30.1.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 30/22
Αναίρεση που άσκησαν στις 17 Νοεμβρίου 2016 οι Sun Pharmaceutical Industries Ltd, πρώην Ranbaxy Laboratories Ltd, Ranbaxy (UK) Ltd κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (ένατο τμήμα) στις 8 Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση T-460/13, Sun Pharmaceutical Industries Ltd, πρώην Ranbaxy Laboratories Ltd, Ranbaxy (UK) Ltd κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-586/16 P)
(2017/C 030/27)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Sun Pharmaceutical Industries Ltd, πρώην Ranbaxy Laboratories Ltd, Ranbaxy (UK) Ltd (εκπρόσωποι: R. Vidal, A. Penny, Solicitors, B. Kennelly, QC, Barrister)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-460/13, καθόσον με αυτήν απορρίπτεται η προσφυγή τους για ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 2013, στην υπόθεση COMP/39226 — Lundbeck (κιταλοπράμη), με την οποία διαπιστώθηκε εξ αντικειμένου παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 ΕΟΧ, κατά το μέρος που αφορά τις αναιρεσείουσες·
—
να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 4, της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που αφορά τις αναιρεσείουσες·
—
να ακυρώσει το άρθρο 2, παράγραφος 4, της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον επιβάλλει στις αναιρεσείουσες πρόστιμο ή, επικουρικώς, να μειώσει το ποσό του προστίμου· και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά και λοιπά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες και να λάβει κάθε άλλο μέτρο που θα κρίνει πρόσφορο.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
1.
Το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το κριτήριο για τη στοιχειοθέτηση της «εξ αντικειμένου» παραβάσεως του άρθρου 101, παράγραφος 1, που καθιέρωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΔΕΕ) στην υπόθεση Cartes Bancaires κατά Επιτροπής, C-67/13 P, ECLI: EU:C:2014:2204 (στο εξής: υπόθεση Cartes Bancaires). Η συμφωνία μεταξύ των αναιρεσειουσών και της H. Lundbeck A/S (στο εξής: Lundbeck), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 16 Ιουνίου 2002 (στο εξής: συμφωνία), δεν ήταν, ως εκ της φύσεώς της, επιζήμια για τον ανταγωνισμό. Σκοπός της, εκ πρώτης όψεως, ήταν να διευθετήσει διαφορά αφορώσα διπλώματα ευρεσιτεχνίας μεταξύ των αναιρεσειουσών και της Lundbeck. Για να διαπιστωθεί αν η συμφωνία ήταν πράγματι επιζήμια για τον ανταγωνισμό, έπρεπε η Επιτροπή να εξετάσει τα αποτελέσματά της.
2.
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνοντας ότι υπήρχε ουσιώδης «δυνητικός ανταγωνισμός» μεταξύ των αναιρεσειουσών και της Lundbeck κατά τον χρόνο συνάψεως της συμφωνίας, προδήλως παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει κατά τρόπο αντικειμενικό ότι οι αναιρεσείουσες είχαν πραγματική και συγκεκριμένη δυνατότητα εισόδου στην αγορά κατά τρόπο οικονομικά βιώσιμο. Από τα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι α) πριν από τη λήξη της συμφωνίας δεν υφίστατο πραγματική ή συγκεκριμένη δυνατότητα εισόδου, ούτε από αντικειμενικής απόψεως ούτε υπό όρους οικονομικής βιωσιμότητας και β) κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της συμβάσεως, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν κανένα κίνητρο να είναι ειλικρινείς όσον αφορά την προθυμία τους να εισέλθουν στην αγορά και εξαπάτησαν την Lundbeck προκειμένου, αφενός, να συμφωνήσει να παρέχει στις αναιρεσείουσες το προϊόν της σε μειωμένη τιμή και, αφετέρου, να καταβάλει πληρωμή στις αναιρεσείουσες. Με τον τρόπο αυτό, επιτράπηκε στις αναιρεσείουσες η άμεση διείσδυση στην αγορά, την οποία, κατ’ ουσίαν, δεν θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει διαφορετικά. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη βασική διάκριση μεταξύ των αναιρεσειουσών και των λοιπών παραγωγών γενοσήμων που σύναψαν συμφωνίες με τη Lundbeck, συνιστάμενη στο γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν καμία ρεαλιστική και συγκεκριμένη δυνατότητα λήψεως αδείας κυκλοφορίας στην αγορά εντός των χρονικών πλαισίων της συμφωνίας.
3.
Εν πάση περιπτώσει, καμία χρηματική ποινή δεν θα έπρεπε να επιβληθεί στις αναιρεσείουσες. Κατά τον χρόνο συνάψεως της συμφωνίας, οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής δεν μεταχειρίζονταν την εν λόγω συμφωνία ως στοιχειοθετούσα παράβαση «εξ αντικειμένου». Επρόκειτο περί καινοφανούς υποθέσεως, κατά την οποία η Lundbeck προστατεύτηκε, εκ πρώτης όψεως, από τον ανταγωνισμό βάσει των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που κατείχε και των κανονιστικών φραγμών και οι αναιρεσείουσες βελτίωσαν στην πράξη την ικανότητά τους να ανταγωνιστούν την Lundbeck όσον αφορά τη σχετική αγορά, προμηθευόμενες το προϊόν της Lundbeck σε μειωμένες τιμές, το οποίο μπορούσαν να κυκλοφορήσουν με τη δική τους σήμανση. Η χρηματική ποινή των αναιρεσειουσών δεν έλαβε υπόψη το καινοφανές της παραβάσεως και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Επιτροπής: θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ανακοινωθεί η έρευνα στις αναιρεσείουσες τουλάχιστον πέντε έτη πριν από την πραγματική ανακοίνωση.