11.7.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 251/11
Αναίρεση που άσκησαν στις 25 Απριλίου 2016 ο Ante Šumelj κ.λπ. κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στις 26 Φεβρουαρίου 2016 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-546/13, T-108/14 και T-109/14, Ante Šumelj κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-239/16 P)
(2016/C 251/14)
Γλώσσα διαδικασίας: η κροατική
Διάδικοι
Αναιρεσείοντες: Ante Šumelj, Dubravka Bašljan, Đurđica Crnčević, Miroslav Lovreković, Drago Burazer, Nikolina Nežić, Blaženka Bošnjak, Bosiljka Grbašić, Tea Tončić, Milica Bjelić, Marijana Kruhoberec, Davor Škugor, Ivan Gerometa, Kristina Samardžić, Sandra Cindrić, Sunčica Gložinić, Tomislav Polić, Vlatka Pižeta (εκπρόσωπος: M. Krmek, odvjetnik)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να κάνει δεκτούς τους ισχυρισμούς της αγωγής και της αιτήσεως αναιρέσεως.
—
να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδά τους, τόσο κατά την πρωτόδικη όσο και κατά την αναιρετική διαδικασία.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Στην ανάλυση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τους ακόλουθους νομικούς ισχυρισμούς:
1.
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο σε βάρος τους, μη δεχόμενο ότι η Επιτροπή αθέτησε την υποχρέωσή της να παρακολουθεί την εκτέλεση της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά τη δημιουργία, στην κροατική έννομη τάξη, σώματος αρμόδιων για την εκτέλεση δημοσίων υπαλλήλων δυνάμει του άρθρου 36 της Πράξεως Προσχωρήσεως, το οποίο ορίζει ρητά ότι «η Επιτροπή θα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς όλες τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Κροατία κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, συμπεριλαμβανομένων των δεσμεύσεων που πρέπει να εκπληρωθούν πριν ή έως και την ημερομηνία προσχώρησης». Η παρακολούθηση της Επιτροπής επικεντρωνόταν ιδιαίτερα στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κροατία στον τομέα της δικαιοσύνης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων (παράρτημα VII).
2.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά το μέτρο που διαπίστωσε, με τη σκέψη 57 της αποφάσεώς του (αντιθέτως προς ό,τι αποφάνθηκε με τη σκέψη 52 αυτής), ότι από τις δεσμεύσεις του παραρτήματος VII της Πράξεως Προσχωρήσεως που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν απορρέει υποχρέωση της Δημοκρατίας της Κροατίας να καθιερώσει σώμα αρμοδίων για την εκτέλεση δημοσίων υπαλλήλων και, συνακόλουθα, ούτε υποχρέωση της Επιτροπής να κάνει χρήση, με το έρεισμα αυτό, των μέσων δράσεως που προβλέπει το άρθρο 36 της Πράξεως Προσχωρήσεως, προκειμένου να εμποδίσει την κατάργηση του νόμου περί αρμοδίων για την εκτέλεση δημοσίων υπαλλήλων.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Δημοκρατίας της Κροατίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν μακρόχρονες και, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κεφάλαια, το κεφάλαιο 23, το οποίο ήταν το τελευταίο και το δυσχερέστερο και καταρτίστηκε σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφορούσε τα πολιτικά κριτήρια για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι διαπραγματεύσεις περατώθηκαν στις 30 Ιουνίου 2011, μετά την υποβολή, από την Κροατική Κυβέρνηση στην Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της εκθέσεως σχετικά με τη τήρηση των δεσμεύσεων του κεφαλαίου 23. Με την εν λόγω έκθεση, η Δημοκρατία της Κροατίας ανέλαβε δέκα ειδικές δεσμεύσεις όσον αφορά τη Συνθήκη Προσχωρήσεως (το άρθρο 36 της Πράξεως Προσχωρήσεως) και δεσμεύτηκε ως προς την τήρησή τους. Οι υπ’ αριθ. 1 και 3 δεσμεύσεις, τις διατάξεις των οποίων επικαλούνται οι αναιρεσείοντες καθ’ όλη τη σχετική με την υπόθεση την ένδικη διαδικασία (όσον αφορά την εισαγωγή του θεσμού των αρμοδίων για την εκτέλεση δημοσίων υπαλλήλων), υποχρεώνουν ρητά τη Δημοκρατία της Κροατίας να καθιερώσει τον θεσμό του αρμοδίου για την εκτέλεση δημοσίου υπαλλήλου.
3.
Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο (παραβιάζοντας την αρχή της ασφάλειας δικαίου), καθώς αποφάνθηκε, με τις σκέψεις 47 έως 51 της αποφάσεως, ότι η υπ’ αριθ. 1 δέσμευση δεν αφορούσε τη στρατηγική για τη δικαστική μεταρρύθμιση και το σχέδιο δράσεως που τελούσαν σε ισχύ κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της περατώσεως των διαπραγματεύσεων και της καταργήσεως του νόμου περί των αρμοδίων για την εκτέλεση δημοσίων υπαλλήλων. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η παραπομπή σε άλλη στρατηγική για τη δικαστική μεταρρύθμιση, την οποία η Επιτροπή αναφέρει κατόπιν στα έγγραφά της, και όχι στη στρατηγική για τη δικαστική μεταρρύθμιση του 2011 και στο σχέδιο δράσης του 2011, τα οποία υποχρέωναν τη Δημοκρατία της Κροατίας να καθιερώσει τον θεσμό του αρμοδίου για την εκτέλεση δημοσίου υπαλλήλου, θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, που θα προσέκρουε σε κάθε εύλογη νομική ερμηνεία.
4.
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά το μέτρο που έκρινε, με τη σκέψη 55, ότι οι ανειρεσείοντες δεν προέβαλαν κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, πλην της παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως παραβάσεις την εισαγωγή δυσμενούς διακρίσεως, την προσβολή του δικαιώματος στην εργασία καθώς και την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Είναι απλώς αδιανόητο το γεγονός ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του (χωρίς καμία αναφορά) την αρχή της ασφάλειας του δικαίου (νομική βεβαιότητα), η οποία κατά πάγια νομολογία συνδέεται με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
5.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά το μέτρο που έκρινε ότι δεν έχει προκειμένω εφαρμογή το άρθρο 13 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντούτοις, το ενδεχόμενο παράνομης διαδικασίας δεν συνεπάγεται μόνον παράβαση νομικών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι γραπτών κανόνων αυτής, αλλά και παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου (αρχή της ασφάλειας του δικαίου), καθώς και παράβαση του άρθρου 13 ΣΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει θεσμικό πλαίσιο που αποσκοπεί στην προώθηση των αξιών της, στην επιδίωξη των στόχων της, στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, των συμφερόντων των πολιτών της και των συμφερόντων των κρατών μελών, καθώς και στη διασφάλιση της συνοχής, της αποτελεσματικότητας και της συνέχειας των πολιτικών και των δράσεών της. Οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης αποτελούν τμήμα της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
6.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά το μέτρο που δεν έκρινε, σύμφωνα με το άρθρο 17 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι οι αναιρεσείοντες διορίστηκαν, ήτοι, επιλέχθηκαν ως αρμόδιοι για την εκτέλεση δημόσιοι υπάλληλοι όταν περατώθηκε το κεφάλαιο 23, ήτοι, όταν συμφωνήθηκε η μεταρρύθμιση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του οποίου αποτελούν μέρος οι αρμόδιοι για την εκτέλεση δημόσιοι υπάλληλοι. Πράγματι, μετά την περάτωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ της Δημοκρατίας της Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, συγκεκριμένα, με τη θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων, και λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 26 της Συμβάσεως της Βιέννης, υπήρχε ασφάλεια δικαίου ότι οι αναιρεσείοντες θα ασκούσαν το επάγγελμα που είχαν επιλέξει.
7.
To Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά το μέτρο που δεν διαπίστωσε, δεδομένων των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 36 της Πράξεως Προσχωρήσεως, ότι η Επιτροπή όφειλε να μεριμνήσει για την εφαρμογή τους και να θεσπίσει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου η Δημοκρατία της Κροατίας να τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Εφόσον η Επιτροπή δεν ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 17 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοιχειοθετείται παράβαση του εν λόγω άρθρου η οποία θίγει τους αναιρεσείοντες.
8.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά το μέτρο που δεν έκρινε ότι η Συνθήκη Προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων και, ως εκ τούτου, επιβάλλει υποχρεώσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα δυνάμει της νομοθεσίας και της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν προκειμένω, η Συνθήκη Προσχωρήσεως εγγυάται στους αναιρεσείοντες το δικαίωμα στην εργασία και στη δημιουργία ενός νέου επαγγέλματος για τους επιλεχθέντες. Με βάση το γράμμα των διατάξεων της Συνθήκης, οι αναιρεσείοντες διατηρούσαν εύλογες προσδοκίες ότι θα άρχιζαν να ασκούν τα καθήκοντα της εργασίας για την οποία διορίστηκαν, καθόσον πληρούσαν ήδη όλες τις αναγκαίες νόμιμες προϋποθέσεις (εξετάσθηκαν επιτυχώς στον σχετικό διαγωνισμό, εγκατέλειψαν την προηγούμενη θέση εργασίας τους και εξόπλισαν τα γραφεία τους).