12.9.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 335/28
Αναίρεση που άσκησε στις 12 Φεβρουαρίου 2016 ο Kenzo Tsujimoto κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 2 Δεκεμβρίου 2015 στην υπόθεση T-522/13, Kenzo Tsujimoto κατά Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-86/16 P)
(2016/C 335/37)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: Kenzo Tsujimoto (εκπρόσωποι: A. Wenninger-Lenz, M. Ring, Rechtsanwältinnen, W. von der Osten-Sacken, Rechtsanwalt)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Kenzo
Αιτήματα
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 2ας Δεκεμβρίου 2015 στην υπόθεση T-522/13·
—
να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς·
—
να καταδικάσει το EUIPO και την Kenzo S.A. στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
1.
Παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 2, το κανονισμού για το κοινοτικό σήμα
Και οι δύο ανακοπές της KENZO S.A. στηρίζονται στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα (1). Και στις δύο περιπτώσεις το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του ισχυρισμού περί φήμης ο οποίος προβλήθηκε από την αντίδικο ενώπιον του τμήματος προσφυγών προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ουσιαστική χρήση του σήματος. Δεν αμφισβητείται ότι τα σχετικά έγγραφα κατατέθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την ύπαρξη, την εγκυρότητα και την έκταση της προστασίας του προγενέστερου δικαιώματος βάσει του κανόνα 19, παράγραφος 1, του κανονισμού περί της εφαρμογής του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα (2). Από τον κανόνα 19, παράγραφοι 1 και 2, και από τον κανόνα 20, παράγραφος 1 του κανονισμού περί της εφαρμογής του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα προκύπτει ότι ανακοπή που στηρίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 5 πρέπει να απορριφθεί, αν ο αντίδικος δεν αποδείξει τη φήμη του προγενέστερου σήματος εντός της προθεσμίας που τίθεται από το Γραφείο. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, όμως, στο συμπέρασμα ότι η εκτίμηση του το κατά πόσον θα έπρεπε τα αποδεικτικά στοιχεία να ληφθούν υπόψη προς στήριξη του ισχυρισμού περί φήμης υπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του τμήματος προσφυγών, ότι το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε και άσκησε αυτή τη διακριτική ευχέρεια και αιτιολόγησε επαρκώς τη λήψη υπόψη αυτών των αποδεικτικών στοιχείων. Ο αναιρεσείων φρονεί, αντιθέτως, ότι η αναγνώριση, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, διακριτικής ευχέρειας του τμήματος προσφυγών πάσχει νομική πλάνη και αποτελεί κακή εφαρμογή των κανόνων 19, παράγραφοι 1 και 2, και 20, παράγραφος 1, του κανονισμού περί της εφαρμογής του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα.
Ο αναιρεσείων γνωρίζει ότι οι λοιποί διάδικοι υποστηρίζουν ότι το παραδεκτό της λήψεως υπόψη των εγγράφων που υποβλήθηκαν για να αποδειχτεί η ουσιαστική χρήση προς στήριξη του ισχυρισμού περί φήμης δεν διέπεται από τον κανόνα 20, παράγραφος 1 του κανονισμού περί της εφαρμογής του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα, αλλά από τον κανόνα 50, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 2868/95 ως ειδικό διαδικαστικό κανόνα ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
Ακόμη και αν η διακριτική ευχέρεια του τμήματος προσφυγών ερμηνευθεί σύμφωνα προς τον κανόνα 50, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού περί της εφαρμογής του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα, αυτή η διακριτική ευχέρεια δεν ασκήθηκε ορθώς από το τμήμα προσφυγών και το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 76, παράγραφος 2, επικυρώνοντας τη συλλογιστική του τμήματος προσφυγών σχετικά με τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ της αποδείξεως χρήσης και της αποδείξεως φήμης, ως ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας. Στην πραγματικότητα το τμήμα προσφυγών δεν προσδιόρισε καν το εύρος της διακριτικής του ευχέρειας, ορίζοντας αν η διακριτική ευχέρεια ως προς το ζήτημα αυτό πρέπει να ασκηθεί κατά τρόπο περιοριστικό ή όχι. Αν το τμήμα προσφυγών είχε ασκήσει ορθώς τη διακριτική του ευχέρεια θα είχε αναγνωρίσει ότι η διακριτική ευχέρεια, σύμφωνα με την απόφαση Rintisch (υπόθεση C-120/12 P, Bernhard Rintisch κατά ΓΕΕΑ) πρέπει να ασκηθεί κατά τρόπο περιοριστικό. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ο μόνος τρόπος να ασκηθεί ορθώς η διακριτική ευχέρεια θα ήταν να μη ληφθούν υπόψη τα έγγραφα προς στήριξη του ισχυρισμού περί φήμης. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι το τμήμα προσφυγών δεν προσδιόρισε ορθώς το εύρος της διακριτικής του ευχέρειας ούτε εφάρμοσε τη διακριτική ευχέρεια εντός του εύρους αυτού και, κατ’ αυτόν τον τρόπο παρέβη το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα.
2.
Παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε συνολική σύγκριση των σημάτων «KENZO» και «KENZO ESTATE» και ως εκ τούτου παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού για του κοινοτικό σήμα. Επίσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός περί φήμης έγινε δεκτός από το Γενικό Δικαστήριο βάσει εγγράφων τα οποία δεν θα έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη αν είχε εφαρμοστεί ορθώς η νομοθεσία και αν το τμήμα προσφυγών είχε ασκήσει ορθώς τη διακριτική του ευχέρεια. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ακόμη ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη στην αναγκαία συνολική εκτίμηση κρίνοντας ότι ήταν πιθανό να συσχετισθεί το αμφισβητούμενο σήμα με το προγενέστερο σήμα και ότι θα αντλούσε αθέμιτο όφελος από τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών και το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσαν σε πλάνη κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει «νόμιμη αιτία» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα
ΕΕ L 78, σ. 1
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα
ΕΕ L 303, σ. 1