ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 16ης Μαΐου 2017 ( 1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Διαδικασία κηρύξεως της ακυρότητας — Εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης AIR HOLE FACE MASKS YOU IDIOT — Κακή πίστη — Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 — Εξουσία μεταρρυθμίσεως»
Στην υπόθεση T‑107/16,
Airhole Facemasks, Inc., με έδρα το Βανκούβερ (Καναδάς), εκπροσωπούμενη από τον S. Barker, solicitor, και την A. Michaels, barrister,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον D. Hanf,
καθού,
έτερος διάδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO:
sindustrysurf, SL, με έδρα το Trapagaran (Ισπανία),
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 18ης Ιανουαρίου 2016 (υπόθεση R 2547/2014-4), σχετικά με διαδικασία κηρύξεως της ακυρότητας μεταξύ της Airhole Facemasks και της sindustrysurf,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Prek, πρόεδρο, F. Schalin και Μ. J. Costeira (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: J. Weychert, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 2016,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Ιουνίου 2016,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Ιανουαρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Την 1η Ιουλίου 2010, η sindustrysurf, SL υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1).
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το εξής εικονιστικό σημείο σε μαύρο και άσπρο:
3
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση υπάγονται στις κλάσεις 25 και 28 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών ενόψει της καταχώρισης σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
—
κλάση 25: «Θερμικά ρούχα»·
—
κλάση 28: «Παιχνίδια, αθύρματα· είδη γυμναστικής και αθλητισμού μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· διακοσμήσεις χριστουγεννιάτικων δένδρων».
4
Το επίμαχο σήμα καταχωρίσθηκε ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Οκτωβρίου 2010 με αριθμό 9215427 για όλα τα προαναφερθέντα προϊόντα.
5
Στις 26 Ιουλίου 2013, η προσφεύγουσα, Airhole Facemasks, Inc., κατέθεσε ενώπιον του EUIPO αίτηση κηρύξεως της ακυρότητας του εν λόγω σήματος για όλα τα προϊόντα για τα οποία είχε καταχωρισθεί. Οι λόγοι ακυρότητας που προβλήθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως αυτής ήταν οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, και το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού.
6
Κατά πρώτον, η προσφεύγουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι το επίμαχο σήμα είχε καταχωρισθεί από τη sindustrysurf ιδίω ονόματι, χωρίς τη συναίνεση της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι η δοθείσα από αυτήν συναίνεση περιοριζόταν αποκλειστικώς στην υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως. Επιπλέον, η sindustrysurf, υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου ή του εκπροσώπου της προσφεύγουσας, υπείχε γενική υποχρέωση πίστεως έναντι της προσφεύγουσας και των εμπορικών συμφερόντων της και ουδαμώς ηδύνατο, ως εκ τούτου, να δικαιολογήσει την καταχώριση του επίμαχου σήματος ιδίω ονόματι. Κατά δεύτερον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η sindustrysurf ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος για δικό της λογαριασμό.
7
Με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2014, το τμήμα ακυρώσεων κήρυξε την ακυρότητα του επίμαχου σήματος στο σύνολό του και καταδίκασε τη sindustrysurf στα έξοδα. Ειδικότερα, το τμήμα ακυρώσεων συμπέρανε ότι η sindustrysurf ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος.
8
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, η sindustrysurf άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.
9
Με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2016 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων. Κατά πρώτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η αίτηση κηρύξεως της ακυρότητας η οποία στηρίχθηκε στο άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει, δεδομένου ότι δεν πληρούνταν οι διαλαμβανόμενες στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, αφενός, κατά το τμήμα προσφυγών, δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο της υπάρξεως σχέσεως «εντολοδόχου/εντολέα» μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η προσφεύγουσα δεν εξήγησε πώς η συναφθείσα το 2009 συμφωνία διανομής, προ της συστάσεως της προσφεύγουσας, μεταξύ της Endeavor Snowboards Inc. και της sindustrysurf (στο εξής: συμφωνία διανομής) μπορούσε να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας σχέσεως. Εξάλλου, η εν λόγω συμφωνία δεν περιείχε καμία αναφορά στο επίμαχο σήμα. Αφετέρου, κατά το τμήμα προσφυγών, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η προσφεύγουσα δεν είχε συναινέσει στην υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος. Κατά δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ούτε η αίτηση ακυρότητας, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, μπορούσε να ευδοκιμήσει, εφόσον από κανένα στοιχείο της συμπεριφοράς της sindustrysurf κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος δεν προέκυπτε ότι αυτή ενήργησε κακόπιστα. Συγκεκριμένα, πρώτον, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος είχε υποβληθεί με τη συναίνεση της προσφεύγουσας. Δεύτερον, το γεγονός ότι η sindustrysurf γνώριζε, κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος, ότι αυτό χρησιμοποιούνταν ήδη από την προσφεύγουσα και άλλους διανομείς δεν αρκούσε, αυτό καθαυτό, προς απόδειξη της υπάρξεως της κακής πίστεώς της. Τρίτον, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η sindustrysurf είχε υποβάλει αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος ιδίω ονόματι με πρόθεση να το χρησιμοποιήσει εναντίον της προσφεύγουσας.
Αιτήματα των διαδίκων
10
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
κυρίως, να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρύξει άκυρο το επίμαχο σήμα·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να καταδικάσει τη sindustrysurf στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα για την παρούσα προσφυγή, καθώς και στα έξοδα ενώπιον του τμήματος προσφυγών και ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων.
11
Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
κυρίως, να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να το καταδικάσει στα δικά του έξοδα.
Σκεπτικό
12
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία εκ μέρους του τμήματος προσφυγών σχετικά με την απουσία αναφοράς στο «σημείο Airhole» στη συμφωνία διανομής. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 3, και του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται πλάνη του τμήματος προσφυγών σχετικά με τη φύση της υφιστάμενης σχέσεως μεταξύ των διαδίκων. Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται πλάνη του τμήματος προσφυγών σχετικά με το περιεχόμενο της συναινέσεως της προσφεύγουσας κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος. Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
13
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να συγκεντρώσει τους πέντε λόγους ακυρότητας που προέβαλε η προσφεύγουσα σε δύο λόγους, καθόσον οι τέσσερις πρώτοι προβαλλόμενοι λόγοι σχετίζονται όλοι με παράβαση του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος θα αντληθεί από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 3, και του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Ο δεύτερος λόγος θα αντληθεί από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
14
Εξάλλου, καθένας από τους λόγους ακυρότητας τους οποίους δέχθηκε το τμήμα προσφυγών στην προσβαλλόμενη απόφαση και επικαλέστηκε η προσφεύγουσα στην προσφυγή της αρκεί για την κήρυξη της ακυρότητας του επίμαχου σήματος. Στο πλαίσιο αυτό, θα εξετασθεί πρώτα ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, σχετικά με παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 και, ενδεχομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, σχετικά με παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 3, και του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
Επί του δευτέρου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009
15
Η προσφεύγουσα διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 25 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το γεγονός και μόνον ότι η sindustrysurf γνώριζε ότι το επίμαχο σήμα χρησιμοποιούνταν ήδη από την προσφεύγουσα και άλλους διανομείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αρκούσε προς απόδειξη της υπάρξεως της κακής πίστεώς της. Επιπλέον, κατά το τμήμα προσφυγών, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η sindustrysurf είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει το επίμαχο σήμα εναντίον της προσφεύγουσας. Η sindustrysurf, ωστόσο, ενήργησε κατά τρόπο που αντίκειται στις συμβατικές της υποχρεώσεις, αιτούμενη την καταχώριση του επίμαχου σήματος. Θα μπορούσε, επομένως, να συναχθεί από το γεγονός αυτό ότι η sindustrysurf είχε την πρόθεση να επιδιώξει να ιδιοποιηθεί παρανόμως το αγαθό της προσφεύγουσας. Ενήργησε, συνεπώς, κατά τρόπο ο οποίος δεν συνάδει προς τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες εμπορικής συμπεριφοράς και αντιβαίνει προς τις παραδεδεγμένες αρχές της ηθικής συμπεριφοράς και των χρηστών εμπορικών πρακτικών. Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβλήθηκε, ως εκ τούτου, κακόπιστα.
16
Το EUIPO υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο, όπως και το τμήμα προσφυγών, κρίνει ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος είχε υποβληθεί από τη sindustrysurf ιδίω ονόματι, με τη συναίνεση της προσφεύγουσας, αποκλείεται κάθε κίνδυνος κακής πίστεως. Επομένως, η προσφυγή ακυρώσεως, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, πρέπει να απορριφθεί. Αντιθέτως, αν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος υποβλήθηκε από τη sindustrysurf για δικό της λογαριασμό, χωρίς τη συναίνεση της προσφεύγουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
17
Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι το καθεστώς του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζεται στην αρχή που θεσπίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και σύμφωνα με την οποία στον πρώτο καταθέτη απονέμεται αποκλειστικό δικαίωμα. Δυνάμει της αρχής αυτής, ένα σήμα μπορεί να καταχωρισθεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνον εφόσον τούτο δεν εμποδίζεται από προγενέστερο σήμα, είτε πρόκειται, ιδίως, για σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε για σήμα καταχωρισθέν εντός κράτους μέλους ή από την Υπηρεσία Πνευματικής Ιδιοκτησίας της Benelux είτε για σήμα που έχει αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς καταχωρίσεως η οποία παράγει αποτελέσματα εντός κράτους μέλους είτε ακόμη για σήμα που έχει αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς καταχωρίσεως η οποία παράγει αποτελέσματα εντός της Ένωσης. Αντιθέτως, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, απλώς και μόνον η εκ μέρους τρίτου χρήση μη καταχωρισθέντος σήματος δεν εμποδίζει την καταχώριση πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες [βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Gugler France κατά ΓΕΕΑ – Gugler (GUGLER), T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
18
Η εφαρμογή της αρχής αυτής σχετικοποιείται, ιδίως, λόγω του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατά το οποίο πρέπει να κηρύσσεται η ακυρότητα σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν αιτήσεως υποβαλλόμενης ενώπιον του EUIPO ή κατόπιν ασκήσεως ανταγωγής στο πλαίσιο αγωγής για παραποίηση/απομίμηση, σε περίπτωση κατά την οποία ο αιτών την καταχώριση σήματος ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος. Στον αιτούντα την κήρυξη της ακυρότητας ο οποίος προτίθεται να βασιστεί στον συγκεκριμένο λόγο εναπόκειται να αποδείξει τις περιστάσεις που επιτρέπουν να συναχθεί ότι ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος αυτού [βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
19
Η έννοια της «κακής πίστεως», κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 δεν ορίζεται, ούτε οριοθετείται, ούτε καν περιγράφεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη νομοθεσία (βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20
Συναφώς, παρατηρείται ότι, στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Sprüngli (C‑529/07, EU:C:2009:361, σκέψη 53), το Δικαστήριο προέβη σε πλείονες διευκρινίσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύεται η έννοια της κακής πίστεως, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Έτσι, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη κακής πίστεως του αιτούντος την καταχώριση σήματος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση και υφίστανται κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως ενός σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ιδίως, πρώτον, το γεγονός ότι ο αιτών την καταχώριση γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι τρίτος χρησιμοποιεί για πανομοιότυπο ή παρόμοιο προϊόν, σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος, πανομοιότυπο ή παρόμοιο σημείο ικανό να προκαλέσει σύγχυση σε σχέση με το σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση, δεύτερον, η πρόθεση του αιτούντος να εμποδίσει τον εν λόγω τρίτο να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τέτοιο σημείο, καθώς και, τρίτον, ο βαθμός νομικής προστασίας της οποίας απολαύουν το σημείο του τρίτου και το σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψεις 73 και 74).
21
Πάντως, από τη διατύπωση που επελέγη από το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Sprüngli (C‑529/07, EU:C:2009:361, σκέψη 53), προκύπτει ότι οι παράγοντες που απαριθμούνται στην απόφαση αυτή έχουν απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα και εντάσσονται σε ένα σύνολο στοιχείων που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί τυχόν κακή πίστη του αιτούντος την καταχώριση κατά το χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως (βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της σφαιρικής εξετάσεως που διενεργείται δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, μπορούν επίσης να συνεκτιμηθούν η προέλευση του αμφισβητούμενου σημείου και η χρήση του από τον χρόνο δημιουργίας του, η εμπορική λογική στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η χρονολογική ακολουθία των γεγονότων που χαρακτήρισαν την εν λόγω υποβολή (βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23
Με γνώμονα τα ανωτέρω πρέπει να εξετασθεί αν το τμήμα προσφυγών έκρινε εσφαλμένως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αίτηση κηρύξεως της ακυρότητας, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει, εφόσον από κανένα στοιχείο της συμπεριφοράς της sindustrysurf, κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος, δεν προέκυπτε ότι αυτή ενήργησε κακόπιστα. Ειδικότερα, πρώτον, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος είχε υποβληθεί από τη sindustrysurf για δικό της λογαριασμό, με τη συναίνεση της προσφεύγουσας. Πράγματι, η αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων πριν και μετά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος επιβεβαιώνει ότι, κατά το χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως, η προσφεύγουσα θεωρούσε τη sindustrysurf υπεύθυνη για την προστασία του επίμαχου σήματος. Δεύτερον, το γεγονός ότι η sindustrysurf γνώριζε, κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος, ότι αυτό χρησιμοποιούνταν ήδη από την προσφεύγουσα και άλλους διανομείς δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, προς απόδειξη της υπάρξεως κακής πίστεως. Τρίτον, κανένα στοιχείο δεν αποδείκνυε ότι η sindustrysurf είχε καταθέσει το επίμαχο σήμα ιδίω ονόματι με πρόθεση να το χρησιμοποιήσει εναντίον της προσφεύγουσας.
24
Πρέπει να επισημανθεί, συναφώς, ότι δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους στη διαδικασία ενώπιον του EUIPO ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος υποβλήθηκε από τη sindustrysurf κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας. Αντιθέτως, οι προαναφερθέντες διάδικοι δεν συμφωνούν ως προς το κατά πόσον το σχετικό αίτημα, το οποίο εκφράστηκε στην αλληλογραφία της 22ας Ιουνίου 2010 μεταξύ του Max Jenke, προέδρου της Endeavor Design Inc., προέδρου-γενικού διευθυντή της προσφεύγουσας και διευθυντή της Endeavor Snowboards, και του Iker Gomez, διευθυντή της sindustrysurf, περιελάμβανε την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος επ’ ονόματι της sindustrysurf και όχι επ’ ονόματι της προσφεύγουσας.
25
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το τμήμα προσφυγών στην προσβαλλόμενη απόφαση, από κανένα στοιχείο στην αλληλογραφία η οποία προηγήθηκε της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είχε συναινέσει σαφώς, ρητώς και χωρίς επιφυλάξεις στην υποβολή της εν λόγω αιτήσεως καταχωρίσεως επ’ ονόματι της sindustrysurf [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2012, Adamowski κατά ΓΕΕΑ – Fagumit (FAGUMIT), T‑537/10 και T‑538/10, EU:T:2012:634, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
26
Πράγματι, κατά πρώτον, η προ της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως αλληλογραφία αποδεικνύει απλώς ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος υποβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας. Δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της συναίνεση της προσφεύγουσας στην καταχώριση του επίμαχου σήματος επ’ ονόματι της sindustrysurf. Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί από τη φράση «ας συνεχίσουμε με το Airhole προς το παρόν» ότι η προσφεύγουσα είχε συναινέσει σαφώς, ρητώς και χωρίς επιφυλάξεις στην καταχώρισή του επ’ ονόματι της sindustrysurf.
27
Επιπλέον, η αλληλογραφία αυτή αποτελεί μάλλον ένδειξη της προθέσεως της προσφεύγουσας να υποβληθεί αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος επ’ ονόματί της. Συγκεκριμένα, καταδεικνύει, αφενός, ότι η πρωτοβουλία και η απόφαση υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως προέρχονται από μόνη την προσφεύγουσα και, αφετέρου, ότι αυτή προτίθετο να φέρει τα συναφή έξοδα.
28
Κατά δεύτερον, αντιθέτως προς το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών, η μετά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως αλληλογραφία αποδεικνύει απλώς την εκτίμηση σύμφωνα με την οποία η δοθείσα από την προσφεύγουσα συναίνεση περιοριζόταν αποκλειστικώς στην υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος. Πράγματι, μόλις έλαβε γνώση της καταχωρίσεως του σήματος αυτού, η προσφεύγουσα ζήτησε ευθέως τη μεταφορά του από τη sindustrysurf, η οποία, χωρίς αμφισβήτηση, δεσμεύτηκε να προβεί σε αυτήν αμελλητί. Το τις περιστάσεις αυτές, στερείται σημασίας το γεγονός ότι χρειάστηκε περίπου ένα έτος για να ανακαλύψει η προσφεύγουσα ότι το επίμαχο σήμα είχε καταχωρισθεί επ’ ονόματι της sindustrysurf, εφόσον, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν είχε συναινέσει στην εν λόγω καταχώριση.
29
Επιπλέον, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η συναίνεσή της έπρεπε, επίσης, να εκτιμηθεί από το τμήμα προσφυγών υπό το πρίσμα των αντικειμενικών περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως.
30
Συναφώς, πρώτον, πρέπει να υπογραμμισθεί, αφενός, ότι το επίμαχο σήμα ήταν πανομοιότυπο με το σήμα που χρησιμοποιούνταν, από το 2006, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά, μεταξύ άλλων, από τη μητρική εταιρία και την αδελφή εταιρία της προσφεύγουσας, Endeavor Design και Endeavor Snowboards, και, αφετέρου, ότι τα προϊόντα που αφορούσε η καταχώριση ήταν πανομοιότυπα ή στενά συνδεδεμένα με τα προϊόντα που κάλυπτε το σήμα αυτό.
31
Δεύτερον, το προαναφερθέν στη σκέψη 30 ανωτέρω σήμα καταχωρίσθηκε επ’ ονόματι της προσφεύγουσας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά πριν από την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος.
32
Τρίτον, η sindustrysurf ήταν, δυνάμει της συμφωνίας διανομής, ο αποκλειστικός διανομέας, για το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες, των προϊόντων τα οποία σχεδιάζονται και κατασκευάζονται από την Endeavor Snowboards, υπό τα κατατεθειμένα σήματα Airhole Ninja Masks και Endeavor Snowboards.
33
Τέταρτον, η συμφωνία διανομής προέβλεπε ότι ο κύριος σκοπός του διανομέα ήταν η αποθήκευση, η πώληση και η συντήρηση διαφόρων προϊόντων για την άσκηση του αθλήματος της χιονοσανίδας. Το άρθρο 11 της εν λόγω συμφωνίας, σχετικά με τη χρήση των ονομάτων και των σημάτων, προέβλεπε ιδίως ότι ο διανομέας δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανένα λογότυπο, διαφήμιση ή σήμα που ανήκει στην Endeavor με σκοπό την πώληση ή την προώθηση χωρίς τη ρητή και γραπτή συναίνεσή της.
34
Πέμπτον, η συμφωνία διανομής εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος και κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε η μεταφορά του στη μητρική εταιρία.
35
Επομένως, η υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος ήταν δυνατό να εκληφθεί ευχερώς ως εντασσόμενη, για την προσφεύγουσα, σε εμπορική λογική σκοπούσα στην επέκταση της προστασίας του σήματός της στο έδαφος της Ένωσης.
36
Συνεπώς, το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως έκρινε ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος είχε υποβληθεί από τη sindustrysurf ιδίω ονόματι, με τη συναίνεση της προσφεύγουσας.
37
Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η sindustrysurf, υποβάλλοντας την αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος ιδίω ονόματι, επιδίωξε να ιδιοποιηθεί τα δικαιώματα της προσφεύγουσας.
38
Πράγματι, κατ’ αρχάς, η sindustrysurf δεν μπορούσε να προβάλει χρονική προτεραιότητα όσον αφορά το επίμαχο σήμα. Αποδείχθηκε ότι το σήμα αυτό χρησιμοποιούνταν από το 2006 στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, από τη μητρική εταιρία και την αδελφή εταιρία της προσφεύγουσας και ότι είχε καταχωρισθεί για τις εν λόγω χώρες επ’ ονόματι της προσφεύγουσας πριν από το επίμαχο σήμα.
39
Περαιτέρω, η sindustrysurf, δυνάμει της συμφωνίας διανομής, ήταν πλήρως ενημερωμένη σχετικά με την ύπαρξη και τη χρησιμοποίηση, από τη μητρική εταιρία και την αδελφή εταιρία της προσφεύγουσας, πανομοιότυπου σήματος κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος.
40
Τέλος, τα δικαιώματα διανομής της sindustrysurf, δυνάμει της συμφωνίας διανομής, ήταν αυστηρώς οριοθετημένα καθ’ ύλην και κατά τόπον. Πράγματι, αφενός, ο κύριος σκοπός του διανομέα ήταν η αποθήκευση, η πώληση και η συντήρηση διαφόρων προϊόντων για την άσκηση του αθλήματος της χιονοσανίδας. Εξάλλου, η sindustrysurf δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανένα λογότυπο, διαφήμιση ή σήμα που ανήκει στην Endeavor προς πώληση ή προώθηση χωρίς τη ρητή συναίνεσή της. Αφετέρου, τα δικαιώματα διανομής της περιορίζονταν αποκλειστικώς σε έξι χώρες της Ένωσης. Όπως επισήμανε και το τμήμα προσφυγών στο σημείο 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το σήμα χρησιμοποιούνταν ήδη, κατά την υπογραφή της συμφωνίας διανομής, από τον διανομέα της Endeavor στο Ηνωμένο Βασίλειο.
41
Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι η συμπεριφορά της sindustrysurf κατόπιν της καταθέσεως του επίμαχου σήματος ενισχύει την εκτίμηση ότι επιχείρησε να ιδιοποιηθεί τα δικαιώματα της προσφεύγουσας. Πράγματι, πρώτον, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η sindustrysurf δεν ενημέρωσε την προσφεύγουσα ούτε για την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος ούτε για την καταχώρισή του ιδίω ονόματι. Η πληροφορία αυτή περιήλθε σε γνώση της προσφεύγουσας μόνον αφού η προσφεύγουσα ζήτησε να ενημερωθεί για την προστασία του εν λόγω σήματος. Δεύτερον, η sindustrysurf είχε ρητώς δεσμευθεί, στην μετά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος αλληλογραφία, να προβεί στην μεταφορά του, όπερ ουδέποτε έπραξε. Τρίτον, η sindustrysurf, μερικές εβδομάδες μετά τη χειροτέρευση των σχέσεών της με την προσφεύγουσα, κάλεσε την προσφεύγουσα καθώς και τους άλλους διανομείς των προϊόντων της στην Ένωση να παύσουν να χρησιμοποιούν το επίμαχο σήμα, επ’ απειλή αγωγής για παραποίηση/απομίμηση.
42
Βάσει των προεκτεθέντων, κατόπιν σφαιρικής εκτιμήσεως λαμβανομένων υπόψη όλων των κρισίμων παραγόντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η sindustrysurf δεν προέβαλε κανένα θεμιτό δικαιολογητικό λόγο για την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος ιδίω ονόματι και, επομένως, το τμήμα προσφυγών κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα της απουσίας κακής πίστεως της sindustrysurf.
43
Επομένως, ο παρών λόγος ακυρότητας πρέπει να γίνει δεκτός.
44
Στον βαθμό που η παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 αρκεί για να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου ακυρότητας, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 3, και του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
Όσον αφορά το αίτημα μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
45
Πρέπει να υπομνησθεί ότι η εξουσία μεταρρυθμίσεως, που αναγνωρίζεται στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, δεν σημαίνει ότι αυτό έχει την εξουσία να αποφαίνεται επί ζητήματος ως προς το οποίο δεν έχει ακόμη λάβει θέση το τμήμα προσφυγών. Η άσκηση της εξουσίας μεταρρυθμίσεως πρέπει επομένως, κατ’ αρχήν, να περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο, έχοντας ελέγξει την κρίση του τμήματος προσφυγών, είναι σε θέση να προσδιορίσει βάσει αποδειχθέντων πραγματικών και νομικών στοιχείων την απόφαση που έπρεπε να είχε λάβει το τμήμα προσφυγών (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C‑263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 72· βλ., επίσης, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46
Πράγματι, η αίτηση μεταρρυθμίσεως δεν συνίσταται στο να ζητηθεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει το EUIPO σε ενέργεια ή παράλειψη, όπερ θα αποτελούσε διαταγή απευθυνόμενη σε αυτό. Αποσκοπεί, αντιθέτως, στη λήψη αποφάσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, όπως και εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, περί του αν το επίμαχο σήμα πρέπει να ακυρωθεί με γνώμονα το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 (βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 98 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47
Μια τέτοια απόφαση περιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, στα μέτρα που μπορεί να λάβει το Γενικό Δικαστήριο δυνάμει της εξουσίας μεταρρυθμίσεως που διαθέτει (βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, GUGLER, T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 98 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48
Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι το τμήμα προσφυγών έλαβε θέση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, επί της εκτιμήσεως της κακής πίστεως (σημεία 22 έως 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως), με αποτέλεσμα να διαθέτει το Γενικό Δικαστήριο εξουσία μεταρρυθμίσεως της εν λόγω αποφάσεως επί του ζητήματος αυτού.
49
Από τη συλλογιστική, όμως, που αναπτύχθηκε ανωτέρω στις σκέψεις 26 έως 44 προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών υποχρεούτο να διαπιστώσει, όπως έκρινε το τμήμα ακυρώσεων, την κακή πίστη της sindustrysurf κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος. Επομένως, βάσει των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ασκήσεως της εξουσίας μεταρρυθμίσεως του Γενικού Δικαστηρίου.
50
Συνεπώς, μέσω μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε η sindustrysurf κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων η οποία είχε κηρύξει άκυρο το επίμαχο σήμα.
Επί των δικαστικών εξόδων
51
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
52
Εν προκειμένω, το EUIPO ηττήθηκε, όμως η προσφεύγουσα δεν ζήτησε την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, κάθε διάδικος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά του έξοδα. Επιπλέον, καθόσον η sindustrysurf δεν ήταν διάδικος στην παρούσα διαδικασία, τα αιτήματα της προσφεύγουσας με τα οποία ζητείται η καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα της παρούσας προσφυγής πρέπει να απορριφθούν.
53
Η προσφεύγουσα ζήτησε επίσης να καταδικαστεί η sindustrysurf στα έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών και ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων. Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 190, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι στο πλαίσιο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας θεωρούνται ως αποδοτέα. Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τα έξοδα της ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων διαδικασίας. Συνεπώς, το αίτημα της προσφεύγουσας όσον αφορά τα σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων έξοδα, τα οποία δεν αποτελούν αποδοτέα έξοδα, είναι απαράδεκτο. Όσον αφορά το αίτημα για καταδίκη της sindustrysurf στα έξοδα της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας, η sindustrysurf πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της προσφεύγουσας ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 18ης Ιανουαρίου 2016 (υπόθεση R 2547/2014-4), σχετικά με διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας μεταξύ της Airhole Facemasks, Inc. και της sindustrysurf, SL, και τη μεταρρυθμίζει υπό την έννοια ότι απορρίπτει την προσφυγή της sindustrysurf ενώπιον του EUIPO κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων της 30ής Ιουλίου 2014.
2)
Η Airhole Facemasks και το EUIPO φέρουν έκαστος τα δικαστικά έξοδά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
3)
Η sindustrysurf καταδικάζεται στα έξοδα της Airhole Facemasks ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO.
4)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
Prek
Schalin
Costeira
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Μαΐου 2017.
(υπογραφές)
( 1 ) * Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.