20.6.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 222/9
Αναίρεση που άσκησε στις 2 Μαΐου 2016 η Ludwig-Bölkow-Systemtechnik GmbH κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) στις 19 Φεβρουαρίου 2016 στην υπόθεση T-53/14, Ludwig-Bölkow-Systemtechnik κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-250/16 P)
(2016/C 222/11)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ludwig-Bölkow-Systemtechnik GmbH (εκπρόσωπος: M. Núñez Müller, δικηγόρος)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο η αγωγή της στην υπόθεση T-53/14 απορρίφθηκε κατά τα λοιπά, καθώς και το σημείο 4 του εν λόγω διατακτικού σχετικά με τα δικαστικά έξοδα,
—
να μεταρρυθμίσει το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο τα ποσά που υποχρεούται να καταβάλει η Ludwig-Bölkow-Systemtechnik GmbH ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση μειώνονται κατά ποσοστό 10 % επί των προς επιστροφή προκαταβολών, και να αποφανθεί ότι η Ludwig-Bölkow-Systemtechnik GmbH δεν οφείλει κανένα ποσό ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση,
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας καθώς και – προς συμπλήρωση του σημείου 4 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως – στα έξοδα της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό στην υπόθεση T-53/14.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αίτηση αναιρέσεως δεν βάλλει κατά του σημείου 1 του διατακτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-53/14, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι παρήλκε η απόφαση επί του πρώτου και του δεύτερου αγωγικού αιτήματος. Ομοίως, η αίτηση αναιρέσεως δεν βάλλει κατά του σημείου 2 του διατακτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-53/14, κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι τα ποσά που υποχρεούται να καταβάλει η Ludwig-Bölkow-Systemtechnik GmbH ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση μειώνονται κατά ποσοστό 10 % επί των προς επιστροφή προκαταβολών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των έργων HyWays, HyApproval και HarmonHy· αντιθέτως, η αίτηση αναιρέσεως βάλλει κατά του σημείου 2 του διατακτικού της προαναφερθείσας αποφάσεως, μόνο κατά το μέρος που δεν μείωσε σε μηδενικό ποσό, όπως ζητούσε με την αγωγή της η αναιρεσείουσα, την οφειλόμενη αποζημίωση. Η αίτηση αναιρέσεως βάλλει κατά του σημείου 3 του διατακτικού της προαναφερθείσας αποφάσεως, κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το πρώτο και (εν μέρει) το τέταρτο αγωγικό αίτημα. Η αίτηση αναιρέσεως βάλλει κατά του σημείου 4 του διατακτικού της προαναφερθείσας αποφάσεως, υπό την έννοια ότι η αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως θα είχε υποχρεωτικά ως συνέπεια τη διαφορετική ρύθμιση των δικαστικών εξόδων και κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο, σε αντίθεση με όσα ζητούσε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της, δεν καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα που αντιστοιχούσαν στα αιτήματα της αγωγής επί των οποίων το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρήλκε να αποφανθεί.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν τηρεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως κατά τα άρθρα 36 και 53, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και ότι είναι αντίθετη προς την αρχή της καλής πίστεως, προς την απαγόρευση της παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθώς και προς το εφαρμοστέο βελγικό δίκαιο.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν τηρεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως, διότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, υποπίπτοντας σε πλάνη περί το δίκαιο και χωρίς να παράσχει ουσιαστική αιτιολογία, στην παραδοχή ότι η μέθοδος που εφάρμοσε η αναιρεσείουσα για τον υπολογισμό των εργατοωρών σε σχέση με τις επιλέξιμες δαπάνες είχε ως συνέπεια τη συμμετοχή της Επιτροπής στην κάλυψη γενικών δαπανών άσχετων με τα έργα.
Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη προς τη γενική νομική αρχή της καλής πίστεως, διότι η ασάφεια των γενικών όρων που περιλαμβάνονταν στις επίμαχες συμβάσεις έπρεπε να ερμηνευθεί σε βάρος της Επιτροπής και προς όφελος της αναιρεσείουσας, αντί ο συνδεόμενος με την εφαρμογή τους κίνδυνος να μετατεθεί στην αναιρεσείουσα.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επίσης αντίθετη προς την απαγόρευση της παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που εξέθεσε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα είναι προδήλως εσφαλμένη.
Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη προς κανόνες αναγκαστικού δικαίου της εφαρμοστέας βελγικής νομοθεσίας και προς την αρχή της αποτελεσματικής έννομης προστασίας, διότι κακώς κάνει δεκτή τη «σαφή» ερμηνεία των γενικών όρων, αποκλείοντας κατά τον τρόπο αυτό την εφαρμογή του βελγικού δικαίου.
Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επίσης αντίθετη προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως των δικαστικών αποφάσεων και προς το εφαρμοστέο δίκαιο, διότι όσον αφορά την υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως, αναγνωρίζει μεν ότι το άρθρο II.30 των γενικών όρων αντιβαίνει σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου της βελγικής νομοθεσίας, πλην όμως δεν συνάγει εξ αυτού ότι το εν λόγω άρθρο II.30 δεν πρέπει να εφαρμοστεί, αλλά προβαίνει πεπλανημένα στην κατά συστολή διατήρηση της ισχύος του.