ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 6ης Απριλίου 2017 ( 1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Διαδικασία ανακοπής — Διεθνής καταχώριση με ισχύ στην Ευρωπαϊκή Ένωση — Εικονιστικό σήμα NANA FINK — Προγενέστερο λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης NANA — Έλλειψη ομοιότητας των προϊόντων — Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 — Έκταση του ελέγχου που οφείλει να ασκήσει το τμήμα προσφυγών — Υποχρέωση αποφάνσεως επί του συνόλου της προσφυγής»
Στην υπόθεση Τ-39/16,
Nanu-Nana Joachim Hoepp GmbH & Co. KG, με έδρα τη Βρέμη (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον T. Boddien, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον A. Schifko,
καθού,
έτερος διάδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO:
Nadine Fink, κάτοικος Bâle (Ελβετία),
με αντικείμενο προσφυγή ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 12ης Νοεμβρίου 2015 (υπόθεση R 679/2014-1), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Nanu-Nana Joachim Hoepp και της Ν. Fink,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, A. Dittrich και P. G. Xuereb (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Ιανουαρίου 2016,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Απριλίου 2016,
έχοντας υπόψη τις γραπτές ερωτήσεις που το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους και τις αντίστοιχες απαντήσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Νοεμβρίου 2016,
έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα περί καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός τριών εβδομάδων από της κοινοποιήσεως της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 29 Μαρτίου 2012, η εταιρία στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η Ν. Fink εξασφάλισε από το Διεθνές Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΠΙ) την υπ’ αριθ. 1111651 διεθνή καταχώριση με ισχύ στην Ευρωπαϊκή Ένωση του ακόλουθου εικονιστικού σήματος:
2
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η διεθνής αυτή καταχώριση υπάγονται στις κλάσεις 14, 18 και 26 υπό την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, σχετικά με τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών όσον αφορά την καταχώριση των σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και, για κάθε μία από τις κλάσεις αυτές, αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή:
—
κλάση 14: «Πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών και προϊόντα από τα εν λόγω υλικά ή επιστρωμένα με αυτά τα οποία περιλαμβάνονται στην παρούσα κλάση, κοσμήματα, τιμαλφή, πολύτιμοι λίθοι, είδη ωρολογοποιίας και όργανα μετρήσεως του χρόνου, κλειδοθήκες σε πρωτότυπα σχέδια, θήκες ταξινομήσεως ειδών ωρολογοποιίας, διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ».
—
κλάση 18: «Δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, προϊόντα εξ αυτών των υλικών μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων· κιβώτια και βαλίτσες ταξιδίου· ομπρέλες, σακίδια, πορτοφόλια».
—
κλάση 26: «Φερμουάρ ζωνών, διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ».
3
Η εν λόγω διεθνής καταχώριση κοινοποιήθηκε στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1). Δημοσιεύθηκε δε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 71/2012, της 13ης Απριλίου 2012. Στις 24 Αυγούστου 2012, η εν λόγω διεθνής καταχώριση μεταβιβάστηκε στην Ν. Fink.
4
Στις 9 Ιανουαρίου 2013, η προσφεύγουσα, Nanu-Nana Joachim Hoepp GmbH & Co. KG, άσκησε ανακοπή δυνάμει των άρθρων 41 και 156 του κανονισμού 207/2009, κατά της διεθνούς καταχωρίσεως, καθόσον ίσχυε στην Ένωση, και δη για το σύνολο των προϊόντων που αναφέρονται στη σκέψη 2 ανωτέρω.
5
Η ανακοπή στηριζόταν στο προγενέστερο λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης NANA, το οποίο είχε καταχωρισθεί στις 19 Απριλίου 2011 με αριθμό 6218945 για προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 14, 18 και 26 και αντιστοιχούν, για κάθε μία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
—
κλάση 14: «Είδη ωρολογοποιίας και πάσης φύσεως όργανα μετρήσεως του χρόνου, κοσμήματα σε πρωτότυπα σχέδια, μπρελόκ για κλειδοθήκες, τιμαλφή, κοσμήματα, διακοσμητικά είδη από πολύτιμα μέταλλα».
—
κλάση 18: «Δερμάτινα είδη και απομιμήσεις δέρματος, καθώς και είδη από αυτά τα υλικά περιλαμβανόμενα στην κλάση 18, πάσης φύσεως τσάντες (περιλαμβανόμενες στην κλάση 18), πορτοφόλια, τσαντάκια, πάσης φύσεως βαλίτσες (περιλαμβανόμενες στην κλάση 18), ομπρέλες, αλεξήλια και ράβδοι περιπάτου, είδη ταξιδίου και τα τμήματα αυτών (περιλαμβανόμενα στην κλάση 18)».
—
κλάση 26: «Τεχνητά άνθη».
6
Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
7
Με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2014, το τμήμα ανακοπών έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή. Η ανακοπή απορρίφθηκε, λόγω ελλείψεως ομοιότητας των προϊόντων, όσον αφορά τα ακόλουθα προϊόντα:
—
κλάση 14: «Διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ, πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών».
—
κλάση 18: «Δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, είδη εξ αυτών των υλικών μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων».
—
κλάση 26: «Φερμουάρ ζωνών, διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ».
8
Το τμήμα ανακοπών έκανε δεκτή την ανακοπή, λόγω υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως, όσον αφορά τα λοιπά προϊόντα τα οποία αφορά η επίμαχη διεθνής καταχώριση.
9
Στις 7 Μαρτίου 2014, η νυν προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
10
Με απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή. Μεταξύ άλλων, έκρινε ότι το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή για τα ακόλουθα προϊόντα:
—
κλάση 14: «Φερμουάρ ζωνών, διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ».
—
κλάση 18: «Δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων».
—
κλάση 26: «Φερμουάρ ζωνών, διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ».
11
Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα εν λόγω προϊόντα και τα προϊόντα που αφορά το προγενέστερο σήμα δεν ήταν παρόμοια. Σχετικώς, σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι τα εν λόγω προϊόντα ήταν, εν μέρει, εξαρτήματα και, εν μέρει, πρώτες ύλες ή ημικατεργασμένα προϊόντα –τα οποία καταρχάς χρησιμεύουν για την κατασκευή άλλων προϊόντων και, επομένως, απευθύνονται σε εξειδικευμένο κοινό που επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή– ενώ τα προϊόντα που αφορά το προγενέστερο σήματα ήταν τελικά προϊόντα, προοριζόμενα για τον τελικό καταναλωτή, ο οποίος επιδεικνύει εύλογη προσοχή. Το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει οποιασδήποτε ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων προϊόντων, δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως των αντιπαρατιθέμενων σημάτων.
Αιτήματα των διαδίκων
12
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.
13
Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού ορισμένων επιχειρημάτων της προσφεύγουσας
14
Το EUIPO προβάλλει ότι η προσφεύγουσα βασίζει σε μεγάλο βαθμό την επιχειρηματολογία της σχετικά με την ομοιότητα προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 14, 18 και 26 με γνώμονα προϊόντα –όπως οι «ζώνες», τα «είδη ενδύσεως» ή τα «έπιπλα», τα «είδη κλινοστρωμνής» και τα «υλικά για καλλιτέχνες»– τα οποία στην πραγματικότητα εμπίπτουν σε άλλες κλάσεις για τις οποίες καταχωρίσθηκε το προγενέστερο σήμα, αλλά οι οποίες δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον του EUIPO. Ως εκ τούτου, οι επεξηγήσεις της προσφεύγουσας αναφορικά με τα ανωτέρω, λοιπά προϊόντα κρίνονται απαράδεκτες.
15
Εξάλλου, το EUIPO υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα προβάλλει για πρώτη φορά νέα επιχειρήματα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Συναφώς, το EUIPO αναφέρεται καταρχάς στο επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο το «δέρμα» και τα «δέρματα ζώων» δεν χρησιμεύουν αποκλειστικώς ως πρώτη ύλη προοριζόμενη να μεταποιηθεί σε τελικά προϊόντα, αλλά πωλούνται και απευθείας στην αγορά ως έχουν, φερ’ ειπείν ως διακοσμητικά αντικείμενα. Έπειτα, το EUIPO εκτιμά ότι είναι νέα και η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας αναφορικά με το ότι το προγενέστερο σήμα του οποίου είναι δικαιούχος έχει επίσης καταχωρισθεί για τις «απομιμήσεις δέρματος» καθεαυτές. Τέλος, το EUIPO χαρακτηρίζει νέο το επιχείρημα της προσφεύγουσας αναφορικά με το σκεπτικό των τμημάτων προσφυγών στις προηγούμενες αποφάσεις, επ’ αφορμή των οποίων αυτά είχαν κάνει δεκτή, κατά την προσφεύγουσα, ορισμένη ομοιότητα μεταξύ του «δέρματος» και των «δερμάτων ζώων», αφενός ως προϊόντων ημικατεργασμένων και αφετέρου ως τελικών προϊόντων, κατασκευασμένων από τις εν λόγω πρώτες ύλες. Το EUIPO υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι τα εν λόγω επιχειρήματα προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.
16
Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 65, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 αποσκοπεί στον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών. Στο πλαίσιο του ανωτέρω κανονισμού, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να γίνεται με βάση το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς, όπως αυτή ήχθη ενώπιον του τμήματος προσφυγών [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2005, SPAG κατά ΓΕΕΑ – Dann και Backer (HOOLIGAN), T-57/03, EU:T:2005:29, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
17
Επιπλέον, κατά το άρθρο 188 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, τα υπομνήματα που καταθέτουν οι διάδικοι στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να μεταβάλουν το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
18
Με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα του EUIPO σχετικά με το παραδεκτό ορισμένων επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
19
Όσον αφορά το παραδεκτό του επιχειρήματος της προσφεύγουσας σχετικά με τη σύγκριση των επίμαχων προϊόντων με προϊόντα άλλα από εκείνα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον του EUIPO, επισημαίνεται ότι, στο έντυπο της ανακοπής, η προσφεύγουσα επέλεξε, στην ενότητα «προϊόντα και υπηρεσίες στα οποία βασίζεται η ανακοπή», όχι το τετραγωνίδιο «όλα τα προϊόντα και οι υπηρεσίες της καταχωρίσεως/της αιτήσεως καταχωρίσεως» αλλά το τετραγωνίδιο «τα ακόλουθα προϊόντα και τις υπηρεσίες» και σημείωσε, εντός αυτού, «όλα τα προϊόντα των κλάσεων 14, 18 και 26». Επομένως, η προσφεύγουσα βάσισε την ανακοπή της αποκλειστικώς στα προϊόντα των κλάσεων 14, 18 και 26 τα οποία αφορά το προγενέστερο σήμα. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας περί της ομοιότητας με άλλα προϊόντα δεν περιλαμβάνονται στο αντικείμενο της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
20
Αντιθέτως, κρίνεται παραδεκτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο το «δέρμα» και τα «δέρματα ζώων» πωλούνται όχι μόνον ως πρώτες ύλες, αλλά και ως τελικά προϊόντα.
21
Ειδικότερα, στα σημεία 32 έως 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών βασίστηκε, κατ’ ουσίαν, σε πασίδηλα πραγματικά περιστατικά –ήτοι σε στοιχεία που μπορούν να είναι γνωστά στον οποιονδήποτε ή μπορούν να γίνουν γνωστά από γενικώς προσιτές πηγές–, κρίνοντας ότι τα προϊόντα «δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις, δέρματα ζώων» ήταν ημικατεργασμένα και ότι απευθύνονταν σε διαφορετικό κοινό από εκείνο στο οποίο απευθύνονταν τα τελικά προϊόντα τα οποία προστατεύονταν από το προγενέστερο σήμα.
22
Από τη νομολογία προκύπτει ότι αιτών στον οποίο το EUIPO αντιτάσσει πασίδηλα περιστατικά δύναται να αμφισβητήσει την ακρίβειά τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, Storck κατά ΓΕΕΑ, C‑25/05 P, EU:C:2006:422, σκέψη 52, διάταξη της 3ης Ιουνίου 2009, Zipcar κατά ΓΕΕΑ, C-394/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:334, σκέψη 43, και απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2011, LG Electronics κατά ΓΕΕΑ, C-88/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:727, σκέψη 28).
23
Επιπροσθέτως, κρίνεται παραδεκτό και το επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με την ακολουθούμενη από το EUIPO πρακτική, καθόσον, κατά τη νομολογία, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρονται σε αυτήν, ακόμα και αν τούτο γίνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ακόμα και αν η εν λόγω πρακτική είναι μεταγενέστερη της διαδικασίας που διεξήχθη ενώπιον του EUIPO [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, Sadas κατά ΓΕΕΑ – LTJ Diffusion (ARTHUR ET FELICIE), T‑346/04, EU:T:2005:420, σκέψη 20].
24
Τέλος, κρίνεται παραδεκτό και θα εξετασθεί κατ’ ουσίαν το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το προγενέστερο σήμα του οποίου είναι δικαιούχος έχει επίσης καταχωρισθεί για τις «απομιμήσεις δέρματος» καθεαυτές.
25
Το εν λόγω επιχείρημα της προσφεύγουσας αφορά, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του καταλόγου των προϊόντων που αφορά το προγενέστερο σήμα. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το ζήτημα εάν το γράμμα της κλάσεως 18 όσον αφορά το προγενέστερο σήμα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τα «δερμάτινα είδη», τις «απομιμήσεις δέρματος» καθεαυτές και τα «προϊόντα από απομιμήσεις δέρματος» ή αν έχει την έννοια ότι αφορά μόνον τα «δερμάτινα είδη» και τα «προϊόντα από απομιμήσεις δέρματος» αποτέλεσε στοιχείο του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
26
Συγκεκριμένα, προκειμένου να μπορέσουν να εξετάσουν την ταυτότητα ή την ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων, τα όργανα του EUIPO πρέπει πάντοτε να προσδιορίζουν τα προϊόντα τα οποία καλύπτονται από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα και, στο πλαίσιο αυτό, οφείλουν να προβαίνουν, εν ανάγκη, σε ερμηνεία του καταλόγου των προϊόντων για τα οποία καταχωρίζεται ένα σήμα. Επομένως, επιχείρημα σχετικά με την ερμηνεία του καταλόγου των προϊόντων που αφορά το προγενέστερο σήμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφεύγει του πλαισίου της διαφοράς, όπως αυτή ήχθη ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Πράγματι, τα ζητήματα τα οποία πρέπει να επιλύονται υποχρεωτικώς για την εκδίκαση της διαφοράς αποτελούν μέρος του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς, όπως αυτή ήχθη ενώπιον του τμήματος προσφυγών (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2005, HOOLIGAN, T-57/03, EU:T:2005:29, σκέψη 25).
Επί της εσφαλμένης ταυτοποιήσεως των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής και επί της παραλείψεως αποφάνσεως για ορισμένα προϊόντα
27
Πρέπει να επισημανθεί ότι, αιτιολογώντας την προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή για τα «διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 14, τα «δέρματα ζώων», τα οποία περιλαμβάνονται στην κλάση 18, και τα «φερμουάρ ζωνών, διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 26.
28
Διαπιστώνεται ότι, στην ανωτέρω απαρίθμηση, δεν περιλαμβάνονται τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», καθώς και το «δέρμα και [οι] απομιμήσεις δέρματος», για τα οποία επίσης είχε απορριφθεί η ανακοπή.
29
Ενώ το τμήμα προσφυγών εξέτασε τα προϊόντα «δέρμα και απομιμήσεις δέρματος», δεν έπραξε το ίδιο όσον αφορά τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», καθόσον έκρινε ότι το τμήμα ανακοπών δεν είχε απορρίψει την ανακοπή για τα εν λόγω προϊόντα.
30
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι προκύπτει από το διατακτικό της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών ότι, καίτοι το εν λόγω τμήμα έκανε δεκτή την ανακοπή όσον αφορά τα «προϊόντα από πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», απέρριψε, αντιθέτως, την ανακοπή για τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», για τα οποία έκρινε ότι δεν υφίστατο ομοιότητα με τα προϊόντα που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα. Στη σελίδα 6 της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, το εν λόγω τμήμα επισήμανε ότι απέρριψε την ανακοπή για το σύνολο των προϊόντων τα οποία δεν εμφάνιζαν ομοιότητα προς τα προϊόντα τα οποία αφορά το προγενέστερο σήμα, συνεκδοχικώς και για τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών».
31
Καθόσον το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή αποκλειστικώς για τα προϊόντα που απαριθμούνται στο σημείο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως –η οποία αναφερόταν, όσον αφορά τα προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 14 τα οποία καλύπτονται από την επίμαχη διεθνή καταχώριση, μόνο στα «διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ», χωρίς καμία αναφορά στα «πολύτιμα μέταλλα και [στα] κράματα αυτών»–, οι διάδικοι κλήθηκαν, βάσει μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, δυνάμει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, να τοποθετηθούν, αφενός, επί της εκτάσεως του αντικειμένου της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών και, αφετέρου, επί των ενδεχομένων συνεπειών στην έκβαση της υπό κρίση διαφοράς της παραλείψεως του τμήματος προσφυγών να λάβει θέση επί των «πολύτιμων μετάλλων και [των] κραμάτων αυτών», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 14, όσον αφορά την επίμαχη διεθνή καταχώριση.
32
Απαντώντας στα τεθέντα ερωτήματα, αφενός, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι η προσφυγή που είχε ασκήσει ενώπιον του τμήματος προσφυγών στρεφόταν κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών στο σύνολό της, καθόσον η ανακοπή είχε απορριφθεί. Ως εκ τούτου, η προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών έπρεπε να εκληφθεί ως βάλλουσα επίσης κατά της απορρίψεως της ανακοπής για τα προϊόντα «δέρμα και απομιμήσεις δέρματος» και τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών».
33
Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω του σφάλματος στο οποίο υπέπεσε το τμήμα προσφυγών, καθόσον παρέλειψε να αποφανθεί επί των προϊόντων «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών».
34
Αφετέρου, το EUIPO δήλωσε ότι η έκταση του αντικειμένου της διαφοράς δεν προέκυπτε σαφώς από την αίτηση που υπέβαλε η προσφεύγουσα ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Ωστόσο, το EUIPO επισήμανε ότι το τμήμα προσφυγών έπρεπε να είχε ερμηνεύσει την ανωτέρω αίτηση ως αφορώσα το σύνολο των προϊόντων για τα οποία το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή, άρα και τα προϊόντα «δέρμα και απομιμήσεις δέρματος» και τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών».
35
Κατά το EUIPO, το σφάλμα λόγω της παραλείψεως του τμήματος προσφυγών να αποφανθεί επί των προϊόντων «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών» δεν έχει συνέπειες στην έκβαση της υπό κρίση διαφοράς, κατά μείζονα λόγο διότι η προσφεύγουσα παρέλειψε και η ίδια να αναφέρει τα προϊόντα αυτά, τόσο στην προσφυγή της ενώπιον του EUIPO όσο και στο δικόγραφο της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
36
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνεται ότι η προσφυγή που είχε ασκήσει η προσφεύγουσα ενώπιον του τμήματος προσφυγών στρεφόταν κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών στο σύνολό της, καθόσον η ανακοπή είχε απορριφθεί. Τούτο προκύπτει σαφώς τόσο από το έντυπο του EUIPO σχετικά με την έκταση της προσφυγής όσο και από τα αιτήματα που διατυπώθηκαν στο υπόμνημα της προσφεύγουσας όπου εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής. Πράγματι, αφενός, στο ανωτέρω έντυπο, η προσφεύγουσα επέλεξε το τετραγωνίδιο στο οποίο δηλωνόταν ότι η απόφαση είχε προσβληθεί στο σύνολό της και, αφετέρου, στο υπόμνημά της, η προσφεύγουσα ζήτησε πρώτον, να γίνει δεκτή η ανακοπή για το σύνολο των οικείων προϊόντων και, δεύτερον, να απορριφθεί πλήρως η προστασία της επίμαχης διεθνούς καταχωρίσεως εντός της Ένωσης. Εξάλλου, τόσο η προσφεύγουσα όσο και το EUIPO επιβεβαίωσαν, στις απαντήσεις που έδωσαν στα ερωτήματα που τους τέθηκαν, ότι η προσφυγή που είχε ασκήσει η πρώτη ενώπιον του τμήματος προσφυγών έπρεπε να εκληφθεί ως στρεφόμενη κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών στο σύνολό της, καθόσον η ανακοπή είχε απορριφθεί.
37
Επομένως, το τμήμα προσφυγών παρέλειψε να αποφανθεί επί της προσφυγής που είχε ασκηθεί ενώπιόν του καθόσον αυτή αφορούσε την απόρριψη της ανακοπής αναφορικά με τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 14, για την επίμαχη διεθνή καταχώριση. Κατά τούτο, το τμήμα προσφυγών παρέβη την απορρέουσα από το άρθρο 64, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος του κανονισμού 207/2009 υποχρέωση να αποφανθεί επί της προσφυγής που ήχθη ενώπιόν του. Η υποχρέωση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το τμήμα προσφυγών υποχρεούται να αποφαίνεται επί κάθε αιτήματος που υποβλήθηκε ενώπιόν του στο σύνολό του, είτε κάνοντάς το δεκτό είτε απορρίπτοντάς το ως απαράδεκτο ή απορρίπτοντάς το κατ’ ουσίαν. Επισημαίνεται δε ότι εφόσον η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής δύναται να έχει συνέπειες όσον αφορά το περιεχόμενο της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών, πρόκειται για ουσιώδη τύπο του οποίου η παράβαση δύναται να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή [απόφαση της 10ης Ιουνίου 2008, Gabel Industria Tessil κατά ΓΕΕΑ – Creaciones Garel (GABEL), T‑85/07, EU:T:2008:186, σκέψη 20].
38
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το EUIPO στις απαντήσεις του στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το τμήμα προσφυγών, απορρίπτοντας την προσφυγή στο σύνολό της, επικύρωσε, λόγω της λειτουργικής συνέχειας, την κρίση του τμήματος ανακοπών όσον αφορά τα «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών». Συγκεκριμένα, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το τμήμα προσφυγών δεν αντιλήφθηκε ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτελούσαν αντικείμενο της προσφυγής που ήχθη ενώπιόν του. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το τμήμα προσφυγών επικύρωσε τις κρίσεις του τμήματος ανακοπών σχετικά με τα «πολύτιμα μέταλλα και [τα] κράματα αυτών».
39
Επιπροσθέτως, πρέπει να επισημανθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να τάμει ζήτημα επί του οποίου το τμήμα προσφυγών δεν έχει λάβει θέση (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C‑263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 72). Αυτό ακριβώς ισχύει εν προκειμένω, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι το τμήμα προσφυγών ουδόλως αποφάνθηκε επί των προϊόντων «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών». Επομένως, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον το τμήμα προσφυγών παρέλειψε να αποφανθεί επί των προϊόντων «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 14, για την επίμαχη διεθνή καταχώριση.
Επί των προϊόντων που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα
40
Στο πλαίσιο της αναλύσεώς της αναφορικά με τη σχέση μεταξύ των περιλαμβανομένων στην κλάση 18 προϊόντων που αφορούν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το προγενέστερο σήμα του οποίου είναι δικαιούχος είχε καταχωρισθεί για τα «δερμάτινα είδη», τις «απομιμήσεις δέρματος» καθεαυτές και τα «προϊόντα από απομιμήσεις δέρματος». Η συλλογιστική της προσφεύγουσας ερείδεται στη διατύπωση του καταλόγου των προϊόντων στη γερμανική γλώσσα, γλώσσα στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση καταχωρίσεως του προγενέστερου σήματος, καθώς και η οποία έχει ως εξής: «Waren aus Leder und Lederimitationen sowie Waren daraus (soweit in Klasse 18 enthalten)» [δερμάτινα είδη και απομιμήσεις δέρματος, καθώς και προϊόντα από απομιμήσεις δέρματος (περιλαμβανόμενα στην κλάση 18)].
41
Το EUIPO αμφισβητεί το εν λόγω επιχείρημα της προσφεύγουσας. Αφενός, υπογραμμίζει ότι η διατύπωση του καταλόγου των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 18 τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα είναι διαφορετική από εκείνη του Διακανονισμού της Νίκαιας, η οποία έχει ως εξής: «Δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, προϊόντα εξ αυτών των υλικών μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις […]». Αφετέρου, το EUIPO προβάλλει ότι η έκταση της προστασίας που παρέχεται στο πλαίσιο αυτής της κλάσεως είναι ασαφής και ανοιχτή σε ερμηνεία και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν πληροί τα κριτήρια περί σαφήνειας και ακρίβειας που έθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 19ης Ιουνίου 2012, Chartered Institute of Patent Attorneys (C-307/10, EU:C:2012:361).
42
Διαπιστώνεται ότι, κατά το άρθρο 120, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 –δυνάμει του οποίου «σε περίπτωση αμφιβολίας, ως αυθεντικό κείμενο θεωρείται το κείμενο που είναι συντεταγμένο στη γλώσσα του [EUIPO] στην οποία κατατέθηκε η αίτηση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης»–, η έκταση της προστασίας όπως παρέχεται δυνάμει της επίμαχης γερμανικής διατυπώσεως πρέπει να θεωρηθεί κρατούσα εν προκειμένω [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, Event κατά ΓΕΕΑ – CBT Comunicación Multimedia (eventer EVENT MANAGEMENT SYSTEMS), T-353/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:147, σκέψεις 14 έως 16].
43
Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, κατά τον κανόνα 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ο κατάλογος των προϊόντων και των υπηρεσιών για τον οποίον ζητείται η καταχώριση σήματος πρέπει να καταρτίζεται κατά τρόπο ώστε να καθορίζεται σαφώς η φύση τους.
44
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι στον αιτούντα την καταχώριση ενός σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης επαφίεται να δηλώσει, με την αίτησή του, τον κατάλογο των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση και να επισυνάψει, για καθένα από τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες, περιγραφή καθορίζουσα σαφώς τη φύση τους [απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2011, Pukka Luggage κατά ΓΕΕΑ – Azpiroz Arruti (PUKKA), T-483/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:692, σκέψη 37].
45
Εξάλλου, η εν λόγω επιταγή περί σαφήνειας ενισχύθηκε με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 2012, Chartered Institute of Patent Attorneys (C-307/10, EU:C:2012:361), την οποία μνημονεύει το EUIPO στις παρατηρήσεις του, με την οποία το Δικαστήριο απεφάνθη ότι πρέπει να προσδιορίζονται από τον αιτούντα με επαρκή βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η προστασία μέσω σήματος, προκειμένου να είναι οι αρμόδιες αρχές και οι επιχειρηματίες σε θέση, με αυτή και μόνον τη βάση, να καθορίζουν την έκταση της προστασίας που παρέχει το σήμα (απόφαση της 19ης Ιουνίου 2012, Chartered Institute of Patent Attorneys, C-307/10, EU:C:2012:361, σκέψη 64).
46
Σημειώνεται ότι, εν προκειμένω, η προαναφερθείσα διατύπωση στη γερμανική γλώσσα δύναται να γίνει αντιληπτή με δύο διαφορετικούς τρόπους. Αφενός, δύναται να ερμηνευθεί με τον τρόπο που προτείνεται από την προσφεύγουσα, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 40 ανωτέρω. Τέτοια ερμηνεία βασίζεται στην προκείμενη ότι, στο μέτρο που η λέξη «προϊόντα» χρησιμοποιείται τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος της περιγραφής των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 18, η πρώτη χρήση της συγκεκριμένης λέξης αναφέρεται αποκλειστικώς στο στοιχείο «δέρμα», ενώ η έκφραση «sowie Waren daraus (soweit in Klasse 18 enthalten)» [καθώς και προϊόντα παραγόμενα εξ αυτών (περιλαμβανόμενα στην κλάση 18)] αφορά το στοιχείο «απομιμήσεις δέρματος». Ως εκ τούτου, στην εν λόγω ερμηνεία, οι «απομιμήσεις δέρματος» καλύπτονται επίσης από την προαναφερθείσα διατύπωση. Αφετέρου, η επίμαχη διατύπωση μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια που έγινε δεκτή από το EUIPO, ήτοι ως αναφερόμενη αποκλειστικώς στα «δερμάτινα είδη και απομιμήσεις δέρματος» ως τελικά προϊόντα.
47
Διαπιστώνεται ότι, καθόσον δύναται να ερμηνευθεί κατά τον ανωτέρω διττό, αντικρουόμενο τρόπο, η επιλεγείσα από την προσφεύγουσα διατύπωση όσον αφορά το κείμενο του καταλόγου των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 18 τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα είναι κάπως ασαφής και, κατά συνέπεια, δεν ανταποκρίνεται στην επιταγή περί σαφήνειας που απορρέει από τον κανόνα 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 και τη νομολογία. Σημειώνεται ότι η ίδια η προσφεύγουσα δημιούργησε αυτήν την ασάφεια, με την προσθήκη των λέξεων «Waren aus» (προϊόντα από) πριν από τη γενική ένδειξη της κλάσεως 18. Όμως, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 44 και 45 ανωτέρω, στην προσφεύγουσα επαφίετο να προσδιορίσει το κείμενο του καταλόγου των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 18 τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα. Ιδίως αν η προσφεύγουσα σκόπευε να ζητήσει προστασία για τις «απομιμήσεις δέρματος», σε αυτήν επαφίετο να επιλέξει διατύπωση του καταλόγου των προϊόντων από την οποία σαφώς θα προέκυπτε η πρόθεση αυτή.
48
Κρίνεται ότι ο δικαιούχος του σήματος δεν μπορεί να επωφελείται παραβάσεως της υποχρεώσεώς του να παραθέτει τον κατάλογο των προϊόντων κατά τρόπο σαφή και ακριβή. Το οικείο κείμενο, εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνει, προς όφελος της προσφεύγουσας, τις «απομιμήσεις δέρματος» καθεαυτές.
49
Επομένως, απορρίπτεται το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο το προγενέστερο σήμα προστατεύεται για τις «απομιμήσεις δέρματος».
Επί του μοναδικού προβαλλόμενου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009
50
Η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, έναν και μόνο λόγο, ο οποίος αντλείται από παράβαση τoυ άρθρoυ 8, παράγραφoς 1, στoιχείo βʹ, του κανονισμού 207/2009.
51
Βασίζει την προσφυγή της σε ένα σύνολο αιτιάσεων κατά της εκτιμήσεως στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την έλλειψη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένα έκρινε ότι δεν υφίστατο ομοιότητα μεταξύ των προϊόντων που αφορά η επίμαχη διεθνής καταχώριση και εκείνων που αφορούσε το προγενέστερο σήμα. Κατά συνέπεια, εκτιμά ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένα έκρινε ότι δεν υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως.
52
Το EUIPO αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
53
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 151, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, κάθε διεθνής καταχώριση με προστασία που εκτείνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση παράγει, από της ημερομηνίας καταχωρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του Πρωτοκόλλου σχετικά με τη Συμφωνία της Μαδρίτης σχετικά με τη διεθνή καταχώριση σημάτων, η οποία συνήφθη στη Μαδρίτη στις 27 Ιουνίου 1989 (ΕΕ 2003, L 296, σ. 22), τα ίδια αποτελέσματα με αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 156, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ότι κατά της διεθνούς καταχώρισης που επεκτείνει την προστασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ασκείται ανακοπή με την ίδια διαδικασία που προβλέπεται για τις αιτήσεις καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν δημοσιευθεί.
54
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν γίνεται δεκτό εάν, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του προς προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία χαίρει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.
55
Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος συγχύσεως υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα επίμαχα προϊόντα ή οι επίμαχες υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Κατά την εν λόγω νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικώς, σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ενδιαφερόμενο κοινό τα επίμαχα σημεία και τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων εν προκειμένω παραγόντων, ιδίως της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon, C-39/97, EU:C:1998:442, σκέψεις 16, 17 και 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 9ης Ιουλίου 2003, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ – Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), T-162/01, EU:T:2003:199, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
56
Για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, ο κίνδυνος συγχύσεως προϋποθέτει το πανομοιότυπο ή την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων και το πανομοιότυπο ή την ομοιότητα των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Πρόκειται για σωρευτικές προϋποθέσεις [βλ. απόφαση της 8ης Μαρτίου 2013, Mayer Naman κατά ΓΕΕΑ – Daniel e Mayer (David Mayer), T-498/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:117, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
57
Με γνώμονα αυτές τις αρχές θα εξετασθεί εάν ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων για τα επίμαχα προϊόντα.
Επί του ενδιαφερομένου κοινού
58
Κατά τη νομολογία, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων, ο οποίος θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι ο βαθμός προσοχής του μέσου καταναλωτή είναι δυνατόν να μεταβάλλεται αναλόγως της κατηγορίας των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2007, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ– Altana Pharma (RESPICUR), T-256/04, EU:T:2007:46, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
59
Εν προκειμένω κρίνεται ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι το προγενέστερο σήμα είναι σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η σχετική εδαφική περιοχή για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως είναι η επικράτεια της Ένωσης, γεγονός που ορθώς διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών και το οποίο, κατά τα λοιπά, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί.
60
Αντιθέτως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών κατά το οποίο η ενδιαφερόμενη ομάδα καταναλωτών έναντι της οποίας έπρεπε να εκτιμηθεί ο κίνδυνος συγχύσεως συνετίθετο από ιδιαιτέρως προσεκτικό εξειδικευμένο κοινό.
61
Στο μέτρο που η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας επί του ζητήματος αυτού περιλαμβάνει, σε μεγάλο βαθμό, στοιχεία τα οποία εκφεύγουν του πεδίου αναλύσεως σχετικά με τη σύγκριση των επίμαχων προϊόντων, τα εν λόγω επιχειρήματα θα εξετασθούν στο στάδιο του ελέγχου της ομοιότητας μεταξύ των ανωτέρω προϊόντων.
62
Κατά συνέπεια, η εξέταση της προσφυγής πρέπει να συνεχιστεί εντός του πλαισίου της συγκρίσεως των προϊόντων.
Επί της συγκρίσεως των προϊόντων
– Επί των προϊόντων των κλάσεων 14 και 26
63
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι οι δύο ομάδες των επίμαχων προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 14 και 26, όπως καλύπτονται από την οικεία διεθνή καταχώριση και από το προγενέστερο σήμα, διέφεραν ως προς τη φύση τους, τον προορισμό τους και τη χρήση τους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο ομοιότητα μεταξύ των προαναφερθέντων προϊόντων, για τον λόγο ότι τα φερμουάρ ζωνών, τα διακοσμητικά και τα ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ ήταν εξαρτήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την κατασκευή ή τη διακόσμηση φερμουάρ ή ζωνών και τα οποία, συνεπώς, αποτελούν ημικατεργασμένα προϊόντα, ενώ τα προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στις κλάσεις 14 και 26 τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα είναι τελικά προϊόντα τα οποία χρησιμεύουν, εν μέρει, στην ένδειξη της ώρας και στη μέτρηση του χρόνου («είδη ωρολογοποιίας» και «όργανα μετρήσεως του χρόνου») και, εν μέρει, ως κοσμήματα και ποικίλματα.
64
Εξάλλου, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν λειτουργούσαν συμπληρωματικά, δεδομένου ότι τα αμφισβητούμενα εξαρτήματα δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε σημαντικά για τη χρήση των τελικών προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 14 και 26 και τα οποία αφορά το προγενέστερο σήμα. Επιπροσθέτως, τα επίμαχα προϊόντα δεν είναι διαθέσιμα μέσω των ίδιων δικτύων διανομής. Οι λειτουργίες τους είναι εντελώς διαφορετικές και ουδόλως ανταγωνιστικές. Τέλος, δεδομένου ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν προορίζονται για το ίδιο κοινό, δεν είναι εναλλάξιμα. Έτσι, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα επίμαχα προϊόντα, τα οποία εμπίπτουν στις κλάσεις 14 και 26, δεν ήταν παρόμοια.
65
Αφετέρου, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα τελικά προϊόντα, ιδίως οι «τσάντες», που περιλαμβάνονται στην κλάση 18 και καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα διέφεραν, τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς τον προορισμό τους, από τα εξαρτήματα που εμπίπτουν στις κλάσεις 14 και 26 και καλύπτονται από την επίμαχη διεθνή καταχώριση. Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι τα εξαρτήματα φερμουάρ και ζωνών είναι αναγκαία για τη χρήση των τελικών προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 18 και τα οποία αφορά το προγενέστερο σήμα, καθόσον τα τελευταία φέρουν φερμουάρ ή ζώνες ή λουριά, οι ενδιαφερόμενοι καταναλωτές, εντούτοις, δεν συνάγουν, όπως προβάλλει η προσφεύγουσα, ότι τα εν λόγω προϊόντα διατίθενται από τους ίδιους κατασκευαστές.
66
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών για διάφορους λόγους. Καταρχάς, προβάλλει ότι το τμήμα προσφυγών παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι τα επίμαχα προϊόντα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν χωριστά, ως αυτοτελή προϊόντα, τα οποία προορίζονται επίσης για τους τελικούς καταναλωτές. Συναφώς, η προσφεύγουσα αναφέρεται ιδίως στην ποικιλία των ειδών που προσδιορίζονται από τη φράση «ποικίλματα για φερμουάρ» –όπως τα μπρελόκ, οι αλυσίδες, τα δαχτυλίδια– τα οποία μπορούν να προστεθούν στα φερμουάρ για τη διακόσμηση τελικών προϊόντων, όπως οι τσάντες ή τα ενδύματα. Στο ίδιο πλαίσιο, τα «φερμουάρ ζωνών» πωλούνται, κατά την προσφεύγουσα, ως αυτοτελή προϊόντα, που καθιστούν δυνατή για τους καταναλωτές τη στερέωση, λόγου χάρη, μεγάλων κομματιών υφασμάτων, όπως υφασμάτων για σεντόνια, κουρτινών ή ενδυμάτων τύπου ποδιάς στο σώμα ή για να τονίσουν το σχήμα. Επιπροσθέτως, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι τα επίμαχα προϊόντα διανέμονται από τους ίδιους κατασκευαστές, αγοράζονται από το ίδιο κοινό και διατίθενται στα ίδια σημεία πωλήσεως. Ως εκ τούτου, το ενδιαφερόμενο κοινό μοιραία οδηγείται στη σκέψη ότι υφίσταται στενή και συμπληρωματική σχέση μεταξύ τους. Εξάλλου, ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των εν λόγω προϊόντων δύναται να βασιστεί στον αισθητικής φύσεως παρεμφερή σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στον εξωραϊσμό των τελικών προϊόντων.
67
Το EUIPO αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
68
Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, για την εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ασκούντες επιρροή παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών αυτών. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τη φύση τους, τον προορισμό τους, τη χρήση τους καθώς και τον ανταγωνιστικό ή συμπληρωματικό τους χαρακτήρα. Μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως τα δίκτυα διανομής των οικείων προϊόντων [βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – Bolaños Sabri (PiraÑAM diseño original Juan Bolaños), T-443/05, EU:T:2007:219, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
69
Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο τα επίμαχα προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στις κλάσεις 14 και 26, ήτοι, τα «ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ» και τα «φερμουάρ ζωνών», μπορούν επίσης να πωληθούν ως αυτοτελή προϊόντα απευθείας στον τελικό καταναλωτή, διαπιστώνεται ότι, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο, γεγονός παραμένει ότι τα εν λόγω προϊόντα προορίζονται να πωληθούν κυρίως στους επαγγελματίες οι οποίοι κατασκευάζουν τελικά προϊόντα και, ειδικότερα, στους κατασκευαστές ζωνών και φερμουάρ.
70
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Συναφώς, επισημαίνεται, ειδικότερα, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο τα «φερμουάρ ζωνών» καθιστούν δυνατή για τους καταναλωτές τη στερέωση μεγάλων κομματιών υφασμάτων και κουρτινών ή ενδυμάτων τύπου ποδιάς στο σώμα. Συγκεκριμένα, τα φερμουάρ ζωνών είναι, ως εκ της φύσεως και του προορισμού τους, προϊόντα προοριζόμενα να κλείνουν ζώνες και όχι προϊόντα προοριζόμενα για τις χρήσεις που αναφέρει η προσφεύγουσα.
71
Επίσης, κατά την προσφεύγουσα, τα επίμαχα προϊόντα διανέμονται από τους ίδιους κατασκευαστές ή από κατασκευαστές που συνδέονται μεταξύ τους και διατίθενται στα ίδια σημεία διανομής και, το σπουδαιότερο, στα ίδια ράφια. Εντούτοις, περιορίζεται στον ανωτέρω ισχυρισμό, χωρίς να διευκρινίζει ποιο είδος επιχειρήσεως κατασκευάζει, κατ’ αυτήν, τόσο τα επίμαχα προϊόντα όσο και εκείνα που αφορά το προγενέστερο σήμα και σε ποια σημεία διανομής διατίθενται τα εν λόγω προϊόντα.
72
Δεύτερον, είναι απορριπτέο το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί του συμπληρωματικού χαρακτήρα των επίμαχων προϊόντων –το οποίο βασίζεται στον αισθητικής φύσεως παρεμφερή σκοπό τους, συνιστάμενο στον εξωραϊσμό των τελικών προϊόντων.
73
Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι, κατά τη νομολογία, ως συμπληρωματικά νοούνται εκείνα τα προϊόντα ή υπηρεσίες μεταξύ των οποίων υφίσταται στενή σχέση, υπό την έννοια ότι το ένα είναι αναγκαίο ή σημαντικό για τη χρήση του άλλου, με συνέπεια οι καταναλωτές να δύνανται να θεωρήσουν ότι η ίδια επιχείρηση φέρει την ευθύνη κατασκευής των ως άνω προϊόντων ή παροχής των ως άνω υπηρεσιών [απόφαση της 30ής Απριλίου 2015, Tecalan κατά ΓΕΕΑ – Ensinger (TECALAN), T-100/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:251, σκέψη 40, καθώς και απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2009, Commercy κατά ΓΕΕΑ – easyGroup IP Licensing (easyHotel), T-316/07, EU:T:2009:14, σκέψεις 57 και 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
74
Εξάλλου, κατά τη νομολογία, μια τέτοια αισθητικής φύσεως αλληλοσυμπλήρωση μεταξύ προϊόντων πρέπει να αποτελεί πραγματική αισθητική ανάγκη, υπό την έννοια ότι ένα προϊόν είναι απαραίτητο ή σημαντικό για τη χρήση του άλλου, οι δε καταναλωτές να θεωρούν σύνηθες και κανονικό να χρησιμοποιούν από κοινού τα εν λόγω προϊόντα [απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, Mülhens κατά ΓΕΕΑ – Minoronzoni (TOSCA BLU), T-150/04, EU:T:2007:214, σκέψη 36, καθώς και απόφαση της 1ης Μαρτίου 2005, Sergio Rossi κατά ΓΕΕΑ – Sissi Rossi (SISSI ROSSI), T-169/03, EU:T:2005:72, σκέψεις 60 και 62].
75
Εν προκειμένω, κρίνεται ότι, λόγω της διαφορετικής τους φύσεως, τα επίμαχα προϊόντα, ήτοι, αφενός, τα «φερμουάρ ζωνών» και τα «διακοσμητικά και ποικίλματα από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ» τα οποία εμπίπτουν στις κλάσεις 14 και 26 και καλύπτονται από τη διεθνή καταχώριση και, αφετέρου, τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στις ίδιες κλάσεις και προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα, ήτοι τα είδη ωρολογοποιίας, τα κοσμήματα ή τα διακοσμητικά είδη, όπως τα μπρελόκ για κλειδοθήκες και διακοσμητικά είδη από πολύτιμα μέταλλα, όπως τα τεχνητά άνθη, δεν είναι αναγκαία ή, έστω, σημαντικά για τις αντίστοιχες χρήσεις τους.
76
Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί της συμπληρωματικότητας που κατ’ αυτήν υφίσταται μεταξύ, αφενός, των «ποικιλμάτων από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ» και, αφετέρου, των «τσαντών», που εμπίπτουν στην κλάση 18 και καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, επισημαίνεται ότι τα «ποικίλματα για φερμουάρ από πολύτιμα μέταλλα» δεν είναι σημαντικά ή αναγκαία για τη χρήση μιας τσάντας. Πράγματι, μια τσάντα, έστω κι αν διαθέτει φερμουάρ, μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς την προσθήκη διακοσμητικού στοιχείου στο εν λόγω φερμουάρ. Εξάλλου, εάν το ζήτημα αναλυθεί υπό το πρίσμα της σπουδαιότητας, ήτοι του κατά πόσον είναι αναγκαίες οι «τσάντες» για τη χρήση «διακοσμητικών και ποικιλμάτων για φερμουάρ», επισημαίνεται ότι αληθεύει, βεβαίως, ότι, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί διακοσμητικό στοιχείο για φερμουάρ, προϋποτίθεται προϊόν το οποίο διαθέτει φερμουάρ. Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι οι τσάντες δεν συνιστούν τα μόνα προϊόντα που δύνανται να έχουν τέτοιο σύστημα κλεισίματος. Διακοσμητικό στοιχείο για φερμουάρ μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί, λόγου χάρη, σε ένδυμα που έχει φερμουάρ. Εξάλλου, διαπιστώνεται σχετικώς ότι υπάρχουν τσάντες οι οποίες δεν έχουν σύστημα κλεισίματος με φερμουάρ. Επομένως, ο σύνδεσμος που υφίσταται μεταξύ των «ποικιλμάτων από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ» και των «τσαντών» δεν είναι ιδιαιτέρως στενός. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, για τη διαπίστωση της ομοιότητας μεταξύ προϊόντων βάσει της συμπληρωματικότητάς τους, δεν αρκεί ένα προϊόν να είναι αναγκαίο ή σημαντικό για τη χρήση του άλλου, αλλά πρέπει, επίσης, το γεγονός αυτό να έχει ως αποτέλεσμα ο καταναλωτής να μπορεί να θεωρήσει ότι η ίδια επιχείρηση φέρει την ευθύνη της κατασκευής τους (βλ. σκέψη 73 ανωτέρω). Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετασθεί εάν οι «τσάντες» είναι σημαντικές για τη χρήση των «ποικιλμάτων για φερμουάρ» σε σημείο που το κοινό να μπορεί να σκεφθεί ότι την ευθύνη της κατασκευής των εν λόγω προϊόντων φέρει η ίδια επιχείρηση [βλ. σχετικώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2013, Sanco κατά ΓΕΕΑ – Marsalman (Απεικόνιση κοτόπουλου), T-249/11, EU:T:2013:238, σκέψη 39]. Κρίνεται ότι ο υφιστάμενος σύνδεσμος μεταξύ των «ποικιλμάτων από πολύτιμα μέταλλα για φερμουάρ» και των «τσαντών» δεν είναι αρκούντως στενός ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να σκεφτούν ότι την ευθύνη της κατασκευής των εν λόγω προϊόντων φέρει η ίδια επιχείρηση. Το κοινό δεν έχει την προσδοκία ότι κατασκευαστής τσαντών θα πωλεί επίσης ποικίλματα για φερμουάρ.
77
Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι, όπως σημείωσε και το τμήμα προσφυγών στο σημείο 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το γεγονός ότι όλα τα επίδικα προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διακοσμητικούς σκοπούς δεν επαρκεί για να αποδειχθεί ομοιότητα των προϊόντων. Πράγματι, το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται υπέρμετρα γενικό ώστε να δύναται να δικαιολογήσει, αφ’ εαυτού, το συμπέρασμα κατά το οποίο τα επίμαχα προϊόντα είναι συμπληρωματικά και, ως εκ τούτου, παρόμοια.
78
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι είναι απορριπτέα η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, με την οποία προβάλλεται συμπληρωματικότητα των επίμαχων προϊόντων.
79
Όσον αφορά τους λοιπούς κρίσιμους παράγοντες στο πλαίσιο της νομολογίας που παρατέθηκε στη σκέψη 68 ανωτέρω, αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσφεύγουσα παραδέχθηκε και η ίδια ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν βρίσκονταν σε ανταγωνισμό. Αφετέρου, κρίνεται ότι, λόγω της διαφορετικής φύσεώς τους, τα οικεία προϊόντα δεν δύνανται ούτε να υποκατασταθούν.
80
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, ορθώς το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν ήταν παρόμοια.
– Επί των προϊόντων της κλάσεως 18
81
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι το «δέρμα», οι «απομιμήσεις δέρματος» και τα «δέρματα ζώων», που εμπίπτουν στην κλάση 18 και καλύπτονται από την επίμαχη διεθνή καταχώριση, είναι πρώτες ύλες ή ημικατεργασμένα προϊόντα, τα οποία προορίζονται να υποστούν περαιτέρω επεξεργασία ή συμπληρωματική μεταποίηση και τα οποία, κατά συνέπεια, απευθύνονται στους κατασκευαστές δερμάτινων ειδών, ήτοι σε εξειδικευμένο κοινό. Έκρινε ότι τα ανωτέρω προϊόντα διέφεραν ουσιωδώς από τα προϊόντα τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, τα οποία, κατά το τμήμα προσφυγών, είναι τελικά προϊόντα, απευθυνόμενα στον τελικό καταναλωτή. Κατά το τμήμα προσφυγών, το γεγονός ότι τα επίμαχα ημικατεργασμένα προϊόντα είναι αναγκαία για την παραγωγή ορισμένων τελικών προϊόντων που αφορά το προγενέστερο σήμα, όπως οι τσάντες και οι πάσης φύσεως βαλίτσες, τα πορτοφόλια, ή ακόμα και τα τσαντάκια, δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι τα οικεία προϊόντα είναι παρόμοια, καθόσον τα εν λόγω τελικά προϊόντα μπορούν επίσης να κατασκευαστούν από άλλα υλικά. Επομένως, πάντα κατά το τμήμα προσφυγών, το κοινό δεν συνάγει ότι τα προϊόντα διατίθενται από τους ίδιους κατασκευαστές. Ως εκ τούτου, το τμήμα προσφυγών συνεπέρανε ότι δεν υφίστατο ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 18.
82
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ανωτέρω εκτίμηση του τμήματος προσφυγών για διάφορους λόγους. Καταρχήν, σημειώνει ότι τα διάφορα τμήματα προσφυγών του EUIPO έχουν ήδη κάνει δεκτή, σε προγενέστερες αποφάσεις, την πιθανότητα υπάρξεως ομοιότητας μεταξύ, αφενός, του δέρματος, των απομιμήσεων δέρματος και των δερμάτων ζώων ως ημικατεργασμένων προϊόντων και, αφετέρου, των τελικών προϊόντων που κατασκευάζονται από τα υλικά αυτά. Επιπροσθέτως, προβάλλει ότι ούτε το δέρμα ούτε οι απομιμήσεις δέρματος ούτε τα δέρματα ζώων πωλούνται αποκλειστικώς ως ημικατεργασμένα προϊόντα ή ως πρώτες ύλες, αλλά δύνανται να πωληθούν επίσης καθεαυτά απευθείας στον τελικό καταναλωτή. Συναφώς, η προσφεύγουσα παραπέμπει στη χρήση των προϊόντων αυτών ως διακοσμητικών αντικειμένων, όπως χαλιών ή διακοσμήσεων τοίχου. Τα δέρματα ζώων χρησιμοποιούνται επίσης ως προστατευτικά υποθέματα ή προστατευτικά καλύμματα καθισμάτων. Στις περιπτώσεις αυτές, τα επίδικα προϊόντα δεν μεταποιούνται σε άλλα προϊόντα, αλλά χρησιμοποιούνται ως αυτοτελή προϊόντα. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, τα επίμαχα προϊόντα είναι παρόμοια.
83
Το EUIPO αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
84
Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με την προγενέστερη ακολουθούμενη από τα τμήματα προσφυγών πρακτική, τα οποία κατ’ αυτήν έχουν κάνει δεκτή την ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ, αφενός, του δέρματος και των δερμάτων ζώων ως ημικατεργασμένων προϊόντων και, αφετέρου, των προϊόντων που κατασκευάζονται από αυτά τα υλικά, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα τμήματα προσφυγών του EUIPO δυνάμει του κανονισμού 207/2009 όσον αφορά την καταχώριση σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμπίπτουν στην άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας και όχι διακριτικής ευχέρειας. Ως εκ τούτου, η νομιμότητα των ανωτέρω αποφάσεων πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει του κανονισμού αυτού και όχι βάσει της προγενέστερης ακολουθούμενης πρακτικής [αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2007, Alcon κατά ΓΕΕΑ, C-412/05 P, EU:C:2007:252, σκέψη 65, και της 24ης Νοεμβρίου 2005, Sadas κατά ΓΕΕΑ – LTJ Diffusion (ARTHUR ET FELICIE), T-346/04, EU:T:2005:420, σκέψη 71]. Επιπροσθέτως και εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονισθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το «δέρμα και [οι] απομιμήσεις δέρματος» και τα προϊόντα από αυτά τα υλικά, όπως οι τσάντες, οι βαλίτσες, οι ομπρέλες, τα αλεξήλια, τα μπαστούνια, όπως τα προστατευόμενα, εν προκειμένω, από το προγενέστερο σήμα, δεν ήταν παρόμοια [βλ., σχετικώς, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, Vidieffe κατά ΓΕΕΑ – Ellis International Group (GOTHA), T‑169/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:484, σκέψεις 7 και 29].
85
Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο το δέρμα, οι απομιμήσεις δέρματος και τα δέρματα ζώων δεν πωλούνται αποκλειστικώς ως πρώτες ύλες ή ημικατεργασμένα προϊόντα, αλλά μπορούν επίσης να πωληθούν ως αυτοτελή προϊόντα απευθείας στον τελικό καταναλωτή, κρίνεται ότι, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι αυτό αληθεύει, γεγονός παραμένει ότι τα οικεία προϊόντα απευθύνονται κυρίως σε επαγγελματικό κοινό [βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, Birkenstock Sales κατά EUIPO (Σχέδιο διασταυρούμενων κυματοειδών γραμμών), T-579/14, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2016:650, σκέψη 32].
86
Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι το «δέρμα και [οι] απομιμήσεις δέρματος, [τα] δέρματα ζώων» διαφέρουν κατά τη φύση και κατά τον σκοπό τους από τα προϊόντα που αφορά το προγενέστερο σήμα. Πράγματι, ενώ τα προϊόντα τα οποία αφορά η επίμαχη διεθνής καταχώριση χρησιμεύουν κυρίως για να παρέχουν την πρώτη ύλη στους κατασκευαστές δερμάτινων ειδών, απομιμήσεων δέρματος και ειδών από δέρματα ζώων, τα προϊόντα τα οποία αφορά το προγενέστερο σήμα χρησιμεύουν για την κάλυψη και την ένδυση τμημάτων που ανθρώπινου σώματος, τη μεταφορά αντικειμένων και την προστασία από τη βροχή και τον ήλιο. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι ο δικαστής της Ένωσης έχει κάνει δεκτό ότι ορισμένα από τα προϊόντα που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα –όπως οι «ομπρέλες» και τα «αλεξήλια»–, πέραν της κύριας λειτουργίας τους, δύναται επίσης να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στον τομέα της μόδας υπό την ευρεία έννοια του όρου, καθόσον αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον καταναλωτή για να διαμορφώσουν ορισμένη εξωτερική εικόνα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, Σχέδιο διασταυρούμενων κυματοειδών γραμμών, T-579/14, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2016:650, σκέψη 118 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
87
Λόγω της διαφορετικής τους φύσεως, τα επίμαχα προϊόντα παράγονται κατά κανόνα από διαφορετικούς κατασκευαστές και διοχετεύονται στην αγορά μέσω διαφορετικών δικτύων διανομής. Περαιτέρω, δεν υφίσταται ούτε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των προϊόντων.
88
Όσον αφορά την ενδεχόμενη συμπληρωματικότητα του «δέρματος και [των] απομιμήσεων δέρματος, [των] δερμάτων ζώων» προς ορισμένα προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 18 και τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, συμπληρωματικά προϊόντα είναι αυτά μεταξύ των οποίων υφίσταται στενή σχέση, υπό την έννοια ότι το ένα είναι αναγκαίο ή σημαντικό για τη χρήση του άλλου, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν οι καταναλωτές να οδηγηθούν στη σκέψη ότι την ευθύνη κατασκευής των δύο προϊόντων έχει η ίδια επιχείρηση (βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, PiraÑAM diseño original Juan Bolaños, T-443/05, EU:T:2007:219, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όμως, εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν προσδιόρισε τους λόγους για τους οποίους τα επίμαχα προϊόντα είναι, κατ’ αυτήν, αναγκαία ή, τουλάχιστον, σημαντικά για τις αντίστοιχες χρήσεις τους.
89
Η προσφεύγουσα δεν δύναται να υποστηρίξει ότι τα προϊόντα που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα και το «δέρμα και [οι] απομιμήσεις δέρματος, [τα] δερμάτων ζώων» είναι συμπληρωματικά, για τον λόγο ότι τα πρώτα κατασκευάζονται από τα δεύτερα. Συναφώς, κρίνεται ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στα σημεία 34 έως 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γεγονός ότι τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 18 και τα οποία αφορά η οικεία διεθνής καταχώριση είναι αναγκαία για την κατασκευή ορισμένων προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 18 και τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, όπως οι τσάντες και οι πάσης φύσεως βαλίτσες, δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι τα οικεία προϊόντα είναι παρόμοια, καθόσον τα εν λόγω προϊόντα μπορούν επίσης να κατασκευαστούν από άλλα υλικά και, επομένως, το κοινό δεν συνάγει ότι τα προϊόντα αυτά διατίθενται από τους ίδιους κατασκευαστές.
90
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 18 δεν ήταν παρόμοια.
91
Επισημαίνεται ότι, καθόσον ελλείπει μία από τις σωρευτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με την ομοιότητα των σημείων είναι αλυσιτελή.
92
Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων για τα επίμαχα προϊόντα.
93
Ως εκ τούτου, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον το τμήμα προσφυγών παρέλειψε να αποφανθεί επί των προϊόντων «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 14 και καλύπτονται από την επίμαχη διεθνή καταχώριση. Κατά τα λοιπά, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
94
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
95
Επομένως, κρίνεται ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 12ης Νοεμβρίου 2015 (υπόθεση R 679/2014-1), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Nanu-Nana Joachim Hoepp GmbH & Co. KG και της Nadine Fink, καθόσον το τμήμα προσφυγών παρέλειψε να αποφανθεί επί των προϊόντων «πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών», τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 14 υπό την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών όσον αφορά την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και τα οποία καλύπτονται από το εικονιστικό σήμα που αποτέλεσε το αντικείμενο της υπ’ αριθ. 1111651 διεθνούς καταχωρίσεως με ισχύ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Γρατσίας
Dittrich
Xuereb
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Απριλίου 2017.
(υπογραφές)
( 1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.