ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (ένατο τμήμα)
της 11ης Μαΐου 2017 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Οδηγία 2010/30/ΕΕ — Ένδειξη της καταναλώσεως ενέργειας, μέσω της επισημάνσεως και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα — Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 665/2013 — Επισήμανση της καταναλώσεως ενέργειας από ηλεκτρικές σκούπες — Ενεργειακή απόδοση — Μέθοδος μετρήσεως — Όρια της κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητας — Παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων — Υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο»
Στην υπόθεση C‑44/16 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2016,
Dyson Ltd, με έδρα το Malmesbury (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τον E. Batchelor και την M. Healy, solicitors, καθώς και από την F. Carlin, barrister, και από την Α. Πατσά, advocate,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την K. Herrmann καθώς και από τον E. White,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Juhász, πρόεδρο τμήματος, C. Vajda και Κ. Λυκούργο (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Dyson Ltd ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2015, Dyson κατά Επιτροπής (T‑544/13, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2015:836), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της εν λόγω εταιρίας περί ακυρώσεως του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 665/2013 της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2013, που συμπληρώνει την οδηγία 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την επισήμανση της κατανάλωσης ενέργειας από ηλεκτρικές σκούπες (ΕΕ 2013, L 192, σ. 1, στο εξής: επίμαχος κανονισμός).
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 2010/30/ΕΕ
2
Στις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 8 της οδηγίας 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων από τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μέσω της επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με αυτά (ΕΕ 2010, L 153, σ. 1), εκτίθενται τα εξής:
«(5)
Η παροχή επακριβών, εύστοχων και συγκρίσιμων πληροφοριακών στοιχείων για την ενεργειακή κατανάλωση των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων θα πρέπει να επηρεάσει τις επιλογές των τελικών χρηστών υπέρ των προϊόντων που είναι λιγότερο ενεργειοβόρα ή που συνδέονται έμμεσα με την κατανάλωση λιγότερης ενέργειας ή άλλων βασικών πόρων και, κατά συνέπεια, να οδηγήσει τους κατασκευαστές να λάβουν μέτρα για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και άλλων βασικών πόρων από τα προϊόντα που παράγουν. Θα πρέπει επίσης να παροτρύνει, εμμέσως, την ορθολογική χρήση των προϊόντων αυτών με σκοπό τη συμβολή στην υλοποίηση του στόχου ενεργειακής απόδοσης 20 % της ΕΕ. Εφόσον δεν υπάρχουν αυτά τα πληροφοριακά στοιχεία, η λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς δεν θα επιτύχει, μόνη της, την προαγωγή της ορθολογικής χρήσης της ενέργειας και άλλων βασικών πόρων όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα.
[…]
(8)
O ρόλος της πληροφόρησης στη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς είναι πρωταρχικός και, προς τούτο, επιβάλλεται να καθιερωθεί ομοιόμορφη ετικέτα για όλα τα προϊόντα του αυτού τύπου, να παρέχονται στους δυνητικούς αγοραστές τυποποιημένες συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με το ενεργειακό κόστος και την κατανάλωση άλλων βασικών πόρων από αυτά τα προϊόντα, καθώς και να ληφθούν μέτρα προκειμένου οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται και στους δυνητικούς τελικούς χρήστες οι οποίοι δεν βλέπουν το προϊόν εκτεθειμένο και συνεπώς αδυνατούν να δουν την ετικέτα. Προκειμένου να είναι αποτελεσματική και επιτυχής, η ετικέτα πρέπει να αναγνωρίζεται εύκολα από τους τελικούς χρήστες και να είναι απλή και συνοπτική. Για τον σκοπό αυτό, η υπάρχουσα μορφή της ετικέτας θα πρέπει να επιλεγεί ως η βάση για την ενημέρωση των τελικών χρηστών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των προϊόντων. Οι μετρήσεις όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας και τα υπόλοιπα δεδομένα που αφορούν τα προϊόντα θα πρέπει να διενεργούνται σύμφωνα προς εναρμονισμένα πρότυπα και μεθόδους.»
3
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Με την παρούσα οδηγία θεσπίζεται πλαίσιο για την εναρμόνιση των εθνικών μέτρων παροχής πληροφοριών στους τελικούς χρήστες, ιδίως μέσω της επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με το προϊόν, όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας και κατά περίπτωση άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση, και συμπληρωματικών πληροφοριών για συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα έτσι ώστε οι τελικοί χρήστες να μπορούν να επιλέγουν αποδοτικότερα προϊόντα.
2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που έχουν σημαντικό άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας και, κατά περίπτωση, άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση.»
4
Κατά το άρθρο 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι «οι προμηθευτές που διαθέτουν στην αγορά ή θέτουν σε λειτουργία προϊόντα τα οποία διέπονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη παρέχουν ετικέτα και δελτίο σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη» και ότι οι προμηθευτές αυτοί «καταρτίζουν επαρκή τεχνικό φάκελο ώστε να επιτρέπεται η εκτίμηση της ακρίβειας των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην ετικέτα και στο δελτίο».
5
Το άρθρο 10 της οδηγίας 2010/30, τιτλοφορούμενο «Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις», ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την ετικέτα και το δελτίο μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα άρθρα 11, 12 και 13, σχετικά με κάθε είδος προϊόντος σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Όταν ένα προϊόν πληροί τα κριτήρια που παρατίθενται στην παράγραφο 2, εμπίπτει σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 4.
Οι διατάξεις των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αφορούν τις πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στην ετικέτα και στο δελτίο σχετικά με την κατανάλωση ενέργειας και άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση, παρέχουν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τις αγορές τους μετά λόγου γνώσεως και στις αρχές παρακολούθησης της αγοράς τη δυνατότητα να επαληθεύουν εάν τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις παρεχόμενες πληροφορίες.
[…]
4. Στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζονται ιδίως:
[…]
θ)
το επίπεδο ακριβείας των αναγραφόμενων στην ετικέτα και στα δελτία στοιχείων·
ι)
[η] ημερομηνία αξιολόγησης και πιθανής αναθεώρησης της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, λαμβανομένης υπόψη της ταχύτητας της τεχνολογικής προόδου.»
6
Το άρθρο 11 της οδηγίας αυτής, τιτλοφορούμενο «Άσκηση της εξουσιοδότησης», ορίζει, στην παράγραφο 1, τα εξής:
«Οι εξουσίες για την έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 10 ανατίθενται στην Επιτροπή για περίοδο 5 ετών αρχής γενομένης στις 19 Ιουνίου 2010. […]»
Ο επίμαχος κανονισμός
7
Κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 1, ο επίμαχος κανονισμός «καθορίζει απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για τη διάθεση στην αγορά ηλεκτρικών σκουπών που τροφοδοτούνται από το ηλεκτρικό δίκτυο, συμπεριλαμβανομένων υβριδικών ηλεκτρικών σκουπών».
8
Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, τιτλοφορούμενο «Ευθύνες των προμηθευτών και χρονοδιάγραμμα», ορίζει τα εξής:
«1. Από την 1η Σεπτεμβρίου 2014 οι προμηθευτές μεριμνούν ώστε:
α)
κάθε ηλεκτρική σκούπα να φέρει τυπωμένη ετικέτα με τη μορφή και τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα II·
β)
να υπάρχει διαθέσιμο δελτίο προϊόντος, σύμφωνα με το παράρτημα III·
γ)
να διατίθεται στις αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, τεχνική τεκμηρίωση σύμφωνα με το παράρτημα IV·
δ)
κάθε διαφήμιση για συγκεκριμένο μοντέλο ηλεκτρικής σκούπας να περιέχει την τάξη ενεργειακής απόδοσης, εάν η διαφήμιση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την ενέργεια ή την τιμή·
ε)
κάθε διαφημιστικό τεχνικό υλικό που αφορά συγκεκριμένο μοντέλο ηλεκτρικής σκούπας και περιγράφει τις συγκεκριμένες τεχνικές παραμέτρους του να περιλαμβάνει την τάξη ενεργειακής απόδοσης του μοντέλου αυτού.
2. Η καθοριζόμενη στο παράρτημα ΙΙ μορφή ετικέτας εφαρμόζεται σύμφωνα με το ακόλουθο χρονοδιάγραμμα:
α)
όσον αφορά τις ηλεκτρικές σκούπες που διατίθενται στην αγορά την 1η Σεπτεμβρίου 2014, η ετικέτα είναι σύμφωνη με την ετικέτα 1 του παραρτήματος II·
β)
όσον αφορά τις ηλεκτρικές σκούπες που διατίθενται στην αγορά από την 1η Σεπτεμβρίου 2017, η ετικέτα είναι σύμφωνη με την ετικέτα 2 του παραρτήματος II.»
9
Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, τιτλοφορούμενο «Μέθοδοι μέτρησης», ορίζει ότι οι «πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται κατά τα άρθρα 3 και 4 προκύπτουν από αξιόπιστες, ακριβείς και αναπαραγώγιμες μεθόδους μέτρησης και υπολογισμού, με βάση τις γενικώς αποδεκτές σύγχρονες μεθόδους μετρήσεων και υπολογισμού, όπως ορίζεται στο παράρτημα VI».
10
Το άρθρο 7 του επίμαχου κανονισμού, τιτλοφορούμενο «Αναθεώρηση», ορίζει τα εξής:
«Το αργότερο πέντε έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή τον επανεξετάζει λαμβάνοντας υπόψη τη συντελεσθείσα τεχνολογική πρόοδο. Κατά την επανεξέταση αξιολογούνται ιδίως οι ανοχές επαλήθευσης που καθορίζονται στο παράρτημα VII, κατά πόσον οι πλήρους μεγέθους ηλεκτρικές σκούπες που τροφοδοτούνται από συσσωρευτή θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής και κατά πόσον είναι εφικτό να χρησιμοποιούνται μέθοδοι μέτρησης της ετήσιας κατανάλωσης ενέργειας, της συλλεγόμενης σκόνης και της εκπομπής σκόνης οι οποίες να βασίζονται σε μερικό φορτίο και όχι σε άδειο δοχείο.»
11
Στο παράρτημα Ι του ως άνω κανονισμού εκτίθεται ότι μια ηλεκτρική σκούπα ταξινομείται βάσει της ενεργειακής αποδόσεώς της, που καθορίζεται ανάλογα με την ετήσια κατανάλωση ενέργειας της εν λόγω ηλεκτρικής σκούπας, βάσει των επιδόσεών της ως προς τον καθαρισμό, που καθορίζεται ανάλογα με το ποσοστό συλλεγόμενης σκόνης και βάσει του ποσοστού επανεκπομπής σκόνης της εν λόγω ηλεκτρικής σκούπας.
12
Στο σημείο 1 του παραρτήματος VI του εν λόγω κανονισμού διαλαμβάνονται τα εξής:
«Για τους σκοπούς της συμμόρφωσης και της επαλήθευσης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, οι υπολογισμοί και οι μετρήσεις εκτελούνται με τη χρήση αξιόπιστων, επακριβών και αναπαραγώγιμων μεθόδων στις οποίες λαμβάνονται υπόψη οι γενικώς αποδεκτές σύγχρονες μέθοδοι μετρήσεων και υπολογισμών, συμπεριλαμβανομένων εναρμονισμένων προτύπων των οποίων οι αριθμοί αναφοράς έχουν δημοσιευθεί για τον σκοπό αυτό στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υπολογισμοί και οι μετρήσεις πρέπει να πληρούν τους τεχνικούς ορισμούς, τους όρους, τις εξισώσεις και τις παραμέτρους που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα.»
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
13
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Οκτωβρίου 2013, η Dyson άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του επίμαχου κανονισμού.
14
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Dyson προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως αντλούμενους, ο πρώτος, από αναρμοδιότητα της Επιτροπής, ο δεύτερος, από έλλειψη αιτιολογίας του επίμαχου κανονισμού και, ο τρίτος, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
15
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
16
Η Dyson ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
—
να ακυρώσει τον επίμαχο κανονισμό, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου και ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
17
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
—
να καταδικάσει την Dyson στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
18
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Dyson προβάλλει έξι λόγους. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη εσφαλμένως σε εκ νέου χαρακτηρισμό του πρώτου λόγου ακυρώσεως που είχε προβληθεί πρωτοδίκως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εσφαλμένη ερμηνεία της εκτάσεως της αρμοδιότητας που ανατέθηκε στην Επιτροπή με το άρθρο 10 της οδηγίας 2010/30. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά παραμόρφωση και μη συνεκτίμηση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η Dyson προβάλλει την παραβίαση, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και του τέταρτου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
19
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, που πρέπει να εξετασθεί πρώτος, η Dyson προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, αφενός, παραμόρφωσε και, αφετέρου, παρέλειψε να λάβει υπόψη του ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι είναι δυνατή η αναπαραγωγή μιας μεθόδου μετρήσεως της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών με γεμάτα δοχεία.
20
Προκειμένου να αποδείξει ότι η ενεργειακή απόδοση των ηλεκτρικών σκουπών μπορεί να μετράται με τη βοήθεια άλλης μεθόδου από την προκριθείσα με τον επίμαχο κανονισμό, η οποία στηρίζεται, όπως υποστηρίχθηκε, σε δοκιμές που διεξάγονται με άδεια δοχεία, η Dyson τονίζει ότι προέβαλε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πλείονα στοιχεία από τα οποία προέκυπτε, μεταξύ άλλων, ότι είναι δυνατή η αναπαραγωγή μιας μεθόδου μετρήσεως της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών μέσω δοκιμών που διεξάγονται με γεμάτα δοχεία, ήτοι της μεθόδου που προκρίθηκε με το τμήμα 5.9 του εναρμονισμένου προτύπου EN 60312-1:(2013) το οποίο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποιήσεως (Cenelec) (στο εξής: μέθοδος Cenelec).
21
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Dyson υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας, στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εν λόγω εταιρία έκανε μνεία της διεξαγωγής μιας μόνο δοκιμής σε εργαστήριο, βάσει της οποίας κατέστη δυνατό να βεβαιωθεί ότι η εν λόγω μέθοδος μπορεί να αναπαραχθεί, παραμόρφωσε το αποδεικτικό στοιχείο το οποίο αυτή είχε προσκομίσει και από το οποίο προέκυπτε ότι η μέθοδος μετρήσεως με γεμάτο δοχείο είχε δοκιμαστεί σε αρκετά εργαστήρια και είναι δυνατό να αναπαραχθεί.
22
Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Dyson προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο ούτε εξέτασε ούτε έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αυτή προσκόμισε και τα οποία καταδεικνύουν τη δυνατότητα αναπαραγωγής της μεθόδου Cenelec. Με το τέταρτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξήγησε για ποιον λόγο δεν ελήφθησαν υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αυτή είχε προσκομίσει για να καταδείξει τη δυνατότητα αναπαραγωγής της μεθόδου Cenelec.
23
Η Επιτροπή φρονεί, κατ’ αρχάς, ότι η Dyson αναμφισβήτητα αναφέρθηκε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, σε δοκιμές διεξαχθείσες σε αρκετά εργαστήρια, αλλά ότι η εν λόγω εταιρία δεν υποστήριξε ότι αυτές αποτελούσαν μέρος ενός προγράμματος συγκριτικών δοκιμών βασιζόμενων στο ίδιο μοντέλο ηλεκτρικής σκούπας (διεργαστηριακές/κυκλικές δοκιμές). Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ίσως δεν χρησιμοποίησε την ακριβή τεχνική ορολογία, αλλά ότι, εντούτοις, δεν παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του. Συγκεκριμένα, κατά την άποψη της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο ήταν σε θέση να συναγάγει ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα αναπαραγωγής της μεθόδου υπολογισμού με γεμάτο δοχείο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι καμία κυκλική δοκιμή δεν είχε διεξαχθεί προς επιβεβαίωση της δυνατότητας αναπαραγωγής της εν λόγω μεθόδου.
24
Εν συνεχεία, η Επιτροπή τονίζει ότι η αιτίαση ότι «αγνοήθηκαν» τα αποδεικτικά στοιχεία αφορά μόνον την εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο και, επομένως, δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της υπάρξεως παραμορφώσεως, νομικό ζήτημα που είναι δυνατό να εξετασθεί κατ’ αναίρεση. Εξάλλου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάζει κάθε αποδεικτικό στοιχείο που του υποβάλλεται. Κατά την Επιτροπή, από τις σκέψεις 49 έως 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, όμως, σαφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο στάθμισε τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλαν οι διάδικοι.
25
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υποχρεούται να χρησιμοποιεί τα πρότυπα που έχει καταρτίσει η Cenelec.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26
Στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η Dyson προέβαλε πλείονα επιχειρήματα προκειμένου να αποδείξει την αξιοπιστία και την ακρίβεια της δοκιμής της ενεργειακής αποδόσεως η οποία διεξήχθη με γεμάτο δοχείο, γεγονός παρέμενε ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα αναπαραγωγής της εν λόγω δοκιμής.
27
Στη σκέψη 50 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, πράγματι, ο προσδιορισμός της δυνατότητας αναπαραγωγής των δοκιμών επιβάλλει στην πράξη τη διεξαγωγή των λεγομένων «κυκλικών» δοκιμών μεταξύ εργαστηρίων, δεδομένου ότι τέτοιες δοκιμές σκοπούν στη διασφάλιση της ορθότητας των αποτελεσμάτων που προκύπτουν, διά της διεξαγωγής επανειλημμένων δοκιμών σε διάφορα εργαστήρια με ένα και μόνο δείγμα.
28
Στη σκέψη 51 της ίδιας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, τέλος, ότι η νυν αναιρεσείουσα έκανε μνεία της διεξαγωγής μιας μόνο δοκιμής σε εργαστήριο βάσει της οποίας, κατ’ αυτήν, κατέστη δυνατό να βεβαιωθεί ότι η δοκιμή αυτή μπορεί να αναπαραχθεί, οπότε η δυνατότητα αναπαραγωγής της δοκιμής που διεξήχθη με γεμάτο δοχείο δεν είχε αποδειχθεί επαρκώς ώστε να διαπιστωθεί πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής.
29
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε, στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη θέση που η εν λόγω εταιρία είχε διατυπώσει ενώπιόν του, σύμφωνα με την οποία η μέθοδος Cenelec είχε υποβληθεί σε αρκετές δοκιμές σε εργαστήριο βάσει των οποίων κατέστη δυνατό να βεβαιωθεί ότι η μέθοδος αυτή μπορεί να αναπαραχθεί, καθώς και την κατάθεση του προϊσταμένου του τμήματος παρακολουθήσεως ανταγωνισμού της εν λόγω εταιρίας (Head of Competitor Intelligence), η οποία προσκομίστηκε προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού.
30
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατ’ αναίρεση, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Πράγματι, εφόσον τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία έχουν προσκομιστεί νομοτύπως και έχουν τηρηθεί οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία των υποβληθέντων στοιχείων. Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, Toshiba κατά Επιτροπής, C‑623/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:21, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31
Επομένως, η εξουσία ελέγχου του Δικαστηρίου επί των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο εκτείνεται, μεταξύ άλλων, στην ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεων αυτών που προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, στην παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, στον νομικό χαρακτηρισμό των εν λόγω στοιχείων και στο ζήτημα αν τηρήθηκαν οι κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων (αποφάσεις της25ης Ιανουαρίου 2007, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής, C‑403/04 P και C‑405/04 P, EU:C:2007:52, σκέψη 39, καθώς και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Siemens κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:866, σκέψη 39).
32
Εν προκειμένω, από το σημείο 38 του υπομνήματος απαντήσεως της Dyson ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εν λόγω εταιρία υποστήριξε ότι η μέθοδος Cenelec είχε δοκιμαστεί επισταμένως, υπό το πρίσμα τόσο της δυνατότητας αναπαραγωγής της όσο και της δυνατότητας επαναλήψεώς της. Με την κατάθεσή του, η οποία επισυνάφθηκε σε παράρτημα του εν λόγω υπομνήματος απαντήσεως και περί της οποίας γίνεται λόγος στο σημείο 39 του τελευταίου αυτού υπομνήματος, ο προϊστάμενος του τμήματος παρακολουθήσεως ανταγωνισμού της Dyson υπογράμμισε επίσης ότι η μέθοδος αυτή είχε αποτελέσει το αντικείμενο αρκετών δοκιμών στις οποίες είχαν συμμετάσχει πλείονα εργαστήρια και βάσει των οποίων κατέστη δυνατό να βεβαιωθεί ότι η μέθοδος αυτή μπορεί να αναπαραχθεί.
33
Εξ αυτών προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο προδήλως παραμόρφωσε τη θέση που είχε διατυπώσει η Dyson, ως εκ του ότι εκτίμησε, στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εν λόγω εταιρία είχε κάνει μνεία της διεξαγωγής μιας μόνο δοκιμής σε εργαστήριο βάσει της οποίας κατέστη δυνατό να βεβαιωθεί ότι η μέθοδος υπολογισμού με γεμάτο δοχείο μπορεί να αναπαραχθεί. Πράγματι, όπως ορθώς επισημαίνει η Dyson με την αίτησή της αναιρέσεως, μια τέτοια διαπίστωση έρχεται προδήλως σε αντίφαση με το περιεχόμενο των δικογράφων που αυτή κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου καθώς και με την κατάθεση του προϊσταμένου του τμήματος παρακολουθήσεως ανταγωνισμού της εν λόγω εταιρίας.
34
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαπίστωση της δυνατότητας αναπαραγωγής μιας μεθόδου μετρήσεως επιβάλλει όχι μόνον τη διεξαγωγή αρκετών δοκιμών σε εργαστήριο, αλλά και το να είναι «κυκλικές» οι εν λόγω επανειλημμένες δοκιμές, δηλαδή το να έχουν συντελεσθεί με ένα και μόνο δείγμα.
35
Εξ αυτών προκύπτει ότι το γεγονός και μόνον ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα επιχειρήματα της Dyson περί της υπάρξεως αρκετών δοκιμών σε εργαστήριο δεν αρκεί, αυτό και μόνο, για να αναιρέσει το συμπέρασμα ότι η μέθοδος Cenelec δεν ήταν αναπαραγώγιμη.
36
Ωστόσο, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει, επιπροσθέτως, στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη του ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία περιέχονταν στα δικόγραφά της και από τα οποία προέκυπτε, κατά την άποψη της Dyson, η δυνατότητα αναπαραγωγής της μεθόδου Cenelec. Με το τέταρτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει, επίσης, στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν παρέσχε αιτιολογία σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο δεν ελήφθησαν υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία. Οι δύο αυτές αιτιάσεις πρέπει να εξετασθούν από κοινού.
37
Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι ο κατ’ αναίρεση έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, να εξακριβωθεί αν το Γενικό Δικαστήριο απάντησε επαρκώς κατά νόμον στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε ο προσφεύγων και, αφετέρου, ότι ο λόγος που αντλείται από παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να απαντήσει σε πρωτοδίκως προβληθέντα επιχειρήματα ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με επίκληση παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως η οποία απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Οργανισμού και του άρθρου 117 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Γκόγκος κατά Επιτροπής, C‑583/08 P, EU:C:2010:287, σκέψη 29, και διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Alliance One International κατά Επιτροπής, C‑593/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:804, σκέψη 27).
38
Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο την υποχρέωση να παρέχει αιτιολογία που να ακολουθεί αναλυτικά έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και ότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί, ως εκ τούτου, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Alliance One International κατά Επιτροπής, C‑593/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:804, σκέψη 28, και απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2016, PT Musim Mas κατά Συμβουλίου, C‑468/15 P, EU:C:2016:803, σκέψη 71).
39
Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί, πρώτον, ότι η έλλειψη δυνατότητας αναπαραγωγής της μεθόδου Cenelec αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου, κατά το πέρας της οποίας το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής, η οποία συνίστατο στο να προτιμηθεί μια μέθοδος μετρήσεως της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών στηριζόμενη σε δοκιμές διεξαχθείσες με άδεια δοχεία, δεν ήταν προδήλως άτοπη.
40
Πρέπει να υπομνησθεί, δεύτερον, ότι, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα αναπαραγωγής της μεθόδου Cenelec και ότι, στη σκέψη 50 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ύπαρξη της δυνατότητας αναπαραγωγής μιας μεθόδου μετρήσεως επέβαλλε, πράγματι, τη διεξαγωγή κυκλικών δοκιμών μεταξύ εργαστηρίων, δεδομένου ότι οι δοκιμές αυτές αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ορθότητας των αποτελεσμάτων που προέκυπταν, διά της διεξαγωγής επανειλημμένων δοκιμών σε διάφορα εργαστήρια και με το ίδιο δείγμα.
41
Με τα δικόγραφα που κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Dyson επιδίωξε να αποδείξει ότι η μέθοδος Cenelec, καίτοι δεν στηριζόταν σε δοκιμές που αποκαλούνται «κυκλικές», παρά ταύτα, είναι δυνατό να αναπαραχθεί. Συναφώς, στα σημεία 7, 8 και 39 του υπομνήματός της απαντήσεως, η Dyson υποστήριξε ότι η Cenelec έχει ως αποστολή να μεριμνά ώστε όλα τα δημοσιευθέντα πρότυπα να είναι συνεκτικά, σαφή και ακριβή και να λαμβάνουν υπόψη το παρόν στάδιο εξελίξεως της τεχνολογίας. Επίσης, η εν λόγω εταιρία κατέθεσε μια αιτιολογημένη γνώμη ενός διαπιστευμένου ευρωπαϊκού εργαστηρίου που διεξάγει δοκιμές ηλεκτρικών σκουπών, σύμφωνα με την οποία η μέθοδος αυτή καταλήγει σε αποτελέσματα που είναι δυνατό να αναπαραχθούν, καθώς και μια συγκλίνουσα έγγραφη κατάθεση του προϊσταμένου του τμήματος παρακολουθήσεως ανταγωνισμού της εν λόγω εταιρίας, ο οποίος είχε μετάσχει στη διαδικασία διαμορφώσεως της εν λόγω μεθόδου.
42
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να θεωρήσει αποδεδειγμένο, όπως έπραξε στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ότι «εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα αναπαραγωγής» της μεθόδου Cenelec, χωρίς να εξηγήσει για ποιον λόγο δεν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ορθώς η Dyson αμφισβήτησε το συμπέρασμα αυτό, μέσω των στοιχείων που υπομνήσθηκαν στην προηγούμενη σκέψη. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να διαπιστώσει ότι η ύπαρξη της δυνατότητας αναπαραγωγής μιας μεθόδου μετρήσεως επέβαλλε τη διεξαγωγή των λεγομένων «κυκλικών» δοκιμών, χωρίς να εξηγήσει για ποιον λόγο τα επιχειρήματα περί του αντιθέτου, τα οποία ανέπτυξε η Dyson με τα δικόγραφά της, δεν ήταν ικανά να κλονίσουν μια τέτοια διαπίστωση. Ναι μεν είναι αληθές ότι η Επιτροπή αμφισβήτησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη δυνατότητα αναπαραγωγής της μεθόδου Cenelec, πλην όμως επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Dyson προέβαλε επιχειρήματα περί του αντιθέτου με τα δικόγραφα που κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οπότε εναπέκειτο στο τελευταίο αυτό δικαιοδοτικό όργανο να αποφανθεί επί του εν λόγω θέματος. Το Γενικό Δικαστήριο, παραλείποντας να δώσει απάντηση στα κατ’ αυτόν τον τρόπο προβληθέντα επιχειρήματα της Dyson, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπείχε από το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και από το άρθρο 117 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
43
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και το τέταρτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως της Dyson πρέπει να κριθούν βάσιμοι.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
44
Η Dyson προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι εκτίμησε, στις σκέψεις 36, 37 και 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που είχε προβληθεί ενώπιόν του αφορούσε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ενώ ο λόγος αυτός αντλούνταν, στην πραγματικότητα, από την εκ μέρους της Επιτροπής υπέρβαση των ορίων της αρμοδιότητάς της. Η εν λόγω εταιρία διευκρινίζει ότι, με τον λόγο αυτόν, προέβαλε ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητας που της είχε ανατεθεί με το άρθρο 10 της οδηγίας 2010/30. Κατά την Dyson, εναπέκειτο στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει μήπως η Επιτροπή τροποποίησε τα ουσιώδη στοιχεία της εξουσιοδοτικής πράξεως, επιλέγοντας μια μέθοδο υπολογισμού της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών μέσω άδειων δοχείων.
45
Η Επιτροπή τονίζει ότι η Dyson βάλλει μόνον κατά της απαντήσεως που έδωσε το Γενικό Δικαστήριο στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, και όχι κατά της συλλογιστικής που κατέληξε στην απόρριψη του δεύτερου σκέλους αυτού του λόγου ακυρώσεως.
46
Κατά την Επιτροπή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει, εξάλλου, να κριθεί αβάσιμος. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Dyson δεν αμφισβήτησε την αρμοδιότητα της Επιτροπής όσον αφορά την έκδοση του επίμαχου κανονισμού, αλλά έβαλε κατά της ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής όσον αφορά την επιλογή της μεθόδου μετρήσεως. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που είχε προβάλει η Dyson ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επέβαλλε την εκτίμηση εξαιρετικά περίπλοκων πραγματικών στοιχείων τεχνικής φύσεως προκειμένου να προσδιορισθεί η μέθοδος μετρήσεως, πράγμα το οποίο δικαιολογούσε τον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου στην πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
47
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη εσφαλμένως σε εκ νέου χαρακτηρισμό του πρώτου λόγου ακυρώσεως τον οποίο είχε προβάλει με την προσφυγή της και με τον οποίο προσήπτε, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι δεν τήρησε το άρθρο 10 της οδηγίας 2010/30, το οποίο επιβάλλει η μέθοδος υπολογισμού της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών να λαμβάνει υπόψη την απόδοσή τους κατά τη χρήση, προκειμένου να παρέχεται στους καταναλωτές ακριβής πληροφόρηση, να ενθαρρύνονται οι παραγωγοί ώστε να βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση των προϊόντων τους και να επιτυγχάνεται ο σκοπός της μειώσεως της καταναλώσεως ενέργειας, ενώ μια τέτοια απαίτηση αποτελεί, κατά την άποψη της Dyson, ουσιώδες στοιχείο της οδηγίας αυτής.
48
Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αποσκοπεί, στην πραγματικότητα, μόνον στην αμφισβήτηση της εκτιμήσεως που οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο στην απόρριψη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως που είχε προβληθεί πρωτοδίκως, και όχι στην αμφισβήτηση της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου που κατέληξε στην απόρριψη του δεύτερου σκέλους αυτού του λόγου ακυρώσεως, με το οποίο η Dyson προέβαλε ότι κακώς ο επίμαχος κανονισμός δεν έχει επιβάλει υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τους σάκους και τα φίλτρα, ως ουσιώδεις πόρους που καταναλίσκονται κατά τη χρήση των ηλεκτρικών σκουπών.
49
Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι από τα δικόγραφα που κατέθεσε η νυν αναιρεσείουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προέκυπτε σαφώς ότι αυτή, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, δεν επεκαλείτο καθαυτό αναρμοδιότητα της Επιτροπής, όσον αφορά την έκδοση του επίμαχου κανονισμού, αλλά έβαλλε μάλλον, κατ’ ουσίαν, κατά της ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής. Στη σκέψη 37 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, τον οποίο είχε προβάλει η νυν αναιρεσείουσα, αντλούνταν από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά την έκδοση του κανονισμού αυτού.
50
Από το δικόγραφο της προσφυγής που κατέθεσε η Dyson ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει, όμως, αδιαμφισβήτητα ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλούνταν από το ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να εκδώσει τον επίμαχο κανονισμό. Ειδικότερα, η Dyson προσήπτε, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι παρέβλεψε, εκδίδοντας τον κανονισμό αυτό, ένα ουσιώδες στοιχείο της εξουσιοδοτικής πράξεως ως εκ του ότι προέκρινε ως μέθοδο υπολογισμού της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών μια μέθοδο στηριζόμενη σε δοκιμές με άδεια δοχεία, ενώ το άρθρο 10 της οδηγίας 2010/30 απαιτούσε, κατά την άποψη της Dyson, η εν λόγω μέθοδος να αντικατοπτρίζει κανονικές συνθήκες χρήσεως.
51
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έδωσε απάντηση στον λόγο ακυρώσεως που αντλούνταν από την παράβαση, με τον επίμαχο κανονισμό, ενός ουσιώδους στοιχείου της εξουσιοδοτικής πράξεως, αλλά έδωσε απάντηση σε άλλο λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής, τον οποίο δεν είχε προβάλει η Dyson.
52
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε εμμέσως τον αντλούμενο από αναρμοδιότητα της Επιτροπής λόγο ακυρώσεως, όπως αυτός είχε διατυπωθεί από την Dyson. Πράγματι, το εύρος της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται με την εξουσιοδοτική πράξη αποτελεί νομικό ζήτημα διαφορετικό από εκείνο που αφορά την τήρηση των ορίων της εντολής που ανατέθηκε με την εξουσιοδοτική πράξη. Επιπλέον, ο έλεγχος της τηρήσεως των δύο αυτών απαιτήσεων διεξάγεται βάσει διαφορετικών κριτηρίων.
53
Συγκεκριμένα, ναι μεν, όπως ορθώς επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αρχές της Ένωσης διαθέτουν, στο πλαίσιο της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όταν καλούνται, ιδίως, να προβούν σε σύνθετες εκτιμήσεις, πλην όμως πρέπει, εκ προοιμίου, να προσδιορισθεί αν οι αρχές αυτές ενεργούν όντως εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί και, ειδικότερα, σε περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, επίμαχη είναι μια κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα, κατά την έννοια του άρθρου 290 ΣΛΕΕ, να εξακριβωθεί μήπως οι αρχές της Ένωσης υπερέβησαν την εντολή που τους έχει ανατεθεί με την εξουσιοδοτική πράξη, εξυπακουομένου, ιδίως, ότι η άσκηση μιας τέτοιας κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητας πρέπει να είναι σύμφωνη, εν πάση περιπτώσει, με τα ουσιώδη στοιχεία της εξουσιοδοτικής πράξεως και να εντάσσεται στο κανονιστικό πλαίσιο όπως αυτό ορίζεται από τη βασική νομοθετική πράξη (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C‑286/14, EU:C:2016:183, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54
Από τα προεκτεθέντα απορρέει ότι το Γενικό Δικαστήριο, παραλείποντας να αποφανθεί επί ενός εκ των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η νυν αναιρεσείουσα, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
55
Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση κατά την οποία το σκεπτικό αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, πλην όμως το διατακτικό της είναι ορθό για άλλους νομικούς λόγους, το γεγονός αυτό δεν δύναται να επισύρει αναίρεση της οικείας αποφάσεως, αλλά χωρεί αντικατάσταση του σκεπτικού (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Pensa Pharma κατά EUIPO, C‑442/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:720, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
56
Επομένως, πρέπει να προσδιορισθεί αν η Επιτροπή, προκρίνοντας μια μέθοδο υπολογισμού της ενεργειακής αποδόσεως στηριζόμενη σε δοκιμές που διεξάγονται με άδεια δοχεία, τήρησε τα όρια της κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητάς της και, σε περίπτωση που τούτο ισχύει, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε με την προσφυγή της Dyson θα πρέπει να κριθεί αβάσιμο. Δεδομένου ότι πρόκειται για νομικό ισχυρισμό, το Δικαστήριο δύναται να καλύψει την παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου.
57
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η νομιμότητα πράξεως της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα διαθέσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως (απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψη 22 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, η νομιμότητα του επίμαχου κανονισμού πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα τα διαθέσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία κατά την 3η Μαΐου 2013.
58
Συναφώς, πρώτον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 290 ΣΛΕΕ δυνατότητα να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει μη νομοθετικές πράξεις έχει ως σκοπό να μπορεί ο νομοθέτης να επικεντρώνεται στα ουσιώδη στοιχεία ενός νομοθετικού κειμένου καθώς και στα μη ουσιώδη στοιχεία ως προς τα οποία θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να νομοθετήσει, αναθέτοντας ταυτόχρονα στην Επιτροπή το καθήκον να «συμπληρώσει» ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξεως ή ακόμη και να «τροποποιήσει» τέτοιου είδους στοιχεία στο πλαίσιο της παρεχόμενης σε αυτήν εξουσιοδοτήσεως (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C‑286/14, EU:C:2016:183, σκέψη 54).
59
Επομένως, οι ουσιώδεις κανόνες του ρυθμιζόμενου θέματος πρέπει να θεσπίζονται με τη βασική ρύθμιση και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδοτήσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑355/10, EU:C:2012:516, σκέψη 64, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑363/14, EU:C:2015:579, σκέψη 46).
60
Δεύτερον, πρέπει να προσδιορισθεί αν η απαίτηση ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στους καταναλωτές πρέπει να αντικατοπτρίζουν την κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση της συσκευής, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 1 και από το άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2010/30, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της οδηγίας αυτής.
61
Συναφώς, τα ουσιώδη στοιχεία μιας βασικής ρυθμίσεως είναι αυτά των οποίων η έγκριση προϋποθέτει πολιτικές επιλογές εμπίπτουσες στην αποκλειστική ευθύνη του νομοθέτη της Ένωσης (απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑355/10, EU:C:2012:516, σκέψη 65).
62
Ο εντοπισμός των στοιχείων ορισμένου ρυθμιζόμενου θέματος που πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ουσιώδη πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία τα οποία είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου και επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες του οικείου τομέα (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2016, DK Recycling und Roheisen κατά Επιτροπής, C‑540/14 P, EU:C:2016:469, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
63
Υπό το πρίσμα της εν γένει οικονομίας της οδηγίας 2010/30, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαίτηση που υπομνήσθηκε στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της οδηγίας αυτής.
64
Πράγματι, από τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 8 της οδηγίας 2010/30 απορρέει ότι «η παροχή επακριβών, εύστοχων και συγκρίσιμων πληροφοριακών στοιχείων για την ενεργειακή κατανάλωση» των προϊόντων «[διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο] στη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς» και, επομένως, στη δυνατότητα να προσανατολισθεί η κατανάλωση προς την επιλογή συσκευών που να είναι «[…] λιγότερο ενεργειοβόρ[ες] [κατά τη χρήση]». Ομοίως, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι αυτή αποσκοπεί στην εναρμόνιση των εθνικών μέτρων παροχής πληροφοριών στους τελικούς χρήστες όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας «κατά τη χρήση», προκειμένου οι εν λόγω τελικοί χρήστες να μπορούν να επιλέγουν «αποδοτικότερα» προϊόντα. Επομένως, η ενημέρωση του καταναλωτή σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των συσκευών κατά τη χρήση αποτελεί τον ουσιώδη σκοπό της εν λόγω οδηγίας και απηχεί μια πολιτική επιλογή εμπίπτουσα στην αποκλειστική ευθύνη του νομοθέτη της Ένωσης.
65
Επομένως, το ζήτημα αν ο επίμαχος κανονισμός, όπως μάλλον προκύπτει εμφανώς από το γράμμα του, αποσκοπεί μόνο στη συμπλήρωση, και όχι στην τροποποίηση, της οδηγίας 2010/30 δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Πράγματι, όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 58 της παρούσας αποφάσεως, καμία από τις δύο αυτές κατηγορίες των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται κατ’ εξουσιοδότηση δεν επιτρέπει, εν πάση περιπτώσει, στην Επιτροπή να παραβλέπει ένα ουσιώδες στοιχείο της εξουσιοδοτικής πράξεως.
66
Εξάλλου, και αντιθέτως προς τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το να γίνει αντιληπτή η έκφραση «κατά τη χρήση», η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2010/30, υπό την έννοια ότι αφορά τις πραγματικές συνθήκες χρήσεως δεν αποτελεί «εξαιρετικά ευρεία» ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας αυτής, αλλά συνιστά το ίδιο το νόημα αυτής της διευκρινίσεως.
67
Η ως άνω διαπίστωση δεν αποδυναμώνεται, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, από το γεγονός και μόνον ότι η διευκρίνιση αυτή μπορεί επίσης, και κατά συνέπεια, να αποβλέπει στον αποκλεισμό του συνυπολογισμού της ενέργειας που καταναλίσκεται για την κατασκευή, τη διανομή και την τελική διάθεση της επίμαχης συσκευής.
68
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η Επιτροπή υπείχε, ως εκ τούτου, την υποχρέωση, προκειμένου να μην παραβλέψει ένα ουσιώδες στοιχείο της οδηγίας 2010/30, να προκρίνει, στο πλαίσιο του επίμαχου κανονισμού, μια μέθοδο υπολογισμού που να καθιστά δυνατή τη μέτρηση της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών υπό συνθήκες όσο το δυνατόν εγγύτερες προς τις πραγματικές συνθήκες χρήσεως, απαιτώντας να έχει γεμίσει το δοχείο της ηλεκτρικής σκούπας μέχρι ένα ορισμένο σημείο και λαμβάνοντας, πάντως, υπόψη τις απαιτήσεις που σχετίζονται με την επιστημονική εγκυρότητα των αποτελεσμάτων που προκύπτουν και με την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται στους καταναλωτές, όπως αυτές μνημονεύονται, ιδίως, στην αιτιολογική σκέψη 5 και στο άρθρο 5, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.
69
Στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε, όμως, ότι οι δοκιμές με άδειο δοχείο ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζουν τις κανονικές συνθήκες χρήσεως των ηλεκτρικών σκουπών, στο μέτρο που τέτοιου είδους δοκιμές δεν λαμβάνουν υπόψη τη συσσώρευση σκόνης στα δοχεία ορισμένων τύπων ηλεκτρικών σκουπών, πράγμα που δεν αμφισβήτησε, εξάλλου, η Επιτροπή, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 98 και 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
70
Είναι αληθές ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 47 έως 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντέταξε στη διαπίστωση αυτή το ότι καμία μέθοδος μετρήσεως στηριζόμενη σε δοκιμές με γεμάτα δοχεία δεν είναι δυνατό να αναπαραχθεί. Η Επιτροπή προβάλλει το ίδιο επιχείρημα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, από τις σκέψεις 34 έως 43 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, για να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, υπέπεσε σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπείχε, οπότε το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί, προκειμένου να προβεί σε αντικατάσταση του σκεπτικού, στην εν λόγω αβάσιμη πραγματική εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο.
71
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί βάσιμος.
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
72
Η Dyson φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε την απαίτηση περί αναλογικότητας, η οποία είναι σύμφυτη με τον έλεγχο της τηρήσεως της αρχής της ισότητας, ως εκ του ότι εκτίμησε ότι ο επίμαχος κανονισμός μπορούσε να αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο ηλεκτρικές σκούπες στις οποίες χρησιμοποιούνται διαφορετικές τεχνολογίες, με το σκεπτικό ότι οι δοκιμές τις οποίες πρότεινε η Dyson δεν πληρούσαν συγχρόνως τα κριτήρια αξιοπιστίας, ακρίβειας και δυνατότητας αναπαραγωγής.
73
Κατά την Επιτροπή, η Dyson δεν εξηγεί με ποιον τρόπο η διαμόρφωση δοκιμής με γεμάτο δοχείο θα ήταν σε μεγαλύτερο βαθμό σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει ότι δεν ήταν δυνατό να αναπτυχθεί κάποια καλύτερη μέθοδος δοκιμών, αλλά ότι εναπέκειτο, αντιθέτως, στην Dyson να αποδείξει ότι υπήρχε μια καταλληλότερη μέθοδος δοκιμών, κάτι που η εν λόγω εταιρία δεν έπραξε, κατά το Γενικό Δικαστήριο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
74
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραβίασε, στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αρχή της ισότητας ως εκ του ότι εκτίμησε ότι ο επίμαχος κανονισμός μπορούσε να αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο ηλεκτρικές σκούπες στις οποίες χρησιμοποιούνται διαφορετικές τεχνολογίες, με το σκεπτικό ότι οι μέθοδοι υπολογισμού της ενεργειακής αποδόσεως των ηλεκτρικών σκουπών, οι οποίες στηρίζονταν σε δοκιμές διεξαχθείσες με γεμάτα δοχεία, δεν είναι δυνατό να αναπαραχθούν.
75
Συναφώς, στη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι είχε επισημάνει προηγουμένως ότι «οι δοκιμές που διεξάγοντα[ν] με μερικό φορτίο δεν [είχαν] υποβληθεί σε “κυκλικές” δοκιμές μεταξύ εργαστηρίων, οπότε η δυνατότητα αναπαραγωγής τους ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί».
76
Στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτών ότι «το γεγονός ότι οι δοκιμές τις οποίες προτείνει η [νυν αναιρεσείουσα] δεν πληρούν συγχρόνως τα κριτήρια αξιοπιστίας, ακρίβειας και δυνατότητας αναπαραγωγής συνιστά αντικειμενικό λόγο δικαιολογούντα την ομοιόμορφη αντιμετώπιση ηλεκτρικών σκουπών στις οποίες χρησιμοποιούνται διαφορετικές τεχνολογίες, δηλαδή των ηλεκτρικών σκουπών “με σάκο” και των ηλεκτρικών σκουπών “χωρίς σάκο”». Κανένας άλλος δικαιολογητικός λόγος δεν παρατέθηκε από το Γενικό Δικαστήριο προς επικύρωση της πανομοιότυπης αντιμετωπίσεως, την ορθότητα της οποίας αμφισβήτησε η Dyson.
77
Επομένως, ο μόνος δικαιολογητικός λόγος που παρατέθηκε από το Γενικό Δικαστήριο για την πανομοιότυπη αντιμετώπιση, εκ μέρους του επίμαχου κανονισμού, των ηλεκτρικών σκουπών «με σάκο» και των ηλεκτρικών σκουπών «χωρίς σάκο» στηρίζεται σε μια πραγματική διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο και η οποία είναι αβάσιμη, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 34 έως 43 της παρούσας αποφάσεως.
78
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί βάσιμος.
Επί του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως καθώς και επί των πρώτων τριών σκελών του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
79
Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει, αντιστοίχως, στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένως, στις σκέψεις 58 και 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την έκταση της κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητας της Επιτροπής και ότι προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της Dyson, λαμβανομένων υπόψη των όσων διαλαμβάνονται στις σκέψεις 50 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τα πρώτα τρία σκέλη του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η Dyson προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέθεσε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 36, 37, 52 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
80
Ωστόσο, δεδομένου ότι η εξέταση του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως καθώς και των πρώτων τριών σκελών του πέμπτου λόγου αναιρέσεως δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε περαιτέρω αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πέραν αυτής που απορρέει από το ότι έγιναν δεκτοί ο πρώτος, ο τέταρτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, παρέλκει η εξέταση των ως άνω δεύτερου και τρίτου λόγου αναιρέσεως καθώς και των πρώτων τριών σκελών του πέμπτου λόγου αναιρέσεως.
81
Δεδομένου ότι ο πρώτος, ο τέταρτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και το τέταρτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, είναι βάσιμοι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθόσον, με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως.
Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
82
Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.
83
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι σε θέση να αποφανθεί, ως προς την ουσία, επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως καθώς και επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκαν πρωτοδίκως. Πράγματι, η εξέταση αυτού του σκέλους και αυτού του λόγου ακυρώσεως απαιτεί την εκτίμηση πραγματικών ζητημάτων, αφορώντων, κυρίως, το αν υπάρχει, ή όχι, δυνατότητα αναπαραγωγής της μεθόδου Cenelec, που δεν εκτιμήθηκαν ορθώς εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου και που δεν συζητήθηκαν διεξοδικά ενώπιον του Δικαστηρίου.
84
Κατά συνέπεια, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί αυτό επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως και επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως και το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2015, Dyson κατά Επιτροπής (T‑544/13, EU:T:2015:836), καθόσον με αυτήν απορρίφθηκαν το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.
2)
Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αποφανθεί αυτό επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως και επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.