ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 26ης Σεπτεμβρίου 2018 ( *1 ) ( 1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως του εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης PUMA – Προγενέστερα διεθνή εικονιστικά σήματα PUMA – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001]»
Στην υπόθεση T‑62/16,
Puma SE, με έδρα το Herzogenaurach (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον P. González‑Bueno Catalán de Ocón, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον A. Folliard‑Monguiral και την D. Walicka,
καθού,
παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στην οποία επετράπη να υπεισέλθει στη θέση της αντιδίκου ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO,
Doosan Machine Tools Co. Ltd, με έδρα τη Seongsan‑gu (Νότια Κορέα), εκπροσωπούμενη από τους R. Böhm και S. Overhage, δικηγόρους,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τέταρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 4ης Δεκεμβρίου 2015 (υπόθεση R 1052/2015-4), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ των Puma και Doosan Infracore Co. Ltd,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, J. Schwarcz και Κ. Ηλιόπουλο (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: I. Dragan, διοικητικός υπάλληλος,
Machine Tools να υπεισέλθει στη θέση της Doosan Infracore,
έχοντας υπόψη τη μεταβολή της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου και την εκ νέου ανάθεση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 27 Νοεμβρίου 2012, η Doosan Infracore Co. Ltd, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η παρεμβαίνουσα Doosan Machine Tools Co. Ltd, υπέβαλε στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το εξής εικονιστικό σημείο:
3
Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος εμπίπτουν στην κλάση 7 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, σχετικά με τη διεθνή κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για κάθε μία από τις κλάσεις αυτές, στην εξής περιγραφή: «Τόρνοι· τόρνοι CNC (με ψηφιακό έλεγχο από υπολογιστή)· κέντρα κατεργασίας· κέντρα τορνεύσεως· μηχανές ηλεκτρικής εκκένωσης».
4
Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 12/2013, της 17ης Ιανουαρίου 2013.
5
Στις 16 Απριλίου 2013, η προσφεύγουσα, Puma SE, άσκησε ανακοπή, βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 46 του κανονισμού 2017/1001), κατά της καταχωρίσεως του σήματος που ζητήθηκε για όλα τα προαναφερθέντα στη σκέψη 3 προϊόντα.
6
Η ανακοπή στηριζόταν στα εξής προγενέστερα σήματα:
–
στο προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα, το οποίο καταχωρίσθηκε στις 22 Ιουλίου 1991 υπό τον αριθμό 582886, ανανεώθηκε έως τις 22 Ιουλίου 2021 και παράγει τα αποτελέσματά του στη Γερμανία, την Αυστρία, την Μπενελούξ, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, τη Δανία, την Ισπανία, την Εσθονία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Ιταλία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Ρουμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία, και το οποίο απεικονίζεται κατωτέρω:
–
στο προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα, το οποίο καταχωρίσθηκε στις 12 Απριλίου 1978 υπό τον αριθμό 437626, ανανεώθηκε έως τις 12 Απριλίου 2028 και παράγει τα αποτελέσματά του στη Γερμανία, την Αυστρία, την Μπενελούξ, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία, το οποίο απεικονίζεται κατωτέρω:
7
Το προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα υπό τον αριθμό 582886 περιγράφει, μεταξύ άλλων, τα προϊόντα των κλάσεων 7, 18, 25 και 28, τα οποία αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην εξής περιγραφή:
–
κλάση 7: «Μηχανές κατεργασίας ξύλου, δέρματος, πλαστικών· ραπτομηχανές, χαρτοποιητικές μηχανές, μηχανές στίλβωσης (για μη οικιακή χρήση), πρέσες (μηχανές), μηχανές εκτύπωσης ή διάτρησης με πίεση, μηχανές ακονίσματος και λείανσης, μηχανές κοπής για βιομηχανικούς σκοπούς, μηχανές κλωστοϋφαντουργίας, μηχανήματα συσκευασίας, μηχανές άλεσης· μηχανές κατεργασίας· κινητήρες (εκτός αυτών που προορίζονται για οχήματα)· συμπλέκτες και ιμάντες μεταδόσεως κινήσεως (εκτός αυτών που προορίζονται για χερσαία οχήματα)· μηχανοκίνητα γεωργικά εργαλεία και συσκευές· γεωργικά μηχανήματα»·
–
κλάση 18: «Προϊόντα από δέρμα και/ή απομιμήσεις δέρματος (περιλαμβανόμενα στην κλάση αυτή)· τσάντες χειρός και λοιπές θήκες μη προσαρμοσμένες στα προϊόντα τα οποία προορίζονται να τοποθετούνται εντός αυτών, καθώς και δερμάτινα είδη μικρού μεγέθους, ιδίως δε τσάντες-πορτοφόλια, πορτοφόλια, θήκες για κλειδιά· τσάντες χειρός, χαρτοφύλακες, τσάντες τακτοποιήσεως αντικειμένων και τσάντες για τα ψώνια, σχολικά σακίδια και σχολικές τσάντες, σακίδια για κάμπινγκ, σακίδια πλάτης, σακούλες, σακίδια για αθλητικούς αγώνες, τσάντες για μεταφορά και τακτοποίηση και σακίδια ταξιδίου από δέρμα, από συνθετικές ύλες, πλεκτά και άλλα υφάσματα· νεσεσέρ και βαλιτσάκια ταξιδίου (δερμάτινα είδη)· σακίδια (με ιμάντες)· δέρματα ζώων· κιβώτια ταξιδίου και βαλίτσες· κλειδοθήκες τσέπης από δέρμα ή από υποκατάστατα δέρματος· ομπρέλες, αλεξήλια και ράβδοι περιπάτου· μαστίγια, είδη σελοποιίας· τσάντες τακτοποιήσεως αντικειμένων για ποδήλατα»·
–
κλάση 25: «Ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας· τμήματα και συστατικά μέρη υποδημάτων, σόλες υποδημάτων, ψεύτικες σόλες και σόλες ανόρθωσης, τακούνια, γλώσσες (ψίδια) για μπότες, αντιολισθητικά εξαρτήματα για υποδήματα, τάπες (άγκιστρα συγκράτησης) και καρφιά για αθλητικά υποδήματα· πρόσθετες φόδρες, κατασκευασμένες τσέπες ενδυμάτων· κορσέδες (γυναικεία εσώρουχα)· μπότες, παντοφλάκια, τσόκαρα και παντόφλες· έτοιμα είδη υπόδησης, υποδήματα περιπάτου, αθλητικά υποδήματα, υποδήματα για δραστηριότητες αναψυχής, υποδήματα προπόνησης, τρεξίματος (τζόγκινγκ), γυμναστικής, μπάνιου και φυσιοθεραπείας (περιλαμβανόμενα στην κλάση αυτή), υποδήματα αντισφαίρισης (τένις)· περικνήμια και γκέτες, δερμάτινα περικνήμια και γκέτες, εφαρμοστά παντελόνια, ταινίες και επιδέσεις προστασίας της γάμπας, γκέτες για υποδήματα· φόρμες προπόνησης, σορτς και μπλούζες γυμναστικής, σορτς και φανέλες ποδοσφαίρου, μπλούζες και σορτς για αντισφαίριση, ενδύματα και φόρμες κολύμβησης και για την παραλία, ανδρικά και γυναικεία μαγιό σε μορφή σλιπ για κολύμβηση και για την παραλία και μαγιό, περιλαμβανομένων των μαγιό τύπου μπικίνι, ενδύματα και φόρμες για άθληση και για δραστηριότητες αναψυχής (περιλαμβανομένων των πλεκτών ενδυμάτων και των ενδυμάτων από φανέλα), καθώς και για σωματική άσκηση, για τρέξιμο (τζόγκινγκ) ή για δρόμο αντοχής και για γυμναστική, αθλητικά σορτσάκια και παντελόνια, πλεκτά ενδύματα, πουλόβερ, κοντομάνικα μπλουζάκια, μακρυμάνικες μπλούζες, ενδύματα και φόρμες για αντισφαίριση και χιονοδρομία· αθλητικές φόρμες και ενδύματα για δραστηριότητες αναψυχής, πανωφόρια και ενδυμασίες παντός καιρού, μακριές κάλτσες, κάλτσες ποδοσφαίρου, γάντια, περιλαμβανομένων των γαντιών από δέρμα, καθώς και από απομιμήσεις δέρματος ή συνθετικό δέρμα, κασκέτα και σκούφοι, ταινίες συγκράτησης των μαλλιών και κεφαλόδεσμοι, κορδέλες για την απορρόφηση του ιδρώτα, εσάρπες, μαντίλια για το κεφάλι, φουλάρια, κασκόλ, καλύμματα μύτης, γραβάτες· ζώνες, μπουφάν με κουκούλα (άνορακ και παρκά), αντιανεμικές κάπες και αδιάβροχα ενδύματα, παλτά, μπλούζες, σακάκια και πανωφόρια, φούστες, κοντά παντελόνια και παντελόνια (συμπεριλαμβανομένων των παντελονιών τζην), πουλόβερ και εναρμονισμένα σύνολα πλειόνων ενδυμάτων και εσωρούχων· γάντια για πεδινή χιονοδρομία ή πεζοπορία και για ποδηλασία»·
–
κλάση 28: «Παιχνίδια, αθύρματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα υποδήματα και οι μπάλες σε μινιατούρα (ως παιχνίδια), μπαλάκια· όργανα και μηχανήματα σωματικής ασκήσεως, γυμναστικής και αθλήσεως (περιλαμβανόμενα στην κλάση αυτή)· εξοπλισμός για χιονοδρομίες, αντισφαίριση και ψάρεμα· χιονοπέδιλα, δέστρες χιονοπέδιλων, ράβδοι χιονοδρομίας· ειδικές απολήξεις για χιονοπέδιλα, δέρματα για χιονοπέδιλα· μπάλες και μπαλάκια παιχνιδιού, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για αθλήματα και για παιχνίδια· βάρη, σφαίρες, δίσκοι, ακόντια· ρακέτες αντισφαιρίσεως και τα μέρη και στοιχεία αυτών, ιδίως λαβές και χερούλια, σχοινιά, ταινίες και κορδέλες για λαβές και χερούλια και ταινίες από μόλυβδο για τις ρακέτες αντισφαιρίσεως, ρακέτες πινγκ-πονγκ ή επιτραπέζιας αντισφαιρίσεως, μπάντμιντον και σκουός, μπαστούνια του κρίκετ, μπαστούνια για γκολφ και χόκεϊ· μπαλάκια αντισφαιρίσεως και μπάντμιντον ή άλλων συναφών αθλημάτων· τροχοπέδιλα και πατίνια, τραπέζια επιτραπέζιας αντισφαιρίσεως· κορύνες ρυθμικής γυμναστικής, στεφάνια για άθληση, δίχτυα αθλημάτων, δίχτυα τερμάτων και δίχτυα για μπάλες· αθλητικά γάντια, μεταξύ άλλων γάντια για τερματοφύλακες· κούκλες, ενδύματα για κούκλες, υποδήματα για κούκλες, κασκέτα και σκούφοι για κούκλες, ζώνες για κούκλες, ποδιές για κούκλες· επιγονατίδες, περιαγκωνίδες, επιστραγαλίδες και επικαλαμίδες για αθλήματα· καρέκλες διαιτητών για εκδηλώσεις αντισφαίρισης· στολίδια για χριστουγεννιάτικα δέντρα· τσάντες για αθλητικό εξοπλισμό και αντικείμενα, προσαρμοσμένες στα αντικείμενα που πρέπει να περιέχονται σε αυτές, τσάντες γκολφ, τσάντες και θήκες που περιέχουν ρακέτες αντισφαιρίσεως, πινγκ-πονγκ και μπάντμιντον καθώς και σκουός, μπαστούνια του κρίκετ και μπαστούνια του χόκεϊ· υποδήματα-τροχοπέδιλα, καθώς και με ενισχυμένες σόλες».
8
Το προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα υπό τον αριθμό 437626 προσδιορίζει τα προϊόντα των κλάσεων 18, 25 και 28, τα οποία αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην εξής περιγραφή:
–
κλάση 18: «Είδη από δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, ήτοι τσάντες, κιβώτια ταξιδίου και βαλίτσες, τσάντες για μεταφορά, σακίδια ταξιδίου, ιδίως για αθλητικό εξοπλισμό και είδη αθλητικής ενδύσεως»·
–
κλάση 25: «Ενδύματα, στα οποία περιλαμβάνονται οι μπότες, τα υποδήματα, οι παντόφλες και τα παντοφλάκια, ειδικότερα ενδύματα και υποδήματα αθλητισμού, αναψυχής και σωματικής ασκήσεως»·
–
κλάση 28: «Παιχνίδια, αθύρματα, μηχανήματα και όργανα σωματικής ασκήσεως, μηχανήματα και όργανα γυμναστικής και αθλητικός εξοπλισμός, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μπάλες αθλημάτων».
9
Οι λόγοι που προβλήθηκαν προς στήριξη της ανακοπής ήταν, όσον αφορά το προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα υπό τον αριθμό 582886, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001], και στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού (νυν άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001) και, όσον αφορά το προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα υπό τον αριθμό 437626, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.
10
Στις 31 Μαρτίου 2015, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της. Αφενός, απέρριψε την ανακοπή καθόσον στηριζόταν στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, για τον λόγο ότι, με εξαίρεση τα προϊόντα της κλάσεως 7 και ένα τμήμα των προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 18, 25 και 28 για τα οποία η χρήση του προγενέστερου διεθνούς εικονιστικού σήματος υπό τον αριθμό 582886 δεν είχε αποδειχθεί από την προσφεύγουσα, τα λοιπά προϊόντα που προσδιορίζονταν από το εν λόγω σήμα δεν ήταν παρόμοια με τα προϊόντα που προσδιορίζει το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση. Αφετέρου, απέρριψε την ανακοπή καθόσον στηριζόταν στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, για τον λόγο ότι μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου δεν πληρούνταν, καθόσον η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει την προβαλλομένη φήμη των προγενεστέρων σημάτων.
11
Στις 28 Μαΐου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001), κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
12
Με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή. Αφενός, απέρριψε τον λόγο ανακοπής που στηριζόταν στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, διότι δεν υφίστατο ομοιότητα μεταξύ των προϊόντων που προσδιορίζονται, αντίστοιχα, από καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα. Αφετέρου, απέρριψε τον λόγο ανακοπής που στηριζόταν στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 με το σκεπτικό ότι, παρά την έντονη ομοιότητα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θα προέβαινε σε συσχετισμό αυτών, λαμβανομένων υπόψη του γεγονότος ότι τα προϊόντα και το κοινό που αφορά καθένα από τα εν λόγω σήματα είναι εντελώς διαφορετικά, αφενός, καθώς επίσης και του ασθενούς διακριτικού χαρακτήρα τους, αφετέρου. Τέλος, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι, εν προκειμένω, η χρήση του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη των προγενέστερων σημάτων ή ήταν επιζήμια για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.
Αιτήματα των διαδίκων
13
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
–
να καταδικάσει το EUIPO και την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της προσφυγής.
14
Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
15
Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
16
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν καταχωρίζεται εάν ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και πρόκειται να καταχωρισθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου κοινοτικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στο οικείο κράτος μέλος, η δε χρησιμοποίηση, χωρίς νόμιμη αιτία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.
17
Πράγματι, μολονότι, βεβαίως, η πρωταρχική λειτουργία ενός σήματος συνίσταται στην υποδήλωση της προελεύσεως, εντούτοις κάθε σήμα έχει σύμφυτη μια οικονομική αξία, αυτοτελή και διακριτή σε σχέση με την αξία των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωριστεί. Επομένως, το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 εξασφαλίζει την προστασία ενός φημισμένου σήματος έναντι κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως πανομοιότυπου ή παρομοίου σήματος που θα μπορούσε να βλάψει την εικόνα του, ακόμη και αν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που καλύπτει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν είναι παρεμφερή προς αυτά για τα οποία έχει καταχωριστεί το προγενέστερο σήμα [αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 2007, Sigla κατά ΓΕΕΑ – Elleni Holding (VIPS), T‑215/03, EU:T:2007:93, σκέψη 35, και της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Aktieselskabet af 21. november 2001 κατά ΓΕΕΑ – Parfums Givenchy (only givenchy), T‑586/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:722, σκέψη 58].
18
Από το γράμμα της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η εφαρμογή της εξαρτάται από τρεις προϋποθέσεις, ήτοι, πρώτον, από την ταυτότητα ή την ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, δεύτερον, από την ύπαρξη φήμης του προγενεστέρου σήματος η οποία προβάλλεται προς στήριξη της ανακοπής και, τρίτον, από την ύπαρξη κινδύνου η χωρίς νόμιμη αιτία χρήση του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση να προσπορίσει αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενεστέρου σήματος ή να βλάψει τα στοιχεία αυτά. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές και η έλλειψη μίας εξ αυτών αρκεί για να καταστεί ανεφάρμοστη η εν λόγω διάταξη (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2007, VIPS, T‑215/03, EU:T:2007:93, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
19
Όσον αφορά, πρώτον, τη ζημία που μπορεί να προξενήσει η χωρίς νόμιμη αιτία χρήση του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση στον διακριτικό χαρακτήρα του προγενεστέρου σήματος, αυτή μπορεί να επέλθει οσάκις το προγενέστερο σήμα δεν μπορεί πλέον να προκαλεί άμεσο συσχετισμό με τα προϊόντα για τα οποία έχει καταχωρισθεί και χρησιμοποιείται. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος αυτός είναι ή «απαξίωση» ή «σταδιακή φαλκίδευση» του προγενεστέρου σήματος με τη διασκέδαση των στοιχείων της ταυτότητάς του και της επιρροής του στο κοινό (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2007, VIPS, T‑215/03, EU:T:2007:93, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20
Όσον αφορά, δεύτερον, τη ζημία που μπορεί να προκαλέσει η χωρίς νόμιμη αιτία χρήση του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση στη φήμη του προγενεστέρου σήματος, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή επέρχεται οσάκις τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που καλύπτει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση γίνονται αντιληπτά από το κοινό κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μειώνεται η έλξη που ασκεί το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος της ζημίας αυτής ανακύπτει ιδίως οσάκις τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες έχουν κάποιο χαρακτηριστικό ή ιδιότητα που ασκεί ενδεχομένως αρνητική επίδραση στην εικόνα φημισμένου προγενεστέρου σήματος λόγω της ταυτίσεως ή της ομοιότητάς του με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2007, VIPS, T‑215/03, EU:T:2007:93, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21
Τρίτον, η έννοια του οφέλους το οποίο θα μπορούσε να αντληθεί αθέμιτα, λόγω της άνευ νομίμου αιτίας χρήσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, από τον διακριτικό χαρακτήρα ή από τη φήμη του προγενεστέρου σήματος περιλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου υφίσταται πρόδηλη εκμετάλλευση και παρασιτισμός σε βάρος φημισμένου σήματος ή προσπάθεια αντλήσεως οφέλους από το καλό του όνομα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τον κίνδυνο να μεταφερθεί η εικόνα του φημισμένου σήματος ή τα χαρακτηριστικά που αυτή προβάλλει στα προϊόντα που καλύπτει το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, με αποτέλεσμα η εμπορία τους να διευκολύνεται από τον εν λόγω συσχετισμό με το φημισμένο προγενέστερο σήμα (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2007, VIPS, T‑215/03, EU:T:2007:93, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22
Εξάλλου, κατά τη νομολογία, το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 συνεπάγεται ότι οι περιπτώσεις προσβολών που η διάταξη αυτή απαριθμεί, οσάκις συντρέχουν, αποτελούν τη συνέπεια ενός ορισμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του προγενέστερου και του μεταγενέστερου σήματος, εξαιτίας της οποίας το οικείο κοινό προβαίνει σε συσχετισμό αυτών των σημάτων, ήτοι θεωρεί ότι συνδέονται μεταξύ τους, ακόμα και όταν δεν τα συγχέει [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2012, Bimbo κατά ΓΕΕΑ – Grupo Bimbo (GRUPO BIMBO), T‑357/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:696, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Η ύπαρξη ενός τέτοιου συνδέσμου στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού μεταξύ του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και του προγενέστερου σήματος αποτελεί, ως εκ τούτου, σιωπηρή προϋπόθεση, ουσιώδη για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 [βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2007, Antartica κατά ΓΕΕΑ – Nasdaq Stock Market (nasdaq), T‑47/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:131, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Coca‑Cola κατά ΓΕΕΑ – Mitico (Master), T‑480/12, EU:T:2014:1062, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
23
Εάν το κοινό δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη ενός τέτοιου συνδέσμου, η χρήση του μεταγενέστερου σήματος δεν δύναται να προσπορίσει αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή να του προκαλέσει βλάβη (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 30ής Απριλίου 2009, Japan Tobacco κατά ΓΕΕΑ, C‑136/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:282, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24
Τέλος, από τη νομολογία προκύπτει ότι η ύπαρξη, στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων πρέπει να εκτιμάται συνολικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων παραγόντων της εκάστοτε υποθέσεως στους οποίους συγκαταλέγονται ο βαθμός ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων, η φύση των προϊόντων ή των υπηρεσιών τα οποία αφορούν τα εν λόγω σήματα, περιλαμβανομένου του βαθμού εγγύτητας ή ετερότητας αυτών των προϊόντων ή των υπηρεσιών, καθώς και το ενδιαφερόμενο κοινό, το εύρος της φήμης του προγενέστερου σήματος, ο βαθμός τού, εγγενούς ή κτηθέντος διά της χρήσεως, διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος και η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως του κοινού [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψεις 41 και 42· διάταξη της 30ής Απριλίου 2009, Japan Tobacco κατά ΓΕΕΑ, C‑136/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:282, σκέψη 26, και απόφαση της 6ης Ιουλίου 2012, Jackson International κατά ΓΕΕΑ – Royal Shakespeare (ROYAL SHAKESPEARE), T‑60/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:348, σκέψη 21].
25
Υπό το πρίσμα ακριβώς των ως άνω προκαταρκτικών παρατηρήσεων πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.
26
Στο σημείο 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ήταν μάλλον απίθανο το ενδιαφερόμενο κοινό να συσχετίσει τα αντιπαρατιθέμενα σήματα λόγω της εντελώς διαφορετικής φύσεως των προϊόντων που προσδιορίζει καθένα από αυτά, της απουσίας οποιασδήποτε δυνατότητας συσχετίσεως των επίμαχων προϊόντων καθώς και του εντελώς διαφορετικού κοινού στο οποίο τα εν λόγω προϊόντα απευθύνονταν. Κατά το τμήμα προσφυγών, τα προαναφερθέντα στοιχεία επισκίαζαν όλους τους άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συσχέτιση, όπως είναι η έντονη ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημάτων ή η φερόμενη σημαντική φήμη των προγενέστερων σημάτων. Επιπλέον, στο σημείο 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το γεγονός ότι το επαγγελματικό κοινό μπορεί επίσης να περιλαμβάνει πρόσωπα που ενδιαφέρονται για τα είδη ένδυσης και αθλητισμού ουδόλως μεταβάλλει τη διαπίστωση αυτή, δεδομένου ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των επίμαχων προϊόντων, οι επαγγελματίες, βλέποντας το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση κατά τη χρήση των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 7, τα οποία προσδιορίζονται από το εν λόγω σήμα, δεν θα προβούν σε συσχέτιση με τις δικές τους αθλητικές δραστηριότητες και δραστηριότητες αναψυχής. Εξάλλου, στο σημείο 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ο ασθενής εγγενής διακριτικός χαρακτήρας των προγενέστερων σημάτων δικαιολογούσε επίσης το συμπέρασμά του σχετικά με την έλλειψη συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων. Τέλος, στο σημείο 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν συσχετίζει τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, η χρήση του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν μπορεί να προσπορίσει αθέμιτο όφελος από τη φήμη ή από τον διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων και δεν είναι επιζήμια για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.
27
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη κατά την ανάλυση στην οποία προέβη βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 τόσο ως προς τη διαπίστωση ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν προβαίνει σε συσχετισμό με τα προγενέστερα σήματα όσο και ως προς τις εκτιμήσεις κατά τις οποίες το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν αντλεί αθέμιτο όφελος από τη φήμη ή από τον διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν συσχετίζει τα αντιπαρατιθέμενα σήματα είναι εσφαλμένη, κατά το μέτρο που στηρίζεται στο γεγονός ότι τα προϊόντα και το κοινό τα οποία αφορά έκαστο των εν λόγω σημάτων είναι διαφορετικά. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ουδεμία σημασία έχει το γεγονός ότι τα επίμαχα προϊόντα διαφέρουν, δεδομένου ότι τα αντιπαρατιθέμενα σήματα είναι παρόμοια και ότι τα προγενέστερα σήματα χαίρουν ιδιαίτερης φήμης. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών δεν απέδωσε τη δέουσα σημασία στους λοιπούς παράγοντες που έπρεπε να ληφθούν υπόψη προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, ήτοι στην έντονη ομοιότητα μεταξύ των εν λόγω σημάτων, στο εύρος της φήμης και στην ένταση του διακριτικού χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παραγόντων και της αλληλεπικάλυψης των ενδιαφερόμενων κοινών για κάθε ένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση παραπέμπει ευθέως στα προγενέστερα σήματα κατά την αντίληψη όλων των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματιών.
28
Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα.
29
Το EUIPO υποστηρίζει ότι, για την εκτίμηση της υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, το τμήμα προσφυγών έλαβε πράγματι υπόψη άλλους παράγοντες, όπως τον περιορισμένο εγγενή διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων και τη φήμη την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, ήτοι μεγάλη φήμη.
30
Επιπλέον, το EUIPO και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών σχετικά με την έλλειψη συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων δικαιολογείται πλήρως υπό το πρίσμα του κοινού και των προϊόντων που είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα τα οποία αφορά, αντιστοίχως, καθένα από τα εν λόγω σήματα.
Επί του ενδιαφερόμενου κοινού
31
Επισημαίνεται ότι, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, ο ορισμός του ενδιαφερόμενου κοινού αποτελεί, όπως ακριβώς και στο πλαίσιο της εφαρμογής της παραγράφου 1 του ιδίου αυτού άρθρου, αναγκαία προϋπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, υπό το πρίσμα του κοινού αυτού πρέπει να εκτιμάται η ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, η ενδεχόμενη φήμη των προγενέστερων σημάτων, η ύπαρξη σχέσεως μεταξύ των αντιπαρατιθεμένων σημάτων και, τέλος, η βλάβη που προκαλείται στη φήμη ή στον διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων ή το αθέμιτο όφελος που αντλείται από τη φήμη ή τον διακριτικό χαρακτήρα των εν λόγω σημάτων.
32
Κατά τη νομολογία, το κοινό που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις προσβολών που απαριθμεί το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 ποικίλλει αναλόγως του είδους της προσβολής την οποία προβάλλει ο δικαιούχος του προγενέστερου σήματος. Έτσι, το ενδιαφερόμενο κοινό υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να πραγματοποιείται η εκτίμηση, οσάκις πρόκειται για την άντληση αθέμιτου οφέλους είτε από τον διακριτικό χαρακτήρα είτε από τη φήμη του προγενέστερου σήματος, είναι ο μέσος καταναλωτής των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση του μεταγενέστερου σήματος και ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2009, Antartica κατά ΓΕΕΑ, C‑320/07 P, EU:C:2009:146, σκέψεις 46 έως 48). Αντιθέτως, οσάκις πρόκειται για την πρόκληση βλάβης στον διακριτικό χαρακτήρα ή στη φήμη του προγενέστερου σήματος, το κοινό υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να πραγματοποιείται η εκτίμηση αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία το σήμα αυτό έχει καταχωριστεί και ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 35).
33
Στο σημείο 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το κοινό στο οποίο απευθύνονταν, αντιστοίχως, τα προϊόντα τα οποία αφορούσαν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα ήταν εντελώς διαφορετικό. Συγκεκριμένα, με το σημείο 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 7 και καλύπτονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελείτο από «επαγγελματίες με τεχνικές γνώσεις υψηλής εξειδίκευσης, που ασκού[σα]ν [τη] δραστηριότητά [τους] σε έναν τομέα που δεν [είχε] απολύτως καμία σχέση με την παραγωγή ενδυμάτων και αθλητικ[ών] [ειδών] ως προς τα οποία τα προγενέστερ[α] σήμα[τα] [θεωρούνταν] ότι απολαύουν φήμης». Επιπλέον, στο σημείο 34 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι το κοινό στο οποίο απευθύνονταν τα προϊόντα που καλύπτονται από τα προγενέστερα σήματα ήταν το ευρύ κοινό, το οποίο αποτελείται από μέσους καταναλωτές οι οποίοι έχουν ανάγκη τα προϊόντα που προσδιορίζονται από τα εν λόγω σήματα «για να ντυθούν και να προετοιμαστούν για τη συμμετοχή τους σε δραστηριότητες αθλητισμού και αναψυχής». Εξάλλου, στο σημείο 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ήταν μάλλον απίθανο το ενδιαφερόμενο κοινό να συσχετίσει τα αντιπαρατιθέμενα σήματα. Συναφώς, στο σημείο 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι «[τ]ο γεγονός ότι τα αντιπαρατιθέμενα σήματα ανήκ[αν] σε αγορές τόσο διαφορετικές εμπ[όδιζε] τον καταναλωτή να σκεφθεί [τα προγενέστερα σήματα] για ενδύματα και αθλητικά είδη, βλέποντας το σήμα [του οποίου ζητείται η καταχώριση] για τα επίμαχα μηχανήματα[· το] γεγονός ότι το επαγγελματικό κοινό στο οποίο απευθύνονται τα επίμαχα προϊόντα [μπορούσε] επίσης να περιλαμβάνει πρόσωπα που ενδιαφέρονται για τα είδη ένδυσης και αθλητισμού ουδόλως [μετέβαλε] την εν λόγω διαπίστωση[· σ]υγκεκριμένα, τα αντιπαρατιθέμενα προϊόντα [ήταν] τόσο διαφορετικά […] ώστε οι εν λόγω επαγγελματίες, βλέποντας το σήμα [του οποίου ζητείται η καταχώριση], κατά τη χρήση, στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, των επίμαχων προϊόντων που περιλαμβάνονται στην κλάση 7, δεν θα προέβαιναν σε συσχετισμό με τη δική τους δραστηριότητα αθλήσεως και αναψυχής».
34
Πρώτον, η προσφεύγουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι, στα σημεία 31 και 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών δεν προσδιόρισε το «ενδιαφερόμενο κοινό» σε σχέση με το οποίο έπρεπε να εκτιμηθεί η ύπαρξη, αφενός, βλάβης προκληθείσας στη φήμη ή στον διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων και, αφετέρου, αθέμιτου οφέλους αντλούμενου από τον διακριτικό χαρακτήρα ή από τη φήμη των εν λόγω σημάτων.
35
Το EUIPO αμφισβητεί την αιτίαση της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη «τόσο το ευρύ κοινό το οποίο αποτελείται από μέσους καταναλωτές οι οποίοι έχουν ανάγκη τα προϊόντα για τα οποία θεωρήθηκε ότι υφίσταται η φήμη τ[ων] προγενέστερ[ων] [σημάτων] όσο και το κοινό ειδικών στο οποίο απευθύνεται το [σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση]». Η παρεμβαίνουσα δεν λαμβάνει θέση συναφώς.
36
Καταρχάς, από τα σημεία 32 έως 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω) προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών προσδιόρισε σαφώς το ενδιαφερόμενο κοινό στο οποίο απευθύνονταν τα προϊόντα που αφορά καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, αναδεικνύοντας τα εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά τους.
37
Στη συνέχεια, από το σημείο 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών εξέτασε την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, τόσο από πλευράς του κοινού στο οποίο απευθύνονταν τα προϊόντα που αφορά το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση όσο και του κοινού στο οποίο απευθύνονταν τα προϊόντα τα οποία αφορούν τα προγενέστερα σήματα.
38
Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ύπαρξη συνδέσμου κατά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων αποτελεί σιωπηρή προϋπόθεση, ουσιώδη για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2007, nasdaq, T‑47/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:131, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Master, T‑480/12, EU:T:2014:1062, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ως εκ τούτου, στο μέτρο που, με το σημείο 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν πληρούνταν η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη μιας εκ των περιπτώσεων προσβολών που απαριθμεί το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, ήτοι η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, δεν ήταν πλέον υποχρεωμένο να εξετάσει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχε αποδειχθεί αθέμιτο όφελος αντλούμενο από τον διακριτικό χαρακτήρα ή από τη φήμη των προγενέστερων σημάτων, ή βλάβη προκληθείσα στη φήμη ή στον διακριτικό χαρακτήρα των εν λόγω σημάτων. Εξάλλου, ως εκ περισσού, το τμήμα προσφυγών επισήμανε, στα σημεία 37 και 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσφεύγουσα δεν είχε επικαλεσθεί στοιχεία prima facie αποδείξεως και συνεπή επιχειρηματολογία που να αποδεικνύουν ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αντλούσε αθέμιτο όφελος από τη φήμη ή από τον διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων ή προκαλούσε βλάβη στην εν λόγω φήμη ή στον διακριτικό χαρακτήρα.
39
Επιπλέον, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το τμήμα προσφυγών παρέλειψε να λάβει υπόψη το ενδεδειγμένο ενδιαφερόμενο κοινό στο πλαίσιο της εξετάσεως μιας εκ των περιπτώσεων προσβολών του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.
40
Επομένως η αιτίαση της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.
41
Δεύτερον, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κοινό στο οποίο απευθύνονταν αντιστοίχως τα προϊόντα που αφορά καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα ήταν διαφορετικό, ενώ, κατά την άποψή της, υπήρχε αλληλεπικάλυψη κοινού. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα φρονεί ότι κάθε είδος κοινού, ακόμη και το επαγγελματικό κοινό, αποτελείται από καταναλωτές τους οποίους αφορούν τα προϊόντα που προσδιορίζονται από τα προγενέστερα σήματα.
42
Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό στη μία και το ενδιαφερόμενο κοινό στην άλλη περίπτωση δεν αλληλεπικαλύπτονται.
43
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το ενδιαφερόμενο κοινό στο οποίο απευθύνεται ορισμένο σήμα αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή των προϊόντων ή τον αποδέκτη των υπηρεσιών που προσδιορίζονται από το σήμα που έχει καταχωρισθεί ή, ανάλογα με την περίπτωση, του οποίου ζητείται η καταχώριση, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 34).
44
Στο σημείο 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι, δεδομένης της φύσεώς τους, τα προϊόντα που προσδιορίζονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση απευθύνονται σε επαγγελματικό κοινό, ήτοι σε ειδική κατηγορία καταναλωτών οι οποίοι έρχονται σε επαφή με τα προϊόντα αυτά στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Επιπλέον, στο σημείο 34 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, έκρινε ότι τα προϊόντα που προσδιορίζονται από τα προγενέστερα σήματα απευθύνονταν στο ευρύ κοινό. Επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών κατέληξε, με το σημείο 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ’ ουσίαν, στο συμπέρασμα ότι το αντίστοιχο κοινό στο οποίο απευθύνονταν τα προϊόντα που αφορά καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα ήταν διαφορετικό [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2015, Swatch κατά ΓΕΕΑ – Panavision Europe (SWATCHBALL), T‑71/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:293, σκέψη 31, και της 29ης Οκτωβρίου 2015, Éditions Quo Vadis κατά ΓΕΕΑ – Gómez Hernández (QUO VADIS), T‑517/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:816, σκέψη 32].
45
Επισημαίνεται επίσης ότι το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε, στο σημείο 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γεγονός ότι το επαγγελματικό κοινό στο οποίο απευθύνονταν τα προϊόντα που προσδιορίζονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση ενδέχεται επίσης να περιλαμβάνει πρόσωπα που ενδιαφέρονται για τα είδη ένδυσης και αθλητισμού ουδόλως μεταβάλλει τη διαπίστωση ότι το κοινό αυτό δεν θα συσχετίσει τις δραστηριότητες αθλητισμού και ψυχαγωγίας στις οποίες συμμετέχει με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση κατά τη χρήση, στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός του, των προϊόντων που προσδιορίζονται από το σήμα αυτό.
46
Επομένως και αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι, κατά την ανάλυσή του, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη την περίπτωση ενδεχόμενης αλληλεπικάλυψης του ενδιαφερόμενου κοινού στη μία και στην άλλη περίπτωση. Εξάλλου, μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υπάρχει αλληλεπικάλυψη του κοινού στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα που προσδιορίζει καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2012, You-Q κατά ΓΕΕΑ – Apple Corps (BEATLE), T‑369/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:177, σκέψη 53] και ένα εξειδικευμένο κοινό να γνωρίζει το προγενέστερο σήμα που καλύπτει προϊόντα ή υπηρεσίες τα οποία απευθύνονται στο ευρύ κοινό, τούτο δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι αυτό το εξειδικευμένο κοινό θα συσχετίσει τα αντιπαρατιθέμενα σήματα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Μαΐου 2015, SWATCHBALL, T‑71/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:293, σκέψη 32).
47
Επομένως η αιτίαση της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.
48
Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά το οποίο, αφενός, «στην περίπτωση [της] “απαξίωσης”, το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείτ[ο] από τους μέσους καταναλωτές των προϊόντων και των υπηρεσιών για τα οποία υποβλήθηκε η αίτηση» και, αφετέρου, «[σ] την περίπτωση […] [του] “παρασιτισμού”, το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείτ[ο] από τους μέσους καταναλωτές των προϊόντων και των υπηρεσιών σε σχέση με τα οποία το προγενέστερο σήμα απολαύει φήμης».
49
Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω ισχυρισμός παραβλέπει τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 32 ανωτέρω, κατά την οποία, αφενός, το ενδιαφερόμενο κοινό υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να εκτιμάται η ύπαρξη του προβαλλόμενου αθέμιτου οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα ή από τη φήμη των προγενέστερων σημάτων πρέπει να αποτελείται από τους μέσους καταναλωτές των προϊόντων που προσδιορίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και, αφετέρου, το ενδιαφερόμενο κοινό σε σχέση με το οποίο πρέπει να εκτιμάται η ύπαρξη βλάβης προκληθείσας στη φήμη ή στον διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος αποτελείται από τους μέσους καταναλωτές των προϊόντων για τα οποία έχει καταχωρισθεί το εν λόγω σήμα.
50
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των αιτιάσεων της προσφεύγουσας και να αναγνωριστεί η ορθότητα του ορισμού του ενδιαφερόμενου κοινού, στο οποίο απευθύνονται, αντιστοίχως, τα προϊόντα που αφορά καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, ορισμού που υπομνήσθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, και ο οποίος δεν αποτελεί προϊόν πλάνης.
Επί της ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημάτων
51
Στα σημεία 26 και 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών κατέληξε, κατ’ ουσίαν, στο συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σήματα ήταν σε μεγάλο βαθμό παρόμοια.
52
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή.
53
Η παρεμβαίνουσα, καίτοι αναγνωρίζει ότι υφίσταται ορισμένου βαθμού ομοιότητα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, εκτιμά ωστόσο ότι οι αντίστοιχες γραμματοσειρές τους διαφέρουν σαφώς.
54
Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σήματα αποτελούνταν όλα από το λεκτικό στοιχείο «puma» για την αναγραφή του οποίου είχε χρησιμοποιηθεί παρόμοια γραμματοσειρά και ήταν, επομένως, σε μεγάλο βαθμό παρόμοια (βλ. σημεία 26, 42 και 43 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
55
Επιπλέον, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η ομοιότητα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων δεν ετίθετο υπό αμφισβήτηση λόγω της παρουσίας, στο προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα υπό τον αριθμό 582886, του εικονιστικού στοιχείου που απεικονίζει ένα αιλουροειδές, το οποίο πιθανόν αναπαριστά ένα πούμα που εφορμά από τα δεξιά προς τα αριστερά πάνω από το τελευταίο τμήμα της λέξεως «puma» (βλ. σημείο 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
56
Ως εκ τούτου, πρέπει να επικυρωθεί η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών όσον αφορά την μεγάλου βαθμού ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημάτων.
Επί της φήμης των προγενέστερων σημάτων
57
Η φήμη ενός σήματος πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται το οικείο κοινό που αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή των προϊόντων ή αποδέκτη των υπηρεσιών που προσδιορίζονται από το καταχωρισθέν σήμα, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58
Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 δεν ορίζει την έννοια της φήμης. Εντούτοις, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), του οποίου το κανονιστικό περιεχόμενο είναι, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπο προς αυτό του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, προκύπτει ότι, για να πληρούται η προϋπόθεση της φήμης, το προγενέστερο σήμα πρέπει να είναι γνωστό σε σημαντικό μέρος του κοινού το οποίο ενδιαφέρεται για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσδιορίζονται με το σήμα αυτό [βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 6ης Φεβρουαρίου 2007, Aktieselskabet af 21. november 2001 κατά ΓΕΕΑ – TDK Kabushiki Kaisha (TDK), T‑477/04, EU:T:2007:35, σκέψη 48, και της 28ης Οκτωβρίου 2016, Unicorn κατά ΓΕΕΑ – Mercilink Equipment Leasing (UNICORN-čerpací stanice), T‑123/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:642, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
59
Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή κατά το μέτρο που αυτή στηριζόταν στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, εκτιμώντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η προσφεύγουσα δεν αποδείκνυαν ότι τα προγενέστερα σήματα είχαν αποκτήσει φήμη.
60
Από την πλευρά του, το τμήμα προσφυγών παρέλειψε να αξιολογήσει τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία και βασίστηκε στην παραδοχή ότι η φήμη που επικαλείται η προσφεύγουσα υφίστατο. Συγκεκριμένα, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ο στηριζόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 λόγος ανακοπής έπρεπε εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί για τον λόγο ότι δεν υφίστατο σύνδεσμος μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού.
61
Η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι «απέφυγε να διατυπώσει σαφές και μη διφορούμενο συμπέρασμα» σχετικά με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της σχετικά με την ιδιαίτερη φήμη των προγενέστερων σημάτων.
62
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα επανέλαβε ότι, κατά την άποψή της, το τμήμα προσφυγών δεν είχε συνεκτιμήσει ορθά την έκταση της φήμης των προγενέστερων σημάτων, υπενθυμίζοντας ότι ήταν αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς ένα αθλητικό γεγονός χωρίς να αντικρίσει τα εν λόγω σήματα, τα οποία ήταν χορηγοί των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών ομάδων και είχαν συνδεθεί με τους πλέον γνωστούς αθλητές.
63
Το EUIPO αμφισβητεί το επιχείρημα που προβάλλει η προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη την προβαλλόμενη φήμη. Επιπλέον, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το EUIPO, αφενός, υποστήριξε ότι το τμήμα προσφυγών κατέληξε σε οριστικό συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη φήμης των προγενέστερων σημάτων και, αφετέρου, παρέπεμψε στα όσα είχε αναφέρει, συναφώς, στα σημεία 33 και 34 του υπομνήματός του αντικρούσεως στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής.
64
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι, στο σημείο 34 του υπομνήματος αντικρούσεως του EUIPO, εκτίθεται ότι, στο πλαίσιο της αναλύσεως για τους σκοπούς του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, «το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι υφίστατο η προβαλλόμενη φήμη και, ως εκ τούτου, προέβη στην εν λόγω ανάλυση με βάση την παραδοχή ότι τα προγενέστερα σήματα έχαιραν σημαντικής φήμης ή, με άλλα λόγια, μεγάλης φήμης».
65
Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών δεν κατέληξε σε συμπέρασμα όσον αφορά τη φήμη των προγενέστερων σημάτων. Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η παρεμβαίνουσα δήλωσε ότι δεν ήταν βέβαιη ότι το τμήμα προσφυγών είχε λάβει οριστική θέση συναφώς.
66
Κατά πάγια νομολογία, μολονότι αποτελεί μία από τις σωρευτικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, η φήμη του ή των προγενέστερων σημάτων και, ιδίως, η ένταση αυτής περιλαμβάνονται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση τόσο της υπάρξεως συνδέσμου, κατά την αντίληψη του κοινού, μεταξύ των προγενέστερων σημάτων και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση όσο και του κινδύνου να συντρέχει μια από τις τρεις περιπτώσεις προσβολής που η διάταξη αυτή απαριθμεί (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 42, και της 18ης Ιουλίου 2013, Specsavers International Healthcare κ.λπ., C‑252/12, EU:C:2013:497, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
67
Η εκτίμηση περί υπάρξεως φήμης του ή των προγενέστερων σημάτων συνιστά αναγκαίο στάδιο κατά την εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προϋποθέτει κατ’ ανάγκην ένα οριστικό συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη ή μη μιας τέτοιας φήμης, πράγμα το οποίο, κατ’ αρχήν, αποκλείει να στηρίζεται η τυχόν ανάλυση ως προς την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου αυτού σε μια αόριστη εικασία, ήτοι μια εικασία που δεν θα στηρίζεται στην παραδοχή περί υπάρξεως φήμης συγκεκριμένου εύρους [απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2015, The Tea Board κατά ΓΕΕΑ – Delta Lingerie (Darjeeling collection de lingerie), T‑625/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:742, σκέψη 82].
68
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών δεν στηρίχθηκε σε μια τέτοια αόριστη εικασία. Πράγματι, από τη διατύπωση των σημείων 27 και 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, για τους σκοπούς της ανάλυσης στην οποία προέβη, το τμήμα προσφυγών στηρίχθηκε στην παραδοχή περί σημαντικής φήμης των προγενέστερων σημάτων.
69
Αφενός, διαπιστώνεται ότι, επιλέγοντας να στηριχθεί σε αυτή την παραδοχή, το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε συγκεκριμένα αν η προσφεύγουσα είχε αποδείξει επαρκώς ότι τα προγενέστερα σήματα έχαιραν φήμης καθώς και την ένταση μιας τέτοιας φήμης. Το τμήμα προσφυγών, εξάλλου, ρητώς παραδέχθηκε την απουσία τέτοιας εξέτασης, καθόσον ανέφερε, στο σημείο 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν είχε εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία ως προς το ζήτημα αυτό και ότι είχε αρκεστεί να θεωρήσει ότι η προβαλλόμενη φήμη υφίστατο. Στο πλαίσιο αυτό, το EUIPO δεν μπορεί να προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι δεν είχε αποδείξει, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, την ύπαρξη φήμης εκτεινόμενης πέραν του κοινού στο οποίο απευθύνονται τα προγενέστερα σήματα.
70
Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το EUIPO, μολονότι το τμήμα προσφυγών ανέφερε ότι είχε επιλέξει να στηρίξει την ανάλυσή του στην παραδοχή της υπάρξεως της φήμης την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα, εντούτοις δεν έλαβε δεόντως υπόψη την ένταση της φήμης αυτής. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, ενώπιον των οργάνων του EUIPO, η προσφεύγουσα είχε επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, με τα σημεία 2 επ. των από 7 Μαρτίου 2014 παρατηρήσεων που υπέβαλε προς στήριξη της ανακοπής της, την ύπαρξη ενός σήματος γοήτρου, με σημαντική φήμη. Δεν είχε αναφερθεί απλώς σε μεγάλη φήμη, σε αντίθεση προς ό,τι δέχθηκε το τμήμα προσφυγών. Η προσφεύγουσα είχε υποστηρίξει ότι η φήμη των προγενέστερων σημάτων υπερέβαινε το κοινό στο οποίο απευθύνονταν τα προϊόντα που προσδιορίζονται από τα εν λόγω σήματα και επομένως, κατ’ ουσίαν, ότι μπορούσε να εκτείνεται στο επαγγελματικό κοινό στο οποίο απευθύνεται το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση (βλ., μεταξύ άλλων, σημείο 2.3 των από 7 Μαρτίου 2014 παρατηρήσεων της προσφεύγουσας προς στήριξη της ανακοπής της).
71
Η παραδοχή στην οποία το τμήμα προσφυγών επέλεξε να στηρίξει την εκτίμησή του σχετικά με την ύπαρξη ενδεχόμενης προσβολής προβλεπόμενης στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 είναι, επομένως, εσφαλμένη.
Επί του διακριτικού χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων
72
Με το σημείο 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι τα προγενέστερα σήματα είχαν ασθενή εγγενή διακριτικό χαρακτήρα.
73
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι τα προγενέστερα σήματα διαθέτουν έντονο διακριτικό χαρακτήρα, είτε εγγενή είτε αποκτηθέντα με τη χρήση.
74
Καταρχάς, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται το οικείο κοινό, ήτοι ο μέσος καταναλωτής των προϊόντων ή αποδέκτης των υπηρεσιών που προσδιορίζονται από το καταχωρισθέν σήμα, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
75
Πρώτον, όσον αφορά τον εγγενή διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, ο βαθμός του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος πρέπει να εκτιμάται μόνον υπό το πρίσμα των προϊόντων που προσδιορίζονται από το καταχωρισθέν σήμα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Ιουνίου 1999, Lloyd Schuhfabrik Meyer, C‑342/97, EU:C:1999:323, σκέψη 22· βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, Koninklijke KPN Nederland, C‑363/99, EU:C:2004:86, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπροσθέτως, από τη νομολογία προκύπτει ότι για την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος υπό το πρίσμα των προϊόντων που προσδιορίζονται από αυτό δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το ίδιο σήμα μπορεί να εκλαμβάνεται ως περιγραφικό έναντι άλλων προϊόντων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, Koninklijke KPN Nederland, C‑363/99, EU:C:2004:86, σκέψη 77).
76
Κατά συνέπεια, κάθε αναφορά στον περιγραφικό χαρακτήρα ενός σήματος σε σχέση με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες πέραν εκείνων που προσδιορίζονται από το σήμα αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αποδυνάμωση του διακριτικού χαρακτήρα του.
77
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών δεν τεκμηρίωσε ότι τα προϊόντα που προσδιορίζονται από τα προγενέστερα σήματα, των οποίων η χρήση αποδείχθηκε από την προσφεύγουσα, ήταν δυνατό να θεωρηθούν ότι διέθεταν χαρακτηριστικά δύναμης και ισχύος και, ως εκ τούτου, ότι ο όρος «puma» ήταν υπαινικτικός χαρακτηριστικών των εν λόγω προϊόντων. Συγκεκριμένα, στο σημείο 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών περιορίστηκε να αναφέρει ότι το λεκτικό στοιχείο «puma» αναφερόταν σε ένα μεγάλο αιλουροειδές γνωστό για τη δύναμη και την ισχύ του και ήταν, επομένως, υπαινικτικό κάθε είδους προϊόντων που φέρνουν στον νου αυτά τα χαρακτηριστικά (βλ. σημείο 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
78
Επομένως, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 75 ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών όσον αφορά τον ασθενή διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων είναι εσφαλμένη.
79
Επαλλήλως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο ο έντονος διακριτικός χαρακτήρας των προγενέστερων σημάτων απορρέει από την μοναδική γραμματοσειρά του λεκτικού τους στοιχείου «puma», που αποτελείται από τρεις κεφαλαίους χαρακτήρες και έναν πεζό χαρακτήρα.
80
Συγκεκριμένα, τα εικονιστικά στοιχεία των προγενέστερων σημάτων, όπως η γραμματοσειρά και το μικρό γράμμα «m», γίνονται ελάχιστα αντιληπτά και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν, αυτά καθεαυτά, να προσδώσουν αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα στα σήματα αυτά [βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2006, Αθηναϊκή Οικογενειακή Αρτοποιεία κατά ΓΕΕΑ – Ferrero (FERRÓ), T‑35/04, EU:T:2006:82, σκέψη 56, και της 27ης Οκτωβρίου 2016, Caffè Nero Group κατά EUIPO (CAFFÈ NERO), T‑37/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:634, σκέψη 42].
81
Δεύτερον, ενώπιον του τμήματος ανακοπών και του τμήματος προσφυγών, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τον διακριτικό χαρακτήρα που τα προγενέστερα σήματα είχαν αποκτήσει με τη χρήση τους.
82
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία εκτίμηση σχετικά με τον διακριτικό χαρακτήρα που φέρεται να είχαν αποκτήσει τα προγενέστερα σήματα με τη χρήση τους.
83
Ωστόσο, τα τμήματα προσφυγών δεν υποχρεούνται, κατά την αιτιολόγηση των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν, να αποφαίνονται επί όλων των επιχειρημάτων που οι ενδιαφερόμενοι προβάλλουν ενώπιόν τους. Αρκεί να εκθέτουν τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία για την οικονομία της αποφάσεως [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 3ης Μαρτίου 2016, Ugly καά ΓΕΕΑ – Group Lottuss (COYOTE UGLY), T‑778/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:122, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
84
Στο μέτρο που το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα προγενέστερα σήματα είχαν εγγενή διακριτικό χαρακτήρα, έστω ασθενή, δεν μπορεί να προσαφθεί σε αυτό ότι δεν έλαβε θέση επί του ενδεχόμενου διακριτικού χαρακτήρα τον οποίο τα εν λόγω σήματα είχαν αποκτήσει λόγω της χρήσης τους. Συγκεκριμένα, για την εκτίμηση της υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, η νομολογία δεν απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός εγγενούς διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος και ο βαθμός διακριτικού χαρακτήρα που αποκτήθηκε λόγω της χρήσης, αλλά μόνον ο ένας από τους δύο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 42· διάταξη της 30ής Απριλίου 2009, Japan Tobacco κατά ΓΕΕΑ, C‑136/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:282, σκέψη 26, και απόφαση της 6ης Ιουλίου 2012, ROYAL SHAKESPEARE, T‑60/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:348, σκέψη 21).
85
Από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 68 έως 71, 77 και 78 ανωτέρω προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών, αφενός, δεν έλαβε ορθώς υπόψη το εύρος της φήμης που επικαλείται η προσφεύγουσα και, αφετέρου, δεν εκτίμησε ορθώς τον εγγενή διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων στο πλαίσιο της εξετάσεως της υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων κατά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού.
86
Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι το εύρος της φήμης και ο βαθμός του διακριτικού χαρακτήρα, είτε εγγενούς είτε αποκτηθέντος με τη χρήση, των προγενέστερων σημάτων είναι δυνατό να έχουν σημαντικές επιπτώσεις ως προς την εκτίμηση της υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων.
87
Πράγματι, κατά τη νομολογία, ορισμένα σήματα ενδέχεται να έχουν αποκτήσει φήμη που βαίνει πέραν των ορίων του κοινού στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τα οποία έχουν καταχωρισθεί. Στην περίπτωση αυτή, είναι πιθανό το ενδιαφερόμενο κοινό για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί το μεταγενέστερο σήμα να συσχετίζει τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, μολονότι είναι εντελώς διαφορετικό από το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζει το προγενέστερο σήμα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψεις 51 και 52).
88
Επομένως, οσάκις το ενδιαφερόμενο κοινό για τα προϊόντα που προσδιορίζει το προγενέστερο σήμα είναι διαφορετικό από το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα που προσδιορίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, μπορεί να είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το εύρος της φήμης του προγενέστερου σήματος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η οικεία φήμη βαίνει πέραν των ορίων του κοινού που αφορά το σήμα αυτό (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψεις 51 έως 53).
89
Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, ακόμη και αν δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των προϊόντων που προσδιορίζονται από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, τα οποία είναι ανόμοια, όπως διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών με το σημείο 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εντούτοις θα μπορούσε να παραμείνει δυνατή η διαπίστωση συσχετισμού με τα προγενέστερα σήματα αν το τμήμα προσφυγών είχε λάβει ορθώς υπόψη το εύρος της φήμης που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη του κοινού στο οποίο απευθύνονται αντιστοίχως τα προϊόντα που προσδιορίζονται από καθένα από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, καθόσον τα προϊόντα είναι διαφορετικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο συσχετισμού των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, λαμβανομένης επίσης υπόψη της μεγάλης ομοιότητάς τους (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψεις 51 έως 53).
90
Εξάλλου, κατά τη νομολογία, όσο εντονότερος είναι ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος, είτε εγγενής είτε αποκτηθείς με τη χρήση, τόσο πιο πιθανό είναι το οικείο κοινό να το ανακαλέσει συνειρμικά στη μνήμη του, όταν αντικρίσει ένα μεταγενέστερο πανομοιότυπο ή παρόμοιο σήμα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 54).
91
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το τμήμα προσφυγών σχετικά με την έλλειψη συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων κατά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού και το οποίο δεν απορρέει από ορθή εκτίμηση όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εσφαλμένο.
92
Η ανωτέρω διαπίστωση δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προβάλλει το EUIPO.
93
Πρώτον, το EUIPO υποστηρίζει, όπως και το τμήμα προσφυγών (βλ. σημείο 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ότι τα επίμαχα προϊόντα είναι τόσο διαφορετικά τα μεν από τα δε, ώστε οι επαγγελματίες στους οποίους απευθύνεται το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν θα προέβαιναν σε συσχέτιση με τις δικές τους δραστηριότητες αθλητισμού και ψυχαγωγίας σε περίπτωση που αντίκριζαν το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση κατά τη χρήση, στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, των προϊόντων που καλύπτονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
94
Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι οι προσβολές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, οσάκις επέρχονται, συνιστούν επακόλουθο ορισμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του προγενέστερου και του μεταγενέστερου σήματος, εξαιτίας της οποίας το ενδιαφερόμενο κοινό τα συσχετίζει, δηλαδή τα συνδέει μεταξύ τους, χωρίς κατ’ ανάγκην να τα συγχέει (βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2012, GRUPO BIMBO, T‑357/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:696, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
95
Επομένως, ο συσχετισμός στον οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό ενδέχεται να προβεί μεταξύ, αφενός, του εν λόγω σήματος και, αφετέρου, των δικών του δραστηριοτήτων αθλητισμού και ψυχαγωγίας δεν ασκεί επιρροή κατά την εκτίμηση του αν το ενδιαφερόμενο κοινό αντικρίζοντας το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του το προγενέστερο σήμα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, Intel Corporation, C‑252/07, EU:C:2008:655, σκέψη 60).
96
Κατά συνέπεια, το επιχείρημα του EUIPO πρέπει να απορριφθεί.
97
Δεύτερον, το EUIPO υποστηρίζει ότι, με τη διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Arnoldo Mondadori Editore κατά ΓΕΕΑ (C‑548/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:624), το Δικαστήριο έκρινε ότι η σχέση μεταξύ δύο σημάτων αποκλειόταν σε περίπτωση ελλείψεως κάθε δυνατού συσχετισμού μεταξύ προϊόντων και υπηρεσιών που ανήκουν σε οικονομικούς τομείς πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. Κατά το EUIPO, το ίδιο σκεπτικό υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο στις αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2015, SWATCHBALL (T‑71/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:293), και της 29ης Οκτωβρίου 2015, Éditions Quo Vadis/OHMI – Gómez Hernández (QUO VADIS) (T‑517/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:816).
98
Αφενός, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ρητώς την περίπτωση κατά την οποία ασκείται ανακοπή κατά της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν είναι παρόμοια με αυτά που προσδιορίζει προγενέστερο σήμα.
99
Το Δικαστήριο επισήμανε, στο πλαίσιο αυτό, ότι το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 αφορούσε ρητώς τις περιπτώσεις στις οποίες τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες δεν ήταν παρόμοια [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Waterford Wedgwood κατά Assembled Investments (Proprietary), C‑398/07 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:288, σκέψη 34].
100
Επομένως, ο ανόμοιος χαρακτήρας των προϊόντων που προσδιορίζονται αντιστοίχως από τα αντιπαρατιθέμενα σήματα δεν συνιστά επαρκές στοιχείο ώστε να αποκλεισθεί η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των εν λόγω σημάτων, δεδομένου, εξάλλου, ότι αυτή πρέπει να εκτιμάται συνολικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. σκέψη 24 ανωτέρω).
101
Αφετέρου, τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν από εκείνα των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν η διάταξη και οι δικαστικές αποφάσεις που επικαλείται το EUIPO. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Arnoldo Mondadori Editore κατά ΓΕΕΑ (C‑548/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:624), το προγενέστερο σήμα δεν έχαιρε μεγάλης φήμης, ενώ, εν προκειμένω, τα προγενέστερα σήματα θεωρήθηκε ότι χαίρουν, τουλάχιστον, μεγάλης φήμης. Ομοίως, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2015, QUO VADIS (T‑517/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:816), η φήμη του προγενέστερου σήματος ήταν συνήθης. Εξάλλου, με την απόφαση της 19ης Μαΐου 2015, SWATCHBALL (T‑71/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:293), το Γενικό Δικαστήριο απέκλεισε την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων παρά την ιδιαίτερα έντονη φήμη, με το σκεπτικό ότι ήταν πολύ απίθανο το ενδιαφερόμενο κοινό να βρει τα προϊόντα που καλύπτονται από κάθε ένα από τα εν λόγω σήματα στα ίδια καταστήματα και να φέρει στον νου του τα μεν ενώ θα αντίκριζε τα δε (απόφαση της 19ης Μαΐου 2015, SWATCHBALL, T‑71/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:293, σκέψη 32). Εντούτοις, το σκεπτικό αυτό, το οποίο σκοπεί, κατ’ ουσίαν, να αποκλείσει την ύπαρξη αθέμιτου οφέλους που αντλείται από τη φήμη ή από τον διακριτικό χαρακτήρα προγενέστερου σήματος, δεν είναι δυνατό να ασκεί επιρροή επί της εξετάσεως της υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων κατά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού.
102
Κατά συνέπεια, το επιχείρημα του EUIPO πρέπει να απορριφθεί.
103
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη συνδέσμου κατά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 (βλ. αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2007, nasdaq, T‑47/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:131, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Master, T‑480/12, EU:T:2014:1062, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
104
Επομένως, υπό το πρίσμα των σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε το τμήμα προσφυγών κατά την εκτίμηση της υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, και τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 85 ανωτέρω, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιπές αιτιάσεις που προέβαλε η προσφεύγουσα.
105
Εναπόκειται στο τμήμα προσφυγών να εξετάσει εκ νέου τα επιχειρήματα τα οποία η προσφεύγουσα αντλεί, στο πλαίσιο της προσφυγής της κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, από την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει, κατ’ αρχάς, να διατυπώσει ένα οριστικό συμπέρασμα, αφενός, ως προς την ύπαρξη φήμης των προγενέστερων σημάτων και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ως προς το εύρος της φήμης αυτής και, αφετέρου, ως προς τον βαθμό διακριτικού χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων.
106
Εάν το τμήμα προσφυγών καταλήξει στο οριστικό συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, σε αυτό θα εναπόκειται να εξετάσει αν η προσφεύγουσα απέδειξε επαρκώς ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις προσβολών που απαριθμεί το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Για τον σκοπό αυτό, το τμήμα προσφυγών θα πρέπει να λάβει υπόψη την ένταση της φήμης και του διακριτικού χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων. Συγκεκριμένα, όσο πιο έντονος είναι ο διακριτικός χαρακτήρας και η φήμη του προγενέστερου σήματος, τόσο ευχερέστερα μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη προσβολής του προγενέστερου σήματος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 (βλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2012, BEATLE, T‑369/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:177, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι, στην περίπτωση ανακοπής που στηρίζεται σε σήμα το οποίο χαίρει εξαιρετικά μεγάλης φήμης, είναι δυνατό να είναι τόσο πρόδηλη η πιθανότητα μελλοντικού και μη υποθετικού κινδύνου το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση να προκαλέσει βλάβη ή να προσπορίσει αθέμιτο όφελος, ώστε ο ανακόπτων να μην απαιτείται να επικαλεστεί ή να αποδείξει προς τούτο κανένα άλλο πραγματικό περιστατικό [βλ. αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 2007, VIPS, T‑215/03, EU:T:2007:93, σκέψη 48, και της 27ης Οκτωβρίου 2016, Spa Monopole κατά EUIPO – YTL Hotels & Properties (SPA VILLAGE), T‑625/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:631, σκέψη 63].
107
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή και, συνακόλουθα, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί των δικαστικών εξόδων
108
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το EUIPO ηττήθηκε, πρέπει να υποχρεωθεί να φέρει τα δικαστικά έξοδά του, καθώς και αυτά στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτής.
109
Επιπλέον, κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων θα φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, η παρεμβαίνουσα, η οποία άσκησε παρέμβαση υπέρ του EUIPO, θα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση του τέταρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), της 4ης Δεκεμβρίου 2015 (υπόθεση R 1052/2015‑4).
2)
Το EUIPO φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Puma SE.
3)
Η Doosan Machine Tools Co. Ltd φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Kanninen
Schwarcz
Ηλιόπουλος
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Σεπτεμβρίου 2018.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του ενδιαφερόμενου κοινού
Επί της ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημάτων
Επί της φήμης των προγενέστερων σημάτων
Επί του διακριτικού χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων
Επί των δικαστικών εξόδων
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Στη σκέψη 24 του παρόντος κειμένου έγινε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως μετά την αρχική ανάρτησή του στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.
Full & Egal Universal Law Academy