30.5.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 191/4
Αναίρεση που άσκησε στις 29 Ιανουαρίου 2016 ο Carsten René Beul κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (ένατο τμήμα) στις 23 Νοεμβρίου 2015 στην υπόθεση T-640/14, Beul κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου
(Υπόθεση C-53/16 P)
(2016/C 191/07)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: Carsten René Beul (εκπρόσωποι: H.-M. Pott και T. Eckhold, Rechtsanwälte)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 2015,
—
να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό (ΕΕ) 537/2014 ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
—
να καταδικάσει τους αντιδίκους στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την προσφυγή του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων και νυν αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση του κανονισμού (ΕΕ) 537/2014 (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και την κατάργηση της απόφασης 2005/909/ΕΚ της Επιτροπής.
Ο αναιρεσείων είναι κάτοχος άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του οικονομικού ελεγκτή στη Γερμανία (επίσης, κατέχει άδειες ασκήσεως αντίστοιχων επαγγελμάτων κατά τη νομοθεσία του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και της Ιταλικής Δημοκρατίας). Δύναται να διενεργεί τον εκ του νόμου απαιτούμενο έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων επιχειρήσεων δημοσίου συμφέροντος. Ως οικονομικός ελεγκτής, υπόκειται, για το σύνολο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, στον έλεγχο του Wirtschaftsprüferkammer, οργανισμού δημοσίου δικαίου μέλη του οποίου είναι οι οικονομικοί ελεγκτές, οι οποίοι εκλέγουν τα οικεία διοικητικά όργανα.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός (στο εξής: κανονισμός) προβλέπει ότι η εποπτεία των εκ του νόμου προβλεπόμενων οικονομικών ελεγκτών όσον αφορά τον έλεγχο των επιχειρήσεων δημοσίου συμφέροντος πρέπει να διενεργείται από ανεξάρτητη αρχή, μη υποκείμενη σε κρατικές εντολές. Οι οικονομικοί ελεγκτές που ασκούν το επάγγελμα δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά στο πλαίσιο της αρχής αυτής, οι δε ελεγκτές που έχουν παύσει να ασκούν το επάγγελμα μπορούν να δραστηριοποιηθούν στο πλαίσιο της εν λόγω αρχής μόνο μετά την παρέλευση σχετικά μακρού χρονικού διαστήματος από την παύση της ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού.
Ο αναιρεσείων θεωρεί τη νέα ρύθμιση βλαπτική γι’ αυτόν. Προβάλλει ότι ο κανονισμός είναι αντίθετος στο δίκαιο της Ένωσης.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Το Γενικό Δικαστήριο φρονεί ότι ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα προσφυγής κατά του κανονισμού. Αιτιολόγησε την απόφασή του αυτή, με το σκεπτικό ότι ο κανονισμός δεν αφορά τον αναιρεσείοντα ατομικά, διότι αυτός συγκαταλέγεται στα πρόσωπα που αφηρημένως υπόκεινται στον κανόνα δικαίου και δεν δύναται να προβάλει ατομικώς δικαιώματα.
Αντιθέτως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι ο κανόνας τον αφορά άμεσα και ατομικά. Υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι ο επίμαχος κανόνες απευθύνεται σε ανοιχτό κύκλο προσώπων, δεδομένου ιδίως ότι από τη θέσπιση του κανονισμού έως την έναρξη ισχύος του παρήλθε χρονικό διάστημα κατά το οποίο εντάχθηκε στο σχετικό επάγγελμα απροσδιόριστος αριθμός προσώπων.
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ο κανονισμός τον αφορά όχι μόνον άμεσα, αλλά και ατομικά. Κατ’ αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την πτυχή αυτή. Φρονεί ότι ο κύκλος των ασκούντων το επάγγελμα προσδιορίζεται ανά πάσα στιγμή με τη διενέργεια του επιβαλλόμενου από το δίκαιο της Ένωσης ελέγχου. Υποστηρίζει ότι η παροχή δικαστικής προστασίας δεν κριθεί με βάση τη χρονική απόσταση μεταξύ θεσπίσεως και ενάρξεως ισχύος του κανονισμού.
Επιπλέον, κατά τον αναιρεσείοντα, εάν γινόταν δεκτό ότι ο κανονισμός δεν τον αφορά ατομικά, θα δημιουργούνταν κενό δικαστικής προστασίας. Βάσει του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το κενό αυτό πρέπει, κατ’ αυτόν, να καλυφθεί. Φρονεί ότι, πρόκειται για ζήτημα που εμπίπτει στην ευθύνη και στον έλεγχο των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το μέτρο που η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε τις συνθήκες λόγω των οποίων προκλήθηκε αυτό το κενό δικαστικής προστασίας.
(1) EE L 158, σ. 77.
Full & Egal Universal Law Academy