ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 12ης Ιουλίου 2019 ( *1 )
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά των οδηγών οπτικών δίσκων – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ – Συμφωνίες σύμπραξης σε διαγωνισμούς που οργανώνονται από δύο κατασκευαστές υπολογιστών – Πλήρης δικαιοδοσία – Παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων – Ειδικές περιστάσεις – Νομική πλάνη»
Στην υπόθεση T‑1/16,
Hitachi-LG Data Storage, Inc., με έδρα το Τόκιο (Ιαπωνία),
Hitachi-LG Data Storage Korea, Inc., με έδρα τη Σεούλ (Νότια Κορέα),
εκπροσωπούμενες από τους L. Gyselen και N. Ersbøll, δικηγόρους,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους A. Biolan, M. Farley, C. Giolito και την F. van Schaik, στη συνέχεια από τους A. Biolan, M. Farley και την F. van Schaik,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα τη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις προσφεύγουσες με την απόφαση C(2015) 7135 τελικό, της 21ης Οκτωβρίου 2015, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση AT.39639 – οδηγοί οπτικών δίσκων),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, I. Labucka και I. Ulloa Rubio (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: N. Schall, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 3ης Μαΐου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
I. Ιστορικό της διαφοράς
Α. Προσφεύγουσες και οικεία αγορά
1
Οι προσφεύγουσες, Hitachi-LG Data Storage, Inc. και η θυγατρική της Hitachi-LG Data Storage Korea, Inc., είναι παραγωγοί και προμηθευτές οδηγών οπτικών δίσκων (στο εξής: ΟΟΔ). Ειδικότερα, η Hitachi-LG Data Storage είναι κοινή επιχείρηση συσταθείσα από την ιαπωνική εταιρία Hitachi, Ltd. και από την κορεατική εταιρία LG Electronics Inc. Δραστηριοποιείται στην αγορά από την 1η Ιουλίου 2001.
2
Η επίμαχη παράβαση αφορά ΟΟΔ που χρησιμοποιούνται σε προσωπικούς υπολογιστές (επιτραπέζιους και φορητούς υπολογιστές) (στο εξής: PC) που παράγονται από την Dell Inc. και τη Hewlett Packard (στο εξής: HP). Οι ΟΟΔ εγκαθίστανται επίσης και σε πολλές άλλες συσκευές που χρησιμοποιούν οι καταναλωτές, όπως οι συσκευές ανάγνωσης οπτικών δίσκων (στο εξής: CD) ή ψηφιακών οπτικών δίσκων (στο εξής: DVD), οι κονσόλες παιχνιδιών και άλλες ηλεκτρονικές περιφερειακές συσκευές (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 28).
3
Οι ΟΟΔ που χρησιμοποιούνται σε PC ποικίλλουν ανάλογα με τις διαστάσεις τους, τους μηχανισμούς τοποθέτησης (σχισμή ή δίσκο υποδοχής) και τους τύπους δίσκων που μπορούν να αναγνώσουν ή να εγγράψουν. Οι ΟΟΔ μπορούν να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες: τους οδηγούς μεσαίου ύψους (οδηγοί half-height, στο εξής: οδηγοί HH) για επιτραπέζιους υπολογιστές και τους μικρούς οδηγούς για φορητούς υπολογιστές. Η κατηγορία των μικρών οδηγών περιλαμβάνει οδηγούς διαφορετικών διαστάσεων. Υπάρχουν διάφοροι τύποι οδηγών HH και μικρών οδηγών, ανάλογα με την τεχνική τους λειτουργία (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 29).
4
Η Dell και η HP είναι οι δύο κύριοι κατασκευαστές αυθεντικών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά των PC. Οι δύο αυτές εταιρίες προσφεύγουν σε συνήθεις διαδικασίες διαγωνισμών για προμήθειες που διεξάγονται σε παγκόσμια κλίμακα και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ανά τρίμηνο διαπραγματεύσεις με μικρό αριθμό προεπιλεγμένων προμηθευτών ΟΟΔ σχετικά με τις τιμές σε παγκόσμιο επίπεδο και τον συνολικό όγκο των αγορών. Κατά κανόνα, τα ζητήματα τοπικού χαρακτήρα ουδέποτε διαδραμάτισαν ρόλο στους διαγωνισμούς για προμήθειες ΟΟΔ, πλην εκείνων που συνδέονται με την προβλεπόμενη ζήτηση για τις περιοχές που επηρεάζουν τις συνολικές αγορές (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 32).
5
Οι διαγωνισμοί περιλάμβαναν προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών, προσκλήσεις προς υποβολή ηλεκτρονικών προσφορών, διαδικτυακές διαπραγματεύσεις, ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και διμερείς (μη διαδικτυακές) διαπραγματεύσεις. Κατά το πέρας του διαγωνισμού, οι πελάτες ανέθεταν την παραγωγή συγκεκριμένων ποσοτήτων στους συμμετέχοντες προμηθευτές ΟΟΔ (σε όλους ή τουλάχιστον στους περισσότερους από αυτούς, εκτός αν εφαρμοζόταν μηχανισμός αποκλεισμού) με βάση τις τιμές που πρότειναν οι προμηθευτές αυτοί. Για παράδειγμα, η καλύτερη προσφορά λάμβανε 35 έως 45 % των συνολικών αναθέσεων για το επίμαχο τρίμηνο, η δεύτερη καλύτερη προσφορά 25 έως 30 %, η τρίτη 20 % κ.ο.κ. Τις συνήθεις αυτές διαδικασίες υποβολής προσφορών χρησιμοποιούσαν οι ομάδες πελατών που οργάνωναν τους διαγωνισμούς με σκοπό να επιτύχουν την υποβολή προσφορών σε ανταγωνιστικές τιμές. Προς τούτο, χρησιμοποιούσαν όλες τις πιθανές πρακτικές για την ενίσχυση του ανταγωνισμού ως προς τις τιμές μεταξύ των προμηθευτών ΟΟΔ (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 33).
6
Η Dell διενήργησε τους διαγωνισμούς κυρίως μέσω διαδικτυακής διαπραγμάτευσης. Η διαπραγμάτευση αυτή μπορούσε να έχει καθορισμένη διάρκεια ή να ολοκληρωθεί μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, για παράδειγμα δέκα λεπτά μετά την τελευταία προσφορά, εφόσον κανένας προμηθευτής ΟΟΔ δεν υπέβαλλε νέα προσφορά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διαδικτυακή διαπραγμάτευση μπορούσε να διαρκέσει πολλές ώρες εάν ο ανταγωνισμός μεταξύ των προσφερόντων ήταν πιο έντονος ή εάν η διάρκεια της διαπραγμάτευσης αυτής παρατεινόταν προκειμένου να παρακινηθούν οι προμηθευτές ΟΟΔ να συνεχίσουν να υποβάλλουν προσφορές. Αντιθέτως, ακόμη και όταν η διάρκεια μιας διαδικτυακής διαπραγμάτευσης ήταν μη προσδιορισμένη εκ των προτέρων και εξαρτιόταν από την τελική προσφορά, η Dell μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ανακοινώσει το πέρας της διαδικτυακής διαπραγμάτευσης. Η Dell μπορούσε να αποφασίσει να περάσει από διαδικασία «μόνο διά κατάταξης» σε διαδικασία «στα τυφλά». Η Dell μπορούσε να ακυρώσει τη διαδικτυακή διαπραγμάτευση εάν η πρόσκληση υποβολής προσφορών ή η έκβασή της κρινόταν μη ικανοποιητική και μπορούσε, αντ’ αυτού, να διεξαγάγει διμερείς διαπραγματεύσεις. Η διαδικασία διαδικτυακής διαπραγμάτευσης διεξαγόταν υπό την εποπτεία των διαχειριστών αγορών της Dell που ήταν υπεύθυνοι σε παγκόσμιο επίπεδο για τις συναλλαγές αυτές (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογικές σκέψεις 34 και 37).
7
Η HP από την πλευρά της διεξήγε κυρίως τους διαγωνισμούς προμηθειών μέσω προσκλήσεων προς υποβολή προσφορών και προσκλήσεων προς ηλεκτρονική υποβολή προσφορών. Οι δύο διαδικασίες πραγματοποιούνταν διαδικτυακά με τη χρήση της ίδιας πλατφόρμας. Όσον αφορά, αφενός, τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών, αυτές λάμβαναν χώρα ανά τρίμηνο. Περιλάμβαναν τόσο διαδικτυακές διαπραγματεύσεις όσο και διμερείς μη διαδικτυακές διαπραγματεύσεις, κατανεμημένες σε ορισμένη χρονική περίοδο, διάρκειας κατά κανόνα δύο εβδομάδων. Οι προμηθευτές ΟΟΔ καλούνταν σε ανοιχτό για συγκεκριμένη περίοδο διαγωνισμό, προκειμένου να υποβάλουν τις προσφορές τους μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Μετά το πρώτο στάδιο υποβολής προσφορών, η HP διαβουλευόταν με κάθε συμμετέχοντα και ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με βάση την πρόταση του προμηθευτή ΟΟΔ ώστε να επιτύχει την καλύτερη προσφορά κάθε προμηθευτή χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητα ή την προσφορά των άλλων προμηθευτών ΟΟΔ. Όσον αφορά, αφετέρου, τις ηλεκτρονικές προσκλήσεις υποβολής προσφορών, αυτές οργανώνονταν κατά κανόνα υπό τη μορφή μειοδοτικού διαγωνισμού. Οι προσφέροντες συνδέονταν στη διαδικτυακή πλατφόρμα συγκεκριμένη ώρα και ο μειοδοτικός διαγωνισμός ξεκινούσε με τιμή εκκίνησης αυτήν που καθόριζε η HP. Οι προσφέροντες που υπέβαλλαν τις προοδευτικά χαμηλότερες προσφορές ενημερώνονταν για τη θέση τους στην κατάταξη κάθε φορά που υποβαλλόταν νέα προσφορά. Στο τέλος του καθορισμένου χρόνου, ο προμηθευτής ΟΟΔ που είχε υποβάλει την χαμηλότερη προσφορά κέρδιζε τον μειοδοτικό διαγωνισμό και οι λοιποί προμηθευτές κατατάσσονταν δεύτεροι και τρίτοι ανάλογα με τις προσφορές τους (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογικές σκέψεις 41 έως 44).
Β. Διοικητική διαδικασία
8
Στις 14 Ιανουαρίου 2009, η Επιτροπή έλαβε αίτηση περί μη επιβολής προστίμου, βάσει της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17, στο εξής: ανακοίνωση περί επιείκειας), την οποία υπέβαλε η εταιρία Koninklijke Philips NV (στο εξής: Philips). Στις 29 Ιανουαρίου και στις 2 Μαρτίου 2009, η αίτηση αυτή συμπληρώθηκε προκειμένου να περιλάβει, από κοινού με τη Philips, τις εταιρίες Lite-On IT Corporation και την κοινή τους επιχείρηση Philips & Lite-On Digital Solutions Corporation (στο εξής: PLDS).
9
Στις 29 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε αίτημα παροχής πληροφοριών σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ΟΟΔ.
10
Στις 30 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή χορήγησε απαλλαγή υπό όρους στη Philips, τη Lite-On IT και την PLDS.
11
Στις 4 και 6 Αυγούστου 2009, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν στην Επιτροπή αίτηση για μείωση του προστίμου κατ’ εφαρμογήν της ανακοίνωσης περί επιεικούς μεταχείρισης.
12
Στις 18 Ιουλίου 2012, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία και εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων κατά δεκατριών προμηθευτών ΟΟΔ, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες. Στην εν λόγω ανακοίνωση, η Επιτροπή ανέφερε, εν συνόψει, ότι οι εταιρίες αυτές είχαν παραβεί το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), μετέχοντας σε σύμπραξη σχετικά με ΟΟΔ από τις 5 Φεβρουαρίου 2004 έως τις 29 Ιουνίου 2009, η οποία έγκειτο στον συντονισμό της συμπεριφοράς τους όσον αφορά διαγωνισμούς για προμήθειες που διοργανώθηκαν από δύο εταιρίες κατασκευής υπολογιστών, ήτοι την Dell και την HP.
13
Την ίδια ημέρα η Επιτροπή χορήγησε απαλλαγή υπό όρους στις προσφεύγουσες.
14
Στις 29 και 30 Νοεμβρίου 2012, όλοι οι αποδέκτες της ανακοίνωσης αιτιάσεων έλαβαν μέρος σε ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής.
15
Στις 14 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή κάλεσε όλα τα μέρη να προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα που έλαβαν από την Dell και την HP κατά την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση. Όλα τα μέρη ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα αυτά και είχαν πρόσβαση στις απαντήσεις που έδωσαν οι άλλοι προμηθευτές ΟΟΔ.
16
Στις 18 Φεβρουαρίου 2014, η Επιτροπή εξέδωσε δύο συμπληρωματικές ανακοινώσεις αιτιάσεων για να συμπληρώσει, να τροποποιήσει και να διευκρινίσει τις αιτιάσεις κατά ορισμένων αποδεκτών της ανακοίνωσης αιτιάσεων όσον αφορά την ευθύνη τους στην προβαλλόμενη παράβαση.
17
Στις 26 Φεβρουαρίου 2015, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν στην Επιτροπή αίτημα για μείωση του προστίμου λόγω «ιδιαιτεροτήτων» κατά την έννοια του σημείου 37 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων).
18
Στις 5 Μαρτίου 2015, οι προσφεύγουσες και ο εξωτερικός τους σύμβουλος συναντήθηκαν με την Επιτροπή προκειμένου να εκθέσουν το αίτημά τους για μείωση του προστίμου.
19
Την 1η Ιουνίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε μία ακόμη συμπληρωματική ανακοίνωση αιτιάσεων. Η νέα αυτή ανακοίνωση είχε σκοπό να συμπληρώσει τις προηγούμενες κοινοποιήσεις αιτιάσεων, απευθύνοντας τις αιτιάσεις που περιέχονταν στις ανακοινώσεις αυτές και σε άλλες νομικές οντότητες που ανήκαν στους ομίλους επιχειρήσεων (μητρικές εταιρίες ή απορροφηθείσες οντότητες) που ήταν ήδη αποδέκτες της ανακοίνωσης αιτιάσεων.
20
Οι αποδέκτες των ανακοινώσεις αιτιάσεων της 18ης Φεβρουαρίου 2014 και της 1ης Ιουνίου 2015 γνωστοποίησαν τις απόψεις τους εγγράφως στην Επιτροπή αλλά δεν ζήτησαν ακρόαση.
21
Στις 3 Ιουνίου 2015, η Επιτροπή απέστειλε έκθεση των πραγματικών περιστατικών σε όλα τα μέρη. Οι αποδέκτες της έκθεσης πραγματικών περιστατικών γνωστοποίησαν τις απόψεις τους εγγράφως στην Επιτροπή.
22
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν στην Επιτροπή δεύτερο αίτημα μείωσης του προστίμου. Το αίτημα αυτό αποσκοπούσε στην επικαιροποίηση ορισμένων δεδομένων που εκτίθενται στην από 26 Φεβρουαρίου 2015 αίτησή τους.
23
Στις 18 Σεπτεμβρίου 2015, οι προσφεύγουσες και ο εξωτερικός τους σύμβουλος συμμετείχαν σε δεύτερη συνάντηση με την Επιτροπή σχετικά με την πορεία της υπόθεσής τους.
24
Στις 5 και 15 Οκτωβρίου 2015, η Επιτροπή συμβουλεύθηκε την Συμβουλευτική επιτροπή για τις συμπράξεις και τις δεσπόζουσες θέσεις (στο εξής: συμβουλευτική επιτροπή).
25
Στις 21 Οκτωβρίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2015) 7135 τελικό, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρο 101 ΣΛΕΕ και του άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση AT.39639 – οδηγοί οπτικών δίσκων) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Γ. Προσβαλλόμενη απόφαση
1. Επίμαχη παράβαση
26
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη είχαν συντονίσει την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους, τουλάχιστον από τις 23 Ιουνίου 2004 έως τις 25 Νοεμβρίου 2008. Διευκρίνισε ότι ο συντονισμός αυτός έγινε μέσω δικτύου παράλληλων διμερών επαφών. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη επεδίωκαν να προσαρμόσουν τον όγκο των προϊόντων που διέθεταν στην αγορά και να διασφαλίσουν ότι οι τιμές παρέμεναν σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά που θα προέκυπταν ελλείψει αυτών των διμερών επαφών (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 67).
27
Η Επιτροπή διευκρίνισε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο συντονισμός μεταξύ των μετεχόντων στη σύμπραξη αφορούσε τους λογαριασμούς πελατών της Dell και της HP, των δύο σημαντικότερων κατασκευαστών αυθεντικών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά των PC. Κατά την Επιτροπή, πέραν των διμερών διαπραγματεύσεων με τους προμηθευτές ΟΟΔ, η Dell και η HP οργάνωναν τυποποιημένους διαγωνισμούς για προμήθειες που λάμβαναν χώρα τουλάχιστον κάθε τρίμηνο. Επισήμανε ότι τα μέλη της σύμπραξης χρησιμοποιούσαν το δίκτυο διμερών επαφών τους προκειμένου να νοθεύσουν τους διαγωνισμούς αυτούς, υπονομεύοντας έτσι τις προσπάθειες των πελατών τους να τονώσουν τον ανταγωνισμό μέσω των τιμών (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 68).
28
Κατά την Επιτροπή, οι τακτικές ανταλλαγές πληροφοριών παρείχαν στα μέλη της σύμπραξης τη δυνατότητα μεταξύ άλλων να γνωρίζουν λεπτομερώς τις προθέσεις των ανταγωνιστών τους πριν ακόμη συμμετάσχουν στον διαγωνισμό και, ως εκ τούτου, να προβλέπουν την ανταγωνιστική στρατηγική τους (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 69).
29
Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, σε τακτά διαστήματα, τα μέλη της σύμπραξης αντάλλασσαν πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που αφορούσαν τους λογαριασμούς συγκεκριμένων πελατών καθώς και πληροφορίες που δεν σχετίζονταν με τις τιμές, όπως η υφιστάμενη παραγωγή και η προμηθευτική ικανότητα, η κατάσταση των αποθεμάτων, το καθεστώς πιστοποίησης και ο χρόνος εισαγωγής νέων προϊόντων ή βελτιώσεων. Επισήμανε, επίσης, ότι οι προμηθευτές ΟΟΔ είχαν πρόσβαση στα τελικά αποτελέσματα των περατωθέντων διαγωνισμών, δηλαδή στην κατάταξη, την τιμή και τον όγκο που επιτεύχθηκαν (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 70).
30
Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι οι προμηθευτές, έχοντας κατά νου ότι τα μέλη της σύμπραξης έπρεπε να διατηρούν μυστικές τις επαφές τους από τους πελάτες, χρησιμοποιούσαν για να επικοινωνούν μεταξύ τους τα μέσα που έκριναν αρκούντως κατάλληλα για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος. Διευκρίνισε εξάλλου, ότι το 2003 απέτυχε, αφότου αποκαλύφθηκε σε πελάτη, η απόπειρα διεξαγωγής μιας αρχικής συνάντησης, με σκοπό να οργανωθούν τακτικές πολυμερείς συναντήσεις μεταξύ των προμηθευτών ΟΟΔ.. Κατά την Επιτροπή, αντ’ αυτού, έλαβαν χώρα διμερείς επαφές, κυρίως μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και, ενίοτε, μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, συμπεριλαμβανομένων μηνυμάτων σε προσωπικές διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (hotmail) και μέσω υπηρεσιών στιγμιαίων μηνυμάτων, ή μέσω συναντήσεων, κυρίως στο επίπεδο των διαχειριστών των παγκόσμιων λογαριασμών (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 71).
31
Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη επικοινωνούσαν τακτικά και ότι οι επαφές, κυρίως μέσω τηλεφώνου, καθίσταντο συχνότερες στο στάδιο της υποβολής προσφορών, στη διάρκεια του οποίου πραγματοποιούνταν πλείονες κλήσεις μεταξύ ορισμένων ζευγών μετεχόντων στη σύμπραξη. Διευκρίνισε ότι, γενικώς, οι επαφές μεταξύ ορισμένων ζευγών μετεχόντων στη σύμπραξη ήταν κατά πολύ αυξημένες σε σχέση με άλλα ζεύγη μετεχόντων (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 72).
2. Ευθύνη των προσφευγουσών
32
Στις προσφεύγουσες καταλογίστηκε ευθύνη λόγω της άμεσης συμμετοχής τους στη σύμπραξη από τις 23 Ιουνίου 2004 έως τις 25 Νοεμβρίου 2008, ιδίως λόγω του συντονισμού τους με άλλους ανταγωνιστές έναντι της Dell και της HP (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 494).
3. Επιβληθέν στις προσφεύγουσες πρόστιμο
33
Όσον αφορά τον υπολογισμό του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες, η Επιτροπή στηρίχθηκε στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων.
34
Καταρχάς, για τον καθορισμό του βασικού ύψους του προστίμου, η Επιτροπή θεώρησε ότι, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών διαφορών ως προς τη διάρκεια συμμετοχής των προμηθευτών και προκειμένου να αποτυπώσει καλύτερα τον πραγματικό αντίκτυπο της σύμπραξης, ήταν ενδεδειγμένο να χρησιμοποιήσει ετήσιο μέσο όρο υπολογιζόμενο με βάση την πραγματική αξία των πωλήσεων που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις κατά τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες της αντίστοιχης συμμετοχής τους στην παράβαση (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 527).
35
Η Επιτροπή εξήγησε, ειδικότερα, ότι η αξία των πωλήσεων υπολογίστηκε βάσει των πωλήσεων ΟΟΔ για PC που τιμολογήθηκαν στις εγκατεστημένες στον ΕΟΧ οντότητες της HP και της Dell (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 528).
36
Επιπλέον, δεδομένου ότι η αντίθετη στον ανταγωνισμό συμπεριφορά έναντι της ΗΡ είχε αρχίσει αργότερα και προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της σύμπραξης, η Επιτροπή θεώρησε ότι έπρεπε να υπολογιστεί χωριστά η αξία των οικείων πωλήσεων για την HP και την Dell και να εφαρμοστούν πολλαπλασιαστές με βάση τη διάρκεια της σύμπραξης (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 530).
37
Στη συνέχεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι, καθόσον οι συμφωνίες συντονισμού των τιμών περιλαμβάνονταν, ως εκ της φύσεώς τους, μεταξύ των σοβαρότερων παραβάσεων του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ και η σύμπραξη κάλυπτε γεωγραφικώς τουλάχιστον τον ΕΟΧ, το ποσοστό του μεταβλητού ποσού του προστίμου βάσει της βαρύτητας της παράβασης έπρεπε να καθοριστεί εν προκειμένω στο 16 % για όλους τους αποδέκτες της προσβαλλόμενης απόφασης (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 544).
38
Εξάλλου, η Επιτροπή επισήμανε ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, θα έπρεπε να προστεθεί στο πρόστιμο ποσό αποτρεπτικού χαρακτήρα ύψους 16 % (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογικές σκέψεις 554 και 555).
39
Επιπλέον, καθόσον το αναπροσαρμοσμένο βασικό ποσό του επιβληθέντος στις προσφεύγουσες προστίμου δεν άγγιζε το ανώτατο όριο 10 % του κύκλου εργασιών τους, η Επιτροπή δεν χρειάστηκε να προβεί σε περαιτέρω προσαρμογή βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1). Πράγματι, το αναπροσαρμοσμένο βασικό ποσό του επιβληθέντος στις προσφεύγουσες προστίμου, όπως υπολογίζεται κατά τη μεθοδολογία που περιγράφεται ανωτέρω, ανερχόταν στο 8,45 % του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησαν το 2014, ήτοι το οικονομικό έτος πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογικές σκέψεις 570 έως 572).
40
Τέλος, οι προσφεύγουσες έτυχαν μείωσης κατά 50 % του προστίμου λόγω της συνεργασία τους στην έρευνα στο πλαίσιο του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης της Επιτροπής καθώς και μερικής απαλλαγής καθότι παρείχαν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αποδείξει μεγαλύτερη διάρκεια της σύμπραξης (προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογικές σκέψεις 575 και 582 έως 592).
41
Το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μέτρο που αφορά τις προσφεύγουσες, έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Οι κάτωθι επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, συμμετέχοντας, κατά τη διάρκεια των αναφερόμενων χρονικών περιόδων, σε μια ενιαία και συνεχή παράβαση, αποτελούμενη από πλείονες διακριτές παραβάσεις, στον τομέα των οδηγών οπτικών δίσκων, η οποία καλύπτει το σύνολο του ΕΟΧ και συνίσταται σε συμφωνίες συντονισμού των τιμών:
[…]
δ)
[οι προσφεύγουσες] από τις 23 Ιουνίου 2004 έως τις 25 Νοεμβρίου 2008, για τον συντονισμό τους έναντι της Dell και της HP.
[…]
Άρθρο 2
Για την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1, επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα:
[…]
δ)
[στις προσφεύγουσες], ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την παράβαση: 37121000 ευρώ.»
II. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
42
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Ιανουαρίου 2016, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
43
Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 29 Απριλίου 2016.
44
Κατόπιν πρότασης του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο λήψης μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάλεσε τις προσφεύγουσες να προσκομίσουν ένα έγγραφο και να τοποθετηθούν εγγράφως επί ορισμένων ζητημάτων της διαφοράς. Οι προσφεύγουσες ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα αυτά εμπροθέσμως.
45
Οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Μαΐου 2018.
46
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να μειώσει το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε στο σημείο 2, στοιχείο δʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
47
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III. Σκεπτικό
Α. Επί του περιεχομένου της διαφοράς
48
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, διατείνονται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης και παρέβη την υποχρέωσή της αιτιολόγησης μη απαντώντας στο αίτημα που υπέβαλαν βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων. Δεύτερον, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομική πλάνη, καθόσον δεν απέκλινε από τη γενική μέθοδο που περιγράφεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων ώστε να μειώσει το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης και του ρόλου τους στην αγορά των ΟΟΔ.
49
Με το πρώτο αίτημά τους, και όπως προκύπτει από τα σημεία 3, 7, 41 και 43 του δικογράφου της προσφυγής και τα σημεία 11 έως 18 του υπομνήματος απαντήσεως, οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του δυνάμει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, προκειμένου να μειώσει το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε. Δηλώνουν, εξάλλου, ότι δεν ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολόγησης ή παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης από την Επιτροπή.
50
Το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάλεσε τις προσφεύγουσες να διευκρινίσουν εάν, όπως φαίνεται να αναφέρουν στην προσφυγή και στο υπόμνημα απαντήσεως, δεν σκοπεύουν να υποβάλουν, στο πλαίσιο της προσφυγής τους, αίτημα ακυρώσεως, αλλά μόνον αίτημα μείωσης του προστίμου.
51
Με την απάντησή τους στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του, αναθεωρώντας τη σιωπηρή απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει το αίτημά τους για μείωση του προστίμου βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων και εξετάζοντας το αίτημα αυτό επί της ουσίας.
52
Ωστόσο, με την ίδια απάντηση στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας, οι προσφεύγουσες ανέφεραν επίσης ότι είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι το αίτημα που υπέβαλαν στο Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του όσον αφορά το πρόστιμο βάσει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ «περιλαμβάνει ή υποκρύπτει κατ’ ανάγκην αίτημα ακυρώσεως, ολικής ή μερικής, της απόφασης αυτής» και ότι, αν, στο πλαίσιο της εξέτασης της νομιμότητας σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη, μπορούσε να προβεί σε πλήρη εξέταση σχετικά με το ύψος του προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ.
53
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Συνθήκη δεν καθιερώνει ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα την «προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας». Ειδικότερα, το άρθρο 261 ΣΛΕΕ προβλέπει απλώς ότι οι κανονισμοί που εκδίδονται βάσει των Συνθηκών δύνανται να χορηγούν στα δικαστήρια της Ένωσης πλήρη δικαιοδοσία σχετικά με τις κυρώσεις που προβλέπονται στους κανονισμούς αυτούς (διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 2004, FNICGV κατά Επιτροπής, T‑252/03, EU:T:2004:326, σκέψη 22).
54
Μάλιστα, η πλήρης αυτή δικαιοδοσία μπορεί να ασκείται από τα δικαστήρια της Ένωσης μόνο στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων και, ειδικότερα, κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, το άρθρο 261 ΕΚ έχει ως μόνο αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πεδίου των εξουσιών τις οποίες διαθέτει ο δικαστής της Ένωσης στο πλαίσιο της προσφυγής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (πρβλ. διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 2004, FNICGV κατά Επιτροπής, T‑252/03, EU:T:2004:326, σκέψεις 24 και 25).
55
Επομένως, προσφυγή με την οποία ζητείται από τον δικαστή της Ένωσης να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του κατά απόφασης επιβολής κυρώσεων, δικαιοδοσία η οποία του απονέμεται από το άρθρο 261 ΣΛΕΕ, αλλά τίθεται σε ισχύ στο πλαίσιο του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, περιλαμβάνει ή υποκρύπτει κατ’ ανάγκην αίτημα ολικής ή μερικής ακυρώσεως της απόφασης αυτής (πρβλ. διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 2004, FNICGV κατά Επιτροπής, T‑252/03, EU:T:2004:326, σκέψη 25).
56
Επομένως, μόνον αφού ο δικαστής της Ένωσης ολοκληρώσει τον έλεγχο νομιμότητας της απόφασης που υποβλήθηκε στην κρίση του, βάσει των προβληθέντων λόγων όπως επίσης και των λόγων που, κατά περίπτωση, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, δύναται, ελλείψει ολικής ακύρωσης της εν λόγω απόφασης, να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του προκειμένου, αφενός, να συναγάγει τις συνέπειες που απορρέουν από την κρίση του όσον αφορά τη νομιμότητα της απόφασης αυτής και, αφετέρου, με γνώμονα τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στην κρίση του (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2011, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑389/10 P, EU:C:2011:816, σκέψη 131, και της 10ης Ιουλίου 2014, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής, C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 213), να εκτιμήσει, αν απαιτείται, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασής του (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2014, RWE και RWE Dea κατά Επιτροπής, T‑543/08, EU:T:2014:627, σκέψη 257, Sasol κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑541/08, EU:T:2014:628, σκέψη 438, και Esso κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑540/08, EU:T:2014:630, σκέψη 133), να υποκαταστήσει την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση, ούτως ώστε να καταλήξει στο ενδεδειγμένο ύψος του προστίμου.
57
Εν προκειμένω, μολονότι, στο δικόγραφο της προσφυγής οι προσφεύγουσες υπέβαλαν μόνον αίτημα περί μεταρρύθμισης και δεν ανέφεραν ότι ζητούσαν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις μεταγενέστερες εξηγήσεις τους προκύπτει ότι δεν αντιτίθενται στον επαναχαρακτηρισμό των αιτημάτων τους από το Γενικό Δικαστήριο σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στις σκέψεις 53 έως 56 ανωτέρω.
58
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπό κρίση προσφυγή περιλαμβάνει, αφενός, αίτημα μερικής ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα των προσφευγουσών, δυνάμει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, για μείωση του προστίμου που τους επιβλήθηκε στο σημείο 2, στοιχείο δ ʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης και, αφετέρου, αίτημα μεταρρύθμισης της απόφασης αυτή, με το οποίο ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να δεχτεί το ως άνω αίτημα και να μειώσει ως εκ τούτου το εν λόγω πρόστιμο.
Β. Επί του αιτήματος ακυρώσεως
[παραλειπόμενα]
1. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης
[παραλειπόμενα]
α) Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης
[παραλειπόμενα]
1) Επί της υποχρέωσης της Επιτροπής να αιτιολογήσει τη μη συνεκτίμηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που επικαλούνται οι προσφεύγουσες
77
Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει, μη διευκρινίζοντας, στην προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους για τους οποίους δεν απέκλινε, κατόπιν του αιτήματος των προσφευγουσών και δυνάμει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, από τη γενική μεθοδολογία για τον υπολογισμό του προστίμου, τονίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 65 και 75 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν οφείλει να επισημαίνει στην απόφασή της όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που εξετάστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία καθώς και τα στοιχεία που δεν έλαβε υπόψη κατά τον υπολογισμό του ύψους του επιβληθέντος προστίμου.
78
Επιπλέον, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, η Επιτροπή δύναται να αποκλίνει από την εφαρμογή της γενικής μεθόδου για τον υπολογισμό του προστίμου, όλως κατ’ εξαίρεση, μόνο σε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, βάσει του σημείου 35 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, η Επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη, για τον καθορισμό του προστίμου, την αδυναμία της επιχείρησης να πληρώσει το πρόστιμο. Πλην όμως, εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι κατά την άτυπη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2015 η Επιτροπή ζήτησε ρητώς από τις προσφεύγουσες να επιβεβαιώσουν ότι δεν επικαλούνταν αδυναμία τους να καταβάλουν το πρόστιμο βάσει του σημείου 35 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων και ότι οι προσφεύγουσες επιβεβαίωσαν ότι δεν ζητούσαν την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής. Δεύτερον, βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, προβλέπεται ότι οι ιδιαιτερότητες μιας υπόθεσης ή η ανάγκη διασφάλισης του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου μπορεί να δικαιολογούν απόκλιση από τη μεθοδολογία που περιγράφεται στις κατευθυντήριες γραμμές.
79
Εντούτοις, κατά τη νομολογία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διακριτική ευχέρεια που απονέμεται στην Επιτροπή από τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση να αιτιολογήσει την εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή πρέπει να προσδιορίζει τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης ή την ανάγκη διασφάλισης του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου που δικαιολογούν της εφαρμογή της εν λόγω εξαίρεσης (πρβλ. απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, T‑27/10, EU:T:2014:59, σκέψη 306).
80
Ειδικότερα, όταν η Επιτροπή αποφασίσει να αποκλίνει από τη γενική μέθοδο υπολογισμού των κατευθυντήριων γραμμών, με τις οποίες αυτοδεσμεύθηκε κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, στηριζόμενη, όπως εν προκειμένω, στο σημείο 37 των κατευθυντήριων αυτών γραμμών, οι απαιτήσεις αιτιολογίας επιβάλλονται κατά μείζονα λόγο. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές περιέχουν κανόνα συμπεριφοράς που υποδεικνύει την ακολουθητέα τακτική από την οποία η Επιτροπή δεν μπορεί να παρεκκλίνει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να προσδιορίσει τους σχετικούς λόγους που πρέπει να συμβιβάζονται, μεταξύ άλλων, με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να είναι, κατά μείζονα λόγο, ακριβέστερη, διότι το σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων περιορίζεται σε μια γενική αναφορά στις «ιδιαιτερότητες μιας συγκεκριμένης υποθέσεως» και αφήνει επομένως ευρύ περιθώριο εκτίμησης στην Επιτροπή προκειμένου να προβεί σε κατ’ εξαίρεση προσαρμογή των βασικών ποσών των προστίμων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, σε μια τέτοια περίπτωση, ο σεβασμός από την Επιτροπή των εγγυήσεων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης στις διοικητικές διαδικασίες, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση αιτιολόγησης, έχει ακόμη πιο θεμελιώδη σημασία (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Printeos κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑95/15, EU:T:2016:722, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
81
Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι ιδιαίτερες περιστάσεις που προβλέπονται στο σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων δεν υφίσταντο και, ως εκ τούτου, επέλεξε την εφαρμογή της γενικής μεθόδου προκειμένου να υπολογίσει το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες. Υπό τις συνθήκες αυτές, και όπως προκύπτει από την παρατιθέμενη στις σκέψεις 65 και 75 ανωτέρω νομολογία, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση μόνον τη μεθοδολογία που εφάρμοσε για τον υπολογισμό του προστίμου και όχι τα στοιχεία που δεν έλαβε υπόψη κατά τον εν λόγω υπολογισμό και, ειδικότερα, τους λόγους για τους οποίους δεν εφάρμοσε την εξαίρεση που προβλέπεται στο σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων. Πράγματι, όπως ήδη υπομνήσθηκε (βλ. σκέψη 77 ανωτέρω), η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λάβει θέση επί όλων των επιχειρημάτων που προβάλλουν ενώπιόν της οι ενδιαφερόμενοι. Αρκεί να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά και οι νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία για την οικονομία της απόφασης.
82
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δεν αιτιολόγησε στην απόφαση αυτή τη μη εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στο σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων κατόπιν του αιτήματός τους. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί του δεύτερου σκέλους, που αφορά την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης
[παραλειπόμενα]
89
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, αφενός, ζητήθηκε η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής δύο φορές, στις 5 και στις 15 Οκτωβρίου 2015, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αφετέρου, σειρά εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση διαβιβάστηκε στα μέλη της εν λόγω επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Μεταξύ των εγγράφων αυτών, η Επιτροπή δηλώνει ότι είχε προσκομίσει σύνοψη του φακέλου της υπόθεσης, την από 3 Ιουνίου 2015 επιστολή της που περιείχε έκθεση των πραγματικών περιστατικών, τις απαντήσεις των εταιριών που θίγονται από το πρόστιμο στην εν λόγω επιστολή, ιδίως την από 26 Ιουνίου 2015 απάντηση των προσφευγουσών, το σχέδιο απόφασης συνοδευόμενο από παραρτήματα, ανακεφαλαιωτικό πίνακα των προστίμων συνοδευόμενο από λεπτομερή επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο αυτά υπολογίζονται, την ανακοίνωση των αιτιάσεων καθώς και τις σχετικές απαντήσεις.
90
Πρώτον, επισημαίνεται ότι η συμβουλευτική επιτροπή ενημερώθηκε σχετικά με τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία της διαδικασίας, ιδίως όσον αφορά την αγορά, τους αποδέκτες, τις αιτιάσεις, τη διάρκεια της παράβασης, τη μεθοδολογία και τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων καθώς και τις απόψεις που εξέφρασαν οι αποδέκτες προς απάντηση στις αιτιάσεις που προέβαλε η Επιτροπή, η δε τεκμηρίωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί τα «σημαντικότερ[α]» έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003.
91
Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 14 του κανονισμού 1/2003 δεν επιβάλλει να επισυνάπτονται οι αιτήσεις των προσφευγουσών στην τεκμηρίωση αυτή. Πράγματι, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, η αποστολή της ειδοποίησης στη συμβουλευτική επιτροπή για τη σύγκληση σύσκεψης συνοδεύεται από «περίληψη των δεδομένων της υπόθεσης, μνεία των σημαντικότερων εγγράφων και προσχέδιο απόφασης». Πλην όμως, η έκφραση «μνεία των σημαντικότερων εγγράφων» δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να διαβιβάσει στη συμβουλευτική επιτροπή όλα τα έγγραφα που ανταλλάσσει με τις εμπλεκόμενες εταιρίες.
92
Τρίτον, σημειώνεται ότι η Επιτροπή έχει διαβιβάσει στη συμβουλευτική επιτροπή επιστολή της 3ης Ιουνίου 2015 που περιείχε έκθεση των πραγματικών περιστατικών και την από 26 Ιουνίου 2015 απάντηση των προσφευγουσών στην εν λόγω επιστολή. Ως εκ τούτου, επισημαίνεται ότι οι προσφεύγουσες είχαν τη δυνατότητα, αφενός, να λάβουν γνώση των σημαντικότερων πραγματικών περιστατικών που έπρεπε να συνεκτιμήσει η Επιτροπή για τον υπολογισμό του προστίμου καθώς και, αφετέρου, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε η Επιτροπή. Οι παρατηρήσεις αυτές, εξάλλου, διαβιβάστηκαν στη συμβουλευτική επιτροπή.
93
Επομένως, καθόσον το πρώτο αίτημα των προσφευγουσών για μείωση του προστίμου λόγω των οικείων «ιδιαιτεροτήτων» κατά την έννοια του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων υποβλήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2015, δηλαδή ημερομηνία πολύ προγενέστερη της έκθεσης των πραγματικών περιστατικών που διαβίβασε η Επιτροπή στις προσφεύγουσες, δεν μπορούν οι προσφεύγουσες να προσάψουν στην Επιτροπή ότι δεν διαβίβασε τα στοιχεία αυτά στη συμβουλευτική επιτροπή. Πράγματι, ακόμη και αν η Επιτροπή ούτε περιέλαβε τα εν λόγω στοιχεία στην έκθεση των πραγματικών περιστατικών ούτε τα μνημόνευσε μεταξύ των σημαντικότερων εγγράφων, οι προσφεύγουσες είχαν τη δυνατότητα να επισημάνουν, με τις παρατηρήσεις τους της 26ης Ιουνίου 2015, τη σημασία που είχαν οι πληροφορίες αυτές για τον υπολογισμό του προστίμου.
94
Εξάλλου, στο μέτρο που τα στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες στη δεύτερη αίτηση τους της 14ης Σεπτεμβρίου 2015 δεν περιέχουν σημαντικές τροποποιήσεις σε σχέση με την πρώτη αίτηση όσον αφορά την επικαιροποίηση των ως άνω πραγματικών περιστατικών, η Επιτροπή, η οποία δεν όφειλε να ακούσει εκ νέου τις προσφεύγουσες προτού εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε νέα διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή (πρβλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 118). Ωστόσο, τονίζεται ότι η Επιτροπή συναντήθηκε και πάλι με τις προσφεύγουσες, ατύπως, στις 18 Σεπτεμβρίου 2015, όπου τους δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθούν επί των νέων πραγματικών περιστατικών, και ότι, στη συνέχεια, στις 15 Οκτωβρίου 2015, έλαβε χώρα νέα διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι τα περιστατικά αυτά δεν είχαν καθοριστική σημασία για τον υπολογισμό του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες και, για τον λόγο αυτόν, δεν γνωστοποιήθηκαν στη συμβουλευτική επιτροπή.
95
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης παραλείποντας να διαβουλευθεί με τη συμβουλευτική επιτροπή για τις ιδιαίτερες περιστάσεις που εξέθεσαν οι προσφεύγουσες. Πράγματι, η Επιτροπή ήταν επιμελής κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καθόσον, πρώτον, άκουσε τις προσφεύγουσες και εξέτασε τις παρατηρήσεις τους πριν να γνωμοδοτήσει εγγράφως η συμβουλευτική επιτροπή επί του προσχεδίου απόφασης και, δεύτερον, διαβίβασε στην επιτροπή αυτή τις σημαντικότερες πληροφορίες για τον υπολογισμό του προστίμου βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003.
96
Οι εκτιμήσεις που εκτέθηκαν στις σκέψεις 89 έως 95 ανωτέρω ισχύουν κατ’ αναλογία και ως προς τα επιχειρήματα των προσφευγουσών όσον αφορά τη διαβούλευση με το σώμα των Επιτρόπων. Συναφώς, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ουσιώδη στοιχεία του σχεδίου της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι το σχέδιο αυτό μαζί με τα παραρτήματά του, τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής και την τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων, είχαν υποβληθεί προς τελική έγκριση στο σώμα των Επιτρόπων.
[παραλειπόμενα]
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Η Hitachi-LG Data Storage, Inc. και η Hitachi-LG Data Storage Korea φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Γρατσίας
Labucka
Ulloa Rubio
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 2019.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy