ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 12ης Ιουλίου 2018 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή αλιευτική πολιτική – Κανονισμός (ΕΕ) 1380/2013 – Άρθρο 16, παράγραφος 6, και άρθρο 17 – Κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων – Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα μια μέθοδο που βασίζεται σε διαφανή, αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια – Άνισοι όροι ανταγωνισμού για τους επιχειρηματίες του τομέα – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρα 16 και 20 – Επιχειρηματική ελευθερία – Ίση μεταχείριση – Αναλογικότητα»
Στην υπόθεση C‑540/16,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Λιθουανία) με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Οκτωβρίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης
«Spika» UAB,
«Senoji Baltija» AB,
«Stekutis» UAB,
«Prekybos namai Aistra» UAB
κατά
Žuvininkystės tarnyba prie Lietuvos Respublikos žemės ūkio ministerijos,
παρισταμένων των:
Lietuvos Respublikos žemės ūkio ministerija,
«Sedija» BUAB,
V. Malinausko gamybinė-komercinė firma «Stilma»,
«Starkis» UAB,
«Banginis» UAB,
«Baltijos šprotai» UAB,
«Monistico» UAB,
«Ramsun» UAB,
«Rikneda» UAB,
«Laivitė» AB,
«Baltijos jūra» UAB,
«Baltlanta» UAB,
«Grinvita» UAB,
«Strimelė» UAB,
«Baltijos žuvys» BUAB,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Levits, A. Borg Barthet, M. Berger και F. Biltgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–
η «Banginis» UAB, εκπροσωπούμενη από τους E. Bernotas, L. Sesickas και J. Poderis, advokatė,
–
η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. Kriaučiūnas και την G. Taluntytė,
–
η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Jiménez García,
–
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και S. Horrenberger, καθώς και από την E. de Moustier,
–
η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
–
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις J. Jokubauskaitė και A. Stobiecka‑Kuik,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 5, στοιχείο γʹ, του άρθρου 16, παράγραφος 6, και του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΕ) 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1954/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 και (ΕΚ) αριθ. 639/2004 και της απόφασης 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 354, σ. 22), καθώς και των άρθρων 16 και 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των «Spika» UAB, «Senoji Baltija» AB, «Stekutis» UAB και «Prekybos namai Aistra» UAB (στο εξής, από κοινού: Spika κ.λπ.), τεσσάρων λιθουανικών επιχειρήσεων του τομέα της αλιείας, και της Žuvininkystės tarnyba prie Lietuvos Respublikos žemės ūkio ministerijos (Υπηρεσίας Αλιείας που υπάγεται στο Υπουργείο Γεωργίας, Λιθουανία) σχετικά με την κατανομή, από την υπηρεσία αυτή, πρόσθετων ατομικών αλιευτικών δυνατοτήτων στη Βαλτική Θάλασσα για το έτος 2015.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 2 και 5, του κανονισμού 1380/2013, σχετικά με τους στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ορίζει τα εξής:
«1. Η [κοινή αλιευτική πολιτική] διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες αλιείας και υδατοκαλλιέργειας είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες μακροπρόθεσμα και ότι υπόκεινται σε διαχείριση με τρόπο που είναι συμβατός με τον στόχο της επίτευξης οικονομικών, κοινωνικών οφελών και οφελών για την απασχόληση, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαθεσιμότητα του επισιτιστικού εφοδιασμού.
2. Η [κοινή αλιευτική πολιτική] εφαρμόζει την προληπτική προσέγγιση για τη διαχείριση της αλιείας και έχει σκοπό να διασφαλίσει ότι η εκμετάλλευση των έμβιων βιολογικών πόρων της θάλασσας αποκαθιστά και διατηρεί τους πληθυσμούς των αλιευόμενων ειδών πάνω από τα επίπεδα εκείνα που μπορούν να εξασφαλίσουν τη μέγιστη βιώσιμη απόδοση.
[…]
5. Η [κοινή αλιευτική πολιτική] συγκεκριμένα:
[…]
γ)
εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις δημιουργίας μιας οικονομικά βιώσιμης και ανταγωνιστικής αλιευτικής και μεταποιητικής βιομηχανίας και χερσαίων δραστηριοτήτων που συνδέονται με την αλιεία·
δ)
παρέχει μέτρα προσαρμογής της αλιευτικής ικανότητας των στόλων σε επίπεδα αλιευτικών δυνατοτήτων σύμφωνα προς το άρθρο 2 παράγραφος 2 με σκοπό τη δημιουργία οικονομικά βιώσιμων στόλων χωρίς υπερεκμετάλλευση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων·
[…]
στ)
συμβάλλει στην εξασφάλιση επαρκούς επιπέδου διαβίωσης για όσους εξαρτώνται από τις αλιευτικές δραστηριότητες, λαμβάνοντας υπόψη την παράκτια αλιεία και τις κοινωνικοοικονομικές πτυχές·
[…]
θ)
προωθεί δραστηριότητες παράκτιας αλιείας λαμβάνοντας υπόψη διάφορες κοινωνικοοικονομικές πτυχές·
[…]».
4
Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, που φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
4)
“αλιευτικό σκάφος”: οποιοδήποτε σκάφος εξοπλισμένο για την εμπορική εκμετάλλευση θαλάσσιων βιολογικών πόρων ή με δίχτυ παγίδα ερυθρού τόνου·
5)
“αλιευτικό σκάφος της Ένωσης”: αλιευτικό σκάφος που φέρει τη σημαία κράτους μέλους και είναι νηολογημένο στην Ένωση·
[…]
30)
“επιχείρηση”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διευθύνει ή κατέχει επιχείρηση η οποία ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα συνδεόμενη με οιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, μεταποίησης, εμπορίας, διανομής και λιανικής πώλησης των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας·
[…]».
5
Το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Αλιευτικές δυνατότητες», ορίζει, στην παράγραφο 6, τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος αποφασίζει πώς μπορούν να κατανεμηθούν στα σκάφη που φέρουν τη σημαία του οι αλιευτικές δυνατότητες που του παραχωρούνται και οι οποίες δεν υπάγονται σε σύστημα μεταβιβάσιμων αλιευτικών παραχωρήσεων, λ.χ. με τη δημιουργία ατομικών αλιευτικών δυνατοτήτων. Ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την επιλεγείσα μέθοδο κατανομής.»
6
Το άρθρο 17 του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:
«Κατά την κατανομή αλιευτικών δυνατοτήτων που διαθέτουν δυνάμει του άρθρου 16, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια, μεταξύ άλλων, περιβαλλοντικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα. Τα χρησιμοποιούμενα κριτήρια δύνανται να αφορούν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις της αλιείας στο περιβάλλον, το ιστορικό συμμόρφωσης, τη συμβολή στην τοπική οικονομία και τα ιστορικά επίπεδα αλιευμάτων. Στο πλαίσιο των αλιευτικών δυνατοτήτων που τους παραχωρούνται, τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν κίνητρα σε αλιευτικά σκάφη που χρησιμοποιούν επιλεκτικά αλιευτικά εργαλεία ή χρησιμοποιούν αλιευτικές τεχνικές που έχουν μειωμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως λ.χ. μειωμένα επίπεδα κατανάλωσης ενέργειας ή ζημίας στον οικότοπο.»
Το λιθουανικό δίκαιο
7
Ο Lietuvos Respublikos žuvininkystės įstatymas (λιθουανικός νόμος περί αλιείας), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τον νόμο αριθ. XII‑1523, της 23ης Δεκεμβρίου 2014, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2015 (στο εξής: νόμος περί αλιείας), αποσκοπεί ιδίως στην εφαρμογή, στο εσωτερικό δίκαιο, του κανονισμού 1380/2013. Το άρθρο 171 του νόμου αυτού προβλέπει τις γενικές αρχές για την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων στη Βαλτική Θάλασσα.
8
Το άρθρο 171, παράγραφος 1, του νόμου περί αλιείας προβλέπει τον τρόπο υπολογισμού της κατανομής ατομικών αλιευτικών δυνατοτήτων στους επιχειρηματίες που διαθέτουν αλιευτικά σκάφη τα οποία φέρουν λιθουανική σημαία. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει, προς τον σκοπό αυτό, να υπολογιστεί, για κάθε επιχειρηματία, ο μέσος όρος των αλιευμάτων του των διαφόρων ειδών ιχθύων περί των οποίων πρόκειται στη διάρκεια τριών ημερολογιακών ετών που επιλέγονται από τον επιχειρηματία μεταξύ των επτά τελευταίων ημερολογιακών ετών (στο εξής: ιστορικό μερίδιο).
9
Δυνάμει του άρθρου 171, παράγραφος 4, του νόμου αυτού, οι ατομικές αλιευτικές δυνατότητες που κατανέμονται σε έναν επιχειρηματία πρέπει να είναι ίσες με το ιστορικό μερίδιο, το οποίο μπορεί να μειώνεται ή να αυξάνεται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:
–
το ιστορικό μερίδιο αυξάνεται κατά ποσοστό 0,1 % για κάθε μερίδιο αλιευτικών προϊόντων του οικείου είδους που πωλήθηκαν στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, το οποίο καθορίζεται βάσει του συνόλου των αλιευτικών προϊόντων του εν λόγω είδους που αλιεύθηκαν από τον επιχειρηματία κατά τη διάρκεια των ετών αναφοράς·
–
λαμβανομένης υπόψη της μικρότερης επιπτώσεως που έχει για το περιβάλλον η δραστηριότητα εμπορικής αλιείας του επιχειρηματία, το ιστορικό μερίδιο αυξάνεται κατά ποσοστό 5 % για τη χρήση επιλεκτικών εμπορικών αλιευτικών εργαλείων και αλιευτικών τεχνικών που διαφυλάσσουν τους φυσικούς οικοτόπους, καθώς και κατά ποσοστό 5 % για τη χρήση αλιευτικών σκαφών τα οποία ρυπαίνουν λιγότερο το περιβάλλον και καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια·
–
το ιστορικό μερίδιο μειώνεται κατά 2 % για κάθε σοβαρή παράβαση που διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια των ετών αναφοράς και 0,5 % για κάθε παράβαση που δεν χαρακτηρίζεται ως σοβαρή από την κανονιστική ρύθμιση περί επαγγελματικής αλιείας.
10
Σύμφωνα με το άρθρο 171, παράγραφος 6, του εν λόγω νόμου, ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να διαθέτει ποσοστό ανώτερο του 40 % των αλιευτικών δυνατοτήτων που παραχωρήθηκαν στη Δημοκρατία της Λιθουανίας για ένα συγκεκριμένο είδος ιχθύων.
11
Το άρθρο 171, παράγραφοι 7 και 8, του ίδιου νόμου προβλέπει την κατανομή των ατομικών αλιευτικών δυνατοτήτων με δημοπρασία. Μετά την αφαίρεση των αλιευτικών δυνατοτήτων που προορίζονται για την παράκτια αλιεία μικρής κλίμακας, το εναπομένον μέρος των δυνατοτήτων ανά είδος που έχουν παραχωρηθεί στη Δημοκρατία της Λιθουανίας βάσει του ιστορικού μεριδίου, το οποίο εναπομένον μέρος πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 5 % των δυνατοτήτων αυτών, κατανέμεται μέσω πλειστηριασμών στους επιχειρηματίες που διαθέτουν αλιευτικά σκάφη με σημαία Λιθουανίας, υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνει το όριο των αλιευτικών δυνατοτήτων που έχει θέσει το Υπουργείο Γεωργίας για την οικεία γεωγραφική περιοχή αλιείας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12
Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδριάσεως, που πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαρτίου 2015, του Zvejybos Baltijos jurije kvotu skyrimo komisija (Συμβουλίου κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων στη Βαλτική Θάλασσα, Λιθουανία), το οποίο δημιουργήθηκε με την απόφαση αριθ. VI‑24, της 18ης Μαρτίου 2013, του διευθυντή της Υπηρεσίας Αλιείας που υπάγεται στο Υπουργείο Γεωργίας, το συμβούλιο αυτό αποφάσισε να κατανείμει πρόσθετες ατομικές αλιευτικές δυνατότητες στους επιχειρηματίες οι οποίοι είχαν υποβάλει σχετική αίτηση σύμφωνα με την ακόλουθη κατανομή:
–
«Banginis» UAB: 175 τόνους ρέγγας και 252 τόνους σαρδελόρεγγας·
–
«Grinvita» UAB: 29 τόνους ρέγγας και 49 τόνους σαρδελόρεγγας·
–
«Baltlanta» UAB: 23 τόνους ρέγγας και 16 τόνους σαρδελόρεγγας, και
–
«Baltijos šprotai» UAB: 202 τόνους ρέγγας και 285 τόνους σαρδελόρεγγας.
13
Οι Spika κ.λπ. αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της ανάθεσης των επιπλέον αλιευτικών δυνατοτήτων ρέγγας και σαρδελόρεγγας και άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Βίλνιους, Λιθουανία) με αίτημα την ακύρωση του ανωτέρω πρακτικού, υποστηρίζοντας ότι οι ατομικές αλιευτικές δυνατότητες που κατανεμήθηκαν στις Grinvita, Baltlanta, Banginis και Baltijos šprotai στερούνταν νομικής βάσεως.
14
Με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2015, το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των Spika κ.λπ. Αυτές άσκησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Λιθουανία), έφεση με αίτημα την εξαφάνιση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό και την έκδοση νέας αποφάσεως η οποία να κάνει δεκτή την προσφυγή τους.
15
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι ο νόμος περί αλιείας θέτει ιδίως σε εφαρμογή τον κανονισμό 1380/2013 και διαπιστώνει ότι, βάσει του εν λόγω νόμου, οι επιχειρηματίες δεν τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων. Υπό τις συνθήκες αυτές και ελλείψει αντικειμενικής δικαιολογήσεως, η διάκριση εις βάρος ορισμένων επιχειρηματιών συνιστά παραβίαση των αρχών του λιθουανικού Συντάγματος περί ελεύθερου ανταγωνισμού και ίσης μεταχειρίσεως.
16
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 16, παράγραφος 6, του κανονισμού 1380/2013 επιτρέπει στα εν λόγω κράτη να θεσπίζουν κριτήρια κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων που έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία άνισων όρων για τους επιχειρηματίες που βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για την εξασφάλιση τέτοιων δυνατοτήτων.
17
Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά, ειδικότερα, ότι αυτή η διακριτική ευχέρεια δεν είναι απεριόριστη, καθόσον το άρθρο 17 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια, μεταξύ άλλων, περιβαλλοντικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, αφενός, αν εθνική νομοθεσία, όπως ο νόμος περί αλιείας ο οποίος καθορίζει μια μέθοδο κατανομής των ατομικών αλιευτικών δυνατοτήτων που βασίζεται κυρίως σε ιστορικά δεδομένα σχετικά με τις αλιευθείσες ποσότητες και ο οποίος ενδέχεται, για τον λόγο αυτό, να δημιουργήσει άνισους όρους, μπορεί να θεωρηθεί ως «αντικειμενικός». Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που απορρέουν από την έγκριση της μεθόδου αυτής είναι ασυμβίβαστοι με το δίκαιο της Ένωσης, έστω και αν η μέθοδος αυτή πληροί τις προϋποθέσεις αντικειμενικότητας και διαφάνειας που προβλέπονται στο άρθρο 17 του κανονισμού 1380/2013.
18
Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ένα κράτος μέλος το οποίο θέτει σε εφαρμογή κανονισμό της Ένωσης υποχρεούται να τηρεί τον Χάρτη. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τα άρθρα 16 και 20 του Χάρτη, που αφορούν την επιχειρηματική ελευθερία και την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου, απαγορεύουν σε κράτος μέλος να θεσπίζει μέθοδο κατανομής αλιευτικών ποσοστώσεων η οποία θα συνεπαγόταν για τους επιχειρηματίες άνισους όρους όσον αφορά την απόκτηση αλιευτικών δυνατοτήτων, έστω και αν η μέθοδος αυτή βασίζεται στα κριτήρια του άρθρου 17 του κανονισμού 1380/2013.
19
Τέταρτον, και τελευταίο, λαμβανομένων υπόψη των αντικρουόμενων στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1380/2013 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιλέγουν μια μέθοδο κατανομής αλιευτικών ποσοστώσεων που συνεπάγεται άνισους όρους για τους επιχειρηματίες που βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού για την απόκτηση μεγαλύτερης ποσότητας αλιευτικών δυνατοτήτων, έστω και αν η μέθοδος αυτή βασίζεται σε ένα διαφανές και αντικειμενικό κριτήριο.
20
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν τα άρθρα 17 και 2, παράγραφος 5, στοιχείο γʹ, του κανονισμού [1380/2013], ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 16 και 20 του [Χάρτη], την έννοια ότι, όταν κράτος μέλος κάνει χρήση της προβλεπόμενης στο άρθρο 16, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού διακριτικής ευχέρειας, του απαγορεύεται να επιλέξει μέθοδο κατανομής των αλιευτικών ποσοστώσεων που του απονεμήθηκαν η οποία συνεπάγεται άνισους όρους ανταγωνισμού για τους επιχειρηματίες που βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού για την απόκτηση μεγαλύτερης ποσότητας αλιευτικών δυνατοτήτων, ακόμη και αν η μέθοδος αυτή βασίζεται σε διαφανές και αντικειμενικό κριτήριο;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
21
Η Banginis υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα. Συγκεκριμένα, κατά την εταιρία αυτή, το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Λιθουανίας, οσάκις θεσπίζει μια μέθοδο κατανομής των ατομικών αλιευτικών δυνατοτήτων, δεν θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ασκεί δική της αποκλειστική αρμοδιότητα.
22
Για να καθοριστεί αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να εξετάζεται, μεταξύ άλλων στοιχείων, αν αυτή σκοπεί στην εφαρμογή διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ο χαρακτήρας της ρυθμίσεως αυτής και το αν αυτή επιδιώκει σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους του δικαίου της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Siragusa, C‑206/13, EU:C:2014:126, σκέψη 25).
23
Ωστόσο, όταν θεσπίζουν τη μέθοδο κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων που τους έχουν παραχωρηθεί, τα κράτη μέλη ασκούν αρμοδιότητα που τους ανατίθεται ρητώς, στο πλαίσιο της υλοποιήσεως της κοινής αλιευτικής πολιτικής, από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ήτοι το άρθρο 16, παράγραφος 6, του κανονισμού 1380/2013.
24
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, θεσπίζοντας τη μέθοδο κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων στα σκάφη που φέρουν σημαία Λιθουανίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας έθεσε σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
Επί της ουσίας
25
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 16, παράγραφος 6, και το άρθρο 17 του κανονισμού 1380/2013, καθώς και τα άρθρα 16 και 20 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, με την οποία το κράτος μέλος αυτό θεσπίζει μια μέθοδο κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων η οποία είναι ικανή να προκαλέσει άνιση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρήσεων που διαθέτουν σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
26
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να καθοριστεί, καταρχάς, αν μια μέθοδος κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 17 του κανονισμού 1380/2013.
27
Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει πώς μπορούν να κατανεμηθούν στα σκάφη που φέρουν τη σημαία του οι αλιευτικές δυνατότητες που του παραχωρούνται. Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΕΕ 2002, L 358, σ. 59), το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 16, παράγραφος 6, του κανονισμού 1380/2013, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή του τελευταίου αυτού κανονισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 5ης Μαΐου 2009, Atlantic Dawn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑372/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:287, σκέψη 41).
28
Ωστόσο, στο πλαίσιο της ασκήσεως αυτής της διακριτικής ευχέρειας, τα κράτη μέλη οφείλουν να χρησιμοποιούν, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού 1380/2013, «διαφανή και αντικειμενικά» κριτήρια.
29
Εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Λιθουανίας επέλεξε να κατανείμει τις αλιευτικές δυνατότητες που παραχωρήθηκαν σε αυτή κάνοντας χρήση μιας μεθόδου η οποία βασίζεται κυρίως στο κριτήριο των «αρχείων αλιευμάτων». Βάσει του κριτηρίου αυτού, η πλειονότητα των εν λόγω αλιευτικών δυνατοτήτων κατανέμεται ανάλογα με τον μέσο όρο αλιευμάτων ενός είδους ιχθύων που πραγματοποίησε ένας επιχειρηματίας στη διάρκεια τριών οικονομικών ετών που επιλέγονται από τον επιχειρηματία μεταξύ των επτά τελευταίων οικονομικών ετών.
30
Το κριτήριο αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 17 του κανονισμού 1380/2013, στο πλαίσιο της απαρίθμησης των κριτηρίων που τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να χρησιμοποιήσουν για την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων που τους έχουν παραχωρηθεί. Επιπλέον, το εν λόγω κριτήριο αποτελεί το αντικείμενο νομοθετικής διατάξεως, ήτοι του άρθρου 171 του νόμου περί αλιείας, το οποίο, καθόσον αναφέρεται στο ιστορικό μερίδιο των οικείων επιχειρηματιών, βασίζεται σε αντικειμενικά, μετρήσιμα και επαληθεύσιμα από τις αρμόδιες αρχές δεδομένα.
31
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μια μέθοδος κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη πληροί τους όρους διαφάνειας και αντικειμενικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 17 του κανονισμού 1380/2013.
32
Δεύτερον, πρέπει να καθοριστεί αν η θέσπιση μιας τέτοιας μεθόδου κατανομής συνεπάγεται παράβαση των άρθρων 16 και 20 του Χάρτη, οσάκις η μέθοδος αυτή καταλήγει στη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για τους επιχειρηματίες που διαθέτουν ιστορικό μερίδιο του αρχείου αλιευμάτων (στο εξής: κατεστημένοι επιχειρηματίες), εις βάρος των επιχειρηματιών που δεν διαθέτουν τέτοιο ιστορικό μερίδιο και οι οποίοι επιθυμούν να εισέλθουν στην αγορά της αλιείας ή να αυξήσουν την παραγωγή τους (στο εξής: μη κατεστημένοι επιχειρηματίες).
33
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, και τα οποία το αιτούν δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει, ενώ οι κατεστημένοι επιχειρηματίες μπορούν να λάβουν αλιευτικές δυνατότητες παρέχοντας απλώς τα αρχεία αλιευμάτων τους στις αρμόδιες αρχές, εντούτοις οι μη κατεστημένοι επιχειρηματίες μόνον επικουρικά μπορούν να λάβουν αλιευτικές δυνατότητες, ανάλογα με το υπόλοιπο της ποσόστωσης που έχει παραχωρηθεί στη Δημοκρατία της Λιθουανίας και αφού έχει πραγματοποιηθεί η κατανομή βάσει του ιστορικού μεριδίου. Επομένως, μια τέτοια μέθοδος κατανομής θα μπορούσε, αφενός, να θίξει την επιχειρηματική ελευθερία των μη κατεστημένων επιχειρηματιών, περιορίζοντας το δικαίωμά τους να δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά και, αφετέρου, να προκαλέσει αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών επιχειρηματιών.
34
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 16 του Χάρτη, η επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Η προστασία που παρέχεται από το άρθρο αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία ασκήσεως οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, τη συμβατική ελευθερία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Schaible, C‑101/12, EU:C:2013:661, σκέψη 25).
35
Όσον αφορά το άρθρο 20 του Χάρτη, αυτό καθιερώνει τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί ίσης μεταχειρίσεως, η οποία επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται από τον νομοθέτη της Ένωσης με διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε με ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C‑190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 30).
36
Ωστόσο, από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη προκύπτει ότι κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σε αυτόν επιτρέπεται μόνον εφόσον προβλέπεται από τον νόμο και σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Επιπροσθέτως, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, τέτοιοι περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
37
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη μέθοδος κατανομής αλιευτικών δυνατοτήτων προβλέπεται από τον νόμο, ήτοι τον νόμο περί αλιείας.
38
Επιπλέον, ο νόμος αυτός καθιερώνει, αφενός, έναν μηχανισμό δημοπρασιών που επιτρέπει στους μη κατεστημένους επιχειρηματίες να αποκτήσουν αλιευτικές δυνατότητες που δεν έχουν κατανεμηθεί, με βάση το υπόλοιπο της ποσόστωσης που χορηγήθηκε στη Δημοκρατία της Λιθουανίας, αφού πραγματοποιηθεί η κατανομή βάσει του ιστορικού μεριδίου. Εξάλλου, ο νόμος αυτός περιορίζει σε 40 % το ποσοστό των αλιευτικών δυνατοτήτων που μπορούν να χορηγηθούν σε κάθε επιχειρηματία για συγκεκριμένο είδος ιχθύων. Επομένως, η επίμαχη στην κύρια δίκη μέθοδος κατανομής, δεδομένου ότι δεν συνεπάγεται ολοκληρωτικό κλείσιμο της σχετικής αγοράς, σέβεται το βασικό περιεχόμενο της ελευθερίας την οποία εγγυάται το άρθρο 16 του Χάρτη.
39
Αφετέρου, ο νόμος περί αλιείας δεν θίγει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και προβλέπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο του 171, παράγραφος 4, διατάξεις που επιτρέπουν να λαμβάνονται υπόψη ειδικές καταστάσεις στις οποίες ενδέχεται να βρεθούν οι φορείς εκμετάλλευσης. Συνεπώς, η μέθοδος αυτή σέβεται, επίσης, το ουσιώδες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τα οποία οι διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών αντλούν από το άρθρο 20 του Χάρτη.
40
Ωστόσο, πρέπει ακόμη να εξακριβωθεί αν τέτοιοι περιορισμοί στις ελευθερίες που προβλέπονται στα άρθρα 16 και 20 του Χάρτη ανταποκρίνονται σε σκοπό γενικού ενδιαφέροντος της Ένωσης και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.
41
Όσον αφορά το ζήτημα αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία συμβάλλει στην επίτευξη γενικού συμφέροντος της Ένωσης, επισημαίνεται ότι αυτή καθορίζει τις αλιευτικές δυνατότητες των σκαφών που φέρουν λιθουανική σημαία, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτό την πρόσβαση στην αλιεία. Επομένως, τα εν λόγω μέτρα δικαιολογούνται από τον σκοπό της κοινής αλιευτικής πολιτικής, που υπενθυμίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1380/2013, περί διασφαλίσεως του ότι οι δραστηριότητες αλιείας και υδατοκαλλιέργειας είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες μακροπρόθεσμα.
42
Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη μέθοδος κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων, η οποία βασίζεται κυρίως στο ιστορικό μερίδιο, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι εν λόγω δυνατότητες παραχωρούνται κατά προτεραιότητα σε επιχειρηματίες που διαθέτουν ένα στόλο σκαφών των οποίων η αλιευτική ικανότητα είναι καταρχήν ικανή να ανταποκριθεί στον όγκο των αλιευμάτων που αντιστοιχούν στις εν λόγω δυνατότητες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω μέθοδος δικαιολογείται από τον σκοπό της κοινής αλιευτικής πολιτικής που διαλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1380/2013 και επίσης καθιστά δυνατή τη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας των στόλων, όπως προβλέπει η διάταξη αυτή.
43
Εξάλλου, η θέσπιση μιας τέτοιας μεθόδου κατανομής δικαιολογείται επίσης από τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του άρθρου 2, παράγραφος 5, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1380/2013, στο μέτρο που η διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας των στόλων επιτρέπει στους κατεστημένους επιχειρηματίες να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στην οικεία αγορά και, με τον τρόπο αυτό, να καταστεί δυνατή η διασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου για όσους εξαρτώνται από αλιευτικές δραστηριότητες.
44
Δεδομένου ότι εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη επιδιώκει τους στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής, όπως αυτοί προβλέπονται από τον κανονισμό 1380/2013, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η νομοθεσία αυτή ανταποκρίνεται σε στόχο γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.
45
Εν συνεχεία πρέπει να εξεταστεί αν οι περιορισμοί που συνεπάγεται μια τέτοια νομοθεσία τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι είναι κατάλληλοι προς επίτευξη των σκοπών που αυτή επιδιώκει και ότι δεν υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξή τους.
46
Ασφαλώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, εν προκειμένω, να εξακριβώσει, στο πλαίσιο σφαιρικής εκτιμήσεως όλων των κρίσιμων νομικών και πραγματικών στοιχείων, αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία πληροί τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Εντούτοις, στο Δικαστήριο εναπόκειται να του παράσχει συναφώς όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που θα του επιτρέψουν να αποφανθεί (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Global Starnet, C‑322/16, EU:C:2017:985, σκέψη 52).
47
Όσον αφορά το αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία είναι κατάλληλη προς επίτευξη των σκοπών γενικού ενδιαφέροντος που επιδιώκει, επισημαίνεται ότι, με τη μέθοδο κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων που προβλέπει, η νομοθεσία αυτή καθιστά ιδίως δυνατή την αποφυγή της υπερεκμετάλλευσης των θαλάσσιων βιολογικών πόρων καθώς και της διατάραξης ή της παρεμπόδισης της ανανέωσής τους. Επιπλέον, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το ιστορικό μερίδιο αυξάνεται κατά 5 % σε περίπτωση που οι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν αλιευτικές τεχνικές που σέβονται τους φυσικούς οικοτόπους, μάλιστα δε κατά επιπλέον 5 % όταν οι εν λόγω επιχειρηματίες χρησιμοποιούν αλιευτικά σκάφη τα οποία ρυπαίνουν λιγότερο το περιβάλλον και καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια.
48
Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω νομοθεσία είναι ικανή να διασφαλίσει τον περιβαλλοντικά βιώσιμο χαρακτήρα των δραστηριοτήτων αλιείας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1380/2013.
49
Πρέπει να προστεθεί ότι η συνεκτίμηση των ιστορικών αρχείων αλιευμάτων που απορρέει από την εφαρμογή της επίμαχης στην κύρια δίκη μεθόδου κατανομής επιτρέπει στους κατεστημένους επιχειρηματίες να βασίζονται, για το μέλλον, σε έναν όγκο αλιευτικών δυνατοτήτων σχετικά σταθερό συγκριτικά με τα προηγούμενα έτη. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω επιχειρηματίες έχουν τη δυνατότητα, αφενός, να προβούν σε απόσβεση των συχνά σημαντικών επενδύσεων στις οποίες προέβησαν προκειμένου να δραστηριοποιηθούν στην οικεία αγορά και, αφετέρου, να προγραμματίσουν τις δραστηριότητες που απαιτούνται προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση της αποτελεσματικότητας των στόλων που διαθέτουν.
50
Επομένως, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία καθώς και η μέθοδος κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων που αυτή προβλέπει είναι επίσης κατάλληλες για την επίτευξη των κοινωνικοοικονομικών στόχων στους οποίους βασίζεται το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχεία δʹ και στʹ, του κανονισμού 1380/2013.
51
Όσον αφορά το ζήτημα αν η μέθοδος αυτή συνεπάγεται ή όχι περιορισμούς στις ελευθερίες που κατοχυρώνουν τα άρθρα 16 και 20 του Χάρτη που βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει, καταρχάς, ότι το ιστορικό μερίδιο μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια, μεταξύ άλλων περιβαλλοντικού χαρακτήρα ή τα οποία συμβάλλουν στην ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το ιστορικό μερίδιο μειώνεται κατά 2 % ή 0,5 %, αντιστοίχως, για κάθε σοβαρή ή μη παράβαση που διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια των ετών αναφοράς που διαλαμβάνονται στο άρθρο 171, παράγραφος 1, του νόμου περί αλιείας.
52
Εν συνεχεία, ο κατεστημένος επιχειρηματίας δεν μπορεί να κατέχει, μόνος του, περισσότερο από 40 % των αλιευτικών δυνατοτήτων που χορηγούνται στη Δημοκρατία της Λιθουανίας για ένα συγκεκριμένο είδος ιχθύων.
53
Τέλος, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, το ποσοστό αλιευτικών δυνατοτήτων που δεν έχουν κατανεμηθεί κατά προτεραιότητα στους κατεστημένους επιχειρηματίες, το οποίο πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον 5 % των αλιευτικών δυνατοτήτων που έχουν χορηγηθεί στη Δημοκρατία της Λιθουανίας, κατανέμεται με δημοπρασία στους λοιπούς επιχειρηματίες που διαθέτουν αλιευτικό σκάφος υπό λιθουανική σημαία.
54
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίμαχη στην κύρια δίκη μέθοδος κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων όχι μόνο δεν έχει ως συνέπεια να περιορίζει τις αλιευτικές δυνατότητες μόνο στις κατεστημένες επιχειρήσεις αναλόγως των αντίστοιχων ιστορικών μεριδίων αλλά, επιπλέον, επιτρέπει τη στάθμιση των μεριδίων αυτών βάσει ορισμένων αντικειμενικών στοιχείων.
55
Ως εκ τούτου, η μέθοδος αυτή κατανομής δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών γενικού ενδιαφέροντος που επιδιώκει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία και, επομένως, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
56
Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 16, παράγραφος 6, και το άρθρο 17 του κανονισμού 1380/2013, καθώς και τα άρθρα 16 και 20 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, με την οποία το κράτος μέλος αυτό θεσπίζει μέθοδο κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων η οποία, αν και βασίζεται σε ένα διαφανές και αντικειμενικό κριτήριο κατανομής, ενδέχεται να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρηματιών που διαθέτουν αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του, υπό τον όρο ότι η εν λόγω μέθοδος επιδιώκει ένα ή περισσότερα γενικά συμφέροντα που αναγνωρίζει η Ένωση και τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
57
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 16, παράγραφος 6, και το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1954/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 και (ΕΚ) αριθ. 639/2004 και της αποφάσεως 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου, καθώς και τα άρθρα 16 και 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, με την οποία το κράτος μέλος αυτό θεσπίζει μέθοδο κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων η οποία, αν και βασίζεται σε ένα διαφανές και αντικειμενικό κριτήριο κατανομής, ενδέχεται να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρηματιών που διαθέτουν αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του, υπό τον όρο ότι η εν λόγω μέθοδος επιδιώκει ένα ή περισσότερα γενικά συμφέροντα που αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση και τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.
Full & Egal Universal Law Academy