ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 28ης Ιουνίου 2018 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 – Άρθρο 8, παράγραφος 5 – Άρθρο 76 – Διαδικασία ανακοπής – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Κανονισμός (ΕΚ) 2868/95 – Κανόνας 19 – Κανόνας 50, παράγραφος 1 – Προγενέστερες αποφάσεις του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) με τις οποίες αναγνωρίζεται η φήμη του προγενέστερου σήματος – Αρχή της χρηστής διοικήσεως – Συνεκτίμηση των αποφάσεων αυτών σε μεταγενέστερες διαδικασίες ανακοπής – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Υποχρεώσεις των τμημάτων προσφυγών του EUIPO σε σχέση με την ενώπιόν τους διαδικασία»
Στην υπόθεση C‑564/16 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2016,
Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από τους Δ. Μπότη και D. Hanf,
αναιρεσείον,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Puma SE, με έδρα το Herzogenaurach (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον P. González-Bueno Catalán de Ocón, abogado,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, A. Rosas, C. Toader και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Δεκεμβρίου 2017,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτηση αναιρέσεως, το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Σεπτεμβρίου 2016, Puma κατά EUIPO – Gemma Group (απεικόνιση αιλουροειδούς σε άλμα) (T‑159/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2016:457), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών του EUIPO (στο εξής: τμήμα προσφυγών) της 19ης Δεκεμβρίου 2014 (υπόθεση R 1207/2014‑5), που αφορούσε διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Puma SE και της Gemma Group Srl (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2
Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), με τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου», ορίζει, στην παράγραφο 5, τα εξής:
«Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται επίσης δεκτό για καταχώριση αν ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και πρόκειται να καταχωρισθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με αυτές για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης], το σήμα αυτό χαίρει φήμης στην [Ένωση] και, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η δε χρησιμοποίηση χωρίς νόμιμη αιτία του αιτούμενου σήματος θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.»
3
Το άρθρο 63 του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο VII που επιγράφεται «Διαδικασία προσφυγής», προβλέπει, στην παράγραφο 2, τα ακόλουθα:
«Κατά την εξέταση της προσφυγής, το τμήμα προσφυγών καλεί τους διαδίκους, όποτε είναι αναγκαίο και εντός προθεσμίας που τους τάσσει, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις κοινοποιήσεις που τους έχει απευθύνει ή τις γνωστοποιήσεις που προέρχονται από τους λοιπούς διαδίκους.»
4
Το άρθρο 75 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Οι αποφάσεις του Γραφείου αιτιολογούνται. Μπορούν να στηρίζονται μόνο στους λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση.»
5
Το άρθρο 76 του κανονισμού 207/2009 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Κατά την ενώπιόν του διαδικασία, το Γραφείο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά· εντούτοις, σε διαδικασία που αφορά τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου της καταχώρισης, η εξέταση περιορίζεται στα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι καθώς και τα υποβληθέντα από αυτούς αιτήματα.
2. Το Γραφείο μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη πραγματικά περιστατικά των οποίων δεν έγινε επίκληση ή αποδείξεις που δεν προσεκόμισαν εγκαίρως οι διάδικοι.»
6
Το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου, επιτρέπονται ιδίως τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα:
α)
η εξέταση των διαδίκων·
β)
η αίτηση πληροφοριών·
γ)
η προσκόμιση εγγράφων και δειγμάτων·
δ)
η εξέταση των μαρτύρων·
ε)
η πραγματογνωμοσύνη·
στ)
οι έγγραφες ένορκες βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις ή οι δηλώσεις οι οποίες έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο συντάσσονται.»
7
Ο τιτλοφορούμενος «Τεκμηρίωση της ανακοπής» κανόνας 19 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1041/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ 2005, L 172, σ. 4) (στο εξής: κανονισμός 2868/95), προβλέπει, στις παραγράφους 1 και 2, τα ακόλουθα:
«1. Το Γραφείο δίνει τη δυνατότητα στον ανακόπτοντα να παρουσιάσει τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που τεκμηριώνουν την ανακοπή ή να συμπληρώσει οιαδήποτε πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις ή επιχειρήματα που έχουν ήδη κατατεθεί σύμφωνα με τον κανόνα 15 παράγραφος 3 εντός ταχθείσας από αυτό προθεσμίας […]
2. Εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο ανακόπτων πρέπει επίσης να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή του προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το δικαίωμά του να ασκήσει την ανακοπή. Ειδικότερα, ο ανακόπτων παρέχει τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:
α)
εάν η ανακοπή αφορά σήμα που δεν είναι [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης], αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την κατάθεση αίτησης ή την καταχώρησή του:
[…]
ii)
στην περίπτωση που το σήμα έχει καταχωρηθεί, αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού καταχώρησης και, όπου ενδείκνυται, του πιο πρόσφατου πιστοποιητικού ανανέωσης που αποδεικνύει ότι η περίοδος προστασίας του σήματος υπερβαίνει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και οιαδήποτε παράτασή του, ή ισοδύναμα έγγραφα της διοικητικής αρχής στην οποία έγινε η καταχώρηση του σήματος·
[…]
γ)
εάν η ανακοπή αφορά σήμα που χαίρει φήμης κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 5 του κανονισμού [207/2009], εκτός από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, αποδεικτικά στοιχεία που δείχνουν ότι το σήμα χαίρει φήμης, καθώς επίσης και αποδείξεις ή επιχειρήματα που δείχνουν ότι η χρήση, χωρίς εύλογη αιτία του αιτούμενου σήματος, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή φήμη·
[…]»
8
Ο κανόνας 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 ορίζει τα εξής:
«1.
Οι διατάξεις που ισχύουν για τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και για τη διαδικασία προσφυγής, εκτός αν ορίζεται άλλως.
[…]
Στην περίπτωση που η προσφυγή αφορά απόφαση τμήματος ανακοπών, το τμήμα εξετάζει την προσφυγή μόνον όσον αφορά τα γεγονότα και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί εντός των προθεσμιών που ορίζονται ή διευκρινίζονται από το τμήμα ανακοπών σύμφωνα με τον κανονισμό και τους παρόντες κανόνες, εκτός εάν το τμήμα θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη επιπρόσθετα ή συμπληρωματικά γεγονότα και στοιχεία δυνάμει του άρθρου [76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009].»
Το ιστορικό της διαφοράς
9
Στις 14 Φεβρουαρίου 2013 η Gemma Group υπέβαλε στο EUIPO αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του κανονισμού 207/2009.
10
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν το κάτωθι εικονιστικό σημείο κυανού χρώματος:
11
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση ενέπιπταν στην κλάση 7 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούσαν στην ακόλουθη περιγραφή: «Μηχανές κατεργασίας ξύλου· μηχανήματα για την κατεργασία αλουμινίου· μηχανήματα για την κατεργασία πολυβινυλοχλωριδίου (PVC)».
12
Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Κοινοτικών Σημάτων αριθ. 66/2013, της 8ης Απριλίου 2013.
13
Στις 8 Ιουλίου 2013 η Puma άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, κατά της καταχωρίσεως του σήματος που είχε ζητηθεί για όλα τα προϊόντα που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως. Ο λόγος ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού.
14
Η ανακοπή στηριζόταν ειδικότερα στα ακόλουθα προγενέστερα σήματα (στο εξής: προγενέστερα σήματα):
–
το κάτωθι απεικονιζόμενο εικονιστικό διεθνές σήμα, το οποίο καταχωρίσθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1983 με αριθμό 480105 και του οποίου η ισχύς ανανεώθηκε έως το 2023, το οποίο παράγει αποτελέσματα στην Αυστρία, την Μπενελούξ, την Κροατία, τη Γαλλία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία, και το οποίο προσδιορίζει προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 18, 25 και 28 και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
–
κλάση 18: «Σακίδια ώμου και ταξιδιωτικά σακίδια, κιβώτια ταξιδίου και βαλίτσες, ιδίως για αθλητικό εξοπλισμό και είδη αθλητικής ενδύσεως»·
–
κλάση 25: «Ενδύματα, μπότες, υποδήματα και παντόφλες»·
–
κλάση 28: «Παιχνίδια, αθύρματα, μηχανήματα και όργανα σωματικής ασκήσεως, μηχανήματα και όργανα γυμναστικής και αθλητικός εξοπλισμός (είδη μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις), κατηγορίες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι μπάλες αθλημάτων»:
–
το κάτωθι απεικονιζόμενο εικονιστικό διεθνές σήμα, το οποίο καταχωρίσθηκε στις 17 Ιουνίου 1992 με αριθμό 593987 και του οποίου η ισχύς ανανεώθηκε έως το 2022, το οποίο παράγει αποτελέσματα στην Αυστρία, την Μπενελούξ, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Κροατία, την Ισπανία, την Εσθονία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Ιταλία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Ρουμανία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία, και το οποίο προσδιορίζει ειδικότερα προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 18, 25 και 28 και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
–
κλάση 18: «Προϊόντα από δέρμα και/ή απομιμήσεις δέρματος (περιλαμβανόμενα στην κλάση αυτή)· τσάντες χειρός και λοιπές θήκες μη προσαρμοσμένες στα προϊόντα τα οποία προορίζονται να τοποθετούνται εντός αυτών, καθώς και δερμάτινα είδη μικρού μεγέθους, ιδίως δε τσάντες-πορτοφόλια, πορτοφόλια, θήκες για κλειδιά· τσάντες χειρός, […]»·
–
κλάση 25: «Ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας· τμήματα και συστατικά μέρη υποδημάτων, σόλες υποδημάτων, ψεύτικες σόλες και σόλες ανόρθωσης, τακούνια, γλώσσες (ψίδια) για μπότες· […]»·
–
κλάση 28: «Παιχνίδια, αθύρματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα υποδήματα και οι μπάλες σε μινιατούρα (που χρησιμοποιούνται ως παιχνίδια)· όργανα και μηχανήματα σωματικής ασκήσεως, γυμναστικής και αθλήσεως (περιλαμβανόμενα στην κλάση αυτή)· […]»:
15
Προς στήριξη της ανακοπής που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, η Puma προέβαλε τη φήμη της οποίας χαίρουν τα προγενέστερα σήματα στο σύνολο των κρατών μελών και για όλα τα προϊόντα που παρατίθενται στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως.
16
Στις 10 Μαρτίου 2014 το τμήμα ανακοπών του EUIPO (στο εξής: τμήμα ανακοπών) απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της. Αφού αναγνώρισε ορισμένο βαθμό ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, έκρινε, όσον αφορά τη φήμη του υπ’ αριθ. 593987 προγενέστερου σήματος, ότι, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, δεν ήταν αναγκαίο να εξετασθούν τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η Puma προκειμένου να αποδείξει την εκτενή χρήση του και τη φήμη του και ότι η εξέταση της ανακοπής θα διενεργείτο με βάση την υπόθεση ότι το εν λόγω προγενέστερο σήμα είχε «αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα». Στηριζόμενο στην παραδοχή αυτή, κατέληξε ωστόσο στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θα προέβαινε σε συσχετισμό μεταξύ των επίμαχων σημάτων, όπως απαιτεί το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, λόγω των διαφορών μεταξύ των προϊόντων που αφορά καθένα από τα σήματα αυτά.
17
Στις 7 Μαΐου 2014 η Puma άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
18
Με την επίδικη απόφαση, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή. Πρώτον, έκρινε ότι τα προγενέστερα σήματα και το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση εμφάνιζαν οπτική ομοιότητα ορισμένου βαθμού και εμπεριείχαν την ίδια έννοια ενός «αιλουροειδούς σε άλμα που παραπέμπει σε πούμα». Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών απέρριψε ωστόσο το επιχείρημα της Puma ότι το τμήμα ανακοπών είχε επιβεβαιώσει τη φήμη των προγενέστερων σημάτων, με το σκεπτικό ότι το τμήμα ανακοπών είχε απλώς δηλώσει, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, ότι δεν ήταν αναγκαίο εν προκειμένω να αξιολογήσει τα σχετικά με τη φήμη αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η Puma και ότι η εξέταση θα διενεργείτο με βάση την υπόθεση ότι το υπ’ αριθ. 593987 προγενέστερο σήμα είχε «αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα». Ακολούθως, το τμήμα προσφυγών εξέτασε και απέρριψε τα αποδεικτικά στοιχεία περί της φήμης της οποίας χαίρουν τα προγενέστερα σήματα όσον αφορά τα προϊόντα που παρατέθηκαν στο σημείο 14 της παρούσας αποφάσεως. Τρίτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, ακόμη κι αν έπρεπε να θεωρηθεί αποδεδειγμένη η φήμη των προγενέστερων σημάτων, η στηριζόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 ανακοπή έπρεπε να απορριφθεί, διότι δεν πληρούνταν ούτε οι υπόλοιπες προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη οφέλους αντλούμενου αθέμιτα από τον διακριτικό χαρακτήρα ή από τη φήμη των προγενέστερων σημάτων, ή η προσβολή τους.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
19
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Απριλίου 2015, η Puma άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Puma προέβαλε κατ’ ουσίαν τρεις λόγους ακυρώσεως αντλούμενους, ο πρώτος από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως καθόσον το τμήμα προσφυγών είχε απορρίψει τα σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων αποδεικτικά στοιχεία και είχε συναγάγει ότι η φήμη της δεν είχε αποδειχθεί, ο δεύτερος από παράβαση των άρθρων 75 και 76 του κανονισμού 207/2009 καθόσον το τμήμα προσφυγών είχε εξετάσει τα σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων αποδεικτικά στοιχεία ενώ το τμήμα ανακοπών δεν είχε προβεί σε τέτοια εξέταση και ο τρίτος από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού.
20
Όσον αφορά ειδικότερα τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Puma υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι το τμήμα προσφυγών, απορρίπτοντας τα σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων αποδεικτικά στοιχεία που αυτή είχε προσκομίσει και αποκλίνοντας από την πρακτική του σχετικά με την έκδοση αποφάσεων όσον αφορά τη φήμη των προγενέστερων αυτών σημάτων, είχε παραβιάσει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως.
21
Όσον αφορά, ιδίως, το επιχείρημα της Puma περί ελλείψεως αιτιολογίας εκ μέρους του τμήματος προσφυγών όσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν τέτοια απόκλιση σε σχέση με την πρακτική του ως προς την έκδοση αποφάσεων, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε το περιεχόμενο του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως και διευκρίνισε ότι αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.
22
Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το EUIPO οφείλει, σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως, να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί επί παρόμοιων αιτήσεων και να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον πρέπει ή όχι να εκδώσει απόφαση με το ίδιο περιεχόμενο, πλην όμως η τήρηση των αρχών αυτών πρέπει να συμβιβάζεται με την τήρηση της νομιμότητας.
23
Το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε περαιτέρω, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, με τις τρεις αποφάσεις της 20ής Αυγούστου 2010, της 30ής Αυγούστου 2010 και της 30ής Μαΐου 2011 (στο εξής: οι τρεις προγενέστερες αποφάσεις), το EUIPO είχε συναγάγει ότι τα προγενέστερα σήματα έχαιραν φήμης και ήταν ευρέως γνωστά στο κοινό. Στην ίδια σκέψη, το Γενικό Δικαστήριο περιέγραψε το βασικό περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η Puma στις διαδικασίες που κατέληξαν στις αποφάσεις αυτές. Στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι εν λόγω αποφάσεις, μολονότι η Puma τις επικαλέσθηκε προσηκόντως κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, δεν είχαν εξετασθεί και ούτε καν μνημονευθεί στην επίδικη απόφαση, καθόσον το τμήμα προσφυγών αρκέσθηκε στην υπόμνηση ότι το EUIPO δεν δεσμευόταν από την προγενέστερη πρακτική του ως προς την έκδοση αποφάσεων.
24
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επομένως, αφενός, ότι το EUIPO είχε διαπιστώσει τη φήμη των προγενέστερων σημάτων στις τρεις προγενέστερες αποφάσεις, οι οποίες ενισχύονταν από πλείονες αποφάσεις εθνικών γραφείων που προσκόμισε η Puma, και, αφετέρου, ότι η διαπίστωση αυτή αποτελούσε διαπίστωση περί των πραγματικών περιστατικών μη εξαρτώμενη από το σήμα του οποίου είχε ζητηθεί η καταχώριση.
25
Από τα ανωτέρω το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο ακόλουθο συμπέρασμα:
«[…] [Λ]αμβανομένης υπόψη της […] νομολογίας, κατά την οποία το EUIPO πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί επί παρόμοιων αιτήσεων και να διερωτάται με ιδιαίτερη προσοχή για το αν πρέπει ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο, και δεδομένης της υποχρεώσεώς του αιτιολογήσεως, το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να αποκλίνει της πρακτικής του EUIPO ως προς την έκδοση αποφάσεων χωρίς να παραθέσει την παραμικρή εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι οι διαπιστώσεις περί πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων, στις οποίες είχε προβεί στις αποφάσεις αυτές, δεν ασκούσαν ή δεν ασκούσαν πλέον επιρροή στην προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, το τμήμα προσφυγών ουδόλως μνημονεύει ενδεχόμενη ελάττωση της φήμης αυτής από του χρόνου εκδόσεως των προμνημονευθεισών προσφάτων αποφάσεων ούτε κάνει λόγο για ενδεχομένως παράνομο χαρακτήρα της πρακτικής αυτής ως προς την έκδοση αποφάσεων.»
26
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε στο πλαίσιο αυτό το επιχείρημα του EUIPO ότι οι αποφάσεις αυτές δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη εφόσον ουδεμία εξ αυτών συνοδευόταν από αποδείξεις σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων προσκομισθείσες στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, οσάκις εξετάζει προσφυγή κατά αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, το τμήμα προσφυγών διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως, σύμφωνα με τον κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95, ως προς το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να λάβει υπόψη νέα ή συμπληρωματικά πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν είχαν προβληθεί ή, αντιστοίχως, προσκομισθεί εντός των προθεσμιών που ορίστηκαν ή συγκεκριμενοποιήθηκαν από το τμήμα ανακοπών.
27
Δεδομένων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα εξής:
«[…] [Λ]αμβανομένης υπόψη της πρόσφατης προγενέστερης πρακτικής του ως προς την έκδοση αποφάσεων, η οποία ενισχύεται από σχετικώς υψηλό αριθμό εθνικών αποφάσεων και από μία απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, το τμήμα προσφυγών όφειλε, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως […] είτε να ζητήσει από την προσφεύγουσα να προσκομίσει συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη φήμη της οποίας χαίρουν τα προγενέστερα σήματα –έστω και για να τα απορρίψει τελικώς κατόπιν εξετάσεως– όπως του παρέχει τη δυνατότητα ο κανόνας 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95 είτε να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη στις προγενέστερες αυτές αποφάσεις ως προς τη φήμη των προγενέστερων σημάτων έπρεπε να απορριφθούν εν προκειμένω. Τούτο καθίστατο κατά μείζονα λόγο αναγκαίο δεδομένου ότι ορισμένες από τις αποφάσεις αυτές μνημόνευαν κατά τρόπο ιδιαιτέρως λεπτομερή τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία είχαν στηριχθεί οι εκτιμήσεις τους περί της φήμης των προγενέστερων σημάτων, στοιχείο το οποίο έπρεπε να επιστήσει την προσοχή του τμήματος προσφυγών όσον αφορά την ύπαρξή τους.»
28
Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε από τα ανωτέρω ότι το EUIPO είχε παραβιάσει την αρχή της χρηστής διοικήσεως, ιδίως δε ότι είχε παραβεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεών του.
29
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τέλος ότι, εφόσον η ισχύς της φήμης των προγενέστερων σημάτων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη σφαιρική εκτίμηση της υπάρξεως προσβολής κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, επί της οποίας το τμήμα προσφυγών είχε αποφανθεί εκ του περισσού στην επίδικη απόφαση, η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το τελευταίο μπορούσε να ασκήσει καθοριστική επιρροή στην έκβαση της ανακοπής, δεδομένου ότι το τμήμα προσφυγών δεν είχε προβεί σε πλήρη εξέταση της φήμης των εν λόγω προγενέστερων σημάτων, με αποτέλεσμα να μην είναι το Γενικό Δικαστήριο σε θέση να αποφανθεί επί της προβληθείσας παραβάσεως του άρθρου 8, παράγραφος 5.
30
Κατά συνέπεια, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η Puma και, χωρίς να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους ακυρώσεως της προσφυγής, ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέρος που με αυτή το τμήμα προσφυγών είχε απορρίψει την ανακοπή που άσκησε η εταιρία αυτή.
Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία
31
Το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και
–
να καταδικάσει την Puma στα δικαστικά έξοδα.
32
Η Puma ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
–
να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
33
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως το EUIPO προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως, αντλούμενους, ο μεν πρώτος από παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 και από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, σε συνδυασμό με τον κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γ ʹ, του κανονισμού 2868/95 και το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, ο δε δεύτερος από παράβαση του κανόνα 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 και του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009.
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
34
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του EUIPO υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.
35
Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το EUIPO προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 76 παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 και ότι παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως. Συγκεκριμένα, διαπιστώνοντας ότι η Puma είχε «[επικαλεσθεί] προσηκόντως» τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις προς στήριξη της ανακοπής της, το Γενικό Δικαστήριο παραδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι μια γενική και αόριστη αναφορά στις διαπιστώσεις που περιέχονται στις αποφάσεις αυτές, καθώς και στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Puma στο πλαίσιο των προγενέστερων αυτών διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονταν διαφορετικοί διάδικοι, συνιστούσε έγκυρη απόδειξη της φήμης, κατά την έννοια του κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95.
36
Το EUIPO διευκρινίζει ότι η φήμη δεν αποτελεί γεγονός που παράγει αποτελέσματα erga omnes, αλλά διαπίστωση περιοριζόμενη στους διαδίκους της συγκεκριμένης διαδικασίας και στους σκοπούς της, με αποτέλεσμα οι προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO με τις οποίες διαπιστώνεται η φήμη ενός σήματος να μην είναι δυνατόν να συνιστούν, αυτές καθαυτές, απόδειξη της φήμης σε μεταγενέστερες διαδικασίες. Τυχόν παραπομπή σε τέτοιες αποφάσεις μπορεί επομένως να ερμηνευθεί ορθώς μόνον ως γενική και αόριστη αναφορά στα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο προγενέστερων διαδικασιών ενώπιον του EUIPO, καθότι, αντιθέτως προς τα κριθέντα από το Γενικό Δικαστήριο, τέτοια παραπομπή δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως έγκυρη απόδειξη της φήμης, ειδάλλως θα συνέτρεχε παράβαση του καθήκοντος ουδετερότητας του EUIPO, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 στις κατ’ αντιμωλία διαδικασίες, καθώς και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Συγκεκριμένα, ελλείψει σαφούς προσδιορισμού από τον ανακόπτοντα των αποδεικτικών στοιχείων που προτίθεται να επικαλεσθεί, θα ήταν αδύνατο για το EUIPO να διασφαλίσει τα δικαιώματα άμυνας του διαδίκου που ζητεί την καταχώριση ενός σημείου ως σήματος.
37
Εξάλλου, η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου προσκρούει στις αρχές της εκατέρωθεν ακροάσεως και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων στις κατ’ αντιμωλία διαδικασίες, δεδομένου ότι ο ανακόπτων, και όχι το EUIPO, είναι αυτός που οφείλει να παράσχει στον αιτούντα την καταχώριση του σήματος τη δυνατότητα να εκτιμήσει και, ενδεχομένως, να αμφισβητήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι προγενέστερες αποφάσεις. Κατά τα λοιπά, το EUIPO διευκρινίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η αδυναμία του να εντοπίσει τα κρίσιμα έγγραφα δεν ήταν «φυσική», αλλά οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι, ελλείψει σαφούς παραπομπής στα αποδεικτικά στοιχεία που η Puma προτίθετο να επικαλεσθεί, αναγκάστηκε να αναζητήσει ενεργώς τα έγγραφα που ήταν κρίσιμα για την απόδειξη της φήμης. Επομένως, το προβληθέν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου επιχείρημα της Puma κατά το οποίο όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στις προγενέστερες διαδικασίες ήταν σε κάθε περίπτωση προσβάσιμα μέσω του διαδικτύου, ακόμη και αν πρέπει να κριθεί παραδεκτό, είναι όχι μόνον εσφαλμένο, αλλά και αλυσιτελές.
38
Στηριζόμενο στην πρώτη αυτή πλάνη περί το δίκαιο, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε προδήλως εσφαλμένα, κατά το EUIPO, την επίδικη απόφαση, καθόσον έκρινε ότι οι προγενέστερες αποφάσεις δεν είχαν «καν μνημονευθεί» στην επίδικη απόφαση, ενώ παρατίθεντο στη σύνοψη των επιχειρημάτων της Puma και είχαν εξετασθεί απευθείας από το τμήμα προσφυγών όσον αφορά τον μη νομικώς δεσμευτικό τους χαρακτήρα, καθώς και στο πλαίσιο του σκεπτικού που το τμήμα προσφυγών διατύπωσε ως εκ περισσού.
39
Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το EUIPO υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε, βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139), να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν είχε λάβει υπόψη τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το EUIPO στις τρεις προγενέστερες αποφάσεις ως προς τη φήμη των προγενέστερων σημάτων. Φρονεί ότι η διαπίστωση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου βασίζεται σε δύο εσφαλμένες παραδοχές, η πρώτη εκ των οποίων έγκειται στην αναγνώριση ότι υπήρξε έγκυρη επίκληση των προγενέστερων αυτών αποφάσεων, πράγμα που δεν συντρέχει εν προκειμένω, όπως καταδεικνύουν τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
40
Η δεύτερη εσφαλμένη παραδοχή έγκειται στην αναγνώριση από το Γενικό Δικαστήριο της ύπαρξης «πρακτικής ως προς την έκδοση αποφάσεων» του EUIPO, στο πλαίσιο της οποίας διαπιστώθηκε η φήμη των προγενέστερων σημάτων, στο μέτρο που μια τέτοια αναγνώριση παραβλέπει την έννοια της «φήμης» και τον σχετικό χαρακτήρα του λόγου απαραδέκτου της καταχωρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, καθώς και τον κατ’ αντιμωλία χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
41
Συγκεκριμένα, ακόμη και στην περίπτωση όπου, όπως εν προκειμένω, επικαλείται σήματα η φήμη των οποίων έχει αναγνωρισθεί προηγουμένως από το EUIPO, ο ανακόπτων εξακολουθεί να οφείλει να αμφισβητήσει την κάθε μεταγενέστερη αίτηση καταχωρίσεως σήματος, αποδεικνύοντας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τη φήμη των σημάτων τα οποία επικαλείται. Η φήμη ενός προγενέστερου σήματος εξαρτάται όχι μόνον από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τον δικαιούχο του εν λόγω σήματος, αλλά επίσης και από τα αντεπιχειρήματα που προβάλλει το έτερο μέρος στη διαδικασία.
42
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση της φήμης δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως μια, ουσιαστικά στατική, απλή διαπίστωση περί των πραγματικών περιστατικών, όπως εσφαλμένως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αντιθέτως, μολονότι δεν εξαρτάται αυστηρά από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, η διαπίστωση αυτή τελεί σε συνάρτηση με την εφαρμογή της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως σε κάθε μεμονωμένη διαδικασία ανακοπής. Πλην όμως, εν προκειμένω, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι τρεις προγενέστερες αποφάσεις συνιστούσαν «πρακτική ως προς την έκδοση αποφάσεων» ισοδυναμεί με αναγνώριση «τεκμηρίου φήμης», πράγμα που συνιστά παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού.
43
Η ως άνω παρερμηνεία της αξίας των τριών προγενέστερων αποφάσεων είχε ως αποτέλεσμα να υποπέσει το Γενικό Δικαστήριο σε περαιτέρω πλάνη περί το δίκαιο. Τουτέστιν, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε να παράσχει τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι οι σχετικές με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων διαπιστώσεις στις τρεις προγενέστερες αποφάσεις έπρεπε να απορριφθούν, εφαρμόζοντας επομένως τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139). Πλην όμως, η νομολογία αυτή ασκεί επιρροή μόνον στις διαδικασίες ex parte που αφορούν την απόρριψη αιτήσεως καταχωρίσεως για απόλυτους λόγους απαραδέκτου.
44
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η νομολογία αυτή ήταν εφαρμοστέα στις κατ’ αντιμωλία διαδικασίες, τούτο θα συνέτρεχε μόνον για ζητήματα που ανακύπτουν για λόγους δημοσίας τάξεως, για ζητήματα που προσδιορίζονται από το EUIPO ως παγκοίνως γνωστά πραγματικά περιστατικά, ή όταν η πραγματική κατάσταση που έχει ήδη αποδειχθεί στη συγκεκριμένη διαδικασία κρίνεται συγκρίσιμη με πραγματική κατάσταση που έχει ήδη αποδειχθεί σε προηγούμενη διαδικασία. Αντιθέτως, η προμνησθείσα νομολογία δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί όσον αφορά συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν σε προηγούμενες διαδικασίες ή εκτιμήσεις αποδεικτικών στοιχείων που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο τέτοιων διαδικασιών, προκειμένου να πραγματοποιηθεί μια διαπίστωση περί πραγματικών περιστατικών σε μεταγενέστερη διαδικασία.
45
Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το EUIPO υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε, χωρίς να παραβεί το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 και χωρίς να παραβιάσει την αρχή της χρηστής διοικήσεως, να καταλήξει στο συμπέρασμα, όπως έπραξε στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε, επικουρικώς, να καλέσει αυτεπαγγέλτως την Puma να προσκομίσει συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη φήμη που διεκδικούσε.
46
Η Puma αντικρούει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του EUIPO ως προς και τα τρία σκέλη του.
47
Η Puma υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθόσον διαπίστωσε ότι η ίδια είχε «[επικαλεσθεί] προσηκόντως» τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς της να αποδείξει, βάσει του κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95, τη φήμη των προγενέστερων σημάτων. Συγκεκριμένα, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η επίκληση των τριών αυτών προγενέστερων αποφάσεων συνιστά απλώς και μόνο μια γενική αναφορά στα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο προγενέστερων διαδικασιών, ενώ πρόκειται για οριστικές αποφάσεις προερχόμενες από διοικητική αρχή, οι οποίες αναγνωρίζουν τη φήμη των σημάτων που προσδιορίζονται επακριβώς στο δικόγραφο της ανακοπής, έχουν δημοσιευθεί και είναι εύκολα προσβάσιμες στον ιστότοπο του EUIPO, και των οποίων τα κρίσιμα χωρία συνοψίσθηκαν στο προμνησθέν δικόγραφο στη γλώσσα διαδικασίας. Τέτοιες αποφάσεις αποτελούν, αυτές καθαυτές, αναντικατάστατα και αποκλειστικά αποδεικτικά στοιχεία της φήμης των προγενέστερων σημάτων. Εξάλλου, η φήμη αποτελεί αντικειμενικό γεγονός που παράγει αποτέλεσμα erga omnes και, παρότι το μοναδικό γεγονός που ενδέχεται να την επηρεάσει είναι η πάροδος του χρόνου, το EUIPO δεν εξέθεσε καμία ανάλυση επ’ αυτού.
48
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως του EUIPO, κατά την Puma, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «πρακτική σχετικά με την έκδοση αποφάσεων» τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις δεν παραβλέπει ούτε τον κατ’ αντιμωλία χαρακτήρα της επίμαχης διαδικασίας ούτε την έννοια της «φήμης», δεδομένου ότι ουδείς κανόνας του δικαίου της Ένωσης επιτρέπει στο EUIPO να μην εφαρμόζει ή να αγνοεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως, βάσει των οποίων όφειλε να λάβει υπόψη τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις και να εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον έπρεπε ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο ή, τουλάχιστον, να ζητήσει αυτεπαγγέλτως από την Puma να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία της φήμης των προγενέστερων σημάτων.
49
Ως προς το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως του EUIPO, η Puma αντικρούει τα επιχειρήματα του EUIPO υποστηρίζοντας κατ’ ουσίαν ότι οι σχετικές με τη διαδικασία υποχρεώσεις που εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ουδόλως θίγουν τη θέση του EUIPO στις κατ’ αντιμωλία διαδικασίες.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
50
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το EUIPO υποστηρίζει ότι, διαπιστώνοντας, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε να ζητήσει από την Puma να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία για τη φήμη των προγενέστερων σημάτων, όπως του επέτρεπε ο κανόνας 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη επίσης, παρεμπιπτόντως, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009. Συγκεκριμένα, από το γράμμα, το πλαίσιο και τον σκοπό της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικώς ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν και ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους με δική τους πρωτοβουλία. Δεν ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί εξίσου κατ’ αναλογίαν σε μια περίπτωση όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι υπάρχει ειδική νομική βάση για τέτοιου είδους αιτήσεις, τουτέστιν το άρθρο 78, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. Επομένως, κατά το EUIPO, καμία από τις δύο αυτές διατάξεις δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μέσο για να καταστρατηγηθούν το καθήκον ουδετερότητας του EUIPO και η αρχή της ισότητας των όπλων στην οποία αυτό στηρίζεται.
51
Η Puma αμφισβητεί ότι η εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στερείται νομιμότητας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί του πρώτου και του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
52
Με τα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το EUIPO αμφισβητεί την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η Puma ενώπιον του τελευταίου, ο οποίος αντλείτο από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως, καθόσον το τμήμα προσφυγών απέρριψε τα σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε αποδειχθεί η φήμη τους ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.
53
Ειδικότερα, το EUIPO υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 και παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, σε συνδυασμό με τον κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95 και το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, καθόσον έκρινε, αφενός, ότι η Puma είχε «επικαλεσθεί προσηκόντως» τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO ενώπιον του τμήματος ανακοπών και, αφετέρου, ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε, κατ’ εφαρμογήν των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, όπως έχουν ερμηνευθεί με τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139), να λάβει υπόψη τις αποφάσεις αυτές και να διερωτηθεί με ιδιαίτερη προσοχή για το αν έπρεπε ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο, και ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να αποκλίνει της πρακτικής του EUIPO ως προς την έκδοση των αποφάσεών του χωρίς να παραθέσει την παραμικρή εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους είχε κρίνει ότι οι διαπιστώσεις περί πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων, στις οποίες είχε προβεί στις αποφάσεις αυτές, δεν ασκούσαν ή δεν ασκούσαν πλέον επιρροή στην προκειμένη περίπτωση.
54
Συναφώς, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, η εφαρμογή της διατάξεως αυτής εξαρτάται από τη συνδρομή σωρευτικών προϋποθέσεων κατά τις οποίες, πρώτον, τα αντιπαρατιθέμενα σήματα πρέπει να είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια, δεύτερον, το προγενέστερο σήμα στο οποίο στηρίζεται η ανακοπή πρέπει να χαίρει φήμης και, τρίτον, πρέπει, λόγω της άνευ νόμιμης αιτίας χρήσεως του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, να υφίσταται κίνδυνος αντλήσεως αθέμιτου οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα ή από τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή κίνδυνος να θιγεί αυτός ο διακριτικός χαρακτήρας ή αυτή η φήμη (βλ., συναφώς, διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Arnoldo Mondadori Editore κατά ΓΕΕΑ, C‑548/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:624, σκέψη 54).
55
Όσον αφορά ιδίως τη δεύτερη προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη φήμης ενός σήματος, η οποία είναι και η μόνη κρίσιμη εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα σήμα χαίρει φήμης κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης όταν είναι γνωστό σε σημαντικό μέρος του κοινού το οποίο αφορούν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το σήμα αυτό, σε σημαντικό τμήμα του κρίσιμου εδάφους (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Iron & Smith, C‑125/14, EU:C:2015:539, σκέψη 17 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
56
Η ύπαρξη φήμης πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι, μεταξύ άλλων, το μερίδιο αγοράς που κατέχει το σήμα, η ένταση, η γεωγραφική έκταση και η διάρκεια της χρήσεώς του, καθώς και το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, General Motors, C‑375/97, EU:C:1999:408, σκέψη 27).
57
Ενώ το ζήτημα κατά πόσον τα προγενέστερα σήματα έχουν αποκτήσει φήμη, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, συνιστά διαπίστωση εμπίπτουσα στην εκτίμηση περί των πραγματικών περιστατικών που πραγματοποιεί το Γενικό Δικαστήριο, η οποία δεν μπορεί να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο πλην της περιπτώσεως παραμορφώσεως των ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου προβληθέντων πραγματικών περιστατικών και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Hesse κατά ΓΕΕΑ, C‑50/15 P, EU:C:2016:34, σκέψη 29), το ζήτημα κατά πόσον τα προς στήριξη της φήμης προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία συνελέγησαν νομοτύπως και κατά πόσον τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου, καθώς και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων, αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, Rubinstein και L’Oréal κατά ΓΕΕΑ, C‑100/11 P, EU:C:2012:285, σκέψη 74).
58
Όσον αφορά το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων, οσάκις δικαιούχος του σήματος προτίθεται να επικαλεσθεί τον λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, ο κανόνας 19 του κανονισμού 2868/95 προβλέπει, στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2, στοιχείο γʹ, ότι το EUIPO παρέχει στον ανακόπτοντα τη δυνατότητα να παρουσιάσει τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που τεκμηριώνουν την ανακοπή, ιδίως την απόδειξη ότι το προγενέστερο σήμα χαίρει φήμης, ή να συμπληρώσει τα ήδη κατατεθέντα. Στο μέτρο που οι κανονισμοί 207/2009 και 2868/95 δεν απαριθμούν τα αποδεικτικά μέσα που ο ανακόπτων δύναται να προβάλει προς απόδειξη της φήμης του προγενέστερου σήματος, ο τελευταίος είναι, καταρχήν, ελεύθερος να επιλέξει τη μορφή της αποδείξεως που κρίνει σκόπιμο να προσκομίσει ενώπιον του EUIPO στο πλαίσιο ανακοπής στηριζόμενης σε προγενέστερο δικαίωμα, το δε EUIPO οφείλει να αναλύσει τα στοιχεία που προσκομίζει ο ανακόπτων, χωρίς να μπορεί να απορρίψει εξ αρχής κάποιο είδος αποδεικτικών στοιχείων λόγω της μορφής τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Απριλίου 2018, EUIPO κατά Group, C‑478/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:268, σκέψεις 56 έως 59).
59
Εξάλλου, το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 ορίζει ότι, κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του διαδικασίας, το EUIPO προβαίνει καταρχήν αυτεπαγγέλτως σε εξέταση των πραγματικών περιστατικών. Ωστόσο, η ίδια αυτή διάταξη προβλέπει ότι, σε διαδικασία που αφορά σχετικούς λόγους απαραδέκτου της καταχωρίσεως, όπως ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού λόγος, η εξέταση περιορίζεται στα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι καθώς και στα υποβληθέντα από αυτούς αιτήματα.
60
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το EUIPO οφείλει να ασκεί τις αρμοδιότητές του σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 73, και διάταξη της 11ης Απριλίου 2013, Asa κατά ΓΕΕΑ, C‑354/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:238, σκέψη 41).
61
Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το EUIPO οφείλει, βάσει των προμνησθεισών αρχών, να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις που έχει ήδη εκδώσει επί παρόμοιων αιτήσεων και να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον πρέπει ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο, η δε εφαρμογή των αρχών αυτών πρέπει να συμβιβάζεται, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας, πράγμα που συνεπάγεται ότι η εξέταση κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως πρέπει να είναι αυστηρή και πλήρης και να διενεργείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψεις 74, 75 και 77, και της 17ης Ιουλίου 2014, Reber Holding κατά ΓΕΕΑ, C‑141/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2089, σκέψη 45, καθώς και διάταξη της 14ης Απριλίου 2016, KS Sports κατά EUIPO, C‑480/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:266, σκέψη 37).
62
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξαρχής το επιχείρημα του EUIPO ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι οι μνημονευθείσες στην προηγούμενη σκέψη αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (C‑51/10 P, EU:C:2011:139) ισχύουν για τις διαδικασίες που αφορούν σχετικό λόγο απαραδέκτου, όπως ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.
63
Πράγματι, μολονότι το Δικαστήριο διατύπωσε πράγματι τις αρχές αυτές στο πλαίσιο υποθέσεως που αφορούσε απόλυτο λόγο απαραδέκτου, τουτέστιν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), το Δικαστήριο έκρινε εν συνεχεία ρητώς ότι αυτές εφαρμόζονταν επίσης στο πλαίσιο διαδικασιών ανακοπής στηριζόμενων σε σχετικό λόγο απαραδέκτου (βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Reber Holding κατά ΓΕΕΑ, C‑141/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2089, σκέψη 46· διατάξεις της 11ης Απριλίου 2013, Asa κατά ΓΕΕΑ, C‑354/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:238, σκέψη 42· της 15ης Οκτωβρίου 2015, Cantina Broglie 1 κατά ΓΕΕΑ, C‑33/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:705, σκέψη 49· της 15ης Οκτωβρίου 2015, Cantina Broglie 1 κατά ΓΕΕΑ, C‑34/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:704, σκέψη 49, και της 14ης Απριλίου 2016, KS Sports κατά EUIPO, C‑480/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:266, σκέψη 37).
64
Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 18 και 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το δικαίωμα της χρηστής διοικήσεως περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Η υποχρέωση αυτή, που απορρέει επίσης από το άρθρο 75 του κανονισμού 207/2009, έχει ως διττό σκοπό, αφενός, να παράσχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των λόγων για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, προκειμένου να προασπίσουν τα δικαιώματά τους, και, αφετέρου, να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης άσκηση του ελέγχου νομιμότητας της συγκεκριμένης αποφάσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2012, Rubinstein και L’Oréal κατά ΓΕΕΑ, C‑100/11 P, EU:C:2012:285, σκέψη 111, καθώς και της 17ης Μαρτίου 2016, Naazneen Investments κατά ΓΕΕΑ, C‑252/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:178, σκέψη 29).
65
Εξάλλου, η υποχρέωση αυτή έχει το ίδιο περιεχόμενο με εκείνη που απορρέει από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η οποία επιτάσσει να προκύπτει από την αιτιολογία κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του εκδότη της πράξεως, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην αιτιολογία όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις προμνησθείσες επιταγές πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το συγκεκριμένο ζήτημα (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, KWS Saat κατά ΓΕΕΑ, C‑447/02 P, EU:C:2004:649, σκέψεις 63 έως 65, και διάταξη της 14ης Απριλίου 2016, KS Sports κατά EUIPO, C‑480/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:266, σκέψη 32).
66
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, οσάκις ο ανακόπτων επικαλείται ενώπιον του τμήματος ανακοπών κατά σαφή τρόπο, ως αποδεικτικά στοιχεία της φήμης –κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009– του προγενέστερου σήματος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής, προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO σχετικά με τη φήμη του ίδιου σήματος, τα όργανα του EUIPO οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις που αυτά έχουν ήδη εκδώσει και να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον πρέπει ή όχι να αποφασίσουν κατά τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 61 της παρούσας αποφάσεως. Εάν τα όργανα αυτά προβούν σε διαφορετική εκτίμηση από εκείνη στην οποία κατέληξαν στις προγενέστερες αποφάσεις, οφείλουν, έχοντας υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου εκδίδουν τη νέα απόφαση –στο οποίο εντάσσεται η επίκληση τέτοιων προγενέστερων αποφάσεων–, να αιτιολογήσουν ρητώς την απόκλιση αυτή σε σχέση με τις εν λόγω αποφάσεις.
67
Με γνώμονα τις ανωτέρω σκέψεις πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον, εν προκειμένω, όπως υποστηρίζει το EUIPO, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 και παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, σε συνδυασμό με τον κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95 και το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.
68
Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα του EUIPO ότι στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η Puma είχε «επικαλεσθεί προσηκόντως» τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις στις οποίες αναγνωριζόταν η φήμη των προγενέστερων σημάτων, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι τρεις αυτές προγενέστερες αποφάσεις είχαν προβληθεί από την Puma στα υπομνήματά της ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
69
Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 58 της παρούσας αποφάσεως, ο ανακόπτων είναι, καταρχήν, ελεύθερος να επιλέξει τη μορφή των αποδεικτικών μέσων που κρίνει σκόπιμο να προσκομίσει ενώπιον του EUIPO. Επομένως, ουδόλως αποκλείεται η εντός ενός τέτοιου πλαισίου επίκληση, ως αποδεικτικών στοιχείων προς απόδειξη της φήμης ενός προγενέστερου σήματος, προγενέστερων αποφάσεων του EUIPO με τις οποίες διαπιστώθηκε η ύπαρξη φήμης στο πλαίσιο άλλων κατ’ αντιμωλία διαδικασιών, ιδίως όταν αυτές προσδιορίζονται με ακρίβεια και όταν το ουσιαστικό τους περιεχόμενο παρατίθεται στο δικόγραφο της ανακοπής στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής, πράγμα το οποίο συνέβη εν προκειμένω.
70
Στο μέτρο που το EUIPO υποστηρίζει ότι, με τη διαπίστωση στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραδέχθηκε ότι η παραπομπή της Puma στις αποφάσεις αυτές αποτελούσε όντως παραπομπή τόσο στο σύνολο των εκτιμήσεων του EUIPO όσο και στα αποδεικτικά στοιχεία που η Puma προσκόμισε στις προηγούμενες αυτές διαδικασίες, με αποτέλεσμα να συνιστά η παραπομπή αυτή έγκυρη απόδειξη της φήμης των προγενέστερων σημάτων κατά την έννοια του κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε πεπλανημένη ερμηνεία της προμνησθείσας σκέψεως 31, που πρέπει να εξετασθεί εντός του πλαισίου της.
71
Συναφώς, η ανάλυση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 30 και 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποσκοπούσε στο να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα της Puma που συνοψίζεται στη σκέψη 28 της αποφάσεως αυτής και κατά το οποίο το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να αποκλίνει από την «πρακτική [του] ως προς την έκδοση αποφάσεων» που αναγνωρίζει τη φήμη προγενέστερων σημάτων χωρίς να εξηγήσει πώς δικαιολογούνταν τέτοια απόκλιση σε σχέση με τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις.
72
Ενώ το EUIPO είχε απαντήσει στο επιχείρημα αυτό παραπέμποντας, όπως προκύπτει από τη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως σύμφωνα με την οποία η νομιμότητα των αποφάσεων του EUIPO πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει του κανονισμού 207/2009 και όχι βάσει της προγενέστερης πρακτικής του EUIPO ή των εθνικών γραφείων ως προς την έκδοση αποφάσεων, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το περιεχόμενο των τριών προγενέστερων αποφάσεων, περιγράφοντας τις περιεχόμενες σε αυτές εκτιμήσεις των αρμοδίων οργάνων του EUIPO, καθώς και μνημονεύοντας τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βασίζονταν οι αποφάσεις αυτές.
73
Πλην όμως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 28 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις ανωτέρω διαπιστώσεις προκειμένου να απαντήσει στο ζήτημα κατά πόσον το EUIPO, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, είχε τηρήσει τις απορρέουσες από την αρχή της χρηστής διοικήσεως υποχρεώσεις, ιδίως την υπομνησθείσα στις σκέψεις 64 και 65 της παρούσας αποφάσεως υποχρέωση αιτιολογήσεως, υπό περιστάσεις στις οποίες η Puma, προς στήριξη της ανακοπής της, είχε επικαλεσθεί προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO με τις οποίες είχε διαπιστωθεί η φήμη των ίδιων προγενέστερων σημάτων, προσδιορίζοντάς τες με ακρίβεια, και είχε ειδικότερα παραθέσει τα κρίσιμα χωρία των αποφάσεων αυτών και τα μνημονευόμενα σε αυτές αποδεικτικά στοιχεία, συνοψίζοντάς τα στη γλώσσα διαδικασίας.
74
Επομένως, εντός του ως άνω πλαισίου το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Puma είχε «επικαλεσθεί προσηκόντως» τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις, χωρίς ωστόσο να δεχθεί ότι η παραπομπή στις αποφάσεις αυτές συνιστούσε πράγματι παραπομπή σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίσθηκαν σε προγενέστερες διαδικασίες που διεξήχθησαν ενώπιον των οργάνων του EUIPO.
75
Επομένως, καμία πλάνη περί το δίκαιο δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο καθόσον αυτό έκρινε, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Puma είχε «επικαλεσθεί προσηκόντως» τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις.
76
Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα του EUIPO ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως όπως επίσης ότι παρέβλεψε το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει το EUIPO, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στις σκέψεις 61, 64 και 65 της παρούσας αποφάσεως, καθώς και σύμφωνα με τα κριθέντα στη σκέψη 66, το EUIPO όφειλε να λάβει υπόψη τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις τις οποίες επικαλέσθηκε η Puma εν προκειμένω και, σε περίπτωση που θα εξέδιδε απόφαση αποκλίνουσα από αυτές ως προς το ζήτημα της φήμης των προγενέστερων σημάτων –το οποίο εξετάσθηκε στις αποφάσεις αυτές καθώς και στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς–, όφειλε να αιτιολογήσει ρητώς την απόκλιση αυτή έχοντας υπόψη το πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως.
77
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις που επικαλέσθηκε η Puma ενώπιον του τμήματος ανακοπών, εκθέτοντας το βασικό τους περιεχόμενο. Το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε περαιτέρω, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η φήμη των προγενέστερων σημάτων είχε διαπιστωθεί από το EUIPO στις τρεις αυτές προγενέστερες αποφάσεις, οι οποίες ενισχύονταν από πλείονες εθνικές αποφάσεις που αφορούσαν τα ίδια προγενέστερα σήματα, πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα των οικείων στη συγκεκριμένη υπόθεση και ορισμένα από τα κράτη μέλη που αφορούσε η συγκεκριμένη υπόθεση, προσθέτοντας ότι η διαπίστωση περί της φήμης των προγενέστερων σημάτων αποτελούσε διαπίστωση περί των πραγματικών περιστατικών που δεν εξαρτάται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
78
Στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «υπό τις συνθήκες αυτές» και λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, «το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να αποκλίνει της πρακτικής του EUIPO ως προς την έκδοση αποφάσεων χωρίς να παραθέσει την παραμικρή εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι οι διαπιστώσεις περί πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων [που πραγματοποιήθηκαν στις τρεις προγενέστερες αποφάσεις] δεν ασκούσαν ή δεν ασκούσαν πλέον επιρροή στην προκειμένη περίπτωση».
79
Επομένως, ορθώς εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο κατά πόσον το τμήμα προσφυγών, περιοριζόμενο στο να υπενθυμίσει στην επίδικη απόφαση ότι το EUIPO δεν δεσμευόταν από την πρακτική του ως προς την έκδοση αποφάσεων, είχε τηρήσει την υποχρέωση αιτιολογήσεως, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου είχε εκδοθεί η απόφαση αυτή καθώς και των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό ζήτημα, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως.
80
Αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από το EUIPO, ουδόλως μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκ μέρους του ερμηνεία των εν λόγω αρχών. Συναφώς, τα όργανα του EUIPO πράγματι δεν δεσμεύονται αυτομάτως από τις προγενέστερες αποφάσεις τους, στο μέτρο που, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η εξέταση κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως πρέπει να είναι αυστηρή και πλήρης προκειμένου να αποφεύγεται το ενδεχόμενο μη προσήκουσας καταχωρίσεως σημάτων και, ως εκ τούτου, η ύπαρξη φήμης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Bild digital και ZVS, C‑39/08 και C‑43/08, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:91, σκέψη 17, καθώς και, συναφώς, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 77). Εντούτοις, τούτο δεν συνεπάγεται ότι τα όργανα αυτά απαλλάσσονται από τις υπομνησθείσες στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
81
Η τελευταία αυτή υποχρέωση καθίσταται ακόμη σημαντικότερη υπό τις προκείμενες περιστάσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως, υπό τις οποίες δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η επιρροή που ασκούν ορισμένες προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO, των οποίων έγινε επίκληση ενώπιον των οργάνων του, για την εμπεριστατωμένη εξέταση της φήμης του επίμαχου προγενέστερου σήματος, δεδομένου ότι η εξέταση αυτή δεν εξαρτάται αυστηρά από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, όπως κατ’ ουσίαν επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο.
82
Επομένως, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι, υπό τέτοιες περιστάσεις, τα όργανα του EUIPO δεν ήταν δυνατόν να τηρήσουν την υποχρέωση αιτιολογήσεως περιοριζόμενα στην υπόμνηση ότι η νομιμότητα των αποφάσεων του EUIPO πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει του κανονισμού 207/2009 και όχι βάσει της προγενέστερης πρακτικής του ως προς την έκδοση αποφάσεων.
83
Τέλος, στο μέτρο που το EUIPO υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι τρεις προγενέστερες αποφάσεις δεν είχαν «[εξετασθεί] και ούτε καν [μνημονευθεί]» στην επίδικη απόφαση, αρκεί να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει, δεδομένου ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως.
84
Πράγματι, το τμήμα προσφυγών ανέφερε μεν, στο τμήμα με τίτλο «Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων» της επίδικης αποφάσεως, ότι η Puma είχε προβάλει το επιχείρημα ότι η φήμη των προγενέστερων σημάτων είχε αναγνωρισθεί «σε πολλές αποφάσεις του Γραφείου», ωστόσο δεν μνημόνευσε, μεταξύ των «αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η ανακόπτουσα», τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις, στο δε τμήμα της εν λόγω αποφάσεως με τίτλο «Αιτιολογία της αποφάσεως» δεν ανέφερε ούτε ανέλυσε τις εν λόγω αποφάσεις ως προς το περιεχόμενο και την αποδεικτική τους αξία σε σχέση με το ζήτημα της ενδεχόμενης φήμης των προγενέστερων σημάτων, ενώ το είχε πράξει σχετικά με πλείονες αποφάσεις εθνικών γραφείων.
85
Κατόπιν όλων των προεκτεθεισών σκέψεων, συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 και δεν παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, σε συνδυασμό με τον κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95 και το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, κρίνοντας ότι το τμήμα προσφυγών, περιοριζόμενο στο να υπενθυμίσει ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της προκειμένης περιπτώσεως, η νομιμότητα των αποφάσεων του EUIPO πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει του κανονισμού 207/2009, όπως αυτός έχει ερμηνευθεί από τον δικαστή της Ένωσης, και όχι βάσει της προγενέστερης πρακτικής του EUIPO ή των εθνικών γραφείων ως προς την έκδοση αποφάσεων, είχε παραβιάσει την αρχή της χρηστής διοικήσεως, ιδίως την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεών του, καθιστώντας επομένως παράνομη την επίδικη απόφαση.
86
Επομένως, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως και επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
87
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που πρέπει να συνεξετασθούν, το EUIPO προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθώς και το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με τον κανόνα 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, να ζητήσει από την Puma να προσκομίσει συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων –έστω και για να τα απορρίψει– όπως του παρείχε τη δυνατότητα ο κανόνας 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95.
88
Το EUIPO υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι η ερμηνεία αυτή των εν λόγω διατάξεων και αρχών παραβιάζει την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 όσον αφορά τις κατ’ αντιμωλία διαδικασίες ενώπιον του EUIPO, και παραβλέπει το γεγονός ότι η υποχρέωση του EUIPO να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια προκειμένου να λάβει υπόψη ή όχι τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που προβλήθηκαν ή προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως ισχύει αποκλειστικώς ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που οι διάδικοι προβάλλουν ή προσκομίζουν με δική τους πρωτοβουλία.
89
Με τα επιχειρήματά του, το EUIPO προσάπτει, επομένως, κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι μετέτρεψε τη διακριτική ευχέρεια του τμήματος προσφυγών –την οποία αυτό διαθέτει δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με τον κανόνα 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95– να αποφασίζει αν πρέπει να λάβει υπόψη συμπληρωματικά πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που δεν προβλήθηκαν ή δεν προσκομίσθηκαν εντός της ταχθείσας από το τμήμα ανακοπών προθεσμίας, σε υποχρέωση η οποία, κατά το EUIPO, κακώς επεκτείνεται και στα πραγματικά και τα αποδεικτικά επίσης στοιχεία τα οποία οι διάδικοι δεν προέβαλαν ή δεν προσκόμισαν με δική τους πρωτοβουλία.
90
Συναφώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το EUIPO υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την άποψη ότι το τμήμα προσφυγών δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις, για τον λόγο ότι η Puma δεν είχε κοινοποιήσει στο τμήμα ανακοπών τα σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχαν προσκομισθεί στο πλαίσιο των διαδικασιών που κατέληξαν στην έκδοση των αποφάσεων αυτών. Κατά το EUIPO, η προσφεύγουσα όφειλε να προσκομίσει εκ νέου τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία ή να παραπέμψει σε αυτά με σαφή τρόπο.
91
Απαντώντας στα ανωτέρω επιχειρήματα, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπενθύμισε, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη νομολογία κατά την οποία το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και ο κανόνας 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95 παρέχουν στο τμήμα προσφυγών του EUIPO την εξουσία εκτιμήσεως ως προς το ζήτημα κατά πόσον πρέπει ή όχι να λάβει υπόψη νέα ή συμπληρωματικά πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν προβλήθηκαν ή δεν προσκομίσθηκαν εντός των προθεσμιών που έταξε ή διευκρίνισε το τμήμα ανακοπών. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις αυτές, οσάκις έχουν προσκομισθεί αποδεικτικά στοιχεία εντός της ταχθείσας από το EUIPO προθεσμίας, κάτι που δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, εξακολουθεί να είναι δυνατή η προσκόμιση συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, EUIPO κατά Grau Ferrer, C‑597/14 P, EU:C:2016:579, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
92
Ωστόσο, κρίνοντας, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως και λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης προγενέστερης πρακτικής του ως προς την έκδοση αποφάσεων, η οποία ενισχύεται από σχετικώς υψηλό αριθμό εθνικών αποφάσεων και από μία απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, το τμήμα προσφυγών όφειλε, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, […] να ζητήσει από την προσφεύγουσα να προσκομίσει συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη φήμη της οποίας χαίρουν τα προγενέστερα σήματα –έστω και για να τα απορρίψει τελικώς κατόπιν εξετάσεως– όπως του παρέχει τη δυνατότητα ο κανόνας 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95», το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε όχι στο άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και στον κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95 αλλά στην αρχή της χρηστής διοικήσεως.
93
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 30, 33 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Puma εξέθεσε στο δικόγραφο της ανακοπής το βασικό περιεχόμενο των τριών προγενέστερων αποφάσεων στη γλώσσα διαδικασίας, οπότε τεκμαίρεται ότι τόσο το τμήμα ανακοπών και το τμήμα προσφυγών όσο και η Gemma Group έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτού.
94
Από την προμνησθείσα σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι, στις τρεις αυτές προγενέστερες αποφάσεις, τα αρμόδια όργανα του EUIPO είχαν διαπιστώσει ότι ένα εκ των προγενεστέρων σημάτων είχε θεωρηθεί «βάσει μεγάλου αριθμού αποδεικτικών στοιχείων» ότι έχαιρε «μεγάλης φήμης, τουλάχιστον στη Γαλλία», και ότι ένα άλλο μεταξύ αυτών είχε επίσης θεωρηθεί, «βάσει πολυάριθμων αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν», ότι είχε αποκτήσει «διά της χρήσεως ιδιαίτερη φήμη εντός της Ένωσης» και είχε «ιδιαιτέρως διακριτικό χαρακτήρα ως εκ της “επί μακρόν εντατικής” χρήσεώς του και της “ιδιαίτερης αναγνωρισιμότητάς” του». Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι σε ορισμένες από τις εν λόγω αποφάσεις περιγράφονταν λεπτομερέστατα τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων είχε συναχθεί η φήμη των προγενέστερων σημάτων.
95
Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι με αυτές είχε αναγνωρισθεί η φήμη των προγενέστερων σημάτων, οι τρεις προγενέστερες αποφάσεις συνιστούσαν σημαντική ένδειξη περί του ότι τα εν λόγω σήματα μπορούσαν επίσης, στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας ανακοπής, να θεωρηθούν ότι χαίρουν φήμης, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, όπως ήδη επισημάνθηκε στη σκέψη 81 της παρούσας αποφάσεως.
96
Συνεπώς, όπως κρίθηκε στη σκέψη 76 της παρούσας αποφάσεως, το EUIPO όφειλε να λάβει υπόψη τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις τις οποίες επικαλέσθηκε η Puma και έπρεπε να αιτιολογήσει ρητώς τη συγκεκριμένη απόφασή του στο μέτρο που είχε αποφασίσει να υιοθετήσει αποκλίνουσα προσέγγιση ως προς τη φήμη των προγενέστερων σημάτων σε σχέση με εκείνη των εν λόγω αποφάσεων.
97
Πάντως, στην περίπτωση που το ίδιο το τμήμα προσφυγών κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως και, στο πλαίσιο αυτό, ιδίως την υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή υπομνήσθηκε στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, χωρίς να έχει στη διάθεσή του τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομισθεί κατά τις προγενέστερες διαδικασίες ενώπιον του EUIPO, πρέπει να γίνει δεκτό, όπως έκρινε και το Γενικό Δικαστήριο, ότι το όργανο αυτό θα έπρεπε κατ’ ανάγκη να κάνει χρήση της διακριτικής του ευχέρειας και να ζητήσει την προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων προκειμένου να ασκήσει την εξουσία του εκτιμήσεως και να εξετάσει εμπεριστατωμένα την ανακοπή.
98
Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί συναφώς, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ότι από το άρθρο 63, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 του κανονισμού αυτού, προκύπτει ότι, για την εξέταση της ουσίας της προσφυγής της οποίας έχει επιληφθεί, το τμήμα προσφυγών του EUIPO όχι μόνον καλεί τους διαδίκους, οσάκις απαιτείται, να υποβάλουν, εντός προθεσμίας που τους τάσσει, παρατηρήσεις επί των κοινοποιήσεων που τους έχει απευθύνει, αλλά μπορεί επίσης να αποφασίσει τη διεξαγωγή αποδείξεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η προσκόμιση πραγματικών και αποδεικτικών στοιχείων. Με τις διατάξεις αυτές επιβεβαιώνεται η δυνατότητα προβολής νέων πραγματικών περιστατικών κατά τα διάφορα στάδια της ενώπιον του EUIPO διαδικασίας (αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Kaul, C‑29/05 P, EU:C:2007:162, σκέψη 58, και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, κατά EUIPO, C‑418/16 P, EU:C:2018:128, σκέψη 57).
99
Βάσει της νομολογίας αυτής, καθώς και της υπομνησθείσας στη σκέψη 91 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, κατά την οποία, οσάκις έχουν προσκομισθεί αποδεικτικά στοιχεία εντός της ταχθείσας από το EUIPO προθεσμίας, εξακολουθεί να είναι δυνατή η προσκόμιση συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων, μια υποχρέωση, όπως αυτή που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του κανονισμού 207/2009.
100
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καταλήγοντας στο συμπέρασμα, στην ίδια σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το τμήμα προσφυγών όφειλε, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, είτε να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι οι περιεχόμενες στις τρεις προγενέστερες αποφάσεις διαπιστώσεις του EUIPO ως προς τη φήμη των προγενέστερων σημάτων δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω είτε να ζητήσει από την Puma να προσκομίσει συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων.
101
Κατόπιν όλων των προεκτεθεισών σκέψεων, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του EUIPO πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
102
Δεδομένου ότι απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως και όλα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
103
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
104
Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
105
Δεδομένου ότι το EUIPO ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Puma.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy