ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 28ης Ιουνίου 2018 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Προσδιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς – Χρηματοδοτική συνδρομή στο πλαίσιο της διευκολύνσεως “Συνδέοντας την Ευρώπη” (ΔΣΕ) – Τομέας μεταφορών για την περίοδο 2014-2020 – Προσκλήσεις υποβολής προτάσεων – Εκτελεστικός Οργανισμός Καινοτομίας και Δικτύων (INEA) – Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο γνωστοποιείται στην αναιρεσείουσα η απόρριψη της προτάσεώς της – Μεταγενέστερη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία καταρτίζεται ο κατάλογος με τις προτάσεις που επελέγησαν – Αποτελεσματική δικαστική προστασία»
Στην υπόθεση C‑635/16 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2016,
Spliethoff’s Bevrachtingskantoor BV, με έδρα το Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τον Y. de Vries, advocaat,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις J. Samnadda και J. Hottiaux,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Levits, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet και F. Biltgen (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Spliethoff’s Bevrachtingskantoor BV (στο εξής: Spliethoff) ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Οκτωβρίου 2016, Spliethoff’s Bevrachtingskantoor κατά Επιτροπής (T‑564/15, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2016:611), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως που φέρεται να περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Εκτελεστικού Οργανισμού Καινοτομίας και Δικτύων (στο εξής: INEA), της 17ης Ιουλίου 2015.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΚ) 58/2003
2
Ο κανονισμός (ΕΚ) 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων (ΕΕ 2003, L 11, σ. 1), καθορίζει το νομικό πλαίσιο για την ίδρυση και τον τρόπο λειτουργίας των εκτελεστικών οργανισμών.
3
Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Ίδρυση και κατάργηση», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η Επιτροπή μπορεί, μετά από ανάλυση κόστους/οφελών, να αποφασίζει την ίδρυση εκτελεστικού οργανισμού για να του αναθέτει ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση ενός ή περισσοτέρων κοινοτικών προγραμμάτων. Καθορίζει τη διάρκεια ύπαρξης του εκτελεστικού οργανισμού.
[…]»
4
Το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Καθήκοντα», ορίζει στις παραγράφους 1 και 3 τα εξής:
«1. Για την επίτευξη του στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει στον εκτελεστικό οργανισμό κάθε καθήκον εκτέλεσης κοινοτικού προγράμματος, πλην των καθηκόντων που προϋποθέτουν περιθώριο εκτίμησης για την έκφραση πολιτικών επιλογών.
[…]
3. Οι όροι, τα κριτήρια, οι παράμετροι και οι λεπτομερείς κανόνες που πρέπει να εφαρμόζει ο εκτελεστικός οργανισμός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, καθώς και οι λεπτομέρειες των ελέγχων οι οποίοι διενεργούνται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής που είναι υπεύθυνες για τα κοινοτικά προγράμματα, στη διαχείριση των οποίων συμμετέχει ο εκτελεστικός οργανισμός, καθορίζονται από την Επιτροπή στην πράξη της ανάθεσης.»
Ο κανονισμός (ΕΕ) 1316/2013
5
Ο κανονισμός (ΕΕ) 1316/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη σύσταση της διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη», την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 913/2010 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) 680/2007 και (ΕΚ) 67/2010 (ΕΕ 2013, L 348, σ. 129), έχει ως αντικείμενο, κατά το άρθρο 1, τη θέσπιση της Διευκολύνσεως «Συνδέοντας την Ευρώπη» (στο εξής: ΔΣΕ), η οποία καθορίζει τους όρους, τις μεθόδους και τις διαδικασίες παροχής δημοσιονομικής ενισχύσεως από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τα διευρωπαϊκά δίκτυα, ώστε να υποστηρίζονται έργα υποδομών κοινού ενδιαφέροντος στους τομείς των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας, καθώς και να αξιοποιούνται οι δυνητικές συνέργειες μεταξύ αυτών των τομέων. Καθορίζει επίσης την κατανομή των πόρων οι οποίοι διατίθενται στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2014-2020.
6
Το άρθρο 18 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Χορήγηση δημοσιονομικής συνδρομής από την Ένωση», προβλέπει τα εξής:
«1. Μετά από κάθε πρόσκληση υποβολής προτάσεων […] η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 25, αποφασίζει το ποσό της δημοσιονομικής συνδρομής που χορηγείται στα έργα ή τμήματα έργων που επιλέγονται. Η Επιτροπή προσδιορίζει τους όρους και τις μεθόδους υλοποίησής τους.
2. Η Επιτροπή ενημερώνει τους δικαιούχους και τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη για κάθε απόφαση χορήγησης δημοσιονομικής συνδρομής.»
7
Το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Διαδικασία επιτροπής», ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή συντονισμού της ΔΣΕ. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του [κανονισμού (ΕΕ) 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ 2011, L 55, σ. 13)].
2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού [182/2011].
3. Η επιτροπή εξασφαλίζει την οριζόντια εξέταση των προγραμμάτων εργασίας […] προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνοχή τους και να εντοπίζονται, να αξιοποιούνται και να αξιολογούνται οι συνέργειες μεταξύ των τομέων των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας. Ειδικότερα, αναλαμβάνει το συντονισμό των προγραμμάτων εργασίας ώστε να δίδεται η δυνατότητα πολυτομεακών προσκλήσεων υποβολής προτάσεων.»
Η εκτελεστική απόφαση 2013/801/ΕΕ
8
Ο INEA ιδρύθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 58/2003, με την εκτελεστική απόφαση 2013/801/ΕΕ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2013 (ΕΕ 2013, L 352, σ. 65).
9
Το άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής, που τιτλοφορείται «Στόχοι και καθήκοντα», προβλέπει, μεταξύ άλλων:
«1. [Ο INEA] είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση τμημάτων των ακόλουθων προγραμμάτων της Ένωσης:
α)
[ΔΣΕ]·
[…]
3. Ο [INEA] είναι αρμόδιος για τα ακόλουθα καθήκοντα που σχετίζονται με την υλοποίηση των τμημάτων των ενωσιακών προγραμμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2:
α)
διαχείριση της υλοποίησης ορισμένων σταδίων των προγραμμάτων και ορισμένων φάσεων του κύκλου ζωής συγκεκριμένων έργων με βάση τα συναφή προγράμματα εργασιών που έχει εγκρίνει η Επιτροπή, εφόσον έχει εξουσιοδοτηθεί να το πράξει η Επιτροπή στη νομική πράξη εξουσιοδότησης·
β)
έγκριση των νομικών πράξεων για την εκτέλεση του προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων και τη διενέργεια όλων των πράξεων που απαιτούνται για τη διαχείριση των προγραμμάτων, εφόσον έχει εξουσιοδοτηθεί να το πράξει η Επιτροπή στη νομική πράξη εξουσιοδότησης·
γ)
παροχή υποστήριξης στην υλοποίηση των προγραμμάτων, εφόσον έχει εξουσιοδοτηθεί να το πράξει η Επιτροπή στη νομική πράξη εξουσιοδότησης.»
Η απόφαση C(2013) 9235 τελικό
10
Η απόφαση C(2013) 9235 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Εκτελεστικό Οργανισμό Καινοτομίας και Δικτύων με σκοπό την άσκηση καθηκόντων που συνδέονται με την υλοποίηση προγραμμάτων της Ένωσης στον τομέα των υποδομών μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών και στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας στο πεδίο των μεταφορών και της ενέργειας, τα οποία περιλαμβάνουν, ιδίως, την εκτέλεση πιστώσεων που έχουν εγγραφεί στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, ορίζει αναλυτικά τα καθήκοντα που ανατίθενται στον INEA και προβλέπει το πλαίσιο της εκτελέσεώς τους καθώς και των σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής και του ΙΝΕΑ.
11
Το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, που επιγράφεται «Εποπτεύουσες Γενικές Διευθύνσεις», προβλέπει τα εξής:
«Εποπτεία επί [του ΙΝΕΑ] ασκούν οι ακόλουθες Γενικές Διευθύνσεις:
–
Γενική Διεύθυνση Κινητικότητας και Μεταφορών·
[…]
Σε αυτό το πλαίσιο, διαχειρίζονται τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και [του ΙΝΕΑ] και είναι επιφορτισμένες με την παρακολούθηση και την εποπτεία [του ΙΝΕΑ] […]».
12
Το άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως, με τίτλο «Καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στον [ΙΝΕΑ]», ορίζει στο σημείο 1:
«(1)
[Ο INEA] είναι επιφορτισμένος με την υλοποίηση των ακόλουθων τμημάτων προγραμμάτων και με την εκτέλεση των ακόλουθων καθηκόντων:
–
όσον αφορά τη [ΔΣΕ] — μεταφορές, ενέργεια και τηλεπικοινωνίες, τα τμήματα και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο παράρτημα I·
[…]».
13
Το άρθρο 5 της ίδιας αποφάσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα που ασκεί μόνον η Επιτροπή», ορίζει τα εξής:
«(1)
[Ο INEA] ασκεί μόνον τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 4.
(2)
[Ο INEA] δεν ασκεί καθήκοντα που προϋποθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για την έκφραση πολιτικών επιλογών. Απέχει μεταξύ άλλων από:
[…]
(ε)
την έκδοση αποφάσεων επιδοτήσεως στο πλαίσιο της [ΔΣΕ] και τυχόν τροποποιήσεων των αποφάσεων αυτών·
[…]».
14
Το παράρτημα I, μέρος B, της αποφάσεως C(2013) 9235 τελικό έχει ως εξής:
«Δυνάμει των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί από την Επιτροπή και στο πλαίσιο του ετήσιου προγράμματος εργασίας που έχει εγκρίνει η Επιτροπή, [ο INEA], σε συντονισμό και σε συμφωνία με την υπεύθυνη εποπτεύουσα Γενική Διεύθυνση, διαχειρίζεται ορισμένα ή όλα τα στάδια της υλοποιήσεως των προγραμμάτων και ορισμένα ή όλα τα στάδια του κύκλου ζωής των σχεδίων στο πλαίσιο των τμημάτων της ΔΣΕ που ανατίθενται [στον INEA].
Στο πλαίσιο αυτό, [ο INEA] έχει την ευθύνη να παρακολουθεί τα έργα κοινού ενδιαφέροντος που τυγχάνουν χρηματοδοτήσεως στο πλαίσιο της ΔΣΕ, να πραγματοποιεί τους ελέγχους […] και να επικουρεί την Επιτροπή σε ορισμένα καθήκοντα που αφορούν το πρόγραμμα και τα έργα των οποίων η εκτέλεση ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στην Επιτροπή δυνάμει της παρούσας αποφάσεως, εφόσον παρίσταται ανάγκη. Μεταξύ άλλων, πρέπει:
α)
να προβαίνει στις ενέργειες και να φέρει εις πέρας τις διαδικασίες που προηγούνται της εκδόσεως των αποφάσεων της Επιτροπής για χορήγηση και για παροχή επιδοτήσεως και της συνάψεως των συμφωνιών επιδοτήσεως, καθώς και να διαχειρίζεται τις αντίστοιχες αποφάσεις και συμφωνίες:
[…]
–
να ενημερώνει τους απορριφθέντες και τους επιτυχόντες υποψηφίους σχετικά με τις αποφάσεις της Επιτροπής για χορήγηση επιδοτήσεως […]·
[…]
–
να εκτελεί τα συνήθη καθήκοντα της εκ των υστέρων δημοσιεύσεως και γνωστοποιήσεως των αποτελεσμάτων·
[…]».
Η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015
15
Η εκτελεστική απόφαση C(2015) 5274 τελικό της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2015, σχετικά με την κατάρτιση του καταλόγου των προτάσεων που επελέγησαν για τη χορήγηση δημοσιονομικής ενισχύσεως από την ΕΕ στο πλαίσιο της Διευκολύνσεως «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ) –τομέας μεταφορών κατόπιν των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2014 και βάσει του πολυετούς προγράμματος εργασίας (στο εξής: εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015), δημοσιεύθηκε στον διαδικτυακό τόπο της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) Κινητικότητα και Μεταφορές της Επιτροπής και στον διαδικτυακό τόπο του INEA, αντιστοίχως, στις 12 και στις 14 Οκτωβρίου 2015.
16
Η απόφαση αυτή εκθέτει, στις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6, τα εξής:
«(4)
Κατόπιν των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων βάσει του πολυετούς προγράμματος εργασιών το 2014 και κατόπιν της διαδικασίας αξιολογήσεως και επιλογής, η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 25, παράγραφος 2, του [κανονισμού 1316/2013], θα πρέπει να επιλέξει τα έργα κοινού ενδιαφέροντος και να καθορίσει το ποσό της δημοσιονομικής ενισχύσεως που θα χορηγηθεί στα έργα ή τμήματα έργων που επιλέγονται.
[…]
(6)
Ο κατάλογος των έργων κοινού ενδιαφέροντος που επελέγησαν με την παρούσα απόφαση είναι σύμφωνος με τη γνώμη της επιτροπής που συστάθηκε με το άρθρο 25, παράγραφος 1, του [κανονισμού 1316/2013].»
17
Η εν λόγω απόφαση προβλέπει, στο μοναδικό άρθρο της, τα εξής:
«Εγκρίνονται ο κατάλογος με τα επιλεγέντα έργα κοινού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της [ΔΣΕ] στα οποία χορηγείται δημοσιονομική ενίσχυση από την ΕΕ, τα εκτιμώμενα ποσά συνολικών επιλέξιμων δαπανών για την υλοποίηση των δράσεων, το ποσοστό χρηματοδοτικής συνδρομής που αναλογεί στις εκτιμώμενες συνολικές επιλέξιμες δαπάνες και τα κατά περίπτωση προβλεπόμενα ανώτατα ποσά χρηματοδοτικής συνδρομής, τα οποία παρατίθενται όλα στο παράρτημα.»
Το ιστορικό της διαφοράς
18
Η Spliethoff είναι εταιρία με έδρα το Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), η οποία διαχειρίζεται έναν στόλο 50 σκαφών πολλαπλών χρήσεων.
19
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2014 ο ΙΝΕΑ δημοσίευσε πρόσκληση για την υποβολή προτάσεων στο πλαίσιο της εκτελεστικής αποφάσεως C(2014) 1921 τελικό της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 2014, σχετικά με τη θέσπιση πολυετούς προγράμματος εργασίας του 2014 για χρηματοδοτική συνδρομή στο πλαίσιο της Διευκολύνσεως «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ) – Τομέας μεταφορών για την περίοδο 2014-2020.
20
Η Spliethoff απήντησε στην πρόσκληση αυτή υποβάλλοντας, στις 25 Φεβρουαρίου 2015, πρόταση χρηματοδοτικής στηρίξεως.
21
Στις 17 Ιουλίου 2015 η Spliethoff έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αγγλική γλώσσα, υπογεγραμμένο από την επιφορτισμένη με την αξιολόγηση ομάδα του INEA (στο εξής: μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015), το περιεχόμενο της οποίας ήταν το εξής:
«Αξιότιμη κυρία/Αξιότιμε κύριε,
Κατόπιν των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων για τη [ΔΣΕ] στον τομέα των μεταφορών, που δημοσιεύθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου 2014, πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των επιλέξιμων προτάσεων και η Επιτροπή κατήρτισε κατάλογο των προτάσεων που επελέγησαν για τη χορήγηση δημοσιονομικής ενισχύσεως από την [Ευρωπαϊκή] Ένωση. Στις 10 Ιουλίου 2015 η απαρτιζόμενη από εκπροσώπους των κρατών μελών επιτροπή συντονισμού της ΔΣΕ διατύπωσε θετική γνώμη επί του εν λόγω προσωρινού καταλόγου.
Βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι η πρότασή σας δεν έγινε δεκτή στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, για τους ακόλουθους λόγους:
[…]
Η διαδικασία για την έκδοση από την [Επιτροπή] αποφάσεως σχετικά με την επιλογή και τη χορήγηση επιδοτήσεων σε μέτρα που συμβάλλουν στην υλοποίηση έργων κοινού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της [ΔΣΕ] στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφοράς βρίσκεται σε εξέλιξη. Στην απίθανη περίπτωση που η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως επιφέρει τροποποιήσεις όσον αφορά την πρότασή σας, θα ενημερωθείτε χωριστά με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
[…]
Κάθε αίτημα που τυχόν διατυπώσετε και κάθε απάντηση εκ μέρους μας ή εκ μέρους της Επιτροπής, ή κάθε καταγγελία που τυχόν υποβάλετε λόγω κακοδιοικήσεως δεν θα έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα την αναστολή της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής που σας κοινοποιείται με το παρόν μήνυμα, μια τέτοια προσφυγή δε πρέπει να ασκηθεί εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση του παρόντος μηνύματος. Το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της προσφυγής ακυρώσεως είναι το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
[…]
Η επιφορτισμένη με την αξιολόγηση ομάδα του INEA.»
22
Η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015 κατόπιν της προσκλήσεως υποβολής προτάσεων στην οποία η Spliethoff είχε ανταποκριθεί. Το έργο της Spliethoff δεν περιλαμβανόταν στον πίνακα αυτόν.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
23
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η Spliethoff άσκησε κατά της Επιτροπής προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως που φέρεται να περιέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015.
24
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, σύμφωνα με το άρθρο 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
25
Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου, η Επιτροπή προέβαλε δύο λόγους απαραδέκτου αντλούμενους από το γεγονός ότι, αφενός, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 αποτελούσε προπαρασκευαστικό μέτρο και δεν συνιστούσε επομένως πράξη υποκείμενη σε προσφυγή και ότι, αφετέρου, η προσφυγή κακώς στρεφόταν κατά της Επιτροπής η οποία δεν είναι ο συντάκτης του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015.
26
Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η Spliethoff υποστήριξε ότι, μολονότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 είχε σταλεί από τον INEA, είχε ως αντικείμενο την κοινοποίηση της αποφάσεως της Επιτροπής που απέρριψε την πρότασή της και ότι, τουλάχιστον, μπορούσε να το ερμηνεύσει υπό την έννοια αυτή, δεδομένου ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015 και ότι, επομένως, παραπλανήθηκε από τη διατύπωση του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015. Η Spliethoff ζήτησε επίσης από το Γενικό Δικαστήριο, στην περίπτωση που κρίνει ότι η απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η πρότασή της είναι η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015, να αποφανθεί ότι η προσφυγή της στρέφεται κατά της αποφάσεως αυτής.
27
Στις σκέψεις 17 έως 25 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, πρώτον, το βάσιμο του δεύτερου λόγου απαραδέκτου, που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είναι ο συντάκτης του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015.
28
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 19 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, μολονότι, κατ’ αρχήν, οι προσφυγές πρέπει να στρέφονται κατά του συντάκτη της προσβαλλόμενης πράξεως, εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εκδοθείσες δυνάμει αναθέσεως αρμοδιοτήτων πράξεις πρέπει να θεωρούνται πράξεις του θεσμικού οργάνου που ανέθεσε τη σχετική αρμοδιότητα, ιδίως όταν ο συντάκτης της πράξεως ασκεί μόνο συμβουλευτική αρμοδιότητα ή όταν η έκδοση της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση εξαρτάται από την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του θεσμικού οργάνου που ανέθεσε τη σχετική αρμοδιότητα.
29
Αφού απαρίθμησε, στις σκέψεις 20 και 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, τις αρμοδιότητες που ανέθεσε η Επιτροπή στον INEA δυνάμει του κανονισμού 58/2003, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 22 της διατάξεως αυτής, ότι ο INEA είναι ο συντάκτης της προσβαλλόμενης ενώπιόν του πράξεως, ήτοι του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, η οποία εξεδόθη βάσει των αρμοδιοτήτων που του είχε αναθέσει η Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό 58/2003, και τούτο χωρίς να αποδεικνύεται η σύμπραξη του θεσμικού αυτού οργάνου.
30
Όσον αφορά το επιχείρημα της Spliethoff ότι ερμήνευσε το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 υπό την έννοια ότι προέρχεται από τον INEA και ότι της κοινοποιεί μια απόφαση της Επιτροπής περί επιδοτήσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ο INEA είναι επιφορτισμένος με την κοινοποίηση των αποφάσεων της Επιτροπής και δεν έχει εξουσία να εκδίδει ο ίδιος αποφάσεις επιδοτήσεων στο πλαίσιο της ΔΣΕ. Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι, όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου λόγου απαραδέκτου, κατά την ημερομηνία αποστολής του εν λόγω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή σχετικά με την επιλογή και τη χορήγηση επιδοτήσεων βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.
31
Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν, στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η προσφυγή της Spliethoff έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη επειδή στρεφόταν κατά της Επιτροπής, η οποία δεν ήταν ο συντάκτης του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015.
32
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να αποφανθεί επίσης επί του πρώτου λόγου απαραδέκτου, που αντλείται από το γεγονός ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 αποτελεί πράξη προπαρασκευαστική και, ως εκ τούτου, μη υποκείμενη σε προσφυγή.
33
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, ακόμα και αν η διατύπωση αυτού του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο παρείχε μεταξύ άλλων πληροφορίες για τα μέσα παροχής ένδικης προστασίας που είχε στη διάθεσή της η Spliethoff και για τις σχετικές προθεσμίες, άφηνε να εννοηθεί ότι με το μήνυμα αυτό κοινοποιείται μια οριστική απόφαση της Επιτροπής, το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έκανε, επανειλημμένως, ρητή αναφορά σε εκκρεμή ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία και ενημέρωνε τη Spliethoff ότι, στο πλαίσιο του τρέχοντος σταδίου της διαδικασίας, η αίτησή της δεν είχε γίνει δεκτή.
34
Αφού υπενθύμισε, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 διευκρίνιζε ότι η διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την επιλογή των έργων και τη χορήγηση επιδοτήσεων βρισκόταν σε εξέλιξη και ότι ήταν δυνατόν, αλλά όχι πιθανόν, η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως να οδηγήσει σε αλλαγές όσον αφορά την πρόταση της Spliethoff, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 34 και 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι από το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη προβεί σε τελική εκτίμηση στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής και ότι η τελική της θέση στο θέμα αυτό διατυπώθηκε το πρώτον με την έκδοση της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015.
35
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκανε επίσης δεκτό, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, τον πρώτο λόγο απαραδέκτου.
36
Όσον αφορά το αίτημα της Spliethoff με το οποίο ζητούσε, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η πρότασή της είναι η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015, να θεωρήσει ότι η προσφυγή της βάλλει κατά της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ο Κανονισμός του Διαδικασίας και η νομολογία δεν επιτρέπουν τη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς σε αίτημα ακυρώσεως της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015.
37
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το άρθρο 86, παράγραφος 1, του Κανονισμού του Διαδικασίας προβλέπει ότι, οσάκις μια πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αντικαθίσταται ή τροποποιείται από άλλη πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, ο προσφεύγων μπορεί να προσαρμόσει την προσφυγή του προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο. Παρά ταύτα, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το άρθρο αυτό δεν αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη που προσβάλλεται με την προσφυγή δεν είναι οριστική. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, πριν από την προσθήκη του άρθρου 86 στον Κανονισμό του Διαδικασίας, η διεύρυνση του αντικειμένου της προσφυγής που δεχόταν η νομολογία αφορούσε τις πράξεις των οποίων η φύση και το ουσιώδες αντικείμενο ήσαν πανομοιότυπα με εκείνα των πράξεων κατά των οποίων έβαλλε το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.
38
Στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 είχε προσωρινό μόνο χαρακτήρα και, επομένως, δεν συνιστούσε οριστική πράξη και ότι, ως εκ τούτου, δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να αντικατασταθούν με μεταγενέστερη απόφαση, όπως η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015, ή να παραταθούν με αυτήν. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι μεταγενέστερη πράξη, που εξεδόθη κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο σε σχέση με το οποίο η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να προσαρμόσει τα αιτήματά της χωρίς να μεταβληθεί το ίδιο το αντικείμενο της διαφοράς.
39
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, με τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το αίτημα περί προσαρμογής των αιτημάτων της Spliethoff.
40
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, την προσφυγή της Spliethoff ως απαράδεκτη.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
41
Η Spliethoff ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
–
να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας.
42
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως εν όλω ή εν μέρει ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, να την απορρίψει ως αβάσιμη και
–
να καταδικάσει τη Spliethoff στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
43
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Spliethoff προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, αντλούμενους από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή με το σκεπτικό, αντιστοίχως, ότι η προσφυγή αυτή στρεφόταν κατά της Επιτροπής, ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 είχε προσωρινό μόνο χαρακτήρα και ότι το αίτημα της Spliethoff να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της βάλλει κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015 δεν μπορούσε να γίνει δεκτό.
44
Λόγω της συνάφειάς τους, πρέπει να εξετασθούν από κοινού ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
45
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Spliethoff προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο INEA είναι ο συντάκτης του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 και απορρίπτοντας την προσφυγή ως απαράδεκτη λόγω του ότι στρεφόταν κατά της Επιτροπής.
46
Συναφώς, η Spliethoff υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πράξη είναι η απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει την πρότασή της. Ωστόσο, μολονότι ο INEA είναι ο συντάκτης του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, με το οποίο κοινοποιείται η απόφαση αυτή στην Spliethoff, εντούτοις δεν είναι το όργανο που εξέδωσε την ίδια την απόφαση. Αυτό προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση του εν λόγω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο αναφέρεται στην «απόφαση της Επιτροπής που σας κοινοποιείται με το παρόν μήνυμα».
47
Η Spliethoff συνάγει εντεύθεν ότι η υπό κρίση υπόθεση διακρίνεται από τις υποθέσεις επί των οποίων εξεδόθησαν οι αποφάσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 19 έως 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, δεδομένου ότι, στις υποθέσεις αυτές, ο οικείος οργανισμός ήταν πράγματι το όργανο που εξέδωσε την επίδικη απόφαση και η Επιτροπή δεν είχε συμμετάσχει στην έκδοση της αποφάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, η παραδοχή του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, κατά την οποία «ο INEA είναι ο συντάκτης της προσβαλλόμενης πράξεως, εν προκειμένω του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, η οποία εξεδόθη βάσει των αρμοδιοτήτων που του είχε αναθέσει η Επιτροπή […], και τούτο χωρίς να αποδεικνύεται η σύμπραξη του θεσμικού αυτού οργάνου», είναι εσφαλμένη.
48
Η Spliethoff προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί πράξη του INEA, διότι μόνον η Επιτροπή διαθέτει την αρμοδιότητα εκδόσεως απορριπτικής αποφάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής των προτάσεων που είναι επιλέξιμες για επιδότηση βάσει της ΔΣΕ.
49
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Spliethoff προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 39 έως 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αρνούμενο να θεωρήσει ότι η προσφυγή της βάλλει κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015.
50
Η Spliethoff ισχυρίζεται ότι ενήργησε καλή τη πίστει, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή περί ακυρώσεως του εν λόγω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Υποστηρίζει ότι έλαβε γνώση της υπάρξεως της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015 το πρώτον όταν έλαβε τις παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με την ένσταση απαραδέκτου, με την οποία το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστήριξε ότι η Spliethoff έπρεπε να προσβάλει την τελευταία αυτή απόφαση.
51
Κατά τη Spliethoff, η Επιτροπή συνέβαλε αποφασιστικά στη σύγχυση που προκλήθηκε από το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, παραλείποντας να την ενημερώσει για την ύπαρξη της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015 και για τη φύση της. Ωστόσο, σε αντίθεση με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, η απόφαση αυτή δεν αναφέρει τα διαθέσιμα μέσα ένδικης προστασίας, δεν κάνει μνεία της Spliethoff ή των λοιπών αποκλεισθέντων υποψηφίων και αναφέρεται μόνο στις επιλεγείσες από την Επιτροπή προτάσεις, οπότε, ακόμη και αν Spliethoff είχε λάβει γνώση της αποφάσεως αυτής εγκαίρως, δεν θα μπορούσε να συμπεράνει ότι την αφορούσε.
52
Η Spliethoff υποστηρίζει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε, προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμά της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, να γίνει δεκτή η ύπαρξη συγγνωστής πλάνης ως προς την ίδια και, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό το αίτημά της να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της βάλλει κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015.
53
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Spliethoff στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτα στον βαθμό που ταυτίζονται με τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ότι αποσκοπούν στην επανεξέταση μιας πραγματικής διαπιστώσεως και του νομικού χαρακτηρισμού του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, όπερ εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και της νομολογίας στην οποία αυτή παραπέμπει.
54
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα που αντλείται από τη θεωρία περί συγγνωστής πλάνης συνιστά νέο επιχείρημα και, επομένως, είναι απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, οι εξαιρετικές περιστάσεις που επικαλείται η Spliethoff δεν αναιρούν το γεγονός ότι το άρθρο 86, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
– Επί του παραδεκτού
55
Κατά πάγια νομολογία, από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και από το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει με ακρίβεια τα επίμαχα σημεία της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό. Δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από τις διατάξεις αυτές αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι έχουν ρητώς απορριφθεί από το δικαστήριο αυτό (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 46 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
56
Εντούτοις, εφόσον ο αναιρεσείων βάλλει κατά της ερμηνείας ή της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης από το Γενικό Δικαστήριο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει, κατά τον τρόπο αυτό, την αίτηση αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η διαδικασία της αναιρέσεως θα καθίστατο εν μέρει άνευ αντικειμένου. Πράγματι, η αίτηση αναιρέσεως αποβλέπει ακριβώς στην εξέταση της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου νομικής αναλύσεως της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε σε πρώτο βαθμό (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 47 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
57
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Spliethoff δεν περιορίζεται σε επανάληψη των επιχειρημάτων που ήδη προβλήθηκαν πρωτοδίκως, αλλά προσδιορίζει με σαφήνεια τα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως τα οποία θεωρεί ότι ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του αιτήματός της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
58
Επιπλέον, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Spliethoff βάλλει κατά του εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου νομικού χαρακτηρισμού του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015.
59
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτός.
60
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι το επιχείρημα της Spliethoff σχετικά με τη θεωρία περί συγγνωστής πλάνης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, προβλήθηκε ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ιδίως με τις παρατηρήσεις της Spliethoff επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής. Επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν αποτελεί νέο επιχείρημα.
61
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης παραδεκτός.
– Επί της ουσίας
62
Στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Spliethoff προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι δέχθηκε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή και απέρριψε την προσφυγή της ως απαράδεκτη, κρίνοντας, εσφαλμένως, ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 και αρνούμενο να δεχθεί το αίτημά της να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της στρέφεται κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015.
63
Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή ερειδόταν σε δύο λόγους απαραδέκτου αντλούμενους από το γεγονός ότι, αφενός, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 είχε τον χαρακτήρα προπαρασκευαστικής πράξεως και, ως εκ τούτου, δεν υπέκειτο σε προσφυγή και ότι, αφετέρου, η προσφυγή που άσκησε η Spliethoff δεν μπορούσε να στραφεί κατά της Επιτροπής η οποία δεν είναι ο συντάκτης του εν λόγω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
64
Η επιχειρηματολογία την οποία προέβαλε συναφώς η Spliethoff συνίστατο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 18 και 27 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, στο ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 έπρεπε να ερμηνευθεί ως κοινοποίηση της οριστικής αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την πρότασή της και ότι, ως εκ τούτου, η προσφυγή της στρεφόταν κατά της Επιτροπής ως οργάνου που εξέδωσε την εν λόγω απορριπτική απόφαση. Κατά τη Spliethoff, το αντικείμενο της διαφοράς είναι, στην πραγματικότητα, η οριστική απόφαση με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την πρότασή της.
65
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία αυτή αποφαινόμενο, με τις σκέψεις 23 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, μολονότι ο INEA είναι επιφορτισμένος με την κοινοποίηση των αποφάσεων της Επιτροπής και δεν έχει εξουσία να εκδίδει ο ίδιος αποφάσεις επιδοτήσεως στο πλαίσιο της ΔΣΕ, η διαδικασία για την έκδοση, από την Επιτροπή, αποφάσεως σχετικά με την επιλογή και τη χορήγηση των επιδοτήσεων ήταν, κατά την ημερομηνία του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, ακόμη σε εξέλιξη, οπότε το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή είχε ήδη λάβει την απόφαση να απορρίψει ορισμένες προτάσεις, μεταξύ των οποίων αυτήν της Spliethoff.
66
Πρέπει να τονιστεί, συναφώς, ότι, από το κείμενο του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, όπως αυτό παρατίθεται στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι ο INEA ενημέρωσε ρητώς τη Spliethoff ότι «η πρότασή [της] δεν [είχε γίνει] δεκτή». Βεβαίως, ο INEA διευκρίνισε ότι η διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την επιλογή των έργων και τη χορήγηση επιδοτήσεων βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Εντούτοις προσέθεσε ότι, «[σ]την απίθανη περίπτωση που η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως επιφέρει τροποποιήσεις όσον αφορά την πρότασή σας, θα ενημερωθείτε χωριστά με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου». Ωστόσο, η Spliethoff δεν έλαβε, εν συνεχεία, κάποιο έγγραφο από την πλευρά του INEA ή της Επιτροπής για το ζήτημα αυτό.
67
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται, με τη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η διατύπωση του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 που παρέχει, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για τα μέσα ένδικης προστασίας που έχει στη διάθεσή της η Spliethoff καθώς και για τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να τα ασκήσει, «αφήνει να εννοηθεί ότι με αυτό κοινοποιείται οριστική απόφαση της Επιτροπής».
68
Είναι επίσης σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι δεν αμφισβητείται ότι, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής της, στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η Spliethoff αγνοούσε την ύπαρξη της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε το πρώτον στον διαδικτυακό τόπο της ΓΔ Κινητικότητας και Μεταφορών και σε αυτόν του INEA, αντιστοίχως, στις 12 και στις 14 Οκτωβρίου 2015 και ότι, επιπλέον και εν αντιθέσει προς τις επιταγές που απορρέουν από τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως, η εν λόγω απόφαση ουδέποτε κοινοποιήθηκε στη Spliethoff.
69
Πάντως, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της και όπως το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε στη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η Επιτροπή απέρριψε την πρόταση της Spliethoff με την εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015.
70
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής της, η Spliethoff δεν ήταν σε θέση να επισημάνει, με το δικόγραφο της προσφυγής της, την εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015 ως την απόφαση με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την πρότασή της και μπορούσε, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 23 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, νομίμως να θεωρήσει ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 αποτελούσε την κοινοποίηση της απορρίψεως της προτάσεώς της από την Επιτροπή.
71
Επομένως, όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 65 και 67 των προτάσεών της και όπως άλλωστε η Spliethoff είχε ρητώς ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως και με σκοπό να διασφαλισθεί το δικαίωμα της Spliethoff σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, να αναγνωρίσει ότι το αντικείμενο της προσφυγής δεν ήταν η ακύρωση του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 στο οποίο εσφαλμένως αναφέρθηκε η Spliethoff με το δικόγραφο της προσφυγής της, αλλά η ακύρωση της οριστικής αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την πρόταση της Spliethoff, ήτοι η ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015.
72
Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 53, 54 και 66 των προτάσεών της, η προσφυγή της Spliethoff στρεφόταν ρητώς κατά της Επιτροπής και καθόσον το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε, στις σκέψεις 21 και 23 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι μόνον η Επιτροπή είχε την αρμοδιότητα να εκδώσει απορριπτική απόφαση στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής των προτάσεων που είναι επιλέξιμες για επιδότηση βάσει της ΔΣΕ.
73
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας την προσφυγή της Spliethoff ως απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 και απορρίπτοντας το αίτημα της Spliethoff να θεωρήσει ότι η προσφυγή της βάλλει κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015.
74
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και, επομένως, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
75
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, όταν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο
76
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη χωρίς να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπό κρίση διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. Επομένως, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
77
Δεδομένης της αναπομπής της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Οκτωβρίου 2016, Spliethoff’s Bevrachtingskantoor κατά Επιτροπής (T‑564/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:611).
2)
Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy