20.3.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 86/7
Αναίρεση που άσκησε στις 7 Δεκεμβρίου 2016 το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) στις 28 Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση T-476/15, European Food SA κατά Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-634/16 P)
(2017/C 086/09)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείον: Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκπρόσωπος: M. Rajh)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: European Food SA, Société des produits Nestlé SA
Αιτήματα
Το αναιρεσείον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
—
να καταδικάσει τη European Food στα δικαστικά έξοδα του Γραφείου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε ότι οι κανονισμοί 207/2009 (1) και 2868/95 (2) προβλέπουν δύο είδη προθεσμίας στις διαδικασίες ενώπιον του Γραφείου: τις προθεσμίες οι οποίες ορίζονται από την ίδια τη νομοθεσία και, συνεπώς, δεν μπορούν να παραταθούν από το Γραφείο, και τις προθεσμίες που τίθενται από το Γραφείο σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση για την οργάνωση της διαδικασίας οι οποίες, εφόσον τούτο απαιτείται βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεων, μπορούν να παραταθούν κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερομένων. Συνεπώς, είναι εσφαλμένη η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν υφίσταται προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας κηρύξεως ακυρότητας που στηρίζεται σε απόλυτους λόγους απαραδέκτου.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια και τα αποτελέσματα του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009. Το άρθρο αυτό ισχύει για όλες τις διαδικασίες ενώπιον του Γραφείου και για όλες τις προθεσμίες και συγκεκριμένα (i) για αυτές που ορίζονται ευθέως από τον ίδιους τους κανονισμούς 207/2009 και 2868/95 και (ii) για αυτές που τίθενται από το Γραφείο κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του να οργανώνει τις διαδικασίες ενώπιόν του.
Τρίτον, εστιάζοντας στο τρίτο εδάφιο του κανόνα 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε την ουσία του κανόνα αυτού, που περιγράφεται στο πρώτο εδάφιο του κανόνα και συγκεκριμένα ότι για το τμήμα προσφυγών ισχύουν οι διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος που εξέδωσε την απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή. Το πρώτο εδάφιο δεν αφορά μόνο τις διαδικασίες ανακοπής αλλά ισχύει για όλες τις διαδικασίες, περιλαμβανομένων των διαδικασιών κηρύξεως ακυρότητας.
Τέταρτον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέβη το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, στο μέτρο που (i) δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή για τις προθεσμίες που θέτει το Γραφείο και (ii) δεν αναγνώρισε την εξουσία που απονέμει το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 στο τμήμα προσφυγών να κρίνει αν τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται για πρώτη φορά είναι «νέα» αποδεικτικά στοιχεία και, σε αντίθετη περίπτωση, να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια σχετικά με το παραδεκτό των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.
Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κλονίζει την ισορροπία μεταξύ των διαδικαστικών δικαιωμάτων των μερών, αναγνωρίζοντας σε κάθε εμπλεκόμενο μέρος σε διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας το δικαίωμα, χωρίς καμία περαιτέρω προϋπόθεση, να υποβάλει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Γραφείου, περιλαμβανομένου του σταδίου της προσφυγής. Τούτο στερεί από τον καθού μια βαθμίδα διοικητικής εξετάσεως, όταν ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας σκοπίμως επιλέγει να μην υποβάλει κανένα πραγματικό ή αποδεικτικό στοιχείο –η να μην υποβάλει κανένα κρίσιμο τέτοιο στοιχείο- ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων. Επιπλέον, αναγνωρίζοντας σε κάθε διάδικο σε διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας το δικαίωμα, χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις, να υποβάλει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αποτελεί παραβίαση των αρχών της οικονομίας της διαδικασίας και της χρηστής διοικήσεως.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (EE L 303, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy