ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 25ης Ιουλίου 2018 ( *1 ) ( 1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Καθεστώς για τη στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των μεγαλύτερων καταναλωτών ενέργειας – Απόφαση (ΕΕ) 2015/1585 – Κύρος υπό το πρίσμα του άρθρου 107 ΣΛΕΕ – Παραδεκτό – Μη άσκηση προσφυγής ακυρώσεως από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης»
Στην υπόθεση C-135/16,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (διοικητικό πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία) με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης
Georgsmarienhütte GmbH,
Stahlwerk Bous GmbH,
Schmiedag GmbH,
Harz Guss Zorge GmbH
κατά
Bundesrepublik Deutschland,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, J. L. da Cruz Vilaça (εισηγητή), A. Rosas και J. Malenovský, προέδρους τμήματος, E. Juhász, A. Borg Barthet, D. Šváby, A. Prechal και Κ. Λυκούργο, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: M. Aleksejev, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2017,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–
οι Georgsmarienhütte GmbH, Stahlwerk Bous GmbH, Schmiedag GmbH και Harz Guss Zorge GmbH, εκπροσωπούμενες από τον H. Höfler καθώς και από τον H. Fischer, Rechtsanwälte,
–
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και R. Kanitz, επικουρούμενους από τον T. Lübbig, Rechtsanwalt,
–
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον T. Maxian Rusche καθώς και από την K. Herrmann,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος της αποφάσεως (ΕΕ) 2015/1585 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων SA.33995 (2013/C) (πρώην 2013/NN) (που χορήγησε η Γερμανία για τη στήριξη της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και για τους μεγαλύτερους καταναλωτές ενέργειας) (ΕΕ 2015, L 250, σ. 122, στο εξής: επίδικη απόφαση).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ τεσσάρων εταιριών του ομίλου Georgsmarienhütte, ήτοι της Georgsmarienhütte GmbH, της Stahlwerk Bous GmbH, της Schmiedag GmbH και της Harz Guss Zorge GmbH, αφενός, και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), αφετέρου, με αντικείμενο την ανάκτηση, κατόπιν της εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, παράνομων ενισχύσεων οι οποίες κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και τις οποίες έλαβαν οι ανωτέρω εταιρίες.
Το γερμανικό δίκαιο
3
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Gesetz zur Neuregelung des Rechtsrahmens für die Förderung der Stromerzeugung aus erneuerbaren Energien (νόμος περί αναπροσαρμογής του νομικού πλαισίου για την προώθηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές) (BGBl. 2011 I, σ. 1634, στο εξής: EEG του 2012) προβλέπει, κατ’ ουσίαν, μηχανισμό αντισταθμίσεως των δαπανών που συνεπάγεται η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Ο μηχανισμός αυτός στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε επιβάρυνση (στο εξής: επιβάρυνση EEG), η οποία αντιπροσωπεύει δαπάνη που, κατ’ αρχήν, μετακυλίεται από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας στους αγοραστές και στους τελικούς καταναλωτές.
4
Κατ’ εξαίρεση, στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος αντισταθμίσεως, ο EEG του 2012 καθορίζει, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων του 40, 41 και 43, ανώτατο όριο στην επιβάρυνση EEG για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις που είναι μεγάλοι καταναλωτές ενέργειας (στο εξής: ΕΕΠ). Ο καθορισμός αυτός ανωτάτου ορίου έχει ως στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τις εν λόγω επιχειρήσεις και τη διατήρηση, ως εκ τούτου, της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους.
5
Ο EEG του 2012 προβλέπει, στο άρθρο 40, ότι καθορίζεται ανώτατο όριο στην επιβάρυνση EEG κατόπιν αιτήσεως που υποβάλλεται στην Bundesamt für Wirtschaft und Ausfuhrkontrolle (Ομοσπονδιακή υπηρεσία οικονομίας και ελέγχου των εξαγωγών, Γερμανία) (στο εξής: BAFA).
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
6
Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης είναι τέσσερις εταιρίες που ανήκουν στον όμιλο Georgsmarienhütte. Οι εταιρίες αυτές δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής, της χυτεύσεως καθώς και της επεξεργασίας χάλυβα και έτυχαν, με αποφάσεις της BAFA, του ευεργετήματος που συνίσταται στον καθορισμό ανωτάτου ορίου στην επιβάρυνση EEG για τα έτη 2013 και 2014.
7
Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές καθορισμού ανωτάτου ορίου ανακλήθηκαν αναδρομικώς, για μέρος του ποσού, με αποφάσεις της BAFA της 25ης Νοεμβρίου 2014 (στο εξής: αποφάσεις μερικής ανακλήσεως). Επίσης, η BAFA απέρριψε τις διοικητικές προσφυγές που άσκησαν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης κατά των εν λόγω αποφάσεων μερικής ανακλήσεως.
8
Οι αποφάσεις μερικής ανακλήσεως εκδόθηκαν σε εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως, με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι, μεταξύ άλλων, το ειδικό καθεστώς αντισταθμίσεως υπέρ των ΕΕΠ συνιστούσε παράνομη κρατική ενίσχυση και διέταξε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να ανακτήσει τις ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις από τους δικαιούχους τους.
9
Πιο συγκεκριμένα, με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η ενίσχυση που συνίσταται σε μειώσεις της επιβαρύνσεως EEG υπέρ των EEΠ είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά εφόσον εμπίπτει σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες που παρατίθενται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως, κάθε ενίσχυση η οποία δεν εμπίπτει σε κάποια από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της ίδιας αυτής αποφάσεως, υποχρεούται να προβεί στην ανάκτηση των ασυμβίβαστων ενισχύσεων από τους δικαιούχους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙΙ της επίδικης αποφάσεως.
10
Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (διοικητικού πρωτοδικείου Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία) μεταξύ άλλων κατά των αποφάσεων μερικής ανακλήσεως.
11
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, οι εν λόγω προσφεύγουσες διατύπωσαν αμφιβολίες ως προς τον χαρακτηρισμό, από την Επιτροπή, του καθορισμού ανωτάτου ορίου στην επιβάρυνση EEG ως «κρατικής ενίσχυσης» κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (διοικητικό πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει η [επίδικη] απόφαση στη Συνθήκη [ΛΕΕ], καθόσον η Επιτροπή χαρακτηρίζει τον καθορισμό ανωτάτου ορίου στην επιβαλλόμενη βάσει του [EEG] επιβάρυνση ως [κρατική] ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
12
Στην υπόθεση της κύριας δίκης, τίθεται υπό αμφισβήτηση, κατ’ ουσίαν, το κύρος της επίδικης αποφάσεως καθόσον με αυτήν χαρακτηρίστηκε ως «κρατική ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, ο καθορισμός ανωτάτου ορίου στην επιβαλλόμενη βάσει του EEG επιβάρυνση.
13
Η Επιτροπή, στηριζόμενη στην απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, TWD Textilwerke Deggendorf (C-188/92, EU:C:1994:90), υποστηρίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη λόγω του ότι οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
14
Υπενθυμίζεται ότι, στη σκέψη 17 της ανωτέρω αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί υποθέσεως που εμφανίζει ομοιότητες με την υπόθεση της κύριας δίκης, το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι, ιδίως για λόγους ασφάλειας δικαίου, ο δικαιούχος κρατικής ενισχύσεως η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής με άμεσο αποδέκτη μόνον το κράτος μέλος από το οποίο κατάγεται ο δικαιούχος αυτός, ο οποίος είχε, πέραν πάσης αμφιβολίας, δικαίωμα προσβολής της οικείας αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, αλλά άφησε να παρέλθει άπρακτη η προβλεπόμενη στο έκτο εδάφιο του άρθρου αυτού αποσβεστική προθεσμία, δεν έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο προσφυγής κατά των εθνικών μέτρων εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως (βλ., επίσης, αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2001, Nachi Europe, C-239/99, EU:C:2001:101, σκέψη 30, και της 5ης Μαρτίου 2015, Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português, C-667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 28).
15
Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ενδεχόμενη υιοθέτηση της αντίθετης λύσης θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση, υπέρ του δικαιούχου της ενισχύσεως, της ευχέρειας να παρακάμψει το απρόσβλητο με το οποίο, δυνάμει της αρχής της ασφαλείας δικαίου, πρέπει να περιβάλλεται μια απόφαση μετά την εκπνοή των προθεσμιών για την άσκηση της προσφυγής (αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2001, Nachi Europe, C‑239/99, EU:C:2001:101, σκέψη 30, και της 5ης Μαρτίου 2015, Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português, C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 28 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
16
Ωστόσο, ο υπομνησθείς στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως αποκλεισμός δικαιολογείται επίσης στην περίπτωση που ο δικαιούχος της ενισχύσεως προβάλλει, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, την ακυρότητα της αποφάσεως της Επιτροπής πριν από την εκπνοή της προβλεπόμενης στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εν λόγω αποφάσεως.
17
Συνεπώς, η δυνατότητα διαδίκου να προβάλει, στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, την ακυρότητα διατάξεων που περιέχονται σε πράξη της Ένωσης η οποία αποτελεί το έρεισμα εθνικής διοικητικής αποφάσεως που εκδόθηκε εις βάρος του προϋποθέτει είτε ότι άσκησε επίσης, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω πράξεως της Ένωσης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας είτε ότι δεν άσκησε την προσφυγή αυτή διότι δεν είχε, πέραν πάσης αμφιβολίας, το σχετικό δικαίωμα (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψεις 46 και 48, της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Bolton Alimentari, C-494/09, EU:C:2011:87, σκέψεις 22 και 23, καθώς και της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C-72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18
Ως εκ τούτου, εφόσον ο διάδικος που προτίθεται να προσβάλει πράξη της Ένωσης νομιμοποιείται ενεργητικώς πέραν πάσης αμφιβολίας, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, υποχρεούται να κάνει χρήση του μέσου έννομης προστασίας που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή ασκώντας προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
19
Πιο συγκεκριμένα, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 40 έως 44 των προτάσεών του, η προσφυγή ακυρώσεως, η οποία συνοδεύεται από τη δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, προσφέρει δικονομικό πλαίσιο ιδιαιτέρως κατάλληλο για την εμπεριστατωμένη και κατ’ αντιμωλίαν εξέταση πραγματικών και νομικών ζητημάτων, ιδίως σε τεχνικούς και περίπλοκους τομείς όπως αυτός των κρατικών ενισχύσεων, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ, του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, για την ίδρυση Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1988, L 319, σ. 1).
20
Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι μια τέτοια διαπίστωση δεν θίγει τον ρόλο που διαδραματίζει η προδικαστική παραπομπή στη δικονομική αρχιτεκτονική της Ένωσης.
21
Πράγματι, η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ καθιερώνει άμεση συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας τα δεύτερα συμπράττουν ουσιαστικώς στην προσήκουσα εφαρμογή και στην ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, καθώς και στην προστασία των δικαιωμάτων που η έννομη αυτή τάξη παρέχει στους ιδιώτες (γνωμοδότηση 1/09, της 8ης Μαρτίου 2011, EU:C:2011:123, σκέψη 84).
22
Συνεπώς, το γεγονός ότι, προκειμένου φυσικό ή νομικό πρόσωπο να αμφισβητήσει τη νομιμότητα πράξεως της Ένωσης, πρέπει να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, εφόσον έχει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ενεργητική νομιμοποίηση κατά την έννοια του τετάρτου εδαφίου του άρθρου αυτού, δεν θίγει τη δυνατότητά του να αμφισβητήσει ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων τη νομιμότητα των εθνικών πράξεων εκτελέσεως της πράξεως αυτής.
23
Εξάλλου, έχει γίνει δεκτό ότι ο δικαιούχος κρατικής ενισχύσεως ο οποίος άσκησε, εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία η εν λόγω ενίσχυση κρίνεται ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στο να παρακάμψει το απρόσβλητο με το οποίο περιβάλλεται η ως άνω απόφαση της Επιτροπής, λόγω του ότι θέτει επίσης υπό αμφισβήτηση το κύρος της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (βλ., σχετικώς, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português, C-667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 29).
24
Πρέπει να υπομνησθεί, επίσης, ότι, όταν η επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εξαρτάται από το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής, από την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας απορρέει το καθήκον του δικαστηρίου αυτού να αναστείλει τη διαδικασία, έως ότου εκδοθεί από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης αμετάκλητη απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αποφάσεως αντίθετης με την απόφαση της Επιτροπής, εκτός εάν το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι δικαιολογείται, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο ως προς το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Masterfoods και HB, C‑344/98, EU:C:2000:689, σκέψη 57).
25
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, για τους λόγους που παρατίθενται στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως, η αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης μπορεί να δικαιολογήσει, σε περίπτωση παράλληλων ενδίκων διαδικασιών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, και ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής αφορώσας το κύρος πράξεως, τη χρήση εκ μέρους του Δικαστηρίου, αν το κρίνει κατάλληλο, του άρθρου 54, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία εν αναμονή της περατώσεως της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
26
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των συλλογισμών που εκτίθενται στις σκέψεις 14 έως 19 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να εξεταστεί, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το ζήτημα εάν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης νομιμοποιούνταν ενεργητικώς, πέραν πάσης αμφιβολίας, για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, A κ.λπ., C‑158/14, EU:C:2017:202, σκέψεις 66 και 67 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και τούτο ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν οι εν λόγω προσφεύγουσες είχαν ασκήσει την προσφυγή τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων πριν από την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
27
Συναφώς, από το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προκύπτει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά αποφάσεως που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο μόνον εφόσον η απόφαση ατή το αφορά άμεσα και ατομικά.
28
Εν προκειμένω, το άρθρο 10 της επίδικης αποφάσεως προβλέπει ρητώς ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι αποδέκτης της εν λόγω αποφάσεως.
29
Ωστόσο, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι με τα άρθρα 6 και 7 της επίδικης αποφάσεως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατάσσεται να ανακτήσει τις ασυμβίβαστες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν και, ως εκ τούτου, οι γερμανικές αρχές υπείχαν την υποχρέωση, χωρίς να διαθέτουν ούτε κατ’ ελάχιστο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, να προβούν στην ανάκτηση των ενισχύσεων αυτών σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο παράρτημα III της επίδικης αποφάσεως.
30
Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω απόφαση αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2000, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, C-15/98 και C-105/99, EU:C:2000:570, σκέψη 36, της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Koninklijke FrieslandCampina, C-519/07 P, EU:C:2009:556, σκέψεις 48 και 49, καθώς και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψεις 60 και 61).
31
Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι η απόφαση αυτή τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann κατά Επιτροπής, 25/62, EU:C:1963:17, σ. 942, και της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑298/00 P, EU:C:2004:240, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32
Κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η προσβαλλόμενη πράξη θίγει ομάδα προσώπων εξατομικευμένων ή δυναμένων να εξατομικευθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω πράξεως και βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με τα μέλη της ομάδας αυτής, η εν λόγω πράξη μπορεί να αφορά ατομικά τα μέλη αυτά στο μέτρο που αποτελούν τμήμα ενός περιορισμένου κύκλου επιχειρηματιών (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Koninklijke FrieslandCampina, C‑519/07 P, EU:C:2009:556, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33
Συνεπώς, η εν λόγω απόφαση αφορά ατομικά τους πραγματικούς δικαιούχους ατομικών ενισχύσεων οι οποίες χορηγήθηκαν βάσει καθεστώτος ενισχύσεων και των οποίων την αναζήτηση διέταξε η Επιτροπή, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Πράγματι, η υποχρέωση ανακτήσεως που επιβάλλεται με απόφαση της Επιτροπής η οποία αφορά καθεστώς ενισχύσεως εξατομικεύει επαρκώς όλους τους υπαχθέντες στο επίμαχο καθεστώς καθόσον αυτοί, από της εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως, διατρέχουν τον κίνδυνο να αναζητηθούν τα παρασχεθέντα σε αυτούς πλεονεκτήματα και, επομένως, θίγονται όσον αφορά τη νομική τους κατάσταση (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato Venezia vuole vivere κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-71/09 P, C‑73/09 P και C-76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψεις 53 και 56, καθώς και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, A 2A κατά Επιτροπής, C-320/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:858, σκέψεις 58 και 59).
34
Δεν αμφισβητείται ότι η BAFA εξέδωσε ατομικές αποφάσεις υπέρ των προσφευγουσών της κύριας δίκης με τις οποίες τους παρείχε το ευεργέτημα του καθορισμού ανωτάτου ορίου στην επιβάρυνση EEG.
35
Συναφώς, ο καθορισμός αυτός ανωτάτου ορίου χαρακτηρίστηκε συγκεκριμένα, από την Επιτροπή, ως «ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά», διατάχθηκε δε η ανάκτησή της κατά την προβλεπόμενη στην επίδικη απόφαση διαδικασία.
36
Συνεπώς, η επίδικη απόφαση δεν αφορά τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης μόνον ως ΕΕΠ που ανήκουν στον τομέα της ενέργειας, ο οποίος αποτελεί αντικείμενο του υπό εξέταση στην απόφαση αυτή καθεστώτος ενισχύσεων. Τις αφορά ατομικώς λόγω της ιδιότητάς τους ως πραγματικών δικαιούχων των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος αυτού και των οποίων την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2000, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, C-15/98 και C-105/99, EU:C:2000:570, σκέψη 34, και της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-298/00 P, EU:C:2004:240, σκέψη 39).
37
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ήταν αναμφίβολο ότι οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης μπορούσαν παραδεκτώς να ζητήσουν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
38
Δεν αμφισβητείται, βεβαίως, ότι καθεμία από τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης είχε ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής C(2013) 4424 τελικό, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σε σχέση με τα μέτρα που έλαβε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τη στήριξη της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και για τους μεγαλύτερους καταναλωτές ενέργειας [κρατική ενίσχυση SA. 33995 (2013/C) (πρώην 2013/NN)].
39
Καίτοι είχε περατωθεί εν τω μεταξύ η επίσημη διαδικασία έρευνας με την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ωστόσο, με διατάξεις της 9ης Ιουνίου 2015, Stahlwerk Bous κατά Επιτροπής (T‑172/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:402), της 9ης Ιουνίου 2015, Georgsmarienhütte κατά Επιτροπής (T‑176/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:414), της 9ης Ιουνίου 2015, Harz Guss Zorge κατά Επιτροπής (T-177/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:395), και της 9ης Ιουνίου 2015, Schmiedag κατά Επιτροπής (T-183/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:396), κατέληξε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να αποφανθεί επί των προσφυγών που άσκησαν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, λόγω του ότι είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου.
40
Εξάλλου, οι προσφυγές αυτές συνοδεύονταν από αιτήσεις προσαρμογής των ακυρωτικών αιτημάτων, τις οποίες οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης είχαν υποβάλει κατά τη διάρκεια της δίκης, προκειμένω να έχουν οι εν λόγω προσφυγές ως αντικείμενο και την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο, με τις παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, απέρριψε τα αιτήματα αυτά ως απαράδεκτα με την αιτιολογία ότι η επίδικη απόφαση δεν είχε τροποποιήσει ή αντικαταστήσει την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας που μνημονεύεται στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως ούτε είχε το ίδιο αντικείμενο με την τελευταία αυτή απόφαση.
41
Πρέπει, επίσης, να υπογραμμισθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο φρόντισε να διευκρινίσει, με τον ίδιο τρόπο στις σκέψεις 23 ή 24 των διατάξεων που παρατίθενται στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως, ότι η απόρριψη των αιτήσεων προσαρμογής που σκοπούσαν στην ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν έθιγε τη δυνατότητα των προσφευγουσών της κύριας δίκης να ασκήσουν προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως.
42
Ωστόσο, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν άσκησαν εκ νέου προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
43
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, στο μέτρο που οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης είχαν, πέραν πάσης αμφιβολίας, δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά της επίδικης αποφάσεως, αλλά δεν άσκησαν το εν λόγω δικαίωμα, δεν μπορούν να επικαλεστούν την ακυρότητα της αποφάσεως αυτής προς στήριξη των προσφυγών τους ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά των εθνικών μέτρων εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως.
44
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι το κύρος της επίδικης αποφάσεως δεν τέθηκε δεόντως υπό αμφισβήτηση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
45
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (διοικητικό πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία) με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2016 είναι απαράδεκτη.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
( 1 ) Στις σκέψεις 14, 17 και 44 της παρούσας αποφάσεως επήλθαν μετατροπές γλωσσικής φύσεως μετά την ανάρτησή της στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.
Full & Egal Universal Law Academy