14.11.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 419/28
Αναίρεση που άσκησε στις 28 Ιουλίου 2016 η GmbH, πρώην GmbH κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 12 Μαΐου 2016 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-322/14 και T-325/14, κατά EUIPO — Rezon
(Υπόθεση C-418/16 P)
(2016/C 419/37)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: GmbH, πρώην GmbH (εκπρόσωπος: T. Lührig, δικηγόρος)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Rezon OOD
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του όγδοου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Μαΐου 2016 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-322/14 και T-325/14, και
—
να καταδικάσει το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στο άρθρο 57, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 (1) σε συνδυασμό με τον κανόνα 22, παράγραφος 2, και τον κανόνα 40, παράγραφος 6, του κανονισμού 2868/95 (2) διότι, αντιθέτως προς τις γενικώς αναγνωρισμένες ερμηνευτικές αρχές της μεθοδολογίας του δικαίου, ερμηνεύει διαφορετικά τον καθιερωμένο όρο «απόδειξη της χρήσεως» στο άρθρο 57, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 από ό, τι στον κανόνα 22, παράγραφος 2, και στον κανόνα 40, παράγραφος 6, του κανονισμού 2868/95. Η διαφορετική ερμηνεία της αυτής ορολογίας των κανονισμών 207/2009 και 2868/95 δεν συνάδει με τις βασικές αρχές της ασφάλειας και σαφήνειας δικαίου. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο παραγνωρίζει ότι ο κανόνας 40, παράγραφος 6, και ο κανόνας 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 αποκλείουν την εκπρόθεσμη προσκόμιση αποδείξεων χρήσεως σε διαδικασίες κηρύξεως ακυρότητας, και ότι το EUIPO ουδεμία διακριτική ευχέρεια διαθέτει. Το άρθρο 57, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 δεν είναι εφαρμοστέο, ενώ ούτε το EUIPO το έχει επικαλεστεί, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να θεμελιώσει την απόφαση των τμημάτων προσφυγών και του Γενικού Δικαστηρίου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει επίσης στο άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, καθότι το Γενικό Δικαστήριο, υποπίπτοντας σε πλάνη περί το δίκαιο, έκρινε ότι μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 76, παράγραφος 2, του ως άνω κανονισμού, παρότι στο πλαίσιο της διαδικασίας κηρύξεως ακυρότητας αντίκειται στον κανόνα 40, παράγραφος 6, και στον κανόνα 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 λόγω της συστηματικής ερμηνείας του κανόνα 50, παράγραφος 1, υποπαράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 δεν συντρέχουν διότι η παρεμβαίνουσα ουδένα νόμιμο λόγο προέβαλε για την εκπρόθεσμη προσκόμιση των τιμολογίων τα οποία εξαρχής είχε στη διάθεσή της. Το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε, επομένως, εσφαλμένα το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, διότι το διαδικαστικό στάδιο και οι περιστάσεις αποκλείουν την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν εκπρόθεσμα. Κατά τα λοιπά, το Γενικό Δικαστήριο παραποίησε τα πραγματικά περιστατικά παρουσιάζοντας εσφαλμένα τα γεγονότα, με αποτέλεσμα τα τιμολόγια που προσκομίστηκαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών να μην αποτελούν «συμπληρωματικές» ή «επεξηγηματικές» αποδείξεις.
Το Γενικό Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην εξέταση ούτε των ηχητικών ούτε των εννοιολογικών αποκλίσεων μεταξύ των σημείων που πραγματικά χρησιμοποιούνται, ενώ εν γένει δεν συνεκτίμησε τη γενική εντύπωση, αλλά μεμονωμένα στοιχεία μόνον και ως εκ τούτου υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 207/2009.
Το Γενικό Δικαστήριο έλαβε προφανώς υπόψη άσχετες αποδείξεις, παρότι ήσαν αχρονολόγητες ή εκτός της κρίσιμης χρονικής περιόδου. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εφαρμόζοντας το άρθρο 57, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 2868/95.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι δεν πρέπει να εξετάσει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Τη δε ένσταση αποδυναμώσεως δικαιώματος ουδόλως την εξέτασε.
Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στο άρθρο 64, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο παραγνωρίζει ότι τα τμήματα προσφυγών μπορούσαν, όπως ήταν λογικό, να ακυρώσουν τις αποφάσεις και να τις παραπέμψουν στο τμήμα ακυρώσεων μόνον κατά το μέρος που αφορά τις υπηρεσίες «Διαφήμιση σχετικά με οχήματα», ενώ κατά το μέρος που αφορά τις υπόλοιπες υπηρεσίες, για τις οποίες η χρήση δεν απεδείχθη, έπρεπε να εκδώσουν οριστική απόφαση και λόγω μη αποδείξεως της χρήσεως να κηρύξουν μερικώς απορριπτέες, με διατακτικό δυνάμενο να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, τις αιτήσεις κηρύξεως ακυρότητας.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (EE L 303, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy