ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 28ης Φεβρουαρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑618/16
Rafal Prefeta
κατά
Secretary of State for Work and Pensions
[αίτηση του Upper Tribunal (Administrative Appeals Chamber) [εφετείου διοικητικών διαφορών (τμήμα γενικής αρμοδιότητας), Ηνωμένο Βασίλειο] για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Άρθρο 45 ΣΛΕΕ – Κεφάλαιο 2 του παραρτήματος XII της Πράξεως του 2003 περί των όρων προσχωρήσεως – Δυνατότητα για το Ηνωμένο Βασίλειο να παρεκκλίνει από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011 και από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ – Παρεκκλίσεις που αφορούν Πολωνό υπήκοο ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει δώδεκα μήνες ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής»
I. Εισαγωγή
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία υποβλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Νοεμβρίου 2016 από το Upper Tribunal (Administrative Appeals Chamber) [εφετείο διοικητικών διαφορών (τμήμα γενικής αρμοδιότητας), Ηνωμένο Βασίλειο], αφορά την ερμηνεία, πρώτον, του παραρτήματος XII της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ( 2 ) (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως του 2003), δεύτερον, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης ( 3 ), και, τρίτον, του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ ( 4 ).
2.
Η εν λόγω αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Rafal Prefeta, Πολωνού υπηκόου, και του Secretary of State for Work and Pensions (Υπουργού Εργασίας και Συντάξεων, Ηνωμένο Βασίλειο) (στο εξής: SSWP), σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στον R. Prefeta ένα εξαρτώμενο από το εισόδημα επίδομα απασχολήσεως και στηρίξεως (income-related Employment and Support Allowance) (στο εξής: επίδομα).
3.
Η απόφαση του SSWP περί μη χορηγήσεως του επιδόματος στον R. Prefeta στηριζόταν στο γεγονός ότι ο τελευταίος δεν διέθετε την ιδιότητα του εργαζομένου και, συνεπώς, δικαίωμα διαμονής, το οποίο αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση του επιδόματος.
4.
Πράγματι, τα εθνικά μέτρα που έχουν θεσπιστεί βάσει των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο 2 του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν επέτρεπαν στους Πολωνούς υπηκόους που δεν έχουν συμπληρώσει δώδεκα μήνες αδιάλειπτης εργασίας ως καταγεγραμμένοι εργαζόμενοι σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις να επικαλεσθούν τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 προκειμένου να διατηρήσουν το καθεστώς του «εργαζομένου» και το δικαίωμα διαμονής που τους παρέχεται από το καθεστώς αυτό.
5.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι διατάξεις του κεφαλαίου 2 του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, οι οποίες παρεκκλίνουν από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, για μια μεταβατική περίοδο, επιτρέπουν στα παρόντα κράτη μέλη ( 5 ) να αποκλείσουν τους Πολωνούς υπηκόους από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011 και του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, και, ως εκ τούτου, επιτρέπουν περιορισμούς στο δικαίωμα προσβάσεως των Πολωνών υπηκόων στο επίδομα.
II. Το νομικό πλαίσιο
A. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η Πράξη Προσχωρήσεως του 2003
6.
Η Πράξη Προσχωρήσεως του 2003 καθορίζει τους όρους προσχωρήσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και προβλέπει προσαρμογές των Συνθηκών.
7.
Κατά το πρώτο μέρος, άρθρο 1, δεύτερη και πέμπτη περίπτωση, της εν λόγω Πράξεως:
«[…]
–
ως “παρόντα κράτη μέλη” νοούνται το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιρλανδία, η Ιταλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας.
[…]
–
ως “νέα κράτη μέλη” νοούνται η Τσεχική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Κυπριακή Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λεττονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, της Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Μάλτας, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Δημοκρατία της Σλοβενίας και η Σλοβακική Δημοκρατία.
[…]»
8.
Το τέταρτο μέρος της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 περιέχει τις διατάξεις προσωρινής ισχύος που είναι εφαρμοστέες στα «νέα κράτη μέλη». Στον τίτλο Ι του μέρους αυτού, το άρθρο 24 της εν λόγω Πράξεως ορίζει τα εξής:
«Τα μέτρα που απαριθμούνται στα Παραρτήματα V, VI, VII, VIII, IX, X, XI, XII, XIII και XIV της παρούσας ισχύουν όσον αφορά τα νέα κράτη μέλη, υπό τους όρους που ορίζονται στα Παραρτήματα αυτά.»
9.
Το παράρτημα XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 τιτλοφορείται «Κατάλογος ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 24 της Πράξης προσχώρησης: Πολωνία». Στο κεφάλαιο 2 του εν λόγω παραρτήματος, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, οι παράγραφοι 1, 2, 5 και 9 έχουν ως εξής:
«1. Το άρθρο [45] και το άρθρο [56], πρώτο εδάφιο, [ΣΛΕΕ] εφαρμόζονται πλήρως μόνον όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που συνεπάγεται προσωρινή κυκλοφορία εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, μεταξύ, αφενός, της Πολωνίας, και, αφετέρου, του Βελγίου, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δανίας, της Γερμανίας, της Εσθονίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, του Λουξεμβούργου, της Ουγγαρίας, των Κάτω Χωρών, της Αυστρίας, της Πορτογαλίας, της Σλοβενίας, της Σλοβακίας, της Φινλανδίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 2 έως 14.
2. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 1 έως 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 [κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33)] και μέχρι το τέλος της διετούς περιόδου μετά την ημερομηνία προσχώρησης, τα παρόντα κράτη μέλη εφαρμόζουν εθνικά μέτρα, ή μέτρα που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες, με τα οποία ρυθμίζεται η πρόσβαση Πολωνών υπηκόων στις αγορές εργασίας τους. Τα παρόντα κράτη μέλη μπορούν να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν τέτοια μέτρα μέχρι το τέλος πενταετούς περιόδου μετά την ημερομηνία προσχώρησης.
Πολωνοί υπήκοοι οι οποίοι εργάζονται νομίμως σε παρόν κράτος μέλος την ημερομηνία προσχώρησης και [έχουν γίνει δεκτοί] στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα [δώδεκα] μηνών ή μεγαλύτερο, έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους αλλά όχι στην αγορά εργασίας άλλων κρατών μελών που εφαρμόζουν εθνικά μέτρα.
Πολωνοί υπήκοοι οι οποίοι [έχουν γίνει δεκτοί] στην αγορά εργασίας παρόντος κράτους μέλους μετά την προσχώρηση για αδιάλειπτο χρονικό διάστημα [δώδεκα] μηνών ή μεγαλύτερο, απολαύουν επίσης των ιδίων δικαιωμάτων.
Οι Πολωνοί υπήκοοι που αναφέρονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο παύουν να απολαύουν των δικαιωμάτων που αναφέρονται στα εδάφια αυτά, αν εγκαταλείψουν οικειοθελώς την αγορά εργασίας του συγκεκριμένου παρόντος κράτους μέλους.
Πολωνοί υπήκοοι οι οποίοι εργάζονται νομίμως σε παρόν κράτος μέλος την ημερομηνία προσχώρησης ή κατά το χρονικό διάστημα εφαρμογής εθνικών μέτρων, και οι οποίοι [έχουν γίνει δεκτοί] στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μικρότερο των [δώδεκα] μηνών δεν απολαύουν των εν λόγω δικαιωμάτων.
[…]
5. Κράτος μέλος που διατηρεί εθνικά μέτρα ή μέτρα που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες στο τέλος της πενταετούς περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί, σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς εργασίας του ή απειλής τέτοιας διαταραχής, και μετά από κοινοποίηση προς την Επιτροπή, να εξακολουθήσει να εφαρμόζει τα μέτρα αυτά μέχρι το τέλος της επταετούς περιόδου μετά την ημερομηνία προσχώρησης. Ελλείψει της κοινοποίησης αυτής, εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68.
[…]
9. Στο μέτρο που ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ [οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. εκδ. 05/001, σ. 43)] δεν μπορούν να διαχωρισθούν από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 η εφαρμογή του οποίου αναβάλλεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5 και 7 και 8, η Πολωνία και τα παρόντα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις αυτές στο μέτρο που απαιτείται για την εφαρμογή των παραγράφων 2 έως 5 και 7 και 8.»
2. Ο κανονισμός 492/2011
10.
Ο κανονισμός 492/2011 κατήργησε και αντικατέστησε, με ισχύ από τις 16 Ιουνίου 2011, τον κανονισμό 1612/68.
11.
Το κεφάλαιο I του κανονισμού 492/2011 φέρει τον τίτλο «Απασχόληση, ισότητα μεταχείρισης και οικογένειες εργαζομένων».
12.
Στο κεφάλαιο αυτό, το τμήμα 1, με τίτλο «Πρόσβαση σε απασχόληση», περιέχει τα άρθρα 1 έως 6 τα οποία απαγορεύουν, κατ’ ουσίαν, τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές ρυθμίσεις, καθώς και τις διοικητικές πρακτικές κράτους μέλους οι οποίες περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους, που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς, τη ζήτηση και την προσφορά εργασίας, την πρόσβαση σε απασχόληση και την άσκησή της από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών.
13.
Στο ίδιο κεφάλαιο, στο τμήμα 2 το οποίο φέρει τον τίτλο «Άσκηση της απασχόλησης και ισότητα της μεταχείρισης», το άρθρο 7 ορίζει τα εξής:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται, στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
[…]»
3. Η οδηγία 2004/38
14.
Η οδηγία 2004/38 κατήργησε και αντικατέστησε, με ισχύ από τις 30 Απριλίου 2006, την οδηγία 68/360.
15.
Το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών», ορίζει, στην παράγραφό του 1, στοιχείο αʹ, και στην παράγραφό του 3, στοιχεία αʹ έως γʹ, τα εξής:
«1. Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:
α)
είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής, ή
[…]
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στοιχείο αʹ, η ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού διατηρείται για τον πολίτη της Ένωσης που δεν είναι πλέον μισθωτός ή μη μισθωτός στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
αν ο ενδιαφερόμενος είναι προσωρινά ανίκανος προς εργασία εξαιτίας ασθενείας ή ατυχήματος·
β)
αν ο ενδιαφερόμενος έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος, έχοντας ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα άνω του ενός έτους, και έχει καταγραφεί ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης·
γ)
αν ο ενδιαφερόμενος έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος μετά τη λήξη ισχύος της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια μικρότερη του ενός έτους ή αφού κατέστη ακουσίως άνεργος κατά τη διάρκεια των πρώτων δώδεκα μηνών και έχει καταγραφεί στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία. Στην περίπτωση αυτή, η ιδιότητα του εργαζομένου διατηρείται επί χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του εξαμήνου·
[…]».
16.
Το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ίση μεταχείριση», ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητώς στη Συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής βάσει της παρούσας οδηγίας, απολαύουν ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους ημεδαπούς του εν λόγω κράτους μέλους εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης. […]»
B. Το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου
17.
Με την Accession (Immigration and Worker Registration) Regulations 2004/1219 [κανονιστική απόφαση 2004/1219 για τα νέα κράτη μέλη (μετανάστευση και καταγραφή εργαζομένων)] (στο εξής: κανονιστική απόφαση του 2004), το Ηνωμένο Βασίλειο ανέβαλε, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, την εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης έναντι των υπηκόων οκτώ από τα δέκα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 ( 6 ). Αυτά τα μέτρα παρεκκλίσεως θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 24 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 και παρέμειναν σε ισχύ μέχρι τις 30 Απριλίου 2011 ( 7 ).
18.
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, η κανονιστική απόφαση του 2004 είχε τροποποιηθεί, μεταξύ άλλων, με την Immigration (European Economic Area) Regulations 2006/1003 [κανονιστική απόφαση 2006/1003 για τη μετανάστευση (Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος)] (στο εξής: κανονιστική απόφαση του 2006).
19.
Η κανονιστική απόφαση του 2004, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, προέβλεπε ένα σύστημα καταγραφής [Accession State Worker Registration Scheme (σύστημα καταγραφής των εργαζομένων που προέρχονται από νέα κράτη μέλη)] το οποίο ίσχυε για τους υπηκόους των συγκεκριμένων οκτώ νέων κρατών μελών οι οποίοι θα εργάζονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την περίοδο από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Απριλίου 2011.
20.
Το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως του 2004, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εργαζόμενος νέου κράτους μέλους για τον οποίο απαιτείται καταγραφή», όριζε τα εξής:
«(1) Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου, ως “εργαζόμενος νέου κράτους μέλους για τον οποίο απαιτείται καταγραφή” νοείται ο υπήκοος συγκεκριμένου νέου κράτους μέλους ο οποίος εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την περίοδο προσχωρήσεως.
[…]
(4) Υπήκοος συγκεκριμένου νέου κράτους μέλους ο οποίος νομίμως εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, το οποίο συμπίπτει εν όλω ή εν μέρει με το διάστημα μετά τις 30 Απριλίου 2004, παύει με την πάροδο δώδεκα μηνών να είναι εργαζόμενος νέου κράτους μέλους για τον οποίο απαιτείται καταγραφή.
[…]
(8) Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 και 4, ένα πρόσωπο θεωρείται ότι έχει εργασθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών αν εργάσθηκε νομίμως στο Ηνωμένο Βασίλειο στην αρχή και στο τέλος του χρονικού αυτού διαστήματος και αν ολόκληρο το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν εργάσθηκε νομίμως στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν υπερβαίνει συνολικώς τις [τριάντα] ημέρες.
[…]»
21.
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως του 2004 όριζε τα εξής:
«υπήκοος συγκεκριμένου νέου κράτους μέλους, ο οποίος θα είχε την ιδιότητα του εργαζομένου από νέο κράτος μέλος για τον οποίο απαιτείται καταγραφή αν είχε αρχίσει να εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν έχει δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα προσώπου που αναζητεί εκεί εργασία.»
22.
Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφοι 3 και 4, της κανονιστικής αποφάσεως του 2004, υπό τη μορφή που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, όριζε τα εξής:
«(3) Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως του 2006 δεν έχει εφαρμογή σε εργαζόμενο νέου κράτους μέλους για τον οποίο απαιτείται καταγραφή, ο οποίος παύει να εργάζεται.
(4) Όταν εργαζόμενος νέου κράτους μέλους για τον οποίο απαιτείται καταγραφή παύσει να εργάζεται για εγκεκριμένο εργοδότη, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, [της κανονιστικής αποφάσεως του 2006], εντός του μήνα που αρχίζει από την ημερομηνία ενάρξεως της εργασίας, το άρθρο αυτό εφαρμόζεται ως προς τον εν λόγω εργαζόμενο για το υπόλοιπο του μήνα αυτού.»
23.
Η κανονιστική απόφαση του 2006 μετέφερε στο βρετανικό δίκαιο την οδηγία 2004/38.
24.
Υπό τη μορφή που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως του 2006, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήκοος κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) μπορεί να απολαύει διευρυμένου δικαιώματος διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχε ως εξής:
«1)
[γ]ια την εφαρμογή της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως, ως “πρόσωπο που έχει δικαίωμα διαμονής” νοείται κάθε υπήκοος κράτους του ΕΟΧ εγκατεστημένος στο Ηνωμένο Βασίλειο ως:
[…]·
b)
μισθωτός·
[…]».
25.
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως του 2006 καθόριζε της προϋποθέσεις που ένα πρόσωπο που έχει παύσει την εργασία του έπρεπε να πληροί προκειμένου να διατηρήσει την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο b, του ίδιου άρθρου, και όριζε ότι:
«(2) [μ]ε την επιφύλαξη του άρθρου 7Α, παράγραφος 4, πρόσωπο, το οποίο δεν εργάζεται πλέον, εξακολουθεί να θεωρείται εργαζόμενος για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στοιχείο b, αν:
a)
είναι προσωρινά ανίκανο προς εργασία εξαιτίας ασθενείας ή ατυχήματος·
b)
έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος αφότου απασχολήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταγραφεί ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία στην αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως και:
i)
εργαζόταν για χρονικό διάστημα άνω του ενός έτους πριν καταστεί άνεργος·
ii)
είναι άνεργος για λιγότερο από έξι μήνες· ή
iii)
μπορεί να αποδείξει ότι αναζητεί εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχει πραγματικές πιθανότητες να προσληφθεί·
[…]».
26.
Το άρθρο 7Α, παράγραφος 4, της κανονιστικής αποφάσεως του 2006 όριζε τα εξής:
«Το άρθρο 6, παράγραφος 2, εφαρμόζεται σε εργαζόμενο νέου κράτους μέλους αν:
a)
πρόκειται για πρόσωπο για το οποίο είχε εφαρμογή στις 30 Απριλίου 2011 το άρθρο 5, παράγραφος 4, της κανονιστικής αποφάσεως [του 2004]· ή
b)
κατά περίπτωση, κατέστη ανίκανος προς εργασία, άνεργος ή έπαυσε να εργάζεται μετά την 1η Μαΐου 2011.»
III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
27.
Ο R. Prefeta είναι Πολωνός υπήκοος. Αφίχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2008 και εκεί εργάσθηκε αδιαλείπτως κατά το χρονικό διάστημα από τις 7 Ιουλίου 2009 έως τις 11 Μαρτίου 2011, ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η απασχόλησή του εξαιτίας τραυματισμού ο οποίος δεν σχετιζόταν με την εργασία του.
28.
Στις 5 Ιανουαρίου 2011, ο R. Prefeta έλαβε, κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας, πιστοποιητικό καταγραφής εργαζομένου. Προκύπτει συναφώς ότι εργάσθηκε αδιαλείπτως ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος για δύο μήνες και έξι ημέρες, ήτοι για την περίοδο από τις 5 Ιανουαρίου 2011 μέχρι τις 11 Μαρτίου 2011.
29.
Αφότου εγκατέλειψε την εργασία του, ο R. Prefeta περιήλθε σε ακούσια ανεργία δεόντως διαπιστωμένη, δεδομένου ότι στην αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως ενεγράφη ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία (jobseeker) και δεδομένου ότι του καταβαλλόταν επίδομα ανεργίας (jobseeker’s allowance) από τις 20 Μαρτίου 2011.
30.
Στις 20 Οκτωβρίου 2011, ο R. Prefeta ζήτησε το επίδομα. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το επίδομα προορίζεται για κατηγορίες προσώπων τα οποία έχουν περιορισμένη ικανότητα προς εργασία λόγω της σωματικής ή διανοητικής καταστάσεώς τους. Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι, τόσο κατά το δίκαιο της Ένωσης ή και κατά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου, το επίδομα δεν μπορεί να χορηγηθεί στα πρόσωπα που αναζητούν εργασία. Προσθέτει δε ότι, κατά το βρετανικό δίκαιο, το επίδομα μπορεί να χορηγηθεί στους εργαζομένους όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο b, και στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως του 2006.
31.
Η αίτηση του R. Prefeta απορρίφθηκε από τον SSWP επειδή το βρετανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε τον R. Prefeta ως εργαζόμενο, καθόσον ήταν Πολωνός υπήκοος και δεν είχε συμπληρώσει δώδεκα μήνες αδιάλειπτης εργασίας ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος.
32.
Ο R. Prefeta προσέφυγε στο First-tier Tribunal (Social Entitlement Chamber) [πρωτοδικείο διοικητικών διαφορών (τμήμα κοινωνικών παροχών), Ηνωμένο Βασίλειο], το οποίο επικύρωσε την απόφαση του SSWP. Ακολούθως, ο R. Prefeta άσκησε κατά της αποφάσεως του First-tier Tribunal (Social Entitlement Chamber) [πρωτοδικείου διοικητικών διαφορών (τμήμα κοινωνικών παροχών)] έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
33.
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο R. Prefeta προέβαλε, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως του 2004 ήταν αντίθετο προς το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, καθώς και προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011.
34.
Πράγματι, κατά τον R. Prefeta, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως του 2004 δεν επέτρεπε στους υπηκόους συγκεκριμένων νέων κρατών μελών, οι οποίοι δεν έχουν εργασθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο με πιστοποιητικό καταγραφής επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, να διατηρήσουν την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 και να τύχουν της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011. Πάντως, κατά τον R. Prefeta, ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, καθόσον αυτή δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις από τις εν λόγω διατάξεις.
35.
Κατά τον SSWP, η κανονιστική απόφαση του 2004 είναι συμβατή με την Πράξη Προσχωρήσεως του 2003 η οποία στο κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΧΙΙ προβλέπει ότι «Πολωνοί υπήκοοι οι οποίο εργάζονται νομίμως […] κατά το χρονικό διάστημα εφαρμογής εθνικών μέτρων, και οι οποίοι [έχουν γίνει δεκτοί] στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών δεν απολαύουν των εν λόγω δικαιωμάτων». Κατά τον SSWP, στα «εν λόγω δικαιώματα» συμπεριλαμβάνονται τα απορρέοντα από τη Συνθήκη δικαιώματα που οι «εργαζόμενοι» απολαμβάνουν σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011.
36.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η ερμηνεία του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 αποτελεί ένα περίπλοκο ζήτημα δικαίου της Ένωσης το οποίο εγείρεται για πρώτη φορά. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο έκρινε αναγκαίο, προκειμένου να λύσει τη διαφορά της κύριας δίκης, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Επέτρεπε το παράρτημα XII της [Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003] στα [τότε παρόντα] κράτη μέλη να αποκλείσουν τους Πολωνούς υπηκόους από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού [492/2011] και του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας [2004/38], όταν ο εργαζόμενος, μολονότι είχε συμμορφωθεί οψίμως προς την κατά το εθνικό δίκαιο υποχρέωση καταγραφής του ως εργαζομένου, δεν είχε ακόμη εργασθεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος;
2)
Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, μπορεί Πολωνός εργαζόμενος, υπό τις συνθήκες του πρώτου ερωτήματος, να επικαλεσθεί το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας [2004/38] όσον αφορά τη διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου;»
IV. Ανάλυση
37.
Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το κεφάλαιο 2 του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, το οποίο αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, επιτρέπει στα τότε παρόντα κράτη μέλη να αποκλείσουν τους Πολωνούς υπηκόους από το ευεργέτημα δύο διατάξεων, ήτοι του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011 ( 8 ) και του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 ( 9 ), όταν ο εργαζόμενος, μολονότι είχε συμμορφωθεί οψίμως προς την κατά το εθνικό δίκαιο υποχρέωση καταγραφής του ως εργαζομένου, δεν είχε ακόμη εργασθεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος. Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως υπό ποιες προϋποθέσεις, μπορεί ένας Πολωνός υπήκοος να επικαλεσθεί το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, όταν, έχοντας συμμορφωθεί οψίμως προς την κατά το εθνικό δίκαιο υποχρέωση καταγραφής του ως εργαζομένου, δεν είχε ακόμη εργασθεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος.
38.
Δεδομένου ότι υπάρχει σε σημαντικό βαθμό επικάλυψη μεταξύ των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο αυτά να εξεταστούν από κοινού.
A. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
39.
Από το κεφάλαιο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 προκύπτει ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχουν πλήρη εφαρμογή μόνο υπό την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 2 έως 14 του ίδιου κεφαλαίου, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, που συνεπάγονται προσωρινή κυκλοφορία εργαζομένων μεταξύ της Πολωνίας και των τότε παρόντων κρατών μελών, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1, δεύτερη περίπτωση, της εν λόγω Πράξεως Προσχωρήσεως ( 10 ).
40.
Πράγματι, οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68 καθώς και από τις διατάξεις της οδηγίας 68/360 που δεν μπορούν να διαχωρισθούν από τις διατάξεις του κανονισμού 1612/68 των οποίων η εφαρμογή αναβάλλεται δυνάμει των παραγράφων 2 έως 5 και 7 και 8 του κεφαλαίου 2, στο μέτρο που απαιτείται για την εφαρμογή των παραγράφων αυτών ( 11 ).
41.
Οι εν λόγω παρεκκλίσεις από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι οποίες αφορούν τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και συνεπάγονται προσωρινή κυκλοφορία εργαζομένων, πρέπει, φυσικά, να ερμηνεύονται στενά ( 12 ).
B. Η ύπαρξη δυνατότητας αποκλεισμού των Πολωνών υπηκόων από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011
42.
Πρέπει να επισημανθεί ότι οι παράγραφοι 1 έως 14 του κεφαλαίου 2 του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν περιέχουν καμία αναφορά στον κανονισμό 492/2011 τον οποίο αναφέρει το πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου και του οποίου η έκδοση είναι μεταγενέστερη της εν λόγω Πράξεως Προσχωρήσεως.
43.
Εντούτοις, ο κανονισμός 1612/68, τον οποίο αφορούν ειδικά οι διατάξεις αυτές, καταργήθηκε από τον κανονισμό 492/2011 ( 13 ), του οποίου η αιτιολογική σκέψη 1 αναφέρει ότι «[ο] κανονισμός [1612/68] έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς [και είναι σκόπιμη,] για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού». Επισημαίνω ότι τα άρθρα 1 έως 7 των δύο αυτών κανονισμών είναι σχεδόν πανομοιότυπα.
44.
Πάντως, όσον αφορά τις διατάξεις του κανονισμού 1612/68, το κεφάλαιο 2, παράγραφοι 1 έως 14, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, το οποίο κεφάλαιο αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων ( 14 ), προβλέπει παρεκκλίσεις μόνον από τα άρθρα 1 έως 6 του εν λόγω κανονισμού τα οποία αφορούν την «πρόσβαση στην απασχόληση».
45.
Επομένως, με την επιφύλαξη της δυνατότητας εφαρμογής ratione temporis του κανονισμού 492/2011 ( 15 ), οι παραπομπές των επίμαχων διατάξεων προς τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68 πρέπει να νοηθούν mutatis mutandis ως παραπομπές προς τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού 492/2011, και τούτο ακόμη και αν γίνει στενή ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
46.
Συνεπώς, οι άλλες διατάξεις του κανονισμού 1612/68, και ιδίως το άρθρο του 7, παράγραφος 2, το oποίο περιλαμβάνεται στον επιγραφόμενο «Άσκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως» τίτλο ΙΙ του πρώτου μέρους του εν λόγω κανονισμού και ορίζει ότι ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους απολαύει στο έδαφος των άλλων κρατών μελών «των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους», δεν εμπίπτουν στις παρεκκλίσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων οι οποίες προβλέπονται στο κεφάλαιο 2, παράγραφοι 1 έως 14, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
47.
Επομένως, από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 καθώς και, ενδεχομένως, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011 είχαν πλήρη εφαρμογή επί των Πολωνών εργαζομένων ( 16 ) οι οποίοι συνεπώς έπρεπε να απολαύουν των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους ( 17 ), δεδομένου ότι το κεφάλαιο 2, παράγραφοι 1 έως 14, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν προέβλεπε καμία παρέκκλιση από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
48.
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ο R. Prefeta συμμορφώθηκε οψίμως προς την κατά το εθνικό δίκαιο υποχρέωση καταγραφής του ως εργαζομένου καθώς και ότι δεν είχε ακόμη εργασθεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος δεν μπορεί να δικαιολογήσει το ότι το Ηνωμένο Βασίλειο απέκλεισε τον R. Prefeta, όταν αυτός είχε την ιδιότητα του εργαζομένου, από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ή, ενδεχομένως, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011.
49.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θεωρώ ότι το παράρτημα XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν επιτρέπει στα τότε παρόντα κράτη μέλη να αποκλείσουν τους Πολωνούς υπηκόους από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ή, ενδεχομένως, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011, όταν αυτοί έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου, δηλαδή όταν ασκούν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα.
Γ. Η ύπαρξη δυνατότητας αποκλεισμού των Πολωνών υπηκόων από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38
1. Επιχειρήματα των μετεχόντων στην προδικαστική διαδικασία
50.
O R. Prefeta θεωρεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 68/360 και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 προβλέπουν ότι, αν ένας εργαζόμενος έχει, για παράδειγμα, την ατυχία να αρρωστήσει προσωρινά, τότε έχει δικαίωμα να παραμείνει στο έδαφος του κράτους όπου εργάστηκε. Υποστηρίζει, πρώτον, ότι το δικαίωμα αυτό δεν επηρεάζει τον βαθμό στον οποίο η αγορά εργασίας είναι ανοικτή όσον αφορά τον εργαζόμενο, δεύτερον, ότι ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλεσθεί το δικαίωμα αυτό μόνον αφότου έχει λάβει άδεια να ενταχθεί στην αγορά εργασίας και, τρίτον, ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να εφαρμόσει ένα καθεστώς που απαγορεύει την πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις εργασίας στους υπηκόους των νέων κρατών μελών ( 18 ). Κατά τον R. Prefeta, «το άρθρο 7 της οδηγίας 68/360 και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 δεν ρυθμίζουν την πρόσβαση ιδιωτών στην απασχόληση, αλλά διευκρινίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας εργαζόμενος [της Ένωσης] απολαύει του σχετικού δικαιώματος στο κράτος υποδοχής. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να διαχωρισθούν από τον τίτλο Ι του κανονισμού 1612/68. Πράγματι, οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι στην ουσία παρεμφερείς με τις διατάξεις του επιγραφόμενου “Ασκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως” τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1612/68, και ιδίως του άρθρου 7 του τίτλου ΙΙ».
51.
Κατά τον R. Prefeta, «η εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 δεν θίγει τον γενικό σκοπό των περιορισμών στην προσχώρηση». Ο ίδιος θεωρεί ειδικότερα ότι «οι περιορισμοί στην προσχώρηση παρέχουν, προσωρινά, σε ένα κράτος τη δυνατότητα να ελέγχει τις προϋποθέσεις προσβάσεως στη δική του αγορά εργασίας προκειμένου να αποφευχθεί η διατάραξή της κατά την περίοδο της προσχωρήσεως […]. Εξού η δυνατότητα παρεκκλίσεως από τον τίτλο Ι του κανονισμού 1612/68. […] Το δικαίωμα ενός ιδιώτη να διατηρήσει το δικαίωμά του διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής όταν έχει παύσει προσωρινά να εργάζεται δεν συνιστά από μόνο του παράγοντα ικανό να διαταράξει την αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους, δεδομένου ότι ο “εργαζόμενος”, στο χρονικό αυτό σημείο, δεν εργάζεται. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός των περιορισμών στην προσχώρηση, να συναχθεί ότι υφίσταται εξουσία περιορισμού του δικαιώματος διατηρήσεως της ιδιότητας του εργαζομένου».
52.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι το κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν επιβάλλει όπως ένας ιδιώτης, ο οποίος έχει εργαστεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, χωρίς όμως να έχει λάβει πιστοποιητικό καταγραφής εργαζομένου για το διάστημα αυτό, έχει πρόσβαση σε ολόκληρο το πλέγμα των δικαιωμάτων και παροχών που μπορεί να αξιώσει ένας υπήκοος κράτους μέλους λόγω της ιδιότητάς του ως εργαζομένου. Επιπλέον, η εν λόγω Πράξη Προσχωρήσεως δεν απαιτεί να παρέχεται σε ιδιώτη η δυνατότητα να τύχει του συνόλου των δικαιωμάτων αυτών όταν έχει λάβει, σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, πιστοποιητικό καταγραφής εργαζομένου, αλλά δεν διέθετε το εν λόγω πιστοποιητικό για ολόκληρη την περίοδο εργασίας.
53.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι, αν Πολωνός υπήκοος, όπως ο R. Prefeta, ο οποίος δεν εργάστηκε αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ως καταγεγραμμένος εργαζόμενος, είχε πρόσβαση σε ολόκληρο το πλέγμα των δικαιωμάτων και παροχών των οποίων απολαύουν οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους λόγω της ιδιότητας του εργαζομένου, τότε θα ήταν περιττή η διευκρίνιση που περιέχεται στο κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, κατά την οποία ένας ιδιώτης πρέπει να έχει γίνει δεκτός στην αγορά εργασίας επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών προκειμένου να τύχει των εν λόγω δικαιωμάτων. Ομοίως, τούτο θα υπονόμευε την επίτευξη των στόχων που υπηρετεί η υποχρέωση καταγραφής, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή αποσκοπεί, αφενός, να παράσχει στο Ηνωμένο Βασίλειο τη δυνατότητα να αξιολογεί της προϋποθέσεις προσβάσεως στη δική του αγορά εργασίας, προκειμένου να διαπιστώνει αν είναι αναγκαία άλλα μέτρα, και, αφετέρου, να ενθαρρύνει τους υπηκόους των νέων κρατών μελών να τακτοποιήσουν την κατάστασή τους και να συμβάλουν στην επίσημη οικονομία ( 19 ).
54.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, αν ένας εργαζόμενος ενός νέου κράτους μέλους μπορούσε να επικαλεσθεί το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2004/38, τότε το Ηνωμένο Βασίλειο θα στερούνταν της δυνατότητας να υλοποιήσει την ίδια την ουσία των παρεκκλίσεων που προβλέπονται από την κανονιστική απόφαση του 2004, στόχος της οποίας ήταν να περιορίσει την πρόσβαση στη δική του αγορά εργασίας, μέσω περιορισμού του δικαιώματος των οικονομικά ανενεργών υπηκόων ενός νέου κράτους μέλους να διαμένουν στην επικράτειά του προς αναζήτηση εργασίας. Όσον αφορά όμως το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, η Επιτροπή θεωρεί ότι το παράρτημα ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για τον περιορισμό του δικαιώματος διατηρήσεως της ιδιότητας του εργαζομένου, καθόσον η εν λόγω διάταξη, στην ουσία, δεν έχει σχέση με τα βρετανικά μέτρα που ρυθμίζουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας ( 20 ).
2. Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38
55.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το κεφάλαιο 2, παράγραφοι 1 έως 14, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν περιέχει καμία αναφορά στην οδηγία 2004/38 ( 21 ), η οποία εκδόθηκε και τέθηκε σε ισχύ μεταγενέστερα.
56.
Πάντως, η παράγραφος 9 του κεφαλαίου 2 του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 προβλέπει τη δυνατότητα για τα τότε παρόντα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της οδηγίας 68/360 που δεν μπορούν να διαχωρισθούν από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68, των οποίων η εφαρμογή αναβλήθηκε ειδικά βάσει του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2 ( 22 ), του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, στο μέτρο που απαιτούνταν για την εφαρμογή της τελευταίας παραγράφου.
57.
Πάντως, το γράμμα του άρθρου 7 της οδηγίας 68/360 ( 23 ) είναι στην ουσία πολύ κοντά στο γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38. Πράγματι, οι δύο αυτές διατάξεις ορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου ο πολίτης της Ένωσης ο οποίος πλέον δεν ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα.
58.
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην πρότασή της για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών ( 24 ), η Επιτροπή επισήμανε, με το σχόλιό της σχετικά με το άρθρο 8, παράγραφος 7 (νυν άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38), ότι οι επίμαχες διατάξεις ( 25 )«βασίζονται, εν πολλοίς, σε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας [68/360] τις οποίες όμως αποσαφηνίζουν. Συγχρόνως, το κείμενό τους απηχεί τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου όταν ο εργαζόμενος έχει παύσει να ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα».
59.
Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι, παρά το γεγονός ότι το κεφάλαιο 2, παράγραφος 9, του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 δεν περιέχει ρητή αναφορά στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, πρέπει εντούτοις να εξεταστεί αν η τελευταία διάταξη δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68, των οποίων η εφαρμογή αναβλήθηκε βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου κεφαλαίου και, σε καταφατική περίπτωση, κατά πόσον είναι αναγκαία, για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, η παρέκκλιση από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 ( 26 ).
3. Μπορεί το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 να διαχωρισθεί από τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68 που αφορούν την πρόσβαση στην απασχόληση;
60.
Στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, N. (C‑46/12, EU:C:2013:97, σκέψη 47), το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο ορισμός του “εργαζομένου” κατά την έννοια του άρθρου 45 ΣΛΕΕ εκφράζει τη συνυφασμένη με την ίδια την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων επιταγή, να δύνανται να επικαλεσθούν τα πλεονεκτήματα που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης στο πλαίσιο της εν λόγω ελευθερίας μόνον όσοι ασκούν πράγματι ή επιθυμούν σοβαρώς να ασκήσουν ορισμένη μισθωτή δραστηριότητα» ( 27 ).
61.
Μολονότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/38 φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών», στην παράγραφό του 3 ορίζει κατά τρόπο μη εξαντλητικό ( 28 ) τις συνθήκες υπό τις οποίες ένας Ευρωπαίος πολίτης ο οποίος πλέον δεν ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, όπως η ακούσια ανεργία και η προσωρινή ανικανότητα προς εργασία συνεπεία ασθενείας ή ατυχήματος, διατηρεί, πέραν του δικαιώματος διαμονής, την ιδιότητα του εργαζομένου, προκειμένου ιδίως να μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση σε νέα δραστηριότητα, μισθωτή ή μη μισθωτή ( 29 ).
62.
Επομένως, η δυνατότητα Ευρωπαίου πολίτη ( 30 ) να διατηρήσει την ιδιότητα του εργαζομένου συνδέεται με την απόδειξη ότι ο εν λόγω πολίτης έχει τη διάθεση ή την ικανότητα να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα και, συνεπώς, να επανενταχθεί στην αγορά εργασίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Επισημαίνω ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 αφορά μόνο μια προσωρινή ανικανότητα προς εργασία και ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, της ίδιας οδηγίας απαιτεί ο εργαζόμενος να έχει καταγραφεί ως πρόσωπο που αναζητεί εργασία στην αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως.
63.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, εκτιμώ ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 αφορά καταστάσεις στις οποίες η επανένταξη του Ευρωπαίου πολίτη στην αγορά εργασίας είναι εφικτή, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68 ( 31 ) τα οποία ρυθμίζουν την πρόσβαση στην εργασία.
4. Σε ποιον βαθμό είναι αναγκαία παρέκκλιση από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 για την εφαρμογή του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003;
64.
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν επιβάλλει καμία ειδική προϋπόθεση ως προς τη διάρκεια της ασκηθείσας από τον πολίτη της Ένωσης μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας η οποία απαιτείται προκειμένου αυτός να διατηρήσει την ιδιότητα του εργαζομένου. Αρκεί ο πολίτης να άσκησε πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, αποκλειομένων των δραστηριοτήτων που είναι τόσο περιορισμένες ώστε να εμφανίζονται ως αμιγώς περιθωριακές και επουσιώδεις ( 32 ).
65.
Αντιθέτως, το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 απαιτεί η διάρκεια της ασκηθείσας μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας να είναι «άνω του ενός έτους». Επιπλέον, η παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι ο Ευρωπαίος πολίτης διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου για τουλάχιστον έξι μήνες, αν έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος μετά τη λήξη της συμβάσεώς του εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια μικρότερη του ενός έτους ή αφότου κατέστη ακουσίως άνεργος κατά τη διάρκεια των πρώτων δώδεκα μηνών.
66.
Το κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 προβλέπει κατ’ ουσίαν ότι, κατά μια μεταβατική περίοδο, τα τότε παρόντα κράτη μέλη μπορούσαν να παρεκκλίνουν από τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68 θεσπίζοντας εθνικά μέτρα ρυθμίζοντα την πρόσβαση των Πολωνών υπηκόων στη δική τους αγορά εργασίας. Το τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου περιορίζει ή οριοθετεί τη δυνατότητα αυτή ορίζοντας κατ’ ουσίαν ότι οι Πολωνοί υπήκοοι οι οποίοι αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ή μεγαλύτερο είχαν γίνει δεκτοί στην αγορά εργασίας παρόντος κράτους μέλους μετά την προσχώρηση έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους. Εξάλλου, το τέταρτο εδάφιο επιβεβαιώνει ( 33 ) ότι οι Πολωνοί υπήκοοι που νομίμως εργάζονται σε παρόν κράτος κατά το χρονικό διάστημα εφαρμογής εθνικών μέτρων, και οι οποίοι έγιναν δεκτοί στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών δεν απολαύουν των εν λόγω δικαιωμάτων (η υπογράμμιση δική μου).
67.
Κατά το Δικαστήριο, ο σκοπός του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 είναι να αποτρέψει, κατόπιν της προσχωρήσεως νέων κρατών μελών στην Ένωση, την πρόκληση διαταράξεων στην αγορά εργασίας των παλαιών κρατών μελών, οι οποίες θα οφείλονταν στην άμεση άφιξη υψηλού αριθμού εργαζομένων υπηκόων των εν λόγω νέων κρατών μελών ( 34 ). Πάλι κατά το Δικαστήριο, τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ ( 35 ) δεν εμποδίζουν κράτος μέλος να εξαρτά, κατά τη μεταβατική περίοδο του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, από τη λήψη άδειας εργασίας την απόσπαση στο έδαφός του εργαζομένων Πολωνών υπηκόων ( 36 ).
68.
Θεωρώ συνεπώς ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 θεσπίζουν ένα ειδικό καθεστώς το οποίο παρέχει ( 37 ) στα τότε παρόντα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ρυθμίζουν την πρόσβαση των Πολωνών υπηκόων στη δική τους αγορά εργασίας.
69.
Συναφώς, από τα τρίτο και το τέταρτο εδάφιο της ανωτέρω παραγράφου προκύπτει σαφώς ότι τα τότε παρόντα κράτη μέλη μπορούσαν να εξαρτήσουν την πρόσβαση των Πολωνών υπηκόων στην αγορά εργασίας από δύο σωρευτικές προϋποθέσεις, δηλαδή από την υποχρέωση, πρώτον, αυτοί να έγιναν δεκτοί στην αγορά εργασίας και, δεύτερον, αφότου έγιναν δεκτοί στην αγορά εργασίας, να εργάσθηκαν εκεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα τουλάχιστον μηνών. Πράγματι, από το γράμμα του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 προκύπτει ότι ένας Πολωνός υπήκοος πρέπει να είχε γίνει δεκτός στην αγορά εργασίας επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, πράγμα το οποίο σημαίνει, κατά την άποψή μου, ότι η εργασία πρέπει να παρασχέθηκε σε συνέχεια της εισδοχής.
70.
Κατ’ εμέ, ο όρος «έγινε δεκτός» προϋποθέτει ή συνεπάγεται κατ’ ανάγκη μια ενέργεια τρίτου σε σχέση με τον ενδιαφερόμενο πολίτη. Δεν αρκεί αυτός να εργάζεται. Ο εν λόγω πολίτης πρέπει να έχει γίνει δεκτός να εργαστεί. Συνεπώς, αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μιας διαδικασίας μέσω της οποίας ρυθμίζεται η εισδοχή ή η πρόσβαση στην αγορά εργασίας, όπως η απόκτηση άδειας εργασίας στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64), ή ένα σύστημα καταγραφής όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ( 38 ).
71.
Υπό αυτές τις περιστάσεις ( 39 ), μόνον αν πληρούν τις δύο προαναφερθείσες σωρευτικές προϋποθέσεις οι Πολωνοί υπήκοοι θα μπορέσουν να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, οι Πολωνοί υπήκοοι που έχουν γίνει δεκτοί στην αγορά εργασίας αλλά έπαυσαν να εργάζονται αδιαλείπτως πριν από τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος των δώδεκα μηνών ( 40 ) μετά την εισδοχή τους, καθώς και εκείνοι που έχουν εργαστεί για περισσότερους από δώδεκα μήνες χωρίς να έχουν λάβει σχετική άδεια βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτούς που αναζητούν εργασία χωρίς ακόμη να έχουν εργαστεί σε ένα παρόν κράτος μέλος.
72.
Πράγματι, το γεγονός ότι Πολωνός υπήκοος, ο οποίος έχει γίνει δεκτός στην αγορά εργασίας για χρονικό διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών ή έχει εργασθεί για περισσότερους από δώδεκα μήνες χωρίς όμως να έχει γίνει δεκτός, μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του εργαζομένου σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 και, συνεπώς, να έχει ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας των παρόντων κρατών μελών σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ θα ήταν αντίθετο στο ίδιο το γράμμα του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 και θα έθιγε τον σκοπό των διατάξεων αυτών ( 41 ).
73.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί το κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, είναι απαραίτητη παρέκκλιση από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 με το να απαιτείται, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται από την εν λόγω Πράξη Προσχωρήσεως, οι Πολωνοί υπήκοοι να έχουν γίνει δεκτοί στην αγορά εργασίας ενός παρόντος κράτους μέλους αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο των δώδεκα μηνών μετά την εισδοχή τους ( 42 ).
74.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θεωρώ ότι το παράρτημα XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 επέτρεπε στα τότε παρόντα κράτη μέλη να αποκλείσουν τους Πολωνούς υπηκόους από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 όταν ο εργαζόμενος, μολονότι είχε συμμορφωθεί προς την κατά το εθνικό δίκαιο υποχρέωση καταγραφής του ως εργαζομένου, δεν είχε ακόμη εργασθεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από την τήρηση της διατυπώσεως αυτής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι Πολωνοί υπήκοοι δεν μπορούν να επικαλεσθούν το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38.
V. Πρόταση
75.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Upper Tribunal (Administrative Appeals Chamber) [εφετείου διοικητικών διαφορών (τμήμα γενικής αρμοδιότητας), Ηνωμένο Βασίλειο] ως εξής:
Το παράρτημα ΧΙΙ της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν επέτρεπε στα τότε παρόντα κράτη μέλη να αποκλείσουν τους Πολωνούς υπηκόους από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ή, ενδεχομένως, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης, όταν οι τελευταίοι έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου, δηλαδή όταν ασκούν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα.
Το παράρτημα XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 επέτρεπε στα τότε παρόντα κράτη μέλη να αποκλείσουν τους Πολωνούς υπηκόους από το ευεργέτημα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, όταν οι εργαζόμενοι, μολονότι είχαν συμμορφωθεί προς την κατά το εθνικό δίκαιο υποχρέωση καταγραφής τους ως εργαζομένων, δεν είχαν ακόμη εργασθεί αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από την τήρηση της διατυπώσεως αυτής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι Πολωνοί υπήκοοι δεν μπορούν να επικαλεσθούν το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2003, L 236, σ. 33.
( 3 ) ΕΕ 2011, L 141, σ. 1.
( 4 ) ΕΕ 2004, L 158, σ. 77.
( 5 ) Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
( 6 ) Δηλαδή της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας.
( 7 ) Οι περιορισμοί αυτοί είχαν αρχικά προβλεφθεί για το χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Απριλίου 2009. Ωστόσο, από τη δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, με επιστολή της 8ης Απριλίου 2009, κοινοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεσή του να παρατείνει για δύο επιπλέον έτη (δηλαδή μέχρι τις 30 Απριλίου 2011) την εφαρμογή των εν λόγω εθνικών μέτρων παρεκκλίσεως, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του κεφαλαίου 2, παράγραφος 5, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003. Στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η νομιμότητα της παρατάσεως αυτής προσβλήθηκε ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρει ότι το ζήτημα της νομιμότητας της παρατάσεως αυτής εκκρεμεί ενώπιον του Court of Appeal (εφετείου, Ηνωμένο Βασίλειο) στο πλαίσιο της υποθέσεως Gubeladze κατά Secretary of State for Work and Pensions. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου βεβαίωσε ότι το Court of Appeal (εφετείο) εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση αυτή στις 7 Νοεμβρίου 2017 και έκρινε ότι η εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου επέκταση του συστήματος καταγραφής των εργαζομένων είναι δυσανάλογη και, ως εκ τούτου, ασύμβατη με το δίκαιο της Ένωσης. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν είναι ακόμη αμετάκλητη, καθόσον η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι έχει ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου).
( 8 ) Το οποίο θεσπίζει κανόνα απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων στους τομείς των κοινωνικών και των φορολογικών πλεονεκτημάτων.
( 9 ) Το οποίο αφορά τη διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου και το συναφές δικαίωμα διαμονής.
( 10 ) Στη σκέψη 24 της αποφάσεως της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64), το Δικαστήριο έκρινε ότι, «αν εθνική ρύθμιση δικαιολογείται από ένα από τα μεταβατικά μέτρα του άρθρου 24 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, και εν προκειμένω από εκείνο που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της πράξεως αυτής, δεν τίθεται πλέον ζήτημα συμβατότητας της ρυθμίσεως αυτής με τα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ».
( 11 ) Βλ., ιδίως, κεφάλαιο 2, παράγραφος 9, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
( 12 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 1983, Πεσκέλογλου (77/82, EU:C:1983:92, σκέψη 12), και της 3ης Δεκεμβρίου 1998, KappAhl (C‑233/97, EU:C:1998:585, σκέψη 18). Στη σκέψη 18 της αποφάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1998, KappAhl (C‑233/97, EU:C:1998:585), το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι παρεκκλίσεις από τους κανόνες της Συνθήκης τις οποίες επιτρέπει η Πράξη Προσχωρήσεως πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της διευκολύνσεως της υλοποιήσεως των σκοπών της Συνθήκης και της ακέραιας εφαρμογής των κανόνων της». Στη σκέψη 33 της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2009, Αποστολίδης (C‑420/07, EU:C:2009:271), το Δικαστήριο έκρινε ότι «η Πράξη Προσχωρήσεως ενός νέου κράτους μέλους στηρίζεται κατ’ ουσίαν στη γενική αρχή της άμεσης και πλήρους εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου [της Ένωσης] στο εν λόγω κράτος, παρεκκλίσεις δε επιτρέπονται μόνον κατά το μέτρο που προβλέπονται ρητώς από μεταβατικές διατάξεις».
( 13 ) Βλ. άρθρο 41 του κανονισμού 492/2011.
( 14 ) Ιδίως παράγραφοι 2 έως 5 καθώς και 7 και 8.
( 15 ) Βλ. υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων.
( 16 ) Αυτό συνεπάγεται ότι ο R. Prefeta έπρεπε να απολαύει των ίδιων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους καθ’ όλη την περίοδο κατά την οποία όντως εργάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και, συνεπώς, είχε εκεί την ιδιότητα του εργαζομένου, δηλαδή από τις 7 Ιουλίου 2009 μέχρι τις 11 Μαρτίου 2011.
( 17 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Επιτροπή κατά Ελλάδας (305/87, EU:C:1989:218, σκέψεις 15 και 16).
( 18 ) Κατά τον R. Prefeta, «[α]υτό οφείλεται στο ότι, έως ότου υπήκοος νέου κράτους μέλους εργαστεί επί δώδεκα μήνες ως μισθωτός, ένα κράτος μπορούσε να ελέγχει τη μόνιμη πρόσβασή του στην αγορά εργασίας. Για παράδειγμα, αν ο R. Prefeta είχε αναλάβει νέα θέση εργασίας, θα είχε υποχρέωση να το δηλώσει στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, προϋπόθεση η οποία διαφορετικά θα απαγορευόταν από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68».
( 19 ) Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αν οι εν λόγω υπήκοοι μπορούσαν να λάβουν μόνο ένα πιστοποιητικό εισδοχής στην αγορά εργασίας του Ηνωμένου Βασιλείου για να αποκτήσουν το δικαίωμα να λάβουν κοινωνικές παροχές, τότε θα επιβαρυνόταν το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα του εν λόγω κράτους μέλους και οι εν λόγω υπήκοοι δεν θα είχαν κίνητρο να ανανεώνουν το πιστοποιητικό καταγραφής τους. Συνεπώς, έπρεπε να να καταγράφονται για κάθε χωριστή απασχόληση.
( 20 ) Εξάλλου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι είχε κινήσει κατά του Ηνωμένου Βασιλείου διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των μέτρων παρεκκλίσεως τα οποία εφαρμόζονταν επί των εργαζομένων νέου κράτους μέλους, στα οποία περιλαμβανόταν ιδίως η παρέκκλιση από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν οδήγησε σε παραπομπή στο Δικαστήριο καθόσον η Επιτροπή έκρινε, κατόπιν της καταργήσεως των εν λόγω εθνικών μέτρων την 1η Μαΐου 2011, ότι η προσφυγή θα ήταν άνευ αντικειμένου.
( 21 ) Και ειδικότερα στο άρθρο 7, παράγραφος 3, στο οποίο αναφέρεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
( 22 ) Μολονότι η παράγραφος 9 αναφέρει επίσης τις παραγράφους 3, 4, 5, 7 και 8 που προηγούνται, εντούτοις θεωρώ ότι μόνον οι διατάξεις της παραγράφου 2, η οποία επιτρέπει στα παρόντα κράτη μέλη να περιορίσουν της πρόσβαση των Πολωνών υπηκόων στην αγορά εργασίας για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, ασκούν ευθέως επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
( 23 ) Πράγματι, βάσει του άρθρου του 7, παράγραφος 1, το γεγονός ότι ένας υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος απολαύει του δικαιώματος διαμονής προκειμένου να ασκήσει μισθωτή εργασία σε ένα άλλο κράτος μέλος, έχει καταστεί προσωρινά ανίκανος προς εργασία εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος, ή βρίσκεται σε κατάσταση ακουσίας ανεργίας δεόντως διαπιστωμένης, δεν συνεπάγεται ανάκληση της άδειας διαμονής που χορηγήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 τις εν λόγω οδηγίας. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 68/360, κατά την πρώτη ανανέωση, η διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής μπορεί να περιορισθεί, χωρίς να επιτρέπεται να είναι μικρότερη των δώδεκα μηνών, αν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε κατάσταση ακούσιας ανεργίας στο κράτος μέλος υποδοχής επί δώδεκα και πλέον συνεχείς μήνες. Απόφαση της 26ης Μαΐου 1993, Τσιότρας (C‑171/91, EU:C:1993:215, σκέψη 10).
( 24 ) COM(2001) 257 τελικό (ΕΕ 2001, C 270 E, σ. 150), που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 29 Ιουνίου 2001.
( 25 ) Δηλαδή το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38.
( 26 ) Υπενθυμίζω συναφώς ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ παρέχει στους υπηκόους των κρατών μελών δικαίωμα διαμονής στο έδαφος των άλλων κρατών μελών με σκοπό να εργάζονται εκεί (βλ. άρθρο 45, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ) ή να αναζητούν εκεί απασχόληση ως μισθωτοί. Απόφαση της 26ης Μαΐου 1993, Τσιότρας (C‑171/91, EU:C:1993:215, σκέψη 8). Βλ., επίσης, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, Antonissen (C‑292/89, EU:C:1991:80, σκέψη 14), η οποία αφορά όχι μόνο το άρθρο 45, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, αλλά επίσης τα άρθρα 1 έως 5 του κανονισμού 1612/68. Πράγματι, το εν λόγω δικαίωμα διαμονής είναι σύμφυτο με το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Ένωσης.
( 27 ) Η υπογράμμιση δική μου. Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Saint Prix (C‑507/12, EU:C:2014:2007). Όπως αναφέρουν, αντιστοίχως, οι σκέψεις 28, 40 και 41 της αποφάσεως αυτής, «το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 δεν αναφέρεται ρητώς στην περίπτωση γυναίκας τελούσας σε ιδιαίτερη κατάσταση λόγω φυσικών περιορισμών συνδεόμενων με την προχωρημένη εγκυμοσύνη της και τα επακόλουθα του τοκετού». Ωστόσο, «[το γεγονός ότι] οι προμνησθέντες περιορισμοί αναγκάζουν μια γυναίκα να παύσει να ασκεί έμμισθη δραστηριότητα κατά την αναγκαία για την αποκατάστασή της περίοδο δεν είναι, κατ’ αρχήν, ικανό να στερήσει από το πρόσωπο αυτό την ιδιότητα του “εργαζομένου” κατά την έννοια του άρθρου 45 ΣΛΕΕ». «Συγκεκριμένα, η περίσταση ότι το πρόσωπο αυτό δεν ήταν πράγματι παρόν στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής για ορισμένους μήνες δεν συνεπάγεται ότι έπαψε να ανήκει στο δυναμικό της αγοράς αυτής κατά την εν λόγω περίοδο, εφόσον επιστρέφει στην εργασία του ή βρίσκει άλλη θέση απασχόλησης εντός εύλογου χρόνου μετά τον τοκετό» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Ορφανόπουλος και Oliveri (C‑482/01 και C‑493/01, EU:C:2004:262, σκέψη 50), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι «[ό]σον αφορά ειδικότερα τους κρατουμένους που είχαν εργασθεί προ της στερήσεως της ελευθερίας τους, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι αποσύρθηκαν από την αγορά εργασίας κατά τη χρονική περίοδο της φυλακίσεώς τους δεν συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, ότι δεν εξακολούθησαν να είναι ενταγμένοι στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, υπό τον όρο ότι θα βρουν εκ νέου εργασία εντός εύλογου χρόνου από την αποφυλάκισή τους». Η υπογράμμιση δική μου.
( 28 ) Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Saint Prix (C‑507/12, EU:C:2014:2007, σκέψεις 31 και 38), καθώς και προτάσεις μου της 26ης Ιουλίου 2017 στην υπόθεση Gusa (C‑442/16, EU:C:2017:607, σημείο 72).
( 29 ) Βλ. προτάσεις μου της 26ης Ιουλίου 2017 στην υπόθεση Gusa (C‑442/16, EU:C:2017:607, σημείο 77). Ειδικότερα, ήδη από το 1964 το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ καθώς και οι τότε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων «δεν επιδίωξαν να προστατεύσουν αποκλειστικά και μόνο τον τωρινό εργαζόμενο, αλλά αποσκοπούσαν λογικά να προστατεύσουν και εκείνον ο οποίος αφού άφησε την εργασία του ενδέχεται να ανέλαβε κάποια άλλη». Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, Unger (75/63, EU:C:1964:19).
( 30 ) Ο οποίος πλέον δεν ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα.
( 31 ) Τούτου λεχθέντος, θεωρώ ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 δεν μπορεί να διαχωρισθεί ούτε από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ούτε από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011. Πράγματι, αν ένα πρόσωπο διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου, τότε απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους. Στην υπόθεση Βάτσουρας και Κουπατάντζε (C‑22/08 και C‑23/08, EU:C:2009:344, σκέψη 32), το Δικαστήριο έκρινε ότι πολίτες της Ένωσης που έχουν διατηρήσει την ιδιότητα του εργαζομένου σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38, δικαιούνταν παροχών οι οποίες προορίζονται να διευκολύνουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
( 32 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Βάτσουρας και Κουπατάντζε (C‑22/08 και C‑23/08, EU:C:2009:344, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 33 ) Θεωρώ συνεπώς ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την ερμηνεία αναφερόμενος σε περίοδο εργασίας δώδεκα μηνών τόσο στο τρίτο εδάφιο όσο και στο τέταρτο εδάφιο του κεφαλαίου 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
( 34 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λ.π. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στη σκέψη 26 της αποφάσεως αυτής διευκρινίζεται ότι «το κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 εισάγει εξαίρεση από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων προβλέποντας ότι, κατά μια μεταβατική περίοδο, δεν έχουν εφαρμογή επί των Πολωνών υπηκόων τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή ορίζει ότι, για περίοδο δύο ετών από την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία προσχωρήσεως του εν λόγω κράτους στην Ένωση, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα εθνικά ή τα απορρέοντα από διμερείς συμφωνίες μέτρα που ρυθμίζουν την πρόσβαση των Πολωνών υπηκόων στην αγορά εργασίας των κρατών αυτών. Η εν λόγω διάταξη ορίζει επίσης ότι τα κράτη μέλη δύνανται να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά μέχρι το τέλος περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Ένωση».
( 35 ) Θεωρώ ότι η ίδια συλλογιστική ισχύει για το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, λαμβανομένου υπόψη του στενού δεσμού που υπάρχει μεταξύ της διατάξεως αυτής και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ στο κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
( 36 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 41). Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Martin Meat (C‑586/13, EU:C:2015:405, σκέψεις 23 έως 26).
( 37 ) Και οριοθετεί.
( 38 ) Επισημαίνω ότι η δικογραφία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης σύστημα καταγραφής ήταν πιο αυστηρό σε σχέση με ένα σύστημα αδειών.
( 39 ) Όπου ένα παρόν κράτος μέλος άσκησε τη δυνατότητα, η οποία προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του παραρτήματος ΧΙΙ της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, για παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας.
( 40 ) Είτε για τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 είτε επειδή εγκατέλειψαν οικειοθελώς την αγορά εργασίας του παρόντος κράτους μέλους. Βλ. κεφάλαιο 2, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος XII της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
( 41 ) Βλ. σημείο 65 των παρουσών προτάσεων.
( 42 ) Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο άσκησε τη δυνατότητα αυτή εκδίδοντας μεταξύ άλλων την κανονιστική απόφαση του 2004, η οποία προέβλεπε ένα σύστημα καταγραφής που ίσχυε για οκτώ συγκεκριμένα νέα κράτη. Βλ. σημεία 17 και 19 των παρουσών προτάσεων. Από το άρθρο 2, παράγραφος 4, της κανονιστικής αποφάσεως του 2004 προκύπτει ότι Πολωνός υπήκοος ο οποίος νομίμως εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ειδικά μετά την προσχώρηση παύει να υπόκειται στην υποχρέωση καταγραφής. Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως του 2004 περιόριζε τη δυνατότητα ενός εργαζομένου ο οποίος υπόκειται στην υποχρέωση καταγραφής να διατηρήσει την ιδιότητα του εργαζομένου.
Full & Egal Universal Law Academy