4.4.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 118/19
Αναίρεση που άσκησαν στις 5 Φεβρουαρίου 2016 η Comunidad Autónoma de Galicia και η Redes de Telecomunicación Galegas Retegal, S.A. (Retegal) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 26 Νοεμβρίου 2015 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-463/13 και T-464/13, Comunidad Autónoma de Galicia και Retegal κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-70/16 P)
(2016/C 118/21)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Comunidad Autónoma de Galicia και Redes de Telecomunicación Galegas Retegal, S.A. (Retegal) (εκπρόσωποι: F. J. García Martínez και B. Pérez Conde, abogados)
Λοιποί διάδικοι στη διαδικασία: Ευρωπαϊκή Επιτροπή και SES Astra
Αιτήματα
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη.
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Νοεμβρίου 2015 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-463/13 και T-464/13.
—
να αποφανθεί οριστικώς επί της προσφυγής και να κάνει δεκτούς τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η πρωτοδίκως προσφεύγουσα κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (1) της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.28599 [C 23/10 (πρώην NN 36/10, πρώην CP 163/09)] που έχει χορηγηθεί από το Βασίλειο της Ισπανίας για την ανάπτυξη της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης σε απομακρυσμένες και λιγότερο αστικοποιημένες περιοχές (εκτός της Καστίλλης-Λα Μάντσα).
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Πρώτος λόγος αναιρέσεως: Πλάνη περί το δίκαιο λόγω της αναντιστοιχίας μεταξύ του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και της διαπιστώσεως από το Γενικό Δικαστήριο των προβληθέντων με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως σφαλμάτων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία συνίστανται στον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της Retegal ως άμεσης δικαιούχου παράνομης κρατικής ενισχύσεως και τον προσδιορισμό του ανακτητέου ποσού
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υπογραμμίζουν τα καταφανή σφάλματα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα, αφενός, το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκαν στο διατακτικό της αποφάσεως οι προβληθείσες με την προσφυγή ακυρώσεως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 193 και 194) όσον αφορά την ιδιαίτερη περίπτωση της Γαλικίας, και, αφετέρου, τον ρητό χαρακτηρισμό της Retegal ως άμεσης δικαιούχου παράνομης κρατικής ενισχύσεως και τον προσδιορισμό του ανακτητέου ποσού. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (στη σκέψη 153) τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της Retegal ως άμεσης δικαιούχου της ενισχύσεως (σκέψη 193 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) και τον προσδιορισμό του ανακτητέου (διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) ποσού (σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως), κρίση στην οποία δεν αντιτάχθηκαν οι αναιρεσείουσες, η κρίση αυτή δεν αποτυπώθηκε στο διατακτικό, παρά το γεγονός με την προσφυγή ακυρώσεως είχε ζητηθεί ρητώς η ακύρωση των εσφαλμένων συμπερασμάτων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία ορθώς και πράγματι κρίθηκαν ως νομικώς μη δεσμευτικά, και, ως εκ τούτου, λόγοι εσωτερικής συνοχής του σκεπτικού και του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως επιβάλλουν τη μερική αποδοχή της αναιρέσεως, όπως επίσης και λόγοι ασφάλειας δικαίου (ήτοι, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ενδεχόμενες αντιδικίες όσον αφορά την ερμηνεία του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο στάδιο της ανακτήσεως, όπως εξάλλου και συμβαίνει).
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: Πλάνη περί το δίκαιο λόγω παραβάσεως του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ στο πλαίσιο της εξακριβώσεως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τον χαρακτηρισμό της επίμαχης δραστηριότητας ως κρατικής ενισχύσεως
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, στο μέτρο που αυτό υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον εξέτασε κατά τρόπο μη σύμφωνο με τα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί νομολογιακώς κατά πόσον συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις προκειμένου να θεωρηθεί ότι τα επίμαχα μέτρα που έλαβαν οι δημόσιες αρχές της Γαλικίας συνιστούσαν παράνομη κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Μολονότι η Επιτροπή παραδέχτηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν διέθετε επαρκείς, αξιόπιστες και εξαντλητικές πληροφορίες όσον αφορά την ιδιαίτερη κατάσταση της Γαλικίας, επιβεβαιώνοντας κατά τον τρόπο αυτό το σφάλμα εκτιμήσεως το οποίο επισήμαναν η πρωτοδίκως προσφεύγουσα στο δικόγραφο της προσφυγής της, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο τρόπος κατά τον οποίο ενήργησαν οι αρχές της Γαλικίας δεν συνδέεται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας (αναγκαία παρέμβαση των δημόσιων αρχών λαμβανομένης υπόψη της διαπιστωθείσας ελλείψεως της αγοράς στη ζώνη II, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι πολίτες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να λαμβάνουν το τηλεοπτικό σήμα μετά την κατάργηση της μεταδόσεως του αναλογικού σήματος), αλλά ότι είχε οικονομικό χαρακτήρα. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό επειδή παρέλειψε να εξετάσει το ουσία βάσιμο των ισχυρισμών της Επιτροπής, ιδίως τον ισχυρισμό ότι το ψηφιοποιημένο δίκτυο των δήμων δεν μπορούσε ούτε θα μπορέσει να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής εκμεταλλεύσεως. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με πλάνη, καθόσον επιβεβαιώνει το τεκμήριο στο οποίο βασίσθηκε η Επιτροπή σχετικά με τη δυνατότητα «παροχής άλλων υπηρεσιών» διακριτών από την «υπηρεσία υποστηρίξεως του TDT» μέσω της υποστηρικτικής δομής των δήμων, και τούτο παρά το γεγονός ότι δεν είναι ούτε υλικώς ούτε νομικώς εφικτή η εν λόγω εμπορική εκμετάλλευση.
Αν είχαν ελεγχθεί ενδελεχώς όλα τα επιμέρους στοιχεία της ένδικης διαφοράς, κατά τα επιβαλλόμενα από τη νομολογία της οποίας έγινε επίκληση, το Γενικό Δικαστήριο δεν θα είχε οδηγηθεί στο συμπέρασμα αυτό, καθότι η ψηφιοποιημένη –κατόπιν της επίμαχης παρεμβάσεως των δημόσιων αρχών της Γαλικίας– υποδομή δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής εκμεταλλεύσεως τόσο λόγω των τεχνικών χαρακτηριστικών της (ένας απλός στύλος και ένα περίπτερο) και του χαμηλού επιπέδου του εξοπλισμού (αποκλειστικώς εξοπλισμός TDT) όσο και λόγω του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος (εθνική διάταξη που επιτρέπει απλώς στις τοπικές αρχές να παρέχουν την υπηρεσία αναμεταδόσεως του επίγειου ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος άνευ αντιπαροχής), και, επομένως, δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως μέτρο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
Τρίτος λόγος: Πλάνη περί το δίκαιο λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 36 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άρθρο 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου) και του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ενίσχυση είχε επιλεκτικό χαρακτήρα
Με τον συγκεκριμένο λόγο, οι αναιρεσείουσες υπογραμμίζουν ότι, όσον αφορά τον επιλεκτικό χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 85) είναι εξίσου ανεπαρκώς αιτιολογημένη με την προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και ότι βαρύνεται με πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως (αιτιολογική σκέψη 113), στο μέτρο που, χωρίς να εξετάσει την περιεχόμενη στο δικόγραφο της προσφυγής αιτίαση περί ελλιπούς ή ανεπαρκούς αιτιολογίας και να αποφανθεί επ’ αυτής κατά τρόπο σαφή και απαλλαγμένο αμφισημιών, επιβεβαίωσε τη θέση της Επιτροπής ως προς το ζήτημα αυτό, παραβιάζοντας κατά τον τρόπο αυτό την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων, ενώ παρέλειψε ταυτοχρόνως να εξετάσει, ως όφειλε, αν συνέτρεχε η απαιτούμενη συγκρισιμότητα ώστε να καθορισθεί αν η ενίσχυση έχει επιλεκτικό ή μη χαρακτήρα. Αν το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε παραλείψει να εξετάσει τα ανωτέρω, θα είχε διαπιστώσει ότι η κατάσταση των δήμων στη ζώνη II της Γαλικίας και των λοιπών «εταιριών που χρησιμοποιούν άλλες τεχνολογίες», μεταξύ των οποίων και η παρεμβαίνουσα, δεν είναι σε καμία περίπτωση συγκρίσιμες ούτε από υλικής ούτε από νομικής απόψεως, καθώς οι εν λόγω άλλες «επιχειρήσεις» ούτε παρείχαν ούτε είχαν την πρόθεση να παράσχουν (υπό τους όρους που προβλέπει η εθνική νομοθεσία: «άνευ αντιπαροχής») την υπηρεσία αναμεταδόσεως του ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος στους πολίτες που κατοικούν στη ζώνη II της Γαλικίας.
Τέταρτος λόγος: Πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των άρθρων 14 και 106, παράγραφος 2, και Πρωτόκολλο 26 σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος της ΣΛΕΕ και τη σχετική με την ερμηνεία τους νομολογία
Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, με τα οποία υπογραμμίζεται η παράβαση των άρθρων 14 και 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του Πρωτοκόλλου 26 σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος καθώς και της σχετικής με την ερμηνεία τους νομολογίας, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως στην απόφασή του τις προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης περί ΥΓΟΣ. Το πρώτο σκέλος αφορά το γεγονός ότι στην απόφαση παραγνωρίσθηκε το εύρος της περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τον ορισμό μιας ΥΓΟΣ, καθόσον το νομικό πλαίσιο ερμηνεύθηκε στην υπό κρίση υπόθεση κατά τρόπο που συνεπάγεται παραγνώριση και εξουδετέρωση του εν λόγω περιθωρίου εκτιμήσεως. Η επίσημη πράξη που επέτρεπε την επίμαχη παρέμβαση των δημόσιων αρχών προσδιόριζε σαφώς και επακριβώς την αποστολή δημόσιας υπηρεσίας και πληρούσε όλες τις απαιτήσεις που επιβάλλει η νομολογία προκειμένου να θεωρηθεί ότι επρόκειτο περί ορθού προσδιορισμού ΥΓΟΣ. Στο δεύτερο σκέλος υπογραμμίζεται ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν συνεκτιμήθηκε η ύπαρξη πρόδηλου σφάλματος κατά τον προσδιορισμό της δημόσιας υπηρεσίας και δεν διαπιστώθηκε ότι ο προσδιορισμός της ΥΓΟΣ από τις δημόσιες αρχές ήταν προδήλως εσφαλμένος, και τούτο, παρά το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι επρόκειτο καταφανώς περί δραστηριότητας η οποία μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως ΥΓΟΣ. Με το τρίτο σκέλος προβάλλονται νομικά σφάλματα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατά την ερμηνεία από το Γενικό Δικαστήριο του εθνικού δικαίου, γεγονός που το οδήγησε να αποφανθεί ότι δεν συνέτρεχε σαφής και ακριβής προσδιορισμός ΥΓΟΣ υπό το πρίσμα της αποφάσεως Altmark (2).
(1) Απόφαση 2014/489/ΕΕ της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.28599 [C 23/10 (πρώην NN 36/10, πρώην CP 163/09)] που έχει χορηγηθεί από το Βασίλειο της Ισπανίας για την ανάπτυξη της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης σε απομακρυσμένες και λιγότερο αστικοποιημένες περιοχές (εκτός της Καστίλλης-Λα Μάντσα) (EE L 217, σ. 52).
(2) EU:C:2003:415
Full & Egal Universal Law Academy