαίσιο του εφαρμοζόμενου συστήματος, ως έχει σήμερα. Στην περίπτωση της παραγωγής θερμότητας από τρίτη εγκατάσταση, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, θα ανέκυπτε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της κατανομής των εμμέσων εκπομπών μεταξύ των διαφόρων πελατών της εγκαταστάσεως αυτής. Το ίδιο πρόβλημα κατανομής θα ανέκυπτε όσον αφορά τους διαδοχικούς χρήστες μιας εισροής, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της παραγωγής αλουμινίου, ο μετασχηματισμός του οποίου πραγματοποιείται διαδοχικά από διάφορες εγκαταστάσεις.
54.
Εξάλλου, τίθεται το ερώτημα εάν μία εγκατάσταση είναι σε θέση να παρακολουθεί τις έμμεσες εκπομπές της, σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2003/87, όταν αυτές προκύπτουν εξ ορισμού σε τρίτη εγκατάσταση.
55.
Τρίτον, ο συνυπολογισμός των εμμέσων εκπομπών, όπως είναι αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της αναγκαίας θερμότητας για την παραγωγή πολυμερών, θέτει βασικά ερωτήματα όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Αφενός, θα ήταν κάθε εγκατάσταση υποχρεωμένη να δηλώνει το σύνολο των εμμέσων εκπομπών της, δηλαδή των εκπομπών που προκύπτουν από την παραγωγή όλων των εισροών της, όπως είναι η θερμότητα, ο ηλεκτρισμός, ο χάλυβας ή ακόμη και το αλουμίνιο; Αφετέρου, θα έπρεπε μια επιχείρηση να περιληφθεί στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αποκλειστικά και μόνον επειδή χρησιμοποιεί εισροές των οποίων η παραγωγή συνεπάγεται εκπομπές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας;
56.
Τέταρτον, οι αιτιολογικές σκέψεις και οι διατάξεις της αποφάσεως 2011/278, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή ( 17 ), δεν είναι λυσιτελείς για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2003/87. Πράγματι, το πεδίο αυτό περιορίζεται στον μηχανισμό δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 10α της οδηγίας αυτής. Ωστόσο, εξ ορισμού, μόνον οι εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας μπορούν να επωφεληθούν από την κατανομή αυτή. Έτσι, η αρχή κατά την οποία τα δωρεάν δικαιώματα πρέπει να κατανέμονται στους καταναλωτές της θερμότητας αφορά εξ ορισμού μόνον τις εγκαταστάσεις που έχουν ήδη ενταχθεί στο σύστημα εμπορίας.
57.
Κατά την άποψή μου, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι έμμεσες εκπομπές δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ότι προκύπτουν «από» τις δραστηριότητες του παραρτήματος Ι της οδηγίας αυτής. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, οι εκπομπές από την παραγωγή της θερμότητας που προμηθεύεται η επίδικη εγκατάσταση από την Dow δεν προκύπτουν «από» τη δραστηριότητα παραγωγής πολυμερών στην εγκατάσταση αυτή, σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζουν η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση. Αντιθέτως, οι εκπομπές αυτές προκύπτουν, ως άμεσες εκπομπές, «από» τη δραστηριότητα της καύσεως στην εγκατάσταση την οποίαν εκμεταλλεύεται η Dow.
58.
Κατά συνέπεια, η επίδικη εγκατάσταση είναι δυνατόν να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, όπως αυτό ορίζεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτής, μόνο στην περίπτωση που οι εκπομπές CO2 προκύπτουν από την παραγωγή πολυμερών καθεαυτήν, ανεξαρτήτως των εμμέσων εκπομπών, όπως είναι αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση.
59.
Βεβαίως, στην περίπτωση στην οποία δεν εκπέμπεται CO2 κατά την παραγωγή πολυμερών καθεαυτήν, η εν λόγω ερμηνεία θα μπορούσε να συνεπάγεται τη διαφορετική μεταχείριση μιας εγκαταστάσεως παραγωγής πολυμερών η οποία παράγει η ίδια τη θερμότητα που χρειάζεται («αυτόνομη» εγκατάσταση), και η οποία θα υπάγεται κατ’ αρχήν στο σύστημα εμπορίας βάσει της δραστηριότητας της καύσεως, από μία άλλη εγκατάσταση, η οποία προμηθεύεται τη θερμότητα αυτή από τρίτη εγκατάσταση και, ως εκ τούτου, δεν υπάγεται στο σύστημα αυτό. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση, ωστόσο, δεν εισάγει δυσμενή διάκριση, καθόσον στηρίζεται σε μια αντικειμενική διαφορά από την άποψη του συστήματος της οδηγίας, δηλαδή στην εκπομπή αερίου θερμοκηπίου από την πρώτη («αυτόνομη») εγκατάσταση και την απουσία εκπομπής από τη δεύτερη εγκατάσταση.
60.
Πέραν τούτου, θεωρώ ότι υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί και η απόφαση Schaefer Kalk, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι μια δραστηριότητα μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, και τα παραρτήματά της I και II, μόνον εφόσον η δραστηριότητα αυτή οδηγεί στην απελευθέρωση αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα ( 18 ). Σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, ο ορισμός της έννοιας της «εκπομπής», όπως διατυπώνεται στο άρθρο 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, αναφέρεται στην απελευθέρωση αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα «από πηγές μιας εγκατάστασης».
61.
Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει εάν η παραγωγή πολυμερών στην επίδικη εγκατάσταση προκαλεί εκπομπές CO2, ανεξαρτήτως των εμμέσων εκπομπών, όπως είναι αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση.
62.
Αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εγκατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, και ότι, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται να τύχει δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10α της οδηγίας αυτής και της αποφάσεως 2011/278.
63.
Εάν, αντιθέτως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο, η επίδικη εγκατάσταση μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα της παραγωγής πολυμερών υπάγεται στην επίδικη διάταξη. Θα εξετάσω το ζήτημα αυτό στα τμήματα Β έως Δ.
2. Επί της έννοιας της παραγωγής «χύδην» στο πλαίσιο της επίδικης διατάξεως
64.
Είναι αναγκαίο να επισημανθεί εκ προοιμίου η απόκλιση μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της επίδικης διατάξεως.
65.
Η έννοια της «χύδην» παραγωγής, όπως χρησιμοποιείται στο γαλλικό κείμενο, απαντά και στο αγγλικό («production of bulk organic chemicals»), στο ισπανικό («fabricación de productos químicos orgánicos en bruto»), στο ολλανδικό («productie van organische bulkchemicaliën») και στο πορτογαλικό κείμενο («produção de produtos químicos orgânicos a granel»). Το δε ιταλικό κείμενο αναφέρεται σε παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα («produzione di prodotti chimici organici su larga scala»).
66.
Αντιθέτως, το γερμανικό («Grundchemikalien») και το σουηδικό («baskemikalier») κείμενο αναφέρονται σε παραγωγή «βασικών» χημικών προϊόντων. Το δε δανικό κείμενο δεν παρέχει συναφώς καμιά διευκρίνιση («produktion af organiske kemikalier»).
67.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ούτε μπορεί να της αναγνωριστεί υπεροχή έναντι των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων. Πράγματι, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά ομοιόμορφο τρόπο με βάση τις αποδόσεις τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Αν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την όλη οικονομία και τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως στην οποίαν εντάσσεται ( 19 ).
68.
Η Trinseo και η Επιτροπή υποστήριξαν ότι η έννοια της «χύδην» παραγωγής ή/και των «βασικών» χημικών προϊόντων που χρησιμοποιείται στην επίδικη διάταξη αναφέρεται στην παραγωγή χημικών προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες, πράγμα που αποκλείει, μεταξύ άλλων, τη μοναδιαία παραγωγή.
69.
Κατά την άποψή μου, το κριτήριο αυτό απορρέει πράγματι από την ορολογία που χρησιμοποιείται στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, και ιδίως στο ιταλικό κείμενο που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το κριτήριο αυτό, ωστόσο, έχει σχετική μόνον σημασία, καθόσον η επίδικη διάταξη διευκρινίζει ότι η εγκατάσταση πρέπει να έχει παραγωγική δυναμικότητα άνω των 100 τόνων ημερησίως, πράγμα που σημαίνει κατ’ ανάγκην παραγωγή σε μεγάλες ποσότητες.
70.
Εξάλλου, όλα τα μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο συμφωνούν ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά τα τελικά, αλλά τα ενδιάμεσα χημικά προϊόντα, εκείνα δηλαδή που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή άλλων προϊόντων.
71.
Εντούτοις, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υπερασπίστηκαν αυτή την αυστηρή προσέγγιση, η οποία περιορίζεται στα χημικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων χημικών προϊόντων. Κατά τις Κυβερνήσεις αυτές, η εν λόγω προσέγγιση οδηγεί στον αποκλεισμό της παραγωγής πολυμερών από το πεδίο εφαρμογής της επίδικης διατάξεως, καθόσον αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων χημικών προϊόντων.
72.
Αντιθέτως, η Trinseo και η Επιτροπή πρότειναν μια ευρεία ερμηνεία, η οποία περιλαμβάνει τα ενδιάμεσα χημικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων χημικών προϊόντων, ανεξαρτήτως της φύσεώς τους, ιδίως χημικών ή βιομηχανικών προϊόντων. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η παραγωγή πολυμερών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, καθώς αυτά χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων προϊόντων, όπως πλαστικών φιαλών, φωτοβολταϊκών υαλοπινάκων ή επιφανειών προβολής.
73.
Θεωρώ ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ευρεία ερμηνεία που προτείνουν η Trinseo και η Επιτροπή για τους εξής λόγους.
74.
Ο πρώτος λόγος αφορά το γράμμα της επίδικης διατάξεως στις διάφορες γλωσσικές της αποδόσεις. Βεβαίως, οι εκφράσεις παραγωγή «χύδην» και παραγωγή «βασικών χημικών προϊόντων» δηλώνουν ότι η συναφής δραστηριότητα δεν παράγει τελικά, αλλά ενδιάμεσα προϊόντα.
75.
Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της διατυπώσεως αυτής δεν προκύπτει ότι τα εν λόγω ενδιάμεσα χημικά προϊόντα πρέπει να προορίζονται για την παραγωγή άλλων χημικών προϊόντων και ότι αποκλείονται τα χημικά προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων.
76.
Ο δεύτερος λόγος απορρέει από τους σκοπούς τους οποίους επιδίωκε ο νομοθέτης της Ένωσης με τη θέσπιση της οδηγίας 2009/29. Ειδικότερα, ένας από τους σκοπούς αυτούς ήταν η υπαγωγή της χημικής βιομηχανίας στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής που καθιερώνει η οδηγία 2003/87 ( 20 ).
77.
Προς τον σκοπό αυτόν, το παράρτημα I της οδηγίας αυτής απαριθμεί οκτώ δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής οργανικών χημικών προϊόντων, στην οποίαν αναφέρεται η επίδικη διάταξη. Κατά τη γνώμη μου, η διάταξη αυτή είναι μεγάλης στρατηγικής σημασίας από την άποψή του σκοπού της υπαγωγής της χημικής βιομηχανίας στο εν λόγω σύστημα, δεδομένου ότι αναφέρεται στη μόνη δραστηριότητα που δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη χημική ουσία ( 21 ). Η παραγωγή χύδην χημικών οργανικών προϊόντων, δηλαδή, είναι η μόνη δραστηριότητα της χημικής βιομηχανίας, από όσες μνημονεύονται στο εν λόγω παράρτημα Ι, η οποία είναι γενικής φύσεως.
78.
Στο πλαίσιο αυτό, η περιοριστική ερμηνεία της επίδικης διατάξεως, η οποία προτείνεται από τη Γερμανική και την Ολλανδική Κυβέρνηση, θα είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87 κάθε δραστηριότητας της χημικής βιομηχανίας που δεν εμπίπτει στις συγκεκριμένες δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I και οδηγεί στην παραγωγή χημικών προϊόντων που δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων χημικών προϊόντων. Ένας τέτοιος αποκλεισμός θα ήταν, κατά την άποψή μου, αντίθετος προς τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να επεκτείνει το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής σε ολόκληρη τη χημική βιομηχανία από την τρίτη περίοδο εμπορίας, χωρίς περιορισμό ως προς τον προορισμό των σχετικών χημικών προϊόντων ( 22 ).
79.
Ο τρίτος λόγος αφορά την τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως την έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο με την απόφαση Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ. ( 23 ). Ειδικότερα, στο πλαίσιο του συστήματος που εισήγαγε η οδηγία 2003/87, θα συνιστούσε, κατά τη γνώμη μου, δυσμενή διάκριση η μεταχείριση των δραστηριοτήτων παραγωγής χημικών προϊόντων κατά τρόπο διαφορετικό, αναλόγως του προορισμού των προϊόντων, ενώ οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τις δραστηριότητες αυτές μπορούν να συμβάλουν εξίσου στην επικίνδυνη διατάραξη του κλιματικού συστήματος.
80.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η χρησιμοποιούμενη στην επίδικη διάταξη έννοια της παραγωγής «χύδην» ή «βασικών» χημικών προϊόντων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στην παραγωγή σε μεγάλες ποσότητες χημικών προϊόντων προοριζόμενων να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή άλλων προϊόντων, ιδίως χημικών ή βιομηχανικών.
3. Επί της έννοιας της παραγωγής με «πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες» στο πλαίσιο της επίδικης διατάξεως
81.
Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι η παραγωγή πολυμερών στο πλαίσιο της επίδικης εγκαταστάσεως δεν πραγματοποιείται με πυρόλυση, αναμόρφωση ή οξείδωση. Κατά συνέπεια, η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την ερμηνεία της έννοιας των «παρόμοιων διεργασιών».
82.
Η έννοια των «παρόμοιων διεργασιών», όπως ακριβώς η απαίτηση της παραγωγής «χύδην», η οποία εξετάστηκε στο προηγούμενο τμήμα, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο είτε ευρείας είτε περιοριστικής ερμηνείας.
83.
Η ευρεία ερμηνεία αντιμετωπίζει τον όρο «παρόμοιες» υπό το πρίσμα του σκοπού των ως άνω διεργασιών, δηλαδή της παραγωγής χύδην χημικών οργανικών προϊόντων. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η έκφραση «παρόμοιες διεργασίες» συμπεριλαμβάνει όλες τις διεργασίες που οδηγούν στην παραγωγή τέτοιων προϊόντων, όπως η πυρόλυση, η αναμόρφωση και η οξείδωση.
84.
Αντιθέτως, η περιοριστική ερμηνεία αντιμετωπίζει την έννοια των «παρόμοιων διεργασιών» υπό το πρίσμα των κοινών τεχνικών χαρακτηριστικών που απαντούν στις διεργασίες της πυρολύσεως, της αναμορφώσεως και της οξειδώσεως. Η προσέγγιση αυτή απαιτεί, σε έναν πρώτο χρόνο, την ταυτοποίηση των κοινών αυτών τεχνικών χαρακτηριστικών και, σε έναν δεύτερο χρόνο, τον χαρακτηρισμό ως «παρόμοιων διεργασιών» μόνον εκείνων που παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά αυτά.
85.
Από κανένα στοιχείο της διατυπώσεως του παραρτήματος Ι δεν προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί η ευρεία ή η περιοριστική ερμηνεία της έννοιας αυτής. Σύμφωνα με την παρατιθέμενη στο σημείο 34 νομολογία, το ζήτημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η οδηγία και του επιδιωκόμενου με την επίδικη ρύθμιση σκοπού.
86.
Κατά την άποψή μου, τόσο το πλαίσιο της επίδικης διατάξεως όσο και ο σκοπός της οδηγίας 2003/87 συνηγορούν υπέρ της ευρείας ερμηνείας της έννοιας «παρόμοιες διεργασίες».
87.
Κατ’ αρχάς, η περιοριστική ερμηνεία της έννοιας αυτής θα οδηγούσε στον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας των εγκαταστάσεων που παράγουν οργανικά χημικά προϊόντα με διεργασίες που δεν παρουσιάζουν τα κοινά τεχνικά χαρακτηριστικά της πυρολύσεως, της αναμορφώσεως και της οξειδώσεως. Κατά τη γνώμη μου, ένας τέτοιος αποκλεισμός δεν θα ήταν σύμφωνος με την πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να επεκτείνει το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής στο σύνολο της βιομηχανίας χημικών προϊόντων ( 24 ).
88.
Δεύτερον, η περιοριστική ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον θα συνεπαγόταν τη διαφορετική μεταχείριση των δραστηριοτήτων χημικής παραγωγής αναλόγως των εφαρμοζόμενων διεργασιών, ενώ οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που προκύπτουν από τις δραστηριότητες αυτές μπορούν να συμβάλουν εξίσου στην επικίνδυνη διατάραξη του κλιματικού συστήματος ( 25 ).
89.
Τρίτον, θεωρώ ότι η ευρεία ερμηνεία σέβεται περισσότερο την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία πρέπει να διασφαλίζεται στους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων. Ειδικότερα, όπως εξήγησα ανωτέρω, η περιοριστική ερμηνεία θα απαιτούσε τον αφηρημένο ορισμό των τεχνικών χαρακτηριστικών που είναι κοινά στις διεργασίες της πυρολύσεως, της αναμορφώσεως και της οξειδώσεως, προκειμένου να προσδιοριστεί στη συνέχεια, κατά περίπτωση, εάν οι διεργασίες που ακολουθήθηκαν σε κάθε εγκατάσταση παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά αυτά.
90.
Κατά την άποψή μου, ένα τέτοιο εγχείρημα θα έθιγε την ασφάλεια δικαίου, τόσο κατά τον προσδιορισμό των κοινών χαρακτηριστικών όσο και κατά την επαλήθευση της παρουσίας τους στην εκάστοτε εγκατάσταση. Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο παρέχουν παραδείγματα αυτού του κινδύνου ανασφάλειας, καθώς κάθε διάδικος πρότεινε έναν διαφορετικό κατάλογο τεχνικών χαρακτηριστικών, κοινών στις διεργασίες της πυρολύσεως, της αναμορφώσεως και της οξειδώσεως ( 26 ).
91.
Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι πρέπει να τύχει ευρείας ερμηνείας η έννοια των «παρόμοιων διεργασιών», η οποία χρησιμοποιείται στη διατύπωση της επίδικης διατάξεως, έτσι ώστε να περιλαμβάνει όλες τις διεργασίες που επιτρέπουν την παραγωγή χύδην χημικών προϊόντων.
4. Επί της υπαγωγής της παραγωγής πολυμερών στο πεδίο εφαρμογής της επίδικης διατάξεως και της οδηγίας 2003/87
92.
Από τα τμήματα Β και Γ της επίδικης διατάξεως προκύπτει ότι η επίδικη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως υπό την έννοια ότι αφορά την παραγωγή σε μεγάλες ποσότητες οργανικών χημικών προϊόντων τα οποία προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή άλλων προϊόντων, ιδίως χημικών ή βιομηχανικών, ανεξαρτήτως των διεργασιών που ακολουθούνται προς τον σκοπό αυτόν.
93.
Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι τα πολυμερή χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων προϊόντων, όπως πλαστικών φιαλών, φωτοβολταϊκών υαλοπινάκων ή οθονών ( 27 ). Κατά συνέπεια, η παραγωγή πολυμερών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
94.
Όπως επισήμανε η Trinseo, υπέρ της υπαγωγής αυτής συνηγορεί η ταξινόμηση σε άλλα κείμενα του παράγωγου δικαίου, από την οποία προκύπτει επίσης ότι τα πολυμερή συνιστούν «βασικά οργανικά χημικά προϊόντα» ( 28 ).
95.
Εντούτοις, το καθεστώς που καθιερώνει η οδηγία 2003/87 αφορά μόνον τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ( 29 ). Στο τμήμα A διευκρίνισα συναφώς τους λόγους για τους οποίους οι έμμεσες εκπομπές, όπως αυτές που προκαλούνται από την παραγωγή της παρεχόμενης από τρίτη εγκατάσταση θερμότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ότι προκύπτουν «από» δραστηριότητες αναφερόμενες στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας.
96.
Κατά συνέπεια, η παραγωγή πολυμερών, όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο της 2, παράγραφος1, μόνον εάν προκύπτουν από την εν λόγω παραγωγή καθεαυτήν εκπομπές CO2, ανεξαρτήτως των εμμέσων εκπομπών, όπως είναι αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση.
97.
Για όλους αυτούς τους λόγους, σε απάντηση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, σε συνδυασμό με το παράρτημα I της οδηγίας αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας η παραγωγή πολυμερών, και ιδίως του πολυμερούς πολυκαρβονικού, σε εγκαταστάσεις παραγωγικής δυναμικότητας άνω των 100 τόνων ημερησίως, υπό την προϋπόθεση ότι προκύπτουν από την εν λόγω παραγωγή καθεαυτήν εκπομπές CO2, ανεξαρτήτως των εμμέσων εκπομπών όπως είναι αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση.
5. Επί της μη άμεσης εφαρμογής του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87και των διατάξεων της αποφάσεως 2011/278
98.
Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν το άρθρο 10α της οδηγίας 2003/87 και οι διατάξεις της αποφάσεως 2011/278, οι οποίες προβλέπουν τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής, έχουν άμεση εφαρμογή.
99.
Κατά πάγια νομολογία, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι, από άποψη περιεχομένου, απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως ακριβείς, οι ιδιώτες δικαιούνται να τις προβάλλουν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά του Δημοσίου, είτε όταν το τελευταίο δεν έχει μεταφέρει εμπροθέσμως μια οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο είτε όταν έχει προβεί σε ατελή μεταφορά της ( 30 ).
100.
Το ίδιο ισχύει για τις διατάξεις των αποφάσεων που απευθύνονται στα κράτη μέλη ( 31 ), όπως η απόφαση 2011/278.
101.
Κατά πάγια, πάντοτε, νομολογία, μια διάταξη του δικαίου της Ένωσης είναι απαλλαγμένη αιρέσεων, όταν θεσπίζει υποχρέωση η οποία δεν συνοδεύεται από καμία επιφύλαξη και δεν απαιτείται για την εκτέλεσή της ή την επαγωγή των αποτελεσμάτων της η έκδοση πράξεως είτε των οργάνων της Ένωσης είτε των κρατών μελών ( 32 ).
102.
Εν προκειμένω, όμως, η υποχρέωση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, η οποία διέπεται από το άρθρο 10α της οδηγίας 2003/87 και την απόφαση 2011/278, εξαρτάται, τόσο για την εκτέλεσή της όσο και για την επαγωγή των αποτελεσμάτων της, από την έκδοση διαφόρων πράξεων από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή.
103.
Πράγματι, όπως εξήγησα με τις προτάσεις στην υπόθεση INEOS ( 33 ), η κατανομή αυτή απαιτεί, μεταξύ άλλων, την κοινοποίηση στην Επιτροπή από κάθε κράτος μέλος ενός καταλόγου των εγκαταστάσεων που βρίσκονται στο έδαφός του και μπορούν να επωφεληθούν από δωρεάν δικαιώματα, με αναφορά για κάθε εγκατάσταση του ποσού της βασικής και του ποσού της προκαταρκτικής κατανομής ( 34 ).
104.
Αφού απορρίψει τις προκαταρκτικές κατανομές που δεν είναι σύμφωνες με την οδηγία 2003/87 και με την απόφαση 2011/278 ( 35 ), η Επιτροπή υποχρεούται να διασφαλίσει ότι το συνολικό άθροισμα των βασικών κατανομών που υπολογίστηκαν για όλες τις εγκαταστάσεις στο έδαφος της Ένωσης δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 10α, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής. Σε περίπτωση υπερβάσεως του εν λόγω ανώτατου ορίου, η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε ανάλογη μείωση εφαρμόζοντας «διατομεακό διορθωτικό συντελεστή» στις προβλεπόμενες από τα κράτη μέλη κατανομές, ο οποίος αντιστοιχεί στον λόγο μεταξύ του ανώτατου ορίου και του αθροίσματος των βασικών κατανομών.
105.
Μόνον μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής προβαίνουν τα κράτη μέλη στις οριστικές κατανομές, εφαρμόζοντας τον ενδεχόμενο διορθωτικό συντελεστή στις προκαταρκτικές κατανομές που δεν απορρίφθηκαν από την Επιτροπή.
106.
Κατά την άποψή μου, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87 και οι διατάξεις της αποφάσεως 2011/278 δεν είναι απαλλαγμένες αιρέσεων, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας, και, ως εκ τούτου, δεν έχουν άμεση εφαρμογή.
VI. Πρόταση
107.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικού πρωτοδικείου του Βερολίνου, Γερμανία) ως εξής:
1)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας η παραγωγή πολυμερών, και ιδίως του πολυμερούς πολυκαρβονικού, σε εγκαταστάσεις παραγωγικής δυναμικότητας άνω των 100 τόνων ημερησίως, υπό την προϋπόθεση ότι προκύπτουν από την εν λόγω δραστηριότητα καθεαυτήν εκπομπές CO2, ανεξαρτήτως των εμμέσων εκπομπών όπως είναι αυτές που προκύπτουν από την παραγωγή της θερμότητας που παρέχεται από τρίτη εγκατάσταση.
2)
Το άρθρο 10α της οδηγίας 2003/87, όπως αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/29, και οι διατάξεις της αποφάσεως 2011/278/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2011, σχετικά με τον καθορισμό ενωσιακών μεταβατικών κανόνων για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2012/498/ΕΕ της Επιτροπής, της 17ηςΑυγούστου 2012, δεν έχουν άμεση εφαρμογή.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 275, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009 (ΕΕ 2009, L 140, σ. 63, στο εξής: οδηγία 2003/87).
( 3 ) Απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2011, σχετικά με τον καθορισμό ενωσιακών μεταβατικών κανόνων για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87 (ΕΕ 2011, L 130, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2012/498/ΕΕ της Επιτροπής, της 17ης Αυγούστου 2012 (ΕΕ 2012, L 241, σ. 52) (στο εξής: απόφαση 2011/278).
( 4 ) Βλ. σημείο 19 των προτάσεων αυτών.
( 5 ) Διαδικασία INFR 2013/2240, με όχληση από 20 Νοεμβρίου 2013 και αιτιολογημένη γνώμη από 16 Απριλίου 2014.
( 6 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 16 της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τα εθνικά μέτρα εφαρμογής για τη μεταβατική δωρεάν κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 (ΕΕ 2013, L 240, σ. 27).
( 7 ) Όταν η εμπορία θερμότητας πραγματοποιείται μεταξύ δύο εγκαταστάσεων που υπόκεινται στο σύστημα εμπορίας, τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπής πρέπει να κατανέμονται στον καταναλωτή της θερμότητας. Βλ. αιτιολογική σκέψη 17 της αποφάσεως 2013/448, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 6 και 21 της αποφάσεως 2011/278.
( 8 ) Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, και άρθρο 1, παράγραφος 2, πέμπτο εδάφιο, της αποφάσεως 2013/448.
( 9 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Fish Legal και Shirley (C‑279/12, EU:C:2013:853, σκέψη 42), της 29ης Σεπτεμβρίου 2015, GminaWrocław (C‑276/14, EU:C:2015:635, σκέψη 25), και της 18ης Οκτωβρίου 2016, Νικηφορίδης (C‑135/15, EU:C:2016:774, σκέψη 28).
( 10 ) Η έννοια της «οργανικής ενώσεως» ορίζεται ως ακολούθως στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τον περιορισμό των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων που οφείλονται στη χρήση οργανικών διαλυτών σε χρώματα διακόσμησης και βερνίκια και σε προϊόντα φανοποιίας αυτοκινήτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/13/ΕΚ (ΕΕ 2004, L 143, σ. 87): «κάθε ένωση που περιέχει τουλάχιστον άνθρακα και μία ή περισσότερες από τις εξής ουσίες: υδρογόνο, οξυγόνο, θείο, φώσφορος, πυρίτιο, άζωτο, ή αλογόνα, εκτός από τα οξείδια του άνθρακα και τα ανόργανα ανθρακικά και διττανθρακικά». Βλ., επίσης, άρθρο 3, παράγραφος 44, της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ 2010, L 334, σ. 17).
( 11 ) Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 6 και 21 της αποφάσεως 2011/278.
( 12 ) Χρησιμοποιώ εδώ τον όρο «εισροές» με την οικονομική του έννοια, η οποία περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται σε μια διαδικασία παραγωγής.
( 13 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2012, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2003/87 (ΕΕ 2012, L 181, σ. 30).
( 14 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑504/09 P, EU:C:2012:178, σκέψη 77), της 29ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Εσθονίας (C‑505/09 P, EU:C:2012:179, σκέψη 79), καθώς και της 17ης Οκτωβρίου 2013, Iberdrola κ.λπ. (C‑566/11, C‑567/11, C‑580/11, C‑591/11, C‑620/11 και C‑640/11, EU:C:2013:660, σκέψη 43). Για παράδειγμα, ο κίνδυνος διπλής καταγραφής θα δημιουργούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος των εγκαταστάσεων που προμηθεύονται τις εισροές τους από τρίτες εγκαταστάσεις και που, ως εκ τούτου, θα υποχρεώνονταν να δηλώσουν έμμεσες εκπομπές οι οποίες θα είχαν ήδη δηλωθεί ως άμεσες εκπομπές από τις τρίτες αυτές εγκαταστάσεις. Στις «αυτόνομες» εγκαταστάσεις, οι οποίες παράγουν οι ίδιες τις αναγκαίες εισροές για την κύρια δραστηριότητα, όπως είναι η αναγκαία θερμότητα για τη διαδικασία πολυμερισμού, οι εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή των εισροών αυτών θα δηλώνονταν μία μόνο φορά ως άμεσες εκπομπές.
( 15 ) Το άρθρο 49 του κανονισμού 601/2012 καθιερώνει, βεβαίως, έναν τέτοιον μηχανισμό μεταφοράς, ο οποίος, όμως, περιορίζεται στη μεταφορά CO2 στις τρεις περιπτώσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2017, Schaefer Kalk (C‑460/15, EU:C:2017:29).
( 16 ) Οι υποχρεώσεις δηλώσεως, παρακολουθήσεως και παραδόσεως προβλέπονται στο άρθρο 12, παράγραφος 3, και στο άρθρο 14 της οδηγίας 2003/87.
( 17 ) Βλ. σημείο 7 των προτάσεων αυτών, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 6 και 21 της αποφάσεως 2011/278. Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης την ύπαρξη δεικτών αναφοράς, οι οποίοι καθιερώνονται στο παράρτημα I της αποφάσεως 2011/278 για την παραγωγή πολυμερών όπως το E-PVC (E-πολυχλωρίδιο του βινυλίου) και το S‑PVC (S-πολυχλωρίδιο του βινυλίου). Εντούτοις, η ύπαρξη των δεικτών αυτών, των οποίων ο μόνος σκοπός είναι να αποτελέσουν τη βάση για τον υπολογισμό της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή μιας εγκαταστάσεως πολυμερισμού που δεν εκπέμπει CO2 σε σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής.
( 18 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2017 (C‑460/15, EU:C:2017:29, σκέψη 37).
( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Christie’s France (C‑41/14, EU:C:2015:119, σκέψη 26), της 1ης Μαρτίου 2016, Alo και Osso (C‑443/14 και C‑444/14, EU:C:2016:127, σκέψη 27), και της 26ης Ιουλίου 2017, Mengesteab (C‑670/16, EU:C:2017:587, σκέψη 82).
( 20 ) Οι λόγοι τους οποίους εκθέτει η Επιτροπή στην πρόταση οδηγίας της αφορούσαν ειδικότερα τις «εκπομπές CO2 από πετροχημικά προϊόντα»: βλ. πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2003/87 με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου [COM(2008) 16 τελικό, σ. 4]. Ωστόσο, η πρόταση τροποποιήσεως του παραρτήματος I αφορούσε τη «χημική βιομηχανία» γενικώς (όπ.π., σ. 41). Ομοίως, στη μελέτη επιπτώσεων που συνόδευε την πρόταση αυτή [SEC(2008) 53], η Επιτροπή αναφέρεται στον συνυπολογισμό των «εκπομπών CO2 των πετροχημικών και άλλων χημικών προϊόντων» («CO2 emissions from petrochemicals production and other chemicals»). Στη μελέτη αυτή, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο τομέας πετροχημικών προϊόντων υπερισχύει στις εκπομπές CO2 της χημικής βιομηχανίας (ομοίως, υποσημείωση 45: «This is only a very small part of all chemical industry regarding the number of substances produced, but still the major part regarding CO2 emissions»).
( 21 ) Ειδικότερα, οι επτά άλλες δραστηριότητες αφορούν συγκεκριμένες χημικές ουσίες: 1. παραγωγή αιθάλης, 2. παραγωγή νιτρικού οξέος, 3. παραγωγή απιδικού οξέος, 4. παραγωγή γλυοξαλικού και γλυοξυλικού οξέος, 5. παραγωγή αμμωνίας, 6. παραγωγή υδρογόνου (H2) και αερίου σύνθεσης με αναμόρφωση ή μερική οξείδωση, 7. παραγωγή ανθρακικού νατρίου (Na2CO3) και διττανθρακικού νατρίου (NaHCO3).
( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, το «EUETS Handbook», το οποίο δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή και είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση : «From phase 3 the sectoral scope was expanded to include the sectors aluminium, carbon capture and storage, petrochemicals and other chemicals».
( 23 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008 (C‑127/07, EU:C:2008:728). Όσον αφορά την εξέταση της συμβατότητας, βλ., ειδικότερα, σκέψεις 34 έως 38 της αποφάσεως αυτής.
( 24 ) Βλ. σημεία76 έως 78 των παρουσών προτάσεων.
( 25 ) Βλ. σημείο79 των παρουσών προτάσεων.
( 26 ) Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις αυτές, τα κοινά τεχνικά χαρακτηριστικά των τριών αυτών διαδικασιών συνίστανται στην παραγωγή και τη χρήση πολύ μεγάλης θερμότητας (κατά την Trinseo)· στη διάσπαση μεγάλων μορίων, τη μεγάλη έκλυση θερμότητας και την απελευθέρωση CO2 (κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση), τη διάσπαση μορίων λόγω μεγάλης θερμότητας ή λόγω αντιδράσεως στο οξυγόνο, καθώς και την απελευθέρωση CO2 (κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση), την τροποποίηση της μοριακής δομής και τη χρήση καταλύτη και συνθηκών υψηλής πιέσεως και θερμοκρασίας (κατά την Επιτροπή).
( 27 ) Η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι τα πολυμερή δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων χημικών προϊόντων. Βλ. σημείο 71 των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) Βλ., ιδίως, σημείο 4, στοιχείο αʹ, περίπτωση viii, του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) 166/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2006, για τη σύσταση ευρωπαϊκού μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων και για την τροποποίηση των οδηγιών 91/689/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2006, L 33, σ. 1).
( 29 ) Ακριβέστερα, το καθεστώς αυτό αφορά ορισμένους μόνον τύπους αερίων θερμοκηπίου, οι οποίοι αναφέρονται στο παράρτημα II της οδηγίας αυτής, όταν η εκπομπή τους προκύπτει από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας. Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87.
( 30 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 24ης Ιανουαρίου 2012, Dominguez (C‑282/10, EU:C:2012:33, σκέψη 33), της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 31), και της 12ης Οκτωβρίου 2017, Lombard Ingatlan Lízing (C‑404/16, EU:C:2017:759, σκέψη 36).
( 31 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1970, Grad (9/70, EU:C:1970:78, σκέψεις 5 έως 10), της 10ης Νοεμβρίου 1992, Hansa Fleisch Ernst Mundt (C‑156/91, EU:C:1992:423, σκέψεις 13 και 19), της 7ης Ιουνίου 2007, Carp (C‑80/06, EU:C:2007:327, σκέψη 21) και της 20ής Νοεμβρίου 2008, FoselevSud‑Ouest (C‑18/08, EU:C:2008:647, σκέψη 11).
( 32 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2010, Gassmayr (C‑194/08, EU:C:2010:386, σκέψη 45), της 26ης Μαΐου 2011, Stichting Natuuren Milieu κ.λπ. (C‑165/09 έως C‑167/09, EU:C:2011:348, σκέψη 95) και της 12ης Οκτωβρίου 2017, Lombard Ingatlan Lízing (C‑404/16, EU:C:2017:759, σκέψη 36).
( 33 ) Βλ. προτάσεις μου της 23ης Νοεμβρίου 2017 στην υπόθεση INEOS (C‑572/16, EU:C:2017:896, σημεία 57 έως 65).
( 34 ) Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87 και άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2011/278.
( 35 ) Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η Επιτροπή απέρριψε πράγματι τις προβλεπόμενες από τα γερμανικά μέτρα εκτελέσεως δωρεάν κατανομές στις εγκαταστάσεις που προμήθευαν με θερμότητα τις εγκαταστάσεις παραγωγής πολυμερών, όπως η επίδικη εγκατάσταση. Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.