11.7.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 251/8
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Vergabekammer Südbayern (Γερμανία) στις 15 Απριλίου 2016 – DUK Versorgungswerk eV και Gothaer Pensionskasse AG κατά BG Klinik für Berufskrankheiten Bad Reichenhall gGmbH
(Υπόθεση C-212/16)
(2016/C 251/11)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Vergabekammer Südbayern
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αιτούντες: DUK Versorgungswerk eV, Gothaer Pensionskasse AG
Καθής: BG Klinik für Berufskrankheiten Bad Reichenhall gGmbH
Προσεπικαλούμενοι: Versorgungsanstalt des Bundes und der Länder, VBG Verwaltungs-Berufsgenossenschaft
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Συνάδει με την κατ’ άρθρο 1, παράγραφος 3, και κατ’ άρθρο 2δ, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (1), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2007/66/ΕΚ (2), εγγύηση αποτελεσματικής έννομης προστασίας το γεγονός ότι πρόσωπο, το οποίο επικαλείται το ανίσχυρο δημόσιας συμβάσεως συναφθείσας χωρίς προηγούμενη δημοσίευση σχετικής προκηρύξεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να κινήσει, ελλείψει επαπειλούμενης ζημίας, τη διαδικασία προσφυγής, για τον λόγο ότι η αναθέτουσα αρχή, η οποία δεν προέβη ούτε σε δημοσίευση σχετικής προκηρύξεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε σε επίσημη διαδικασία αναθέσεως, καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό τις υπηρεσίες που πρέπει να παρασχεθούν με δήλωσή της στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής, και μάλιστα κατά τρόπο ώστε ο προσφεύγων οικονομικός φορέας να μην δύναται να τις παράσχει;
2)
α)
Συντρέχει ουσιώδης τροποποίηση συμβάσεως κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2008, C-454/06, Pressetext), όταν δημόσια επιχείρηση συσταθείσα με απόσπαση από άλλη δημόσια επιχείρηση, στο πλαίσιο της μεταβιβάσεως ενός τμήματος εγκαταστάσεως κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23/ΕΚ (3), συνάπτει νέα σύμβαση επαγγελματικής συνταξιοδοτικής ασφάλισης με τον υφιστάμενο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό φορέα της μεταβιβάζουσας δημόσιας επιχειρήσεως, η οποία είναι πανομοιότυπη με την αρχική σύμβαση, για τους σκοπούς της διασφαλίσεως των δικαιωμάτων των μεταφερόμενων στη νέα επιχείρηση εργαζομένων όσον αφορά τις επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές γήρατος και αναπηρίας, ενώ η συσταθείσα με απόσπαση δημόσια επιχείρηση ελέγχεται από την μεταβιβάζουσα δημόσια επιχείρηση ως μοναδικό εταίρο;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του ερωτήματος (α):
β)
Επιτρέπεται η κατά το άρθρο 31, σημείο 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/ΕΚ προσφυγή στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως, με έναν μόνο οικονομικό φορέα (ήτοι τον υφιστάμενο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό φορέα της μεταβιβάζουσας δημόσιας επιχειρήσεως), όταν οι εργαζόμενοι της μεταβιβάζουσας δημόσιας επιχειρήσεως καθίστανται, διά της μεταβιβάσεως της εγκαταστάσεως, εργαζόμενοι της συσταθείσας με απόσπαση αναθέτουσας αρχής, και όταν βάσει των συμβάσεων εργασίας τους, οι οποίες μεταβιβάζονται ως έχουν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/EΚ, σε συνδυασμό με την υφιστάμενη πρακτική της εκμετάλλευσης, έχουν αξίωση έναντι του νέου εργοδότη τους, κατά το εθνικό εργατικό δίκαιο, να παρέχεται η επαγγελματική συνταξιοδοτική ασφάλιση από τον ίδιο φορέα στο πλαίσιο του οποίου γεννήθηκαν τα δικαιώματα προσδοκίας πριν από τη μεταβίβαση της εγκαταστάσεως;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως επί του ερωτήματος (β):
γ)
Μπορεί η αναθέτουσα αρχή, η οποία προ της αναθέσεως δεν προέβη σε δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε προσέφυγε στη διαδικασία αναθέσεως του άρθρου 28 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, να ασκεί προ της προσφυγής στην επίσημη διαδικασία αναθέσεως το δικαίωμά της να καθορίζει την παροχή –χωρίς να παραβιάζει τις προβλεπόμενες στις δημόσιες συμβάσεις βασικές αρχές του ανταγωνισμού, της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως– κατά τρόπο ώστε, προσδιορίζοντας τους όρους του συστήματος επαγγελματικής συνταξιοδοτικής ασφάλισης, να καθορίζει επίσης τον τρόπο χρηματοδοτήσεως του μελλοντικού φορέα συνταξιοδοτικών παροχών; Μπορεί, ως εκ τούτου, η αναθέτουσα αρχή να καθορίζει ότι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται μόνο από διανεμητικό συνταξιοδοτικό ταμείο, και να αποκλείει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά ταμεία, ακόμη και αν οι παροχές τους προς τους ασφαλισμένους εργαζομένους δεν επιτρέπεται να διαφέρουν βάσει του εθνικού εργατικού δικαίου και του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του ερωτήματος (γ):
δ)
Ισχύουν τα ανωτέρω πριν την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, ακόμη και στην περίπτωση όπου τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα μόνο ένας οικονομικός φορέας (ήτοι ο υφιστάμενος πάροχος) να είναι σε θέση να παράσχει τις υπηρεσίες ή είναι υποχρεωμένη η αναθέτουσα αρχή, όταν επιθυμεί να προσφύγει, βάσει του άρθρου 31, σημείο 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/EΚ, στη διαδικασία με διαπραγμάτευση με έναν οικονομικό φορέα, χωρίς δημοσίευση προκηρύξεως, να εξετάσει κατά τον καθορισμό της παροχής, ήδη προ της εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, αν υπάρχει εύλογη εναλλακτική λύση ή υποκατάστατο και αν η απουσία ανταγωνισμού είναι αποτέλεσμα τεχνητού περιορισμού των παραμέτρων της προμήθειας, όπως προβλέπει το άρθρο 32, παράγραφος 2, στοιχείο β', δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ;
(1) Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (EE L 395, σ. 33).
(2) Οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων (EE L 335, σ. 31).
(3) Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (EE L 82, σ. 16).