30.5.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 191/9
Αναίρεση που άσκησε στις 26 Φεβρουαρίου 2016 η British Airways plc κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 16 Δεκεμβρίου 2015 στην υπόθεση T-48/11, British Airways κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-122/16 P)
(2016/C 191/11)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: British Airways plc (εκπρόσωποι: J. Turner QC, R. O’Donoghue, Barristers, A. Lyle-Smythe, Solicitor)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στο μέτρο που περιορίζει την έκταση της ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο αίτημα που η British Airways διατύπωσε στο πλαίσιο της προσφυγής της ακυρώσεως·
—
να αναιρέσει την πρώτη παράγραφο του διατακτικού της αποφάσεως του γενικού Δικαστηρίου·
—
να ακυρώσει στο σύνολό της την προσβαλλόμενη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η British Airways plc ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει μερικώς την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 2015 στην υπόθεση T-48/11, British Airways κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Με την εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε εν μέρει η απόφαση C(2010) 7694 τελικό της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2010, στην υπόθεση COMP/39258 — Αεροπορικές μεταφορές φορτίου, στο μέτρο που αφορά την British Airways.
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους.
1.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εφαρμόζοντας την έννοια ultra petita προκειμένου να περιορίσει τις ενέργειές του, ακόμη και όταν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε το ίδιο ότι υφίσταντο ουσιώδη ελαττώματα δημόσιας πολιτικής τα οποία καθιστούσαν την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνολικά πλημμελή. Εγείροντας με δική του πρωτοβουλία ζήτημα δημόσιας πολιτικής και αποφαινόμενο επί της εξεταζόμενης υποθέσεως στη βάση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο δεν απεφάνθη ultra petita· επομένως, κρίνοντας ότι περιοριζόταν από την αρχή ultra petita για να αποφανθεί επί των συνεπειών της διαπιστώσεώς του στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
2.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως που προβάλλεται επικουρικώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση εφαρμογής του ultra petita, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να αποφανθεί ότι πάντως μπορούσε –ουσιαστικά όφειλε– να ακυρώσει στο σύνολό της την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου οι διαπιστώσεις του κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση έπασχε πλημμέλεια λόγω του ότι αντέβαινε σε ανώτερους κανόνες δικαίου και, συγκεκριμένα, προς τις αρχές της νομιμότητας και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να παραγάγουν αποτελέσματα.
Full & Egal Universal Law Academy