27.6.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 232/7
Αναίρεση που άσκησε στις 20 Απριλίου 2016 η Simet SpA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 3 Μαρτίου 2016 στην υπόθεση T-15/14, Simet κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-232/16 P)
(2016/C 232/09)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Simet SpA (εκπρόσωποι: A. Clarizia, C. Varrone, P. Clarizia, avvocati)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (υπόθεση T-15/14), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 2014/201/ΕE της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2013, για αναδρομική αντιστάθμιση στη Simet SpA για υπηρεσίες δημοσίων μεταφορών που παρασχέθηκαν από το 1987 έως το 2003 [κρατική ενίσχυση SA.33037 (2012/C) Ιταλία] και να ακυρώσει την εν λόγω απόφαση,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε:
—
κατά παράβαση του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, καθόσον αποφαίνεται ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές στη Simet, οι οποίες καταβλήθηκαν βάσει αποφάσεως του ιταλικού Consiglio di Stato και κοινοποιήθηκαν στις εθνικές αρχές, συνιστούν κρατική ενίσχυση, ενώ η διαφορά που κρίθηκε από τον εθνικό δικαστή αφορούσε αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω παρατυπιών στις πράξεις του ιταλικού Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών όσον αφορά την άσκηση των δραστηριοτήτων δημόσιας υπηρεσίας οδικών διαπεριφερειακών μεταφορών κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1987 και 2003,
—
κατά παράβαση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69 (1), δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι η ιταλική ρύθμιση αντέβαινε στον εν λόγω κανονισμό για δύο λόγους: 1) διότι επέβαλλε στους ιδιώτες να ασκήσουν την οικονομική δραστηριότητά τους υπό τη μορφή δημόσιας υπηρεσίας, ενώ δυνάμει του κανονισμού 1191/69, ο τρόπος αυτός ασκήσεως της δραστηριότητας της επιχειρήσεως απαγορεύεται, στο μέτρο που η δημόσια υπηρεσία συνεπάγεται την τήρηση από τον παραχωρησιούχο των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, 2) διότι δεν προέβλεπε την αντιστάθμιση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας που εκπλήρωνε η επιχείρηση. Κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1893/91 (2), δεν μπορούσε πλέον να επιβληθεί στη Simet υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον επρόκειτο για επιχείρηση διαπεριφερειακών οδικών μεταφορών προσώπων,
—
κατά παράβαση του κανονισμού 1191/69 και, ειδικότερα, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε νόμιμη την απόφαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι πληρωμές προς τη Simet συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, καθόσον η εταιρία αυτή δεν είχε προβεί σε λογιστικό διαχωρισμό των εξόδων που είχαν πραγματοποιηθεί για την επίμαχη δραστηριότητα και υπήρχε κίνδυνος υπερβολικής αντισταθμίσεως. Αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, τα άρθρα 5 επ. του κανονισμού προέβλεπαν διαφορετική μέθοδο για τον καθορισμό του μέτρου της αντισταθμίσεως, με βάση τις «επιπτώσεις» που θα μπορούσε να έχει η επιβολή των υποχρεώσεων αυτών δημόσιας υπηρεσίας στην απώλεια ανταγωνιστικότητας της επιχειρήσεως στο σύνολό της,
—
σε αντίθεση με τις αρχές που διέπουν την αποκατάσταση της ζημίας που υφίστανται οι ιδιώτες λόγω της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, αρχές κατά τις οποίες εάν η αρχή κράτους μέλους λάβει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, διοικητικό μέτρο που αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, τούτο συνεπάγεται την υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας έναντι του αποδέκτη του μέτρου, λαμβανομένου υπόψη του παράνομου χαρακτήρα του.
(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1191/69 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1969, περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 100).
(2) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1893/91 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991, για την τροποποίηση του κανονισμού 1191/69 περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ L 169, σ. 1).