ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 15ης Ιουνίου 2017 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) — Καταπολέμηση της τρομοκρατίας — Συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν — Κανονισμός (ΕΚ) 881/2002 — Δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων των φυσικών και νομικών προσώπων που περιλαμβάνονται σε κατάλογο τον οποίο συνέταξε η Επιτροπή Κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών — Εκ νέου καταχώριση των ονομάτων των προσώπων αυτών στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού 881/2002 κατόπιν της ακυρώσεως της αρχικής καταχωρίσεως — Διάλυση του νομικού προσώπου εκκρεμούσης της δίκης — Ικανότητα διαδίκου»
Στην υπόθεση C‑19/16 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2016,
Al-Bashir Mohammed Al-Faqih, κάτοικος Al Sharkasa, Misrata (Λιβύη),
Ghunia Abdrabbah, κάτοικος Μπέρμιγχαμ (Ηνωμένο Βασίλειο),
Taher Nasuf, κάτοικος Μάντσεστερ (Ηνωμένο Βασίλειο),
Sanabel Relief Agency Ltd, με έδρα το Μπέρμιγχαμ,
εκπροσωπούμενοι από τη N. Garcia-Lora, solicitor, και από τον E. Grieves, barrister,
αναιρεσείοντες,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον F. Ronkes Agerbeek και από τις D. Gauci και J. Norris-Usher,
καθής πρωτοδίκως,
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους G. Étienne και J.-P. Hix, καθώς και από την H. Marcos Fraile,
παρεμβαίνον πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και D. Šváby, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι Al-Bashir Mohammed Al-Faqih, Ghunia Abdrabbah και Taher Nasuf, καθώς και η Sanabel Relief Agency Ltd, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Οκτωβρίου 2015, Al-Faqih κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑134/11, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2015:812), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των εν λόγω αναιρεσειόντων με αίτημα την ακύρωση, αφενός, του κανονισμού (ΕΕ) 1138/2010 της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2010, για την 140ή τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν (ΕΕ 2010, L 322, σ. 4), και, αφετέρου, του κανονισμού (ΕΕ) 1139/2010 της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2010, για την 141η τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν (ΕΕ 2010, L 322, σ. 6) (στο εξής: επίμαχες πράξεις), καθόσον αφορούν τους νυν αναιρεσείοντες.
Ιστορικό της διαφοράς
2
Το ιστορικό της διαφοράς, όπως εκτίθεται από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 4 έως 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.
3
Στους νυν αναιρεσείοντες επιβλήθηκαν, στο πλαίσιο της εφαρμογής του ψηφίσματος 1390 (2002) του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, περιοριστικά μέτρα δεσμεύσεως των κεφαλαίων τους και άλλων περιουσιακών στοιχείων, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν (ΕΕ 2002, L 139, σ. 9). Ο κανονισμός αυτός είχε εκδοθεί σε εκτέλεση του άρθρου 3 της κοινής θέσεως 2002/402/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, περί περιοριστικών μέτρων κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν, των μελών της οργάνωσης Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν και λοιπών προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και άλλων φορέων που συνδέονται μαζί τους, και περί καταργήσεως των κοινών θέσεων 96/746/ΚΕΠΠΑ, 1999/727/ΚΕΠΠΑ, 2001/154/ΚΕΠΠΑ και 2001/771/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2002, L 139, p. 4).
4
Τα ονόματα των αναιρεσειόντων καταχωρίσθηκαν για πρώτη φορά στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων σε βάρος των οποίων επιβλήθηκε δέσμευση κεφαλαίων βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 881/2002, κατάλογος που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: επίμαχος κατάλογος), με τον κανονισμό (ΕΚ) 246/2006 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 2006, περί τροποποιήσεως για εξηκοστή τρίτη φορά του κανονισμού 881/2002 (ΕΕ 2006, L 40, σ. 13). Ο κανονισμός 246/2006 είχε εκδοθεί κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής Κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: Επιτροπή Κυρώσεων), της 7ης Φεβρουαρίου 2006, περί τροποποιήσεως του καταρτισθέντος κατ’ εφαρμογήν του ψηφίσματος 1390 (2002) καταλόγου των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στην περίπτωση των οποίων έπρεπε να εφαρμοσθεί η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, με την καταχώριση, μεταξύ άλλων, των ονομάτων των αναιρεσειόντων στον κατάλογο αυτό.
5
Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1286/2009, της 29ης Δεκεμβρίου 2009, για την τροποποίηση του κανονισμού 881/2002 (ΕΕ 2009, L 346, σ. 42), προκειμένου να καθιερωθεί διαδικασία καταχωρίσεως στον επίμαχο κατάλογο με την οποία θα διασφαλίζεται ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων άμυνας των οικείων προσώπων, ιδίως δε του δικαιώματός τους ακροάσεως.
6
Με απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2010, Al-Faqih κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑135/06 έως T‑138/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:412), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 2 του κανονισμού 881/2002, καθόσον αφορούσε τους νυν αναιρεσείοντες.
7
Με τον κανονισμό 1138/2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιέλαβε εκ νέου τη Sanabel Relief Agency στον επίμαχο κατάλογο. Κατά την αιτιολογική σκέψη 3 του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Sanabel Relief Agency, τον Αύγουστό του 2009, την αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής Κυρώσεων και εν συνεχεία, τον Ιούλιο του 2010, «σχετική αιτιολογική έκθεση», η δε Sanabel Relief Agency υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των δύο αυτών αιτιολογικών εκθέσεων.
8
Με τον κανονισμό 1139/2010, η Επιτροπή περιέλαβε εκ νέου και τους A. Al-Faqih, G. Abdrabbah και T. Nasuf στον εν λόγω κατάλογο. Κατά την αιτιολογική σκέψη 3 του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή κοινοποίησε στα ως άνω πρόσωπα αιτιολογική έκθεση, στις 22 Σεπτεμβρίου, στις 7 Αυγούστου και στις 11 Αυγούστου 2009, δηλαδή κατόπιν της ασκήσεως της προσφυγής επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2010, Al-Faqih κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑135/06 έως T‑138/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:412).
9
Κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής Κυρώσεων, της 22ας Ιουνίου 2011, η Επιτροπή, με τον εκτελεστικό της κανονισμό (ΕΕ) 640/2011, της 30ής Ιουνίου 2011, για την 152η τροποποίηση του κανονισμού 881/2002 (ΕΕ 2011, L 173, σ.1), διέγραψε τελικώς από τον επίμαχο κατάλογο τα ονόματα των A. Al-Faqih, G. Abdrabbah και T. Nasuf.
10
Κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής Κυρώσεων, της 8ης Οκτωβρίου 2013, η Επιτροπή, με τον εκτελεστικό κανονισμό της (ΕΕ) 996/2013, της 17ης Οκτωβρίου 2013, που τροποποιεί για 205η φορά τον κανονισμό 881/2002 (ΕΕ 2013, L 277, σ. 1), διέγραψε από τον επίμαχο κατάλογο και τη Sanabel Relief Agency.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
11
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 2011, οι A. Al-Faqih, G. Abdrabbah και T. Nasuf καθώς και η Sanabel Relief Agency άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των κανονισμών 1138/2010 και 1139/2010, καθόσον οι πράξεις αυτές τους αφορούν.
12
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι νυν αναιρεσείοντες είχαν προβάλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο ένας αφορούσε την εκ μέρους της Επιτροπής διαδικασία επανεξετάσεως της περιπτώσεως της Sanabel Relief Agency, ενώ οι άλλοι τρεις λόγοι αφορούσαν τη διαδικασία επανεξετάσεως των περιπτώσεων των A. Al‑Faqih, G. Abdrabbah και T. Nasuf.
13
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι παρήλκε να αποφανθεί επί της προσφυγής κατά του κανονισμού 1138/2010, με τον οποίο η Sanabel Relief Agency περιελήφθη εκ νέου στον επίμαχο κατάλογο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με έγγραφο των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, στερούνταν πλέον νομικής υποστάσεως και, ως εκ τούτου, ικανότητας διαδίκου.
14
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αντιθέτως, παραδεκτή την προσφυγή κατά του κανονισμού 1139/2010, με τον οποίο καταχωρίσθηκαν εκ νέου στον επίμαχο κατάλογο τα ονόματα των τριών άλλων νυν αναιρεσειόντων, δηλαδή των A. Al-Faqih, G. Abdrabbah και T. Nasuf. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 47 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα πρόσωπα αυτά εξακολουθούσαν να έχουν έννομο συμφέρον για την ακύρωση του εν λόγω κανονισμού, μολονότι το όνομά τους απαλείφθηκε εν συνεχεία από τον κατάλογο αυτό, βάσει του εκτελεστικού κανονισμού 640/2011. Απέρριψε, εντούτοις, τους τρεις λόγους ακυρώσεως που τους αφορούσαν και οι οποίοι αντλούνταν, αντιστοίχως, από πλημμέλεια κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως εκ μέρους της Επιτροπής, από παράβαση της κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και από προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.
Αιτήματα των διαδίκων
15
Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
να ακυρώσει τις επίμαχες πράξεις, και
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
16
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
—
να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
17
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
—
να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
18
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τέσσερις λόγους.
19
Με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως, αμφισβητούν την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία του ενός εκ των λόγων ακυρώσεως που είχαν προβάλει πρωτοδίκως, καθώς και τον εκ μέρους του έλεγχο, αφενός μεν, της νομιμότητας της εκ νέου καταχωρίσεως των ονομάτων τους στον επίμαχο κατάλογο, ειδικότερα δε της εκτιμήσεως από την Επιτροπή των στοιχείων που δικαιολογούσαν αυτήν την εκ νέου καταχώριση με γνώμονα τις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518), αφετέρου δε, της αιτιολογίας των επίμαχων πράξεων.
20
Με τον τέταρτο λόγο τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν, κατ’ ουσίαν, την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου διαπίστωση περί ελλείψεως νομικής υποστάσεως και ικανότητας διαδίκου της Sanabel Relief Agency. Συναφώς, προβάλλουν κυρίως το επιχείρημα ότι, καθόσον η Sanabel Relief Agency περιελήφθη στον επίμαχο κατάλογο, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι έχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της καταχωρίσεως αυτής, μολονότι εν συνεχεία διεγράφη από τον εν λόγω κατάλογο.
21
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να εξετασθεί καταρχάς.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
22
Με τον τέταρτο λόγο τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι παρέλκει να αποφανθεί επί της προσφυγής καθόσον αυτή αφορά τη Sanabel Relief Agency, κατά το μέτρο που αυτή στερούνταν πλέον νομικής υποστάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, και είχε επομένως απολέσει την ικανότητα διαδίκου.
23
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες φρονούν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να στηριχθεί συναφώς στο άρθρο 78 του Κανονισμού Διαδικασίας του και στο έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, όπου επισημαινόταν ότι η Sanabel Relief Agency δεν είχε πλέον νομική υπόσταση, δεδομένου ότι από του έτους 2007 δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένη στο μητρώο εμπορικών εταιριών του Ηνωμένου Βασιλείου (Companies House Register), είχε δε διαγραφεί από το μητρώο της Επιτροπής Φιλανθρωπικών Σωματείων του Ηνωμένου Βασιλείου (Charity Commission Register) στις 28 Ιανουαρίου 2012.
24
Κατά τους αναιρεσείοντες, αφενός, το άρθρο 78 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή απλώς διέπει τη διαδικασία καταθέσεως του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης.
25
Αφετέρου, κατ’ ουσίαν, η νομική προσωπικότητα οντότητας δεν δημιουργείται ούτε απόλλυται με την εγγραφή ή τη διαγραφή της από το μητρώο εμπορικών εταιριών ή το μητρώο της Επιτροπής Φιλανθρωπικών Σωματείων του Ηνωμένου Βασιλείου. Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε η Sanabel Relief Agency δεν θα είχε νομική προσωπικότητα ώστε να ζητήσει τη διαγραφή της από τον επίμαχο κατάλογο ήδη από του έτους 2007. Εν πάση περιπτώσει, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι από την απόφαση περί διαγραφής, της 28ης Ιανουαρίου 2012, δεν προκύπτουν ούτε τα πραγματικά περιστατικά που είχαν ως αποτέλεσμα την εκ μέρους της Επιτροπής Φιλανθρωπικών Σωματείων του Ηνωμένου Βασιλείου διαγραφή της Sanabel Relief Agency από το μητρώο της ούτε οι λόγοι της διαγραφής.
26
Οι αναιρεσείοντες επισημαίνουν, επιπλέον, ότι το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, βάσει του οποίου το όνομα των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων σε βάρος των οποίων ισχύει η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων καταχωρίζεται στον κατάλογο που καταρτίζεται κατ’ εφαρμογήν του ψηφίσματος 1390 (2002), στηρίζεται σε ιδιαίτερα κριτήρια, ανεξαρτήτως των κατηγοριοποιήσεων κατά το εθνικό δίκαιο, και ότι για αυτόν τον λόγο έκρινε το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32), ότι δεν ήταν κατάλληλη μια προσέγγιση η οποία στηρίζεται σε τυπικά κριτήρια και ότι οντότητα καταχωρισθείσα σε κατάλογο μπορούσε να ζητήσει τη διαγραφή της από τον κατάλογο αυτό.
27
Επισημαίνουν επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο, μνημονεύοντας στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι σε βάρος της Sanabel Relief Agency δεν ίσχυαν πλέον περιοριστικά μέτρα από της 17ης Οκτωβρίου 2013, στηρίζει κατά τα φαινόμενα την απόφασή του περί του ότι η Sanabel Relief Agency στερείται πλέον της ικανότητας διαδίκου σε εντελώς διαφορετική νομική βάση. Κατά τους αναιρεσείοντες, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, επομένως, ότι η νομολογία που διατυπώθηκε με την απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32), βάσει της οποίας γίνεται δεκτό ότι μια οντότητα έχει νομική προσωπικότητα εφόσον έχουν επιβληθεί σε βάρος της περιοριστικά μέτρα, δεν έχει πλέον εφαρμογή στην περίπτωση φιλανθρωπικής οργανώσεως όπως η Sanabel Relief Agency, δεδομένου ότι δεν ίσχυαν πλέον περιοριστικά μέτρα σε βάρος της από της 17ης Οκτωβρίου 2013. Οι αναιρεσείοντες φρονούν επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να ζητήσει από τη Sanabel Relief Agency να αποδείξει το έννομο συμφέρον της, καθόσον το είχε ζητήσει από τους νυν αναιρεσείοντες που είναι φυσικά πρόσωπα.
28
Τέλος, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν όσον αφορά το υπόμνημα παρεμβάσεως του Συμβουλίου και με τις οποίες υποστήριζαν ότι η λύση που δόθηκε με την απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331), έπρεπε να τύχει εφαρμογής και εν προκειμένω.
29
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή διατείνονται ότι ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι η Sanabel Relief Agency δεν είχε πλέον νομική υπόσταση και είχε απολέσει την ικανότητα διαδίκου και ότι ορθώς έκρινε, κατά συνέπεια, ότι παρήλκε να αποφανθεί καθόσον η υπόθεση αφορούσε την εν λόγω οντότητα. Φρονούν επίσης ότι η Sanabel Relief Agency δεν δύναται να επικαλεσθεί την απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32), καθόσον, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για παράνομη οργάνωση, η περίπτωσή της είναι εντελώς διαφορετική εκείνης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν [Kurdistan Workers’ Party] (PKK).
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
30
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 42 και 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι παρήλκε να αποφανθεί επί της προσφυγής κατά το μέτρο που αφορούσε τη Sanabel Relief Agency, δεδομένου ότι αυτή δεν είχε πλέον νομική υπόσταση, κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, και ότι, επομένως, δεν είχε πλέον ικανότητα διαδίκου.
31
Για να αχθεί στην κρίση αυτή, διαπίστωσε, στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από το έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, προέκυπτε ότι η Sanabel Relief Agency δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένη στο μητρώο εμπορικών εταιριών του Ηνωμένου Βασιλείου από του έτους 2007 και ότι είχε διαγραφεί από το μητρώο της Επιτροπής Φιλανθρωπικών Σωματείων του Ηνωμένου Βασιλείου το 2012.
32
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, απόκειται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου να αποδεικνύουν τη νομική υπόστασή τους, επισυνάπτοντας στο δικόγραφο της προσφυγής τους απόδειξη περί της υποστάσεως αυτής, όπως απόσπασμα του βιβλίου των εμπορικών εταιριών, απόσπασμα του βιβλίου των σωματείων ή κάθε άλλο επίσημο έγγραφο. Η απαίτηση αυτή ισχύει και στην περίπτωση των νομικών προσώπων που ασκούν προσφυγή ακυρώσεως πράξεως της Ένωσης με την οποία τους επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα.
33
Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Sanabel Relief Agency, κληθείσα προς τούτο από το Γενικό Δικαστήριο, απέδειξε τη νομική υπόστασή της προσκομίζοντας έγγραφο του μητρώου της Επιτροπής Φιλανθρωπικών Σωματείων του Ηνωμένου Βασιλείου, πλην όμως η απόδειξη αυτή ανετράπη κατά τη δίκη βάσει εγγράφου του Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, με το οποίο γνωστοποιούνταν στο Γενικό Δικαστήριο η διαγραφή της εν λόγω προσφεύγουσας από το μητρώο εμπορικών εταιριών και από το μητρώο της Επιτροπής Φιλανθρωπικών Σωματείων του Ηνωμένου Βασιλείου.
34
Στο πλαίσιο της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, όμως, οι νυν αναιρεσείοντες υποστηρίζουν απλώς ότι δεν θα μπορούσε να συναχθεί ότι η Sanabel Relief Agency δεν είχε πλέον νομική υπόσταση απλώς και μόνον επειδή διεγράφη από τα δύο αυτά μητρώα. Ουδόλως υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση περί της νομικής υποστάσεως της Sanabel Relief Agency στηριζόταν σε στοιχεία που ήταν στην πράξη ανακριβή ή προέρχονταν από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση του.
35
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποδείχθηκε ότι η Sanabel Relief Agency δεν είχε πλέον νομική υπόσταση και, ως εκ τούτου, στερούνταν της ικανότητας διαδίκου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του.
36
Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόσωπο του οποίου το όνομα καταχωρίσθηκε σε κατάλογο προσώπων σε βάρος των οποίων ισχύουν περιοριστικά μέτρα έχει τουλάχιστον ηθικό συμφέρον για την ακύρωση της καταχωρίσεως αυτής, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών ως προς τη φήμη του, ακόμη και κατόπιν της διαγραφής του ονόματός του από το εν λόγω κατάλογο (βλ. αποφάσεις της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψεις 70 έως 72, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου, C‑459/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:646, σκέψη 12).
37
Απαιτείται, εντούτοις, επιπλέον, στην περίπτωση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είτε το νομικό πρόσωπο αυτό να έχει νομική υπόσταση είτε η προσφυγή να έχει ασκηθεί από τους διαδόχους του.
38
Αφενός, όμως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, έχει αποδειχθεί ότι η Sanabel Relief Agency δεν είχε πλέον νομική υπόσταση κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Αφετέρου, οι νυν αναιρεσείοντες ουδέποτε υποστήριξαν ότι η προσφυγή τους, κατά το μέρος που αφορούσε τη Sanabel Relief Agency, είχε ασκηθεί από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα επικαλούμενα την ιδιότητα των διαδόχων της, ιδίως δε από τους ιδρυτές και τα πρώην διευθυντικά στελέχη της, μεταξύ των οποίων καταλέγονται οι G. Abdrabbah και T. Nasuf, δεύτερος και τρίτος αναιρεσείων αντιστοίχως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1983, Gutmann κατά Επιτροπής, 92/82, EU:C:1983:286, σκέψη 2, και της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, 294/83, EU:C:1986:166, σκέψεις 15 έως 18).
39
Ομοίως, καθόσον αποδείχθηκε ότι η Sanabel Relief Agency δεν είχε πλέον νομική υπόσταση κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, δεν δύναται να επικαλεσθεί λυσιτελώς ό,τι αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32).
40
Βεβαίως, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 112 της αποφάσεως εκείνης, ότι, καθόσον ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμά ότι οργάνωση της οποίας αμφισβητείται η υπόσταση εξακολουθεί να έχει υπόσταση σε βαθμό επαρκή για να αποτελεί το αντικείμενο περιοριστικών μέτρων, η συνέπεια και η δικαιοσύνη επιβάλλουν να γίνει δεκτό ότι η οντότητα αυτή εξακολουθεί να έχει υπόσταση σε βαθμό επαρκή για να προσβάλει το μέτρο αυτό. Πράγματι, οποιαδήποτε άλλη εκτίμηση θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα καταχωρίσεως οργανώσεως στον επίμαχο κατάλογο, χωρίς να της παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της καταχωρίσεως αυτής.
41
Εντούτοις, η περίπτωση της Sanabel Relief Agency είναι εντελώς διαφορετική εκείνης του PKK, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 53 της αποφάσεως εκείνης, ότι οι εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου διαπιστώσεις επί των πραγματικών περιστατικών στην τότε αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, περί του ότι το PKK είχε διαλυθεί, ήταν ανακριβείς και συνιστούσαν παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή του το Γενικό Δικαστήριο.
42
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι παρήλκε να αποφανθεί επί της προσφυγής καθόσον αφορούσε τη Sanabel Relief Agency.
43
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως όλως αβάσιμος.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
44
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που είχαν προβάλει με την προσφυγή τους και ο οποίος αντλούνταν από προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 81 έως 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέρριψε τον ως άνω λόγο ακυρώσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 44 του Κανονισμού του Διαδικασίας, χωρίς να εξετάσει επί της ουσίας τα στοιχεία που είχαν προσκομίσει. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους και/ή παρέβη τις αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφαση της 14ης Απριλίου 2015, Ayadi κατά Επιτροπής (T‑527/09 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:205).
45
Διατείνονται ότι, με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, υποστήριξαν επακριβώς ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν προσβάλει υπέρμετρα το δικαίωμα ιδιοκτησίας των νυν αναιρεσειόντων και το δικαίωμά τους σεβασμού της ιδιωτικής ζωής τους. Φρονούν ότι, ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να προβεί σε εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων που προέβαλαν λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που είχαν δεχθεί εις βάρος των νυν αναιρεσειόντων τα θεσμικά όργανα. Επισημαίνουν ότι προέβαλαν συναφώς ένα καθοριστικής σημασίας πραγματικό περιστατικό, συγκεκριμένα δε ότι, κατά τον χρόνο της εκ νέου καταχωρίσεώς τους στον επίμαχο κατάλογο, το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή το κράτος μέλος που είχε κινήσει τη διαδικασία καταχωρίσεώς τους στους καταλόγους των προσώπων τα οποία αφορά η δέσμευση των κεφαλαίων, θεωρούσε ότι δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια για να περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό. Οι αναιρεσείοντες διευκρινίζουν ότι είχαν επισημάνει, στο σημείο 94 του δικογράφου της προσφυγής τους, ότι τα στοιχεία αυτά καταδείκνυαν ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει επαρκώς ότι πληρούσαν τα κριτήρια του ψηφίσματος 1617 (2005), οπότε η προσβολή των δικαιωμάτων τους ήταν κατ’ ανάγκη δυσανάλογη.
46
Φρονούν επίσης ότι η θέση που προέκρινε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι συμβατή με την απόφαση της 14ης Απριλίου 2015, Ayadi κατά Επιτροπής (T‑527/09 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:205), στην οποία το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε «ρητώς» την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση περί των πραγματικών περιστατικών δεν του στερούσε τη δυνατότητα να ελέγξει την ακρίβεια των περιστατικών αυτών, καθόσον δεν είχε παύσει να αμφισβητεί την επίμαχη εκτίμηση με τις παρατηρήσεις του και εμμέσως με τους λοιπούς προβληθέντες λόγους.
47
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι το δικόγραφο της προσφυγής τους δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις σαφήνειας και ακρίβειας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 81 έως 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της προσφυγής τους δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού του Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, όπως τροποποιήθηκε, και ότι έπρεπε, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
49
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε καταρχάς ότι οι απαιτήσεις αυτές συνεπάγονται ότι τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η προσφυγή πρέπει να προκύπτουν με τρόπο συνεπή και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής και ότι το δικόγραφο αυτό έπρεπε, ως εκ τούτου, να επεξηγεί σαφώς σε τι συνίσταται ο λόγος στον οποίο στηριζόταν η προσφυγή, δεδομένου ότι απλώς η αφηρημένη επίκληση του λόγου αυτού δεν πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις.
50
Εν συνεχεία, διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανέπτυσσαν τα επιχειρήματα που αντλούσαν από προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι τα μοναδικά στοιχεία που μνημονεύονταν στο δικόγραφο της προσφυγής αφορούσαν τις απαιτήσεις περί αποδείξεως κατά την ποινική διαδικασία. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είχε θέσει ερωτήσεις στους νυν αναιρεσείοντες όσον αφορά το περιεχόμενο του λόγου ακυρώσεως και ότι αυτοί διευκρίνισαν ότι σκοπός τους ήταν να αμφισβητήσουν το βάσιμο των αιτιολογικών εκθέσεων στις οποίες στήριξε η Επιτροπή την απόφασή της περί εκ νέου καταχωρίσεως στον επίμαχο κατάλογο, παραπέμποντας συναφώς στα σημεία 65, 94 και 95 του δικογράφου της προσφυγής τους και στις παρατηρήσεις επί των συνεπειών της αποφάσεως της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518), τις οποίες είχαν υποβάλει στις 9 Σεπτεμβρίου 2013, κατόπιν της καταθέσεως του δικογράφου της προσφυγής τους.
51
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, αφενός, ότι τα στοιχεία που παρετίθεντο στα σημεία 94 και 95 του δικογράφου της προσφυγής ήταν εντελώς αόριστα και δεν αφορούσαν επακριβώς κανέναν από τους λόγους που μνημονεύονταν στις αιτιολογικές εκθέσεις στις οποίες στήριξε η Επιτροπή την απόφασή της περί εκ νέου καταχωρίσεως στον επίμαχο κατάλογο. Επισήμανε, αφετέρου, ότι ο στερούμενος σαφήνειας χαρακτήρας των εκτιθεμένων με το δικόγραφο της προσφυγής λόγων δεν μπορούσε να αρθεί διά παραπομπής στα παραρτήματα του δικογράφου αυτού, όπως προτεινόταν στο σημείο 65 του δικογράφου της προσφυγής.
52
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει ότι το σκεπτικό βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ούτε ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε αυτόν τον τρίτο λόγο ακυρώσεως.
53
Πράγματι, κατά το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού και το άρθρο 44 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, όπως έχει τροποποιηθεί, εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο της διαφοράς, τα αιτήματα του προσφεύγοντος και συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων λόγων.
54
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, αφενός, για να είναι παραδεκτή προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, απαιτείται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το κείμενο του ίδιου του δικογράφου της προσφυγής. Μολονότι το κύριο μέρος του δικογράφου της προσφυγής μπορεί να τεκμηριώνεται και να συμπληρώνεται, ως προς συγκεκριμένα σημεία, με παραπομπές σε ορισμένα αποσπάσματα συνημμένων εγγράφων, η γενική παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ακόμη και αν αυτά επισυνάπτονται στο δικόγραφο της προσφυγής, δεν μπορεί να άρει την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της νομικής επιχειρηματολογίας, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής (αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 40, και της 19ης Μαρτίου 2015, Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψη 50).
55
Αφετέρου, η συνοπτική έκθεση των λόγων, που πρέπει να περιέχεται σε κάθε δικόγραφο προσφυγής, κατά τα άρθρα αυτά, έχει την έννοια ότι στο δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται ο λόγος στον οποίο στηρίζεται η προσφυγή (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 39).
56
Από την εξέταση, όμως, του δικογράφου της πρωτοδίκως ασκηθείσας από τους νυν αναιρεσείοντες προσφυγής προκύπτει ότι, μολονότι, ως εκ του ιδίου του τίτλου που έφερε, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλούνταν τυπικώς από προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, οι εξαιρετικά συνοπτικές εξηγήσεις που προβλήθηκαν προς στήριξη του λόγου αυτού αμφισβητούσαν αποκλειστικώς την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία δικαιολογούσαν την καταχώριση των ονομάτων των νυν αναιρεσειόντων στον επίμαχο κατάλογο.
57
Πράγματι, οι νυν αναιρεσείοντες υποστήριζαν ότι η Επιτροπή είχε παραλείψει να λάβει υπόψη τη γνώμη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την οποία από μακρού δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια που είχαν καθορισθεί με το ψήφισμα 1617 (2005) για να περιληφθούν στον κατάλογο αυτό. Τα επιχειρήματά τους αφορούσαν, επομένως, κατ’ ουσίαν το απαιτούμενο επίπεδο αποδείξεως κατά την ποινική διαδικασία και όχι το δικαίωμα ιδιοκτησίας.
58
Κατά συνέπεια, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 44 του Κανονισμού του Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, όπως είχε τροποποιηθεί.
59
Δεν μπορεί, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τον λόγο αυτό, διότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν, με το δικόγραφο της προσφυγής τους, την παραμικρή σχέση μεταξύ των απαιτήσεων ως προς την απόδειξη τις οποίες προέβαλαν και της προσβολής του δικαιώματός τους ιδιοκτησίας και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής τους.
60
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας, στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες.
61
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
62
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο βάλλουν κατά των σκέψεων 78 και 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε τον δικαστικό έλεγχο στον οποίο όφειλε να προβεί βάσει της αποφάσεως της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψεις 120 και 121). Δεν απαίτησε την τεκμηρίωση των προβαλλόμενων από την Επιτροπή πραγματικών περιστατικών και δεν διακρίβωσε το ενδεχόμενο να είναι πλέον παρωχημένες οι σε βάρος τους αιτιάσεις. Επιπλέον, δεν έλαβε υπόψη τις αναλυτικές παρατηρήσεις τις οποίες υπέβαλαν οι νυν αναιρεσείοντες στην Επιτροπή και στο Γενικό Δικαστήριο και με τις οποίες αμφισβητούσαν το βάσιμο των εις βάρος τους προβληθεισών αιτιάσεων.
63
Το Συμβούλιο υποστηρίζει, πρωτίστως, ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες είναι ασαφής και αναμειγνύει στοιχεία που αφορούν την εξωτερική νομιμότητα των επίμαχων πράξεων, ειδικότερα δε την υποχρέωση αιτιολογήσεως, η οποία συνιστά ουσιώδη τύπο, και στοιχεία που αφορούν την εσωτερική νομιμότητα των πράξεων αυτών, σχετικά με το βάσιμο των λόγων καταχωρίσεως στον επίμαχο κατάλογο. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν πληροί τις απαιτήσεις ως προς τον τύπο κατά το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος. Επικουρικώς, το Συμβούλιο φρονεί ότι, με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες απλώς επαναδιατυπώνουν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, περί επί της ουσίας αμφισβητήσεως του σκεπτικού βάσει του οποίου η Επιτροπή καταχώρισε εκ νέου τα ονόματα των αναιρεσειόντων στον επίμαχο κατάλογο, και ότι, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους με εκείνους που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
64
Η Επιτροπή φρονεί ότι ο λόγος αυτός, ο οποίος αφορά τις σκέψεις 78 και 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κανονισμός 1139/2010 δεν ενείχε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, είναι προδήλως αβάσιμος. Το Γενικό Δικαστήριο εφήρμοσε ακριβέστατα τα κριτήρια της αποφάσεως της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 118), βάσει των οποίων επιβάλλεται η αιτιολογία να προσδιορίζει τους επιμέρους, ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν ότι πρέπει να επιβάλουν περιοριστικά μέτρα σε βάρος προσώπου. Προσθέτει ότι οι σκέψεις 120 και 121 της αποφάσεως εκείνης δεν αφορούν την υποχρέωση αιτιολογήσεως, αλλά την εκτίμηση περί του βασίμου των προβαλλομένων λόγων, οπότε «οι αναιρεσείοντος σφάλλουν ως προς τον στόχο».
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
65
Στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το πρώτο λόγο ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες και ο οποίος αντλούνταν από εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των επίμαχων πράξεων. Με τον λόγο αυτόν ακυρώσεως, έβαλλαν κατά του αόριστου και ανεπαρκούς χαρακτήρα των αιτιολογικών εκθέσεων στις οποίες στηρίχθηκε η Επιτροπή για να τους περιλάβει εκ νέου στον επίμαχο κατάλογο.
66
Υπενθυμίζοντας, στις σκέψεις 74 έως 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η υποχρέωση αιτιολογήσεως των βλαπτικών πράξεων, την οποία υπέχουν τα θεσμικά όργανα βάσει του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με τη σκέψη 116 της αποφάσεως της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518), η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται ότι, υπό κάθε περίσταση, ακόμη και όταν η αιτιολογία της πράξεως της Ένωσης αντιστοιχεί σε λόγους που έχει διατυπώσει διεθνές όργανο, με την αιτιολογία αυτή πρέπει να προσδιορίζονται οι επιμέρους, ειδικοί και συγκεκριμένοι λόγοι, για τους οποίους οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν ότι πρέπει να επιβληθούν περιοριστικά μέτρα στο οικείο πρόσωπο.
67
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «θα ήταν δυνατό να στηρίζεται η αιτιολογία αποκλειστικά στην αιτιολογική έκθεση βάσει της οποίας καταχωρίζονται τα ονόματα των ενδιαφερομένων στον επίμαχο κατάλογο, εφόσον η έκθεση αυτή περιέχει τους επιμέρους, ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι εξακολουθούν να είναι βάσιμοι με γνώμονα τις παρατηρήσεις των προσώπων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο».
68
Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 78 και 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, επισήμανε ότι στον κανονισμό 1139/2010 μνημονευόταν η κοινοποίηση στους νυν αναιρεσείοντες των αιτιολογικών εκθέσεων και των παρατηρήσεων που αυτοί είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν συναφώς και, αφετέρου, προέβη σε εκτίμηση του σκεπτικού των εκθέσεων αυτών, κρίνοντας εν προκειμένω ότι ήταν σύμφωνες με τις απαιτήσεις που απορρέουν από την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 116), καθόσον περιείχαν τους επιμέρους, ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούσαν την καταχώριση των ονομάτων των αναιρεσειόντων στον επίμαχο κατάλογο.
69
Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, με τα εκτιθέμενα στις εν λόγω σκέψεις, με τις οποίες προέβη σε εκτίμηση της αιτιολογίας της εκ νέου καταχωρίσεως των ονομάτων των αναιρεσειόντων στον επίμαχο κατάλογο, δεν διακρίβωσε αν η Επιτροπή εκπλήρωσε την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως των επίμαχων πράξεων.
70
Κατά συνέπεια, διευκρινιζομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν υποστήριξαν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλαν με την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή τους, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
71
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι κακώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι η Επιτροπή προέβη σε επιμελή, αμερόληπτο και αυτοτελή έλεγχο, για λογαριασμό της, των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται στην αιτιολογική έκθεση των επίμαχων πράξεων, καθώς και των απαλλακτικών στοιχείων τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και των παρατηρήσεων που αυτοί υπέβαλαν. Επισημαίνουν συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε, κατά τα φαινόμενα, υπόψη τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο πλαίσιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι δεν εξέτασε κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν.
72
Οι αναιρεσείοντες φρονούν ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως των επίμαχων πράξεων, η Επιτροπή απλώς έδωσε την εντύπωση ότι ήλεγξε τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως. Κατ’ ουσίαν, τήρησε τύποις μόνον τα δικαιώματα άμυνας των αναιρεσειόντων, χωρίς να εξετάσει το ενδεχόμενο να αμφισβητήσει τις εκτιμήσεις της Επιτροπής Κυρώσεων με γνώμονα τις παρατηρήσεις των αναιρεσειόντων, συμπεριφορά την οποία το Γενικό Δικαστήριο έχει αποδοκιμάσει με την απόφασή του της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Kadi κατά Επιτροπής (T‑85/09, EU:T:2010:418, σκέψη 71), εν συνεχεία δε με τις αποφάσεις του της 21ης Μαρτίου 2014, Yusef κατά Επιτροπής (T‑306/10, EU:T:2014:141, σκέψεις 103 και 104), και της 14ης Απριλίου 2015, Ayadi κατά Επιτροπής (T‑527/09 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:205, σκέψεις 72 και 73). Κατά τους αναιρεσείοντες, η παράλειψη της Επιτροπής να έλθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο, μολονότι επρόκειτο για το κράτος μέλος που είχε κινήσει τη διαδικασία καταχωρίσεώς τους στους καταλόγους των προσώπων σε βάρος των οποίων ισχύει η δέσμευση των κεφαλαίων και το οποίο δεν υποστήριζε πλέον την εκ νέου καταχώρισή τους στον κατάλογο κατά τον χρόνο εκδόσεως των επίμαχων πράξεων, καταδεικνύει το υποστατό της συμπεριφοράς αυτής.
73
Κατά τους αναιρεσείοντες, το Γενικό Δικαστήριο απλώς διαπίστωσε, στις σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε «επανεξετάσει» τους λόγους των καταχωρίσεων στις 16 Απριλίου 2010 και επικοινώνησε με την Επιτροπή Κυρώσεων στις 27 Μαΐου, 14 Σεπτεμβρίου και 26 Οκτωβρίου 2010. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή προέβη σε εκτίμηση των απαλλακτικών στοιχείων και του βασίμου των προβαλλομένων λόγων. Το ότι απλώς κοινοποίησε τις παρατηρήσεις των αναιρεσειόντων στην Επιτροπή Κυρώσεων στις 27 Μαΐου 2010 και της ζήτησε εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν απαλείφθηκαν τα ονόματα των αναιρεσειόντων από τον επίμαχο κατάλογο δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή αξιολόγησε για λογαριασμό της τα στοιχεία που κατείχαν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 66 και 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επικύρωσε μια «παράλογη» εκτίμηση περί των πραγματικών περιστατικών.
74
Το Συμβούλιο φρονεί ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες αφορά τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου επί των πραγματικών περιστατικών και ότι πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Διατείνεται ότι, βάσει της εκ μέρους της Επιτροπής διαδικασίας επανεξετάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν παραμόρφωσε κανένα από τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου λόγου της πρωτοδίκως ασκηθείσας από τους νυν αναιρεσείοντες προσφυγής. Οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, επαρκή στοιχεία για να αποδείξουν ότι το Γενικό Δικαστήριο προδήλως παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή, η οποία τήρησε τις αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518).
75
Η Επιτροπή διατείνεται επίσης ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι, κατ’ αυτήν, ζητούν κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να επανεξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων περιελήφθησαν στον επίμαχο κατάλογο, δεν προσδιόρισαν κανένα συγκεκριμένο έγγραφο που να αποδεικνύει ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου είναι στην πράξη ανακριβείς ή να καταδεικνύει ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, οπότε ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτος.
76
Η Επιτροπή φρονεί επίσης ότι τα όλως γενικού χαρακτήρα τρία επιχειρήματα που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες προς στήριξη της αιτιάσεώς τους περί του ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε μη εύλογη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι αβάσιμα. Καταρχάς, η αιτίαση ότι τα εκτιθέμενα στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν τεκμηριώνονται δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, δεδομένου ότι ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι, αφενός, η Επιτροπή προέβη σε ενδελεχή, ανεξάρτητο και κριτικό έλεγχο των παρατηρήσεων των αναιρεσειόντων και της καταχωρίσεώς τους στον κατάλογο των προσώπων σε βάρος των οποίων ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα που αποφάσισε η Επιτροπή Κυρώσεων και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή δεν μετέγραψε απλώς αυτούσια τα συμπεράσματα της Επιτροπής Κυρώσεων. Εν συνεχεία, τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ότι τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 66 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι συμβατά με τις αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518), της 21ης Μαρτίου 2014, Yusef κατά Επιτροπής (T‑306/10, EU:T:2014:141), και της 14ης Απριλίου 2015, Ayadi κατά Επιτροπής (T‑527/09 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:205), στερούνται ερείσματος, δεδομένου ότι η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των ειδικών περιστάσεων κάθε περιπτώσεως. Τέλος, το επιχείρημα ότι οι σκέψεις 66 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δεν υπήρξε καμία επικοινωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο και σε κανένα χρονικό σημείο, δεν είναι βάσιμο. Συγκεκριμένα, ουδόλως επιβάλλεται με τη νομολογία αυτή στην Επιτροπή η υποχρέωση να επικοινωνήσει με το Ηνωμένο Βασίλειο. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή συμβουλεύθηκε την επιτροπή διαχειρίσεως της Ένωσης, στην οποία εκπροσωπούνται όλα τα κράτη μέλη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
77
Το Γενικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε, στις σκέψεις 59 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες και ο οποίος αντλείται από πλημμέλεια κατά την εκ μέρους της Επιτροπής διαδικασία επανεξετάσεως, απέρριψε τον λόγο αυτό.
78
Πρώτον, υπενθύμισε, στις σκέψεις 59 έως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη διατύπωση με την οποία το Δικαστήριο καθόρισε, στην απόφασή του της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518), τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα θεσμικά όργανα, όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οσάκις εκδίδουν απόφαση με την οποία καταχωρίζεται το όνομα προσώπου στον κατάλογο των προσώπων σε βάρος των οποίων ισχύουν περιοριστικά μέτρα.
79
Δεύτερον, εξέτασε, στις σκέψεις 66 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα διάφορα στάδια της διαδικασίας που ακολούθησε η Επιτροπή για να εκδώσει τον κανονισμό 1139/2010, με τον οποίο καταχωρίσθηκαν εκ νέου τα ονόματα των αναιρεσειόντων στον επίμαχο κατάλογο.
80
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εξ αυτών ότι η Επιτροπή είχε τηρήσει τις τρεις διαδικαστικές εγγυήσεις που έθεσε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P et C‑595/10 P, EU:C:2013:518), προβαίνοντας σε ενδελεχή, ανεξάρτητη και κριτική επανεξέταση των παρατηρήσεων των ενδιαφερομένων και της καταχωρίσεως που αποφάσισε η Επιτροπή Κυρώσεων, καθώς και σε ενδελεχή και εξατομικευμένο έλεγχο των συμπερασμάτων της τελευταίας. Ως εκ τούτου, αποφάνθηκε, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι έπρεπε να απορρίψει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι νυν αναιρεσείοντες.
81
Στο πλαίσιο, όμως, του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν κανένα στοιχείο δυνάμενο να καταδείξει ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζονταν σε ανακριβή στοιχεία περί των πραγματικών περιστατικών ή ότι οφείλονταν σε παραμόρφωση των προσκομισθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών στοιχείων.
82
Πράγματι, οι αναιρεσείοντες απλώς υποστηρίζουν ότι κακώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι η Επιτροπή προέβη σε επιμελή, αμερόληπτη και αυτοτελή εξέταση της υποθέσεώς τους. Στηρίζονται συναφώς στο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είχε κινήσει τη διαδικασία καταχωρίσεώς τους στον κατάλογο των Ηνωμένων Εθνών, είχε μεταβάλει ριζικά τη θέση του όσον αφορά τους αναιρεσείοντες από τον Νοέμβριο του 2009, καθώς και στην από τον Σεπτέμβριο του 2009 αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και της Επιτροπής Κυρώσεων.
83
Διαπιστώνεται, εντούτοις, ότι, μολονότι η περίσταση αυτή μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαγραφή τους από τον επίμαχο κατάλογο, κάτι το οποίο τελικώς συνέβη με την έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού 640/2011, δεν μπορούσε, αντιθέτως, να οδηγήσει αφεαυτής το Γενικό Δικαστήριο στην κρίση ότι η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των αναιρεσειόντων εκδίδοντας τον κανονισμό 1139/2010.
84
Πρέπει, πράγματι, να υπομνησθεί καταρχάς ότι οι αναιρεσείοντες περιελήφθησαν για πρώτη φορά στον επίμαχο κατάλογο βάσει του κανονισμού 246/2006, κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής Κυρώσεων της 7ης Φεβρουαρίου 2006 με την οποία καταχωρίσθηκαν στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων σε βάρος των οποίων ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα, που καταρτίσθηκε κατ’ εφαρμογήν του ψηφίσματος 1390 (2002). Το άρθρο 2 του κανονισμού 881/2002 ακυρώθηκε εν συνεχεία, καθόσον αφορούσε τους αναιρεσείοντες, με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2010, Al-Faqih κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑135/06 έως T‑138/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:412), η οποία μνημονεύθηκε στη σκέψη 6 της παρούσας αποφάσεως. Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες περιελήφθησαν εκ νέου στον επίμαχο κατάλογο βάσει του κανονισμού 1139/2010, ο οποίος απoτέλεσε το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως που απέρριψε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Τελικώς, διεγράφησαν από τον επίμαχο κατάλογο με τον εκτελεστικό κανονισμό 640/2011, ο οποίος εκδόθηκε κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής Κυρώσεων της 22ας Ιουνίου 2011, περί διαγραφής των ονομάτων των αναιρεσειόντων από τον κατάλογο των Ηνωμένων Εθνών.
85
Όπως, όμως, προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του 2 έως 6, ο κανονισμός 1139/2010 είχε αναδρομική ισχύ, με πρωταρχικό σκοπό να αντικαταστήσει τον κανονισμό 881/2002, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό 246/2006, καθόσον αφορούσε τους αναιρεσείοντες. Στο άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1139/2010 επισημαινόταν ρητώς ότι ο κανονισμός αυτός ετίθετο σε ισχύ από της 11ης Φεβρουαρίου 2006.
86
Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων πρέπει να κριθούν αλυσιτελή.
87
Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
88
Βάσει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οσάκις η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ιδίου Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
89
Δεδομένου ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζήτησαν την καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα και αυτοί ηττήθηκαν, οι Al-Bashir Mohammed Al-Faqih, Ghunia Abdrabbah και Taher Nasuf πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει τους Al-Bashir Mohammed Al-Faqih, Ghunia Abdrabbah και Taher Nasuf στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.