18.4.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 136/12
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia no 6 de Alicante (Ισπανία) στις 21 Ιανουαρίου 2016 — Manuel González Poyato και Ana Belén Tovar García κατά Banco Popular Español S.A.
(Υπόθεση C-34/16)
(2016/C 136/17)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Αιτούν δικαστήριο
Juzgado de Primera Instacia no 6 de Alicante
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ενάγοντες: Manuel González Poyato και Ana Belén Tovar García
Εναγόμενη: Banco Popular Español S.A..
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Στο πλαίσιο δανειακής συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή περιλαμβάνουσας ρήτρα περιορισμού της μειώσεως του συμφωνηθέντος συμβατικού επιτοκίου, η οποία ετέθη εκ των προτέρων χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο επιμέρους διαπραγματεύσεως (ρήτρα κατώτατου ορίου επιτοκίου), και η οποία έχει εισαχθεί στην εν λόγω σύμβαση κατά τρόπο μη αρκούντως σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή έως του σημείου να κρίνεται καταχρηστική από το αιτούν δικαστήριο, συνάδει προς το άρθρο 6, παράγραφος 1 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (1) του Συμβουλίου, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ερμηνεία της εκφράσεως «δεν δεσμεύουν» κατά τρόπο ώστε η κήρυξη της ακυρότητας της εν λόγω ρήτρας από δικαστήριο να μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη επιστροφή των ποσών που ο καταναλωτής είχε κατά το παρελθόν καταβάλει στον επαγγελματία κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω ρήτρας;
2)
Σε περίπτωση που η προηγούμενη ερμηνεία κριθεί συμβατή με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, συνάδει προς την έκφραση «κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών» του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνεία όπως η κατά τα ανωτέρω εκτεθείσα σε σχέση με τα αποτελέσματα που πρέπει να απορρέουν από την κήρυξη ρήτρας, όπως η περιγραφόμενη, ως καταχρηστικής;
3)
Σε περίπτωση που κριθεί ότι οι ανωτέρω ερμηνείες δεν συνάδουν προς τα άρθρα 6, παράγραφος 1 και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, αντίκειται στις «απαιτήσεις της καλής πίστεως», πάντοτε και σε κάθε περίπτωση, η εισαγωγή σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή ρητρών οριζουσών το βασικό αντικείμενο της συμβάσεως, οι οποίες έχουν συνταχθεί κατά τρόπο όχι αρκούντως σαφή και κατανοητό, ή πρέπει η παραβίαση της αρχής της καλής πίστεως να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη άλλων περιστάσεων; Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ποιες περιστάσεις πρέπει να λάβει υπόψη του το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η αρχή της καλής πίστεως δεν παραβιάστηκε εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη ρήτρας ορίζουσας το βασικό αντικείμενο της συμβάσεως η οποία έχει συνταχθεί κατά τρόπο όχι ιδιαιτέρως σαφή και κατανοητό; Συγκεκριμένα, μπορεί να ενταχθεί στις περιστάσεις αυτές η ύπαρξη εθνικής ρυθμίσεως με ισχύ νόμου ή κανονιστικής πράξεως η οποία προβλέπει, αφηρημένως, την εγκυρότητα αυτού του είδους των «ρητρών κατωτάτου ορίου επιτοκίου»;
4)
Στο πλαίσιο διαδικασίας, όπως η παρούσα, η οποία κινήθηκε κατόπιν ασκήσεως ατομικής αγωγής με αίτημα την κήρυξη της [σελ. 24 του πρωτοτύπου] ακυρότητας «ρήτρας κατώτατου ορίου επιτοκίου» λόγω ελλείψεως διαφάνειας, συνάδει με την έκφραση «δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές» του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνεία η οποία, στηριζόμενη στον κίνδυνο σημαντικών διαταραχών στη δημόσια οικονομική τάξη, περιορίζει την απόδοση στον καταναλωτή των ποσών που ο τελευταίος είχε καταβάλει στον επαγγελματία κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω ρήτρας, η οποία κηρύσσεται από το δικαστήριο καταχρηστική, εφόσον η εκδιδόμενη από το δικαστήριο απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για άλλους καταναλωτές που τελούν στην ίδια κατάσταση;
(1) EE L 95, σ. 29.
Full & Egal Universal Law Academy